22.8 C
Athens
Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

“Η ζωή είναι αγρίως απίθανη”, Μαργαρίτα Καραπάνου (απόσπασμα)

(…) τι είναι το γράψιμο; Μια συνεχής προσπάθεια να κάνεις λίγο φως εκεί κάτω που ζούνε τα φαντάσματα και σε βασανίζουν.

«…Αυτή είναι η αιώνια καταδίκη μου; Να συγκρούομαι με την πραγματικότητα, μια πραγματικότητα πάντα διαφορετική από τα όνειρά μου; Τ’ όνειρο έχει κι αυτό τις απαιτήσεις του, την ηθική του. Κι αν όλοι οι ποιητές είναι αδύναμοι, τότε ζήτω η Αδυναμία!».

Το βιβλίο “Η ζωή είναι αγρίως απίθανη” συνθέτει το συγκλονιστικό ψυχογράφημα της Μαργαρίτας Καραπάνου, που αποκαλύπτεται εξίσου απρόβλεπτη και απροστάτευτη απέναντι στην αλήθεια του εαυτού της, όσο και οι καλύτεροι λογοτεχνικοί της ήρωες. Με μια ειλικρίνεια που πονάει κι ένα χιούμορ που σκοτώνει, η συγγραφέας του «Ναι», της Κασσάνδρας και του Υπνοβάτη περιπλανιέται από το καλλιτεχνικό Παρίσι, τους παθιασμένους έρωτες και το υπαρξιακό άγχος της εφηβείας ως την πάλη με τη μανιοκατάθλιψη και τη βασανιστική λύτρωση που της φέρνει ο δρόμος της γραφής.

Ο αναγνώστης την παρακολουθεί από τα 13 της, όταν πηγαίνει σχολείο στο Παρίσι όπου ζει με τη μητέρα της, Μαργαρίτα Λυμπεράκη. Το πρώτο μέρος των Ημερολογίων της (1959-1964) έχει υπότιτλο γαλλικό, τον στίχο του Μυσέ “όταν φεύγεις είναι σαν να πεθαίνεις λίγο”, και αντανακλά “τα χρόνια της σαχλαμάρας” όπου ταξινομεί τα φλερτ της, καταγράφει το ερωτικό της ξύπνημα, τη λατρεία για τη μάνα της, αλλά και διαπιστώνει την εμφάνιση “εκείνης”, όταν την πιάνουν κρίσεις άγχους. Στο δεύτερο μέρος με υπότιτλο “Φοβάμαι” αποτυπώνει την αγωνία της να αντιμετωπίσει την ψυχική της αστάθεια στα χρόνια 1967-1970, την τάση της να παρακάμπτει την αλήθεια, τα όνειρα που βλέπει και τις ερμηνείες τους, τα κλειδιά που της δίνει ο ψυχαναλυτής της (Π. Σακελλαρόπουλος) για την ευνουχιστική σχέση με τη μάνα της, αλλά και την αίσθηση της μάχης με τον εαυτό της που θα εμπνεύσει αργότερα τη θεματολογία των μυθιστορημάτων της. Στο τρίτο μέρος (1975-1979), η αναταραχή που αισθάνεται, το “Νever in peace” του υπότιτλου, αρχίζει να εκφράζεται δημιουργικά και ο αναγνώστης παρακολουθεί πώς το συνειδητό και το υποσυνείδητο, οι φαντασιώσεις της και τα γεγονότα, τρέφουν τη μυθοπλασία και ακονίζουν τους αφηγηματικούς τρόπους της. Στη βάση όλων των εγγραφών (και της λογοτεχνικής διαμόρφωσής της), τα σπουδαία, γαλλικά ή αγγλικά -όχι ελληνικά- έργα που καταβροχθίζει. Τίποτα δεν είναι τυχαίο στη διφορούμενη φωνή της… (Μικέλα Χαρτουλάρη, Τα Νέα, Βιβλιοδρόμιο, 15/11/2008).

