Η Μαρζάν Σατραπί γνώρισε παγκόσμια επιτυχία με το graphic novel Περσέπολις (μτφρ. Γεωργία Τσάκωνα, Ηλίβατον 2006), στο οποίο αφηγούνταν τη ζωή στο Ιράν μετά την Ισλαμική Επανάσταση, όταν η ίδια ήταν ακόμα παιδί. Εδώ και 25 χρόνια δεν έχει επιστρέψει στην Τεχεράνη και, σε συνέντευξή της στο Γαλλικό Πρακτορείο, αναφέρθηκε σε αυτά που της λείπουν από τη χώρα όπου γεννήθηκε.
Όπως ανέφερε, της λείπει πολύ «η φιλοξενία του, τα όρη Ελμπούρζ και τα αστεία στα φαρσί… και η ποίησή του, η πιο αγνή μορφή έκφρασης». Συνεχίζοντας, παρατήρησε: «Είμαστε ο μόνος λαός που, όταν θέλουμε πραγματικά να γίνουμε κατανοητοί, επικαλούμαστε τον Σααντί, τον Χαφέζ και τον Ομάρ Καγιάμ. Ένας λαός του οποίου τα μαυσωλεία για τους ποιητές είναι πιο γεμάτα από τα τζαμιά δεν μπορεί να είναι κακός».
Η Σατραπί αναφέρθηκε και στη σημασία που έχει γι’ αυτήν το χιούμορ: «Αποτελεί μία κύρια έκφραση της ανθρώπινης ευφυΐας. Η ζωή εμπεριέχει την απώλεια των πάντων. Πεθαίνεις σαν σκουλήκι ή σαν γάτα – αν δεν μπορούμε να γελάσουμε για όλα αυτά, είμαστε κάτι παραπάνω από ανόητοι».
Γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1969 στην πόλη Ραστ κοντά στην Κασπία Θάλασσα. Mεγάλωσε στην Τεχεράνη και πήγε σχολείο εκεί όπου έστελνε η ελίτ τα παιδιά της, στο Lycée Français. Ο πατέρας της ήταν μηχανικός, η μητέρα της σχεδιάστρια μόδας. Μαρξιστές-λενινιστές, μορφωμένοι, αλλά κυρίως ευζωιστές, ηδονιστές της πολυτέλειας, της καλής ζωής, έπιναν αλκοόλ, έβλεπαν δυτικές ταινίες, κυκλοφορούσαν με μια Κάντιλακ. Η ίδια εξηγεί πως από παιδί τής έμαθαν πως δεν έχει σημασία αν είναι κορίτσι ή αν είναι αγόρι. Σημασία έχει ότι είναι άνθρωπος.
Ήταν μαθήτρια στις πρώτες τάξεις του σχολείου όταν την έπαιρναν μαζί τους στις διαδηλώσεις εναντίον του Σάχη, ελπίζοντας σε μια ισλαμική επανάσταση, που όταν ήρθε, απλώς τους διέλυσε. Κεντρικό πρόσωπο στη ζωή της ήταν ο ακτιβιστής, πολιτικός και αντιφρονών θείος της Αnoosh. Την αγάπησε σαν κόρη του. Στη φυλακή, λίγο πριν τον εκτελέσουν, ήταν το μοναδικό πρόσωπο που ζήτησε να δει. Της είπε ότι δεν έπρεπε να ξεχάσει. Ότι έπρεπε να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη, την ιστορία της οικογένειας, της χώρας. Αυτή η προτροπή, σχεδόν δεκαπέντε χρόνια μετά, την οδήγησε στη συγγραφή του «Περσέπολις».
Είχε ξεκινήσει να το γράφει χρόνια πριν πάρει την τελική του μορφή. Σταμάτησε όταν συνειδητοποίησε ότι έγραφε θυμωμένη. Ότι δεν είχε ξεπεράσει το μίσος της για τους καταπιεστές, για την αδικία. Ήξερε ότι έπρεπε να βγει από αυτήν τη συνθήκη για να μη δημιουργήσει ένα έργο που θα έγραφε οποιοσδήποτε από αυτούς που ήθελε να καταγγείλει. Φανατισμένο και αφανιστικό.
«Είναι σημαντικό να μπορείς να συγχωρείς. Αν κρατάς τον θυμό μέσα σου, τότε θα γίνεις ίδιος με αυτούς που μισείς», λέει. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι χωρίς παιχνίδια αλλά με εκατοντάδες βιβλία. Το μόνο παιχνίδι που έπαιζε ήταν χαρτιά με τους γονείς της – έμαθε γρήγορα να μπλοφάρει και να κλέβει. Ενεπλάκη σε παράνομες πολιτικές οργανώσεις, αγόραζε παράνομα δίσκους με δυτική μουσική. Φορούσε μπλουζάκια με τον Μάικλ Τζάκσον κάτω από την αμπάγια της. Ασφυκτιούσε.
Όταν ήταν 14 χρονών βομβαρδίστηκε το σπίτι των γειτόνων της, όπου ζούσε η καλύτερή της φίλη. Σκοτώθηκε. Στα συντρίμμια βρήκε το βραχιόλι της και μέλη του σώματός της. Οι γονείς της αποφάσισαν πως έπρεπε να φύγει στο εξωτερικό. Την έστειλαν σε οικοτροφείο στη Βιέννη.
Oι νόμοι είναι για τους ηλίθιους
Ένιωθε χαρούμενη που θα ζούσε χωρίς να καλύπτει το κεφάλι της, που θα ζούσε στη Δύση. Τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς όπως φανταζόταν. Οι καλόγριες ήταν βαθιά καταπιεστικές. Ακόμα κι εκεί, στην καρδιά της Ευρώπης, προσπαθούσαν να τιμωρήσουν τη θηλυκότητα, την ελευθερία έκφρασης.
Αποκάλεσε πουτάνα μια καλόγρια που τόλμησε να της πει ότι στο Ιράν είχαν κατώτερη μόρφωση απ’ ό,τι στον υπόλοιπο κόσμο. Σε κάποια περίπτωση χτύπησε στο κεφάλι μια δασκάλα της και πήρε αποβολή. «Έχω πρόβλημα με την εξουσία. Η γιαγιά μου συνήθιζε να λέει πως οι νόμοι είναι για τους ηλίθιους. Είχε απόλυτο δίκιο».