Η Μαργαρίτα Καραπάνου (1946-2008) γεννήθηκε στην Αθήνα, κόρη της πεζογράφου Μαργαρίτας Λυμπεράκη και του ποιητή Γιώργου Καραπάνου. Μεγάλωσε στην Ελλάδα και στη Γαλλία και σπούδασε κινηματογράφο στο Παρίσι. Εργάστηκε ως νηπιαγωγός στην Αθήνα. Τα βιβλία της “Η Κασσάνδρα και ο λύκος”, “Ο υπνοβάτης” και “Rien ne va plus” εκδόθηκαν στην Ελλάδα, στις ΗΠΑ, στην Αγγλία, στη Γαλλία, στη Σουηδία, στο Ισραήλ, στη Γερμανία, στην Ολλανδία και στην Ιταλία. Αποσπάσματα των έργων της ανθολογήθηκαν σε βιβλία και σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά πλάι σε κείμενα των Λιούις Κάρολ, Τζέην Μπόουλς, Αναΐς Νιν, Τζων Φόουλς, Πέτερ Χάντκε, Κάρλος Φουέντες, Μίλαν Κούντερα κ.ά. Το 1988 το μυθιστόρημά της “Ο υπνοβάτης” τιμήθηκε στη Γαλλία με το Βραβείο Καλύτερου Ξένου Μυθιστορήματος. Ακολούθησαν τα βιβλία της “Ναι”, “Lee και Lou”, “Μαμά”, “Μήπως;” (συνομιλίες με τη Φωτεινή Τσαλίκογλου) και τα ημερολόγιά της με τίτλο “Η ζωή είναι αγρίως απίθανη”, το 2008, τα οποία κρατούσε από τα 13 της έως τα 33 της χρόνια. Πέθανε έπειτα από σύντομη νοσηλεία στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Αθηνών, την Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008, σε ηλικία 62 ετών, ύστερα από επιπλοκές στην υγεία της από αναπνευστικά προβλήματα.

Βιβλιογραφία

Lee και Lou
Rien ne va plus
Η ζωή είναι αγρίως απίθανη
Η Κασσάνδρα και ο λύκος Μαμά
Μήπως;
Ναι
Ο υπνοβάτης

Αποσπάσματα

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου Αυτή τη στιγμή διάβασα ένα βιβλίο, που με ανατάραξε ολόκληρη. L’ amant de Lady Chatterley. Περιγράφει σκηνές έρωτος τόσο λεπτομερειακώς, που σε πιάνει ένα γλυκό ρίγος. Σε μια σκηνή περιγράφει τον άντρα που χαϊδεύει το όργανο της γυναίκας. Το χέρι του περνάει ανάμεσα, με δυο δάχτυλα χαϊδεύει τις τρίχες. Άμα τα διαβάζεις αυτά τα πράματα, είναι τόσο ωραία γραμμένα, που δεν αισθάνεσαι καμιά ντροπή. Μας περιγράφει και την ανακάλυψη της δυνάμεως του αντρός από τη γυναίκα. 1960 (14 ετών)

Κυριακή 25 Απριλίου Η τελευταία στιγμή ήρθε. Ο ταυρομάχος αρπάζει το σπαθί, το κρύβει μέσα στην κάπα. Το ζώο ερεθίζεται, ορμάει, δυο, τρεις, πέντε, δέκα φορές. Ξαφνικά σκύβει το κεφάλι, είναι σαν μαγνητισμένο απ’ το σπαθί που λάμπει μπροστά του. Αυτό περιμένει ο ταυρομάχος. Ο σβέρκος του ταύρου σκύβει, σκύβει, περιμένει. Το σπαθί μιλά, σημαδεύει, πρέπει να βρει το σημείο, όπου ο ταύρος πεθαίνει αμέσως. Το βρήκε. Μπήγει το σπαθί πηδώντας στον αέρα, το μπήγει ολόκληρο μέσα. Στα μάτια του λάμπει κιόλας ο θρίαμβος. Ο ταύρος τρικλίζει. Σηκώνει το κεφάλι του, σαν να ψάχνει το Θεό, κι έπειτα προσπαθεί να μην πέσει. Ψάχνει τη θέση, το κακόμοιρο, τη θέση που θα κλείσει τα ματάκια του. Δεν βαστάει πια άλλο. Με μια τεράστια προσπάθεια πέφτει ανάσκελα, βγάζει έναν περίεργο γρυλισμό γεμάτο πόνο και το κεφάλι του χτυπάει στη ματωμένη άμμο. Ο λαός φωνάζει, ουρλιάζει από χαρά. Εγώ δεν μπόρεσα να κοιτάξω άλλο. Αισθανόμουν δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλά μου, και ψιθύριζα συνέχεια: «Όχι, μην το σκοτώσετε, όχι, όχι, όχι!». Κάτι φούσκωνε μέσα μου, αισθανόμουν μια αδικία σε ό,τι έβλεπα, ήθελα να φωνάξω βοήθεια, να σκοτώσω όλους όσους ούρλιαζαν από χαρά. Έμπηγα δυνατά τα νύχια μου μέσα στις παλάμες μου, για να μην στριγκλίσω από αγωνία. Έτρεμα ολόκληρη. «Γιατί; Γιατί;». Όλα είναι σαν όνειρο, σαν εφιάλτης. Δεν λέγονται όλα τα αισθήματα που είχα μέσα μου. Μαζί με το κλάμα όμως έπρεπε να κοιτάζω, μ’ άρεσε να πονάω, μ’ άρεσε αυτή η αγωνία. Αισθανόμουν και μια ανεξήγητη χαρά μαζί, αλλά μια χαρά άσκημη, πρόστυχη. Ήταν σαν κάτι που ήθελα να κρύψω απ’ τον λυπημένο εαυτό μου. Επτά και δέκα. Ο λαιμός μου είχε κλείσει. Η ζέστη ήταν αφόρητη. Ο ήλιος είχε γίνει κόκκινος. Η αρένα είχε πάρει μια αφύσικη λάμψη και το αίμα έλαμπε χάμω σαν χρυσάφι. Αισθανόμουν ολόκληρη ότι με είχαν βασανίσει σαν τους Χριστιανούς.

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου Δεν πιστεύω στην ηθική. Δεν πιστεύω, επειδή δεν υπάρχει. Ό,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος, αναγκαστικά θα βάλει κάτι βρόμικο μέσα του. Αλλά απ’ τη βρομιά μπορεί κανείς να βγάλει αριστουργήματα. Πρέπει να ξέρεις να βρίσκεις την ομορφιά στο καθετί. Πρέπει να βλέπεις παντού την ομορφιά, γιατί κατά βάθος όλα είναι όμορφα. Τα πάντα κρύβουν κάτι όμορφο και πρέπει να μπορείς να το ανακαλύψεις – εκείνοι που μπορούν είναι οι «καλλιτέχνες». Αυτή είναι η δουλειά τους, ο σκοπός τους. Να ψάχνουν, να βρίσκουν, να ομορφαίνουν, να δείχνουν.

1961 (15 ετών) Τετάρτη 8 Ιουνίου Διαβάζω με προσοχή τα έργα του Marquis de Sade. Μου σηκώθηκαν οι τρίχες του κεφαλιού μου μ’ αυτό το φρικιαστικό δημιούργημα, αυτό το ασύλληπτο, ασυγχώρητο τερατούργημα. Χωρίς αμφιβολία αυτός ο άνθρωπος φοβόταν τον κόσμο, τις γυναίκες, τη ζωή την ίδια, για να καταφεύγει σε τέτοιες ιδέες. Κι ο Edgar Poe ήταν πιθανώς σαδιστής, αλλά, Θεέ μου, τι διαφορά! Αναρωτιέμαι πώς ένιωθε αυτός ο άνθρωπος όταν έγραφε, ή καλύτερα, όταν ξερνούσε αυτό το ανοσιούργημα… Το βρίσκω τόσο σιχαμένο, που αισθάνομαι την ανάγκη να κάνω ένα καλό μπάνιο!

1967 (21 ετών) 9 Οκτωβρίου Επιθυμία για Επιθυμίες. Η Ελλαδα. Κι έπειτα, να σταθώ στα πόδια μου, μόνη μου. Να με ανακαλύψω, για να με χάσω. Ποτέ δεν με ανακάλυψα, για να με χάσω, να μπορέσω να με ξεχάσω, δηλαδή ν’ αντικρίσω και ν’ αγαπήσω τους άλλους. Επιθυμία να έχω επιθυμίες – τίποτ’ άλλο. Νιώθω τη ζωή κάπου κοντά και ωστόσο, ένα εμπόδιο. Πρέπει να το διαλύσω. Όμως φοβάμαι να το διαλύσω, όχι εξαιτίας του αγνώστου, αλλά επειδή νιώθω τρυφερότητα και ήδη νοσταλγία γι’ αυτό το εμπόδιο. Αλίκη… μπορούσες να περάσεις μέσα απ’ τον καθρέφτη, αλλά ανακάλυπτες μονάχα αντανακλάσεις… Η επιστροφή μου στην Ελλάδα είναι μια αρχή ή το τέλος; Επιστροφή πίσω και πήδημα μπροστά είναι η επιστροφή μου στην Ελλάδα. Δίψα να αποκαλυφθώ, και φόβος, φόβος, φόβος, φόβος, φόβος, φόβος, φόβος, φόβος ν’ αλλάξω την τύχη μου στον έρωτα, το όραμα όσων αγάπησα. Άγχος, άγχος, άγχος. Δεν θέλω να υπάρχω για να είμαι αυτό που είναι πιθανό να είμαι, θέλω τα όριά μου να είναι το απίθανο.

1968 (22 ετών) Κυριακή 24 Μαρτίου Αυτή είναι η αιώνια καταδίκη μου; Να συγκρούομαι με την πραγματικότητα, μια πραγματικότητα πάντα διαφορετική από τα όνειρά μου; Πιστεύω όμως πως η ψυχανάλυση θα με κάνει να περάσω από το «φαντασιακό» πεδίο στο άλλο, το «πραγματικό», χωρίς πολλές απώλειες. Τι φοβάμαι να χάσω μ’ αυτή την «υποκατάσταση»; Ίσως το βαθύτερο εγώ μου, την ίδια την πηγή της ζωής μου. Δεν λένε μερικοί ότι η ζωή είναι πολύ σκληρή για να τα βάλεις μαζί της, κι ότι τ’ αδύναμα πνεύματα καταφεύγουν στ’ όνειρο; Τι ξέρουν αυτοί; Τ’ όνειρο έχει κι αυτό τις απαιτήσεις του, την ηθική του. Κι αν όλοι οι ποιητές είναι αδύναμοι, τότε ζήτω η Αδυναμία!

1970 (24 ετών) Τετάρτη 14 Ιανουαρίου Ξαναδιαβάζοντας αυτό το ημερολόγιο, χωρίς να διεκδικώ δάφνες, αισθάνομαι ικανή να γράψω ένα Μυθιστόρημα. Πιστεύω ότι δεν πρέπει να ψάχνεις να πεις «σπουδαία πράματα», απλώς «πράματα». Για μένα, όλοι οι «μεγάλοι» με συγκίνησαν, με ταρακούνησαν κι όξυναν την ευαισθησία μου με «πράματα», με «τίποτα», που, απ’ τη στιγμή που τα γράφεις, γίνονται θαυμαστά, μεγαλειώδη, τεράστια. Και είμαι σχεδόν βέβαιη ότι τα μεγάλα «μηνύματα» είναι αυτά που και οι ίδιοι οι μεγάλοι συγγραφείς αγνοούν, αυτά που είπαν, χωρίς να δώσουν σημασία.

1975 (29 ετών) Τετάρτη 9 Απριλίου Όνειρο. Είμαι παιδί κι ο πατέρας μου με βαστάει απ’ το χέρι, βρισκόμαστε σε μια «εξοχή». «Θα σε πάω να δεις τη μητέρα σου», μου λέει. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα μεγάλο σπίτι με κολόνες, λίγο «colonial».(1) Είναι τρελοκομείο. Μπαίνουμε σ’ ένα δωμάτιο με πολλές γυναίκες, γριές, απαίσιες, τρελές, ξαπλωμένες σε κρεβάτια, το ένα πάνω στ’ άλλο, όπως στα τραίνα. Εκεί βρίσκεται και η μητέρα μου, γριά, τρελή, απαίσια. Μπαίνει ένας γιατρός, ο οποίος αρχίζει να «παίρνει παρουσίες», φτάνει στο όνομα της μητέρας μου, η οποία πρέπει να πει: «Λυμπεράκη». Δεν μπορεί να το πει. Ο γιατρός γυρίζει προς εμένα και περιμένει εγώ να μιλήσω αντί αυτή, να πω: «Λυμπεράκη». Μου είναι αδύνατον να πω αυτή τη λέξη, διότι «τραυλίζω», δεν βγαίνει κανένας ήχος απ’ το στόμα μου. Γύρω μου, οι γυναίκες γελάνε, δείχνουνε τα σάπια δόντια τους με απαίσιους μορφασμούς. Ξυπνάω με τρομακτική αγωνία, απ’ την ανικανότητα να μιλήσω.

6 Νοεμβρίου Σκέψεις για ένα δεύτερο μυθιστόρημα. Πρέπει να τολμήσω, να γράψω, ξεχνώντας πως θα διαβαστεί. Κανένας άνθρωπος που γράφει πραγματικά, δεν σκέπτεται τους αναγνώστες. Και αν μπορέσω να το γράψω, ίσως τα φαντάσματα εξαφανιστούν. Διότι, τι είναι το γράψιμο; Μια συνεχής προσπάθεια να κάνεις λίγο φως εκεί κάτω που ζούνε τα φαντάσματα και σε βασανίζουν. Να φωτίσεις, έστω και για μια στιγμή τα πρόσωπα, φευγαλέα, ν’ αναγνωρίσεις και να σ’ αναγνωρίσουν, μία επίδειξη ισχύος κι απ’ τις δυο μεριές.

1976 (30 ετών) Οκτώβριος Ίσως με το γράψιμο ξαναπάρω λίγο οξυγόνο πίσω. Αλλά θα ‘πρεπε να πάρω κι απ’ τη ζωή, και αυτή μου είναι ακόμη κλειστή. Αλλά ίσως βγει ένα βιβλίο απ’ αυτή την ιστορία, δεν ξέρει κανείς ποτέ. Όχι ερωτική ιστορία, το έχω βαρεθεί αυτό το είδος. Αλλά ένα βιβλίο γύρω απ’ το πρόσωπο του Christian, να είναι αυτός ο κεντρικός ήρωας. Ένας άνθρωπος που κόβεται σιγά-σιγά απ’ όλα, μέχρι το θάνατο. Λίγο σαν το Κάτω από το ηφαίστειο, αλλά πρέπει να το αισθάνομαι, για να το γράψω. Πρέπει βασικά να το έχω ζήσει. Έχω ζήσει μέρος αυτού του πράματος μαζί του, και θα φανταστώ το υπόλοιπο. Το καταπληκτικό των βιβλίων του Faulkner είναι ότι δεν μιλάει ποτέ για ένα, δύο ή τρία πρόσωπα. Είναι χιλιάδες πρόσωπα που μπλέκονται, οι ζωές τους είναι μπερδεμένες σαν την ίδια τη ζωή, με μια πειστικότητα, σαν να τους γέννησε. Και βασικά, τους γέννησε. Αυτό έχει ο μεγάλος συγγραφέας. Γεννάει κυριολεκτικά τα πρόσωπά του, που παίρνουν σάρκα και οστά και έχεις την αίσθηση πως τους γνωρίζεις, πως γίνανε φίλοι σου για πάντα. Ενώ με τους μέτριους συγγραφείς τα πρόσωπα χάνονται μέσα στη μνήμη σου, εξαφανίζονται. Να ξαναδιαβάσω το Κάτω από το ηφαίστειο και τ’ Ανεμοδαρμένα ύψη. Όχι για ν’ αντιγράψω, αλλά για να μυρίσω λίγο πάθος. Σκέπτομαι πολύ τα Ανεμοδαρμένα ύψη. Πώς αυτό το κορίτσι, που δεν ήξερε τίποτα απ’ τη ζωή, έγραψε ίσως την πιο μεγάλη ιστορία αγάπης στην παγκόσμια λογοτεχνία. Είναι απίστευτο. Πώς έπιασε τον άντρα, τον Heathcliff, τόσο ολόκληρα, τόσο διαβολικό; Ίσως όμως, ακριβώς επειδή δεν είχε ζήσει τίποτα, να είχε τέτοιες «πνευματικές καύλες», που να βγήκε αυτό το αριστούργημα.

1977 (31 ετών) Σεπτέμβριος Βλέπω ένα υπόγειο -κελάρι- σκοτεινό σαν τις προϊστορικές σπηλιές. Παράθυρα μεγάλα, αλλά πολύ ψηλά. Απ’ έξω, ή θα βλέπουμε ένα δάσος, ή θα μιλάνε γι’ αυτό το δάσος. Αυτό που θέλω, όμως, είναι οι ώρες της ημέρας να περνάνε απ’ τα παράθυρα, να φωτίζουν το κελάρι, σούρουπο, νύχτα, φεγγάρι, ήλιος, κ.λπ. Ο κόσμος να είναι ψηλά. Η θάλασσα, όμως, θα είναι στο ίδιο επίπεδο με το κελάρι. Σαν το κελάρι να είναι στο βυθό, να το περιχύνει θάλασσα. Από την πόρτα θα μπαίνουν κύματα και θα ξεβράζουν γράμματα μέσα στο δωμάτιο, κάτω από την πόρτα. Κοχύλια-γράμματα, αχινούς-γράμματα. Σαν ο λόγος να προέρχεται από τα εντόσθια ενός θαλασσινού τέρατος. Θάλασσα-μητρότητα- θάνατος.

1977 (31 ετών) Μάιος Επανέρχομαι συνέχεια στο ίδιο, όπως κάθε φορά στην αρχή μιας δουλειάς. Σαν έμμονη ιδέα γυρίζω συνέχεια στο ίδιο, ίσως γιατί δεν το έχω συνειδητοποιήσει ακόμα η ίδια, δεν το ‘χω βρει. Άμα το βρω, δεν θα ‘χω πια ανάγκη να το γράψω, διότι θα υπάρχει μέσα στο σενάριο. Το καταπληκτικό με το γράψιμο είναι ότι σιγά-σιγά πλησιάζεις το στόχο σου όπως ο κυνηγός το θήραμα, σαν το ερωτικό πλησίασμα, με την μόνη καταπληκτική διαφορά ότι πλησιάζοντας, ο στόχος αλλάζει, έτσι μπορεί να καταλήξεις σε κάτι τελείως διαφορετικό, δηλαδή, όλες αυτές οι σημειώσεις που παίρνω μπορεί να πεταχτούν, να είναι άσχετες με το τελικό αποτέλεσμα, αλλά το βιβλίο-σενάριο είναι εδώ μέσα. Σαν το έμβρυο. Κλισέ, αλλά αληθινό. Νομίζω ότι πρέπει ν’ αρχίσω… να γράφω! Έχω ένα τρακ φοβερό, βουτάω πάλι στα βαθιά νερά. Αυτά που γράφω εδώ είναι τα δεκανίκια. Σε λίγο θα πεταχτούν. Να χρησιμοποιήσω το σενάριο του Borges με τα μουσεία και τους καθρέφτες. Να διαβάσω τις νουβέλες της Highsmith με τα ζώα. Και το Les météores του Tournier. Το όλο να είναι πορεία προς το θάνατο. Αλλά, αυτή τη φορά, όχι σαν την Κασσάνδρα, ένας θάνατος ανεπιθύμητος, ένας βιασμός, αλλά μια αργή πορεία προς το θάνατο-τη ζωή. Ιδίως ο ήρωας να περνάει μέσα από όλες τις καταστάσεις, τις καλές και τις κακές, με όλο και περισσότερη ένταση και αδιαφορία. Αυτό είναι. Πρέπει να είναι και τα δυο μαζί, πάντα το διφορούμενο. Το μεγάλο μυστικό κάθε καλού βιβλίου. Ταυτόχρονες καταστάσεις, αισθήματα, αντιθέσεις ταυτόχρονες. Η ζωή η ίδια.

1978 (32 ετών) Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου Η ανάγκη μου να συγκεντρωθώ και να δουλέψω έχει πια γίνει οργανική, όπως όταν θέλεις παιδί. Οι μέρες περνάν και μέσα μου το κενό μεγαλώνει. Και η ανάγκη. Ίσως και η κούρασίς μου να οφείλεται σ’ αυτό. Το παράδοξο είναι πως, πριν γράψω την Κασσάνδρα, έγραφα συνέχεια! Η Κασσάνδρα μ’ έκανε συγγραφέα. Όπως ένα παιδί «κάνει» μια γυναίκα μητέρα. Δεν μπορείς να ξεφύγεις απ’ αυτό. Γι’ αυτό και τώρα «το γράψιμο» έχει άλλη signification.(2) Το συναίσθημα μιας εσωτερικής ευθύνης.

Σημειώσεις:

1 «Αποικιακό». 2 Σημασία.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -