Ο Προυστ κι η ανάμνηση της θείας Λεονί
Όπως παρατήρησε ο μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας, Γκράχαμ Γκριν, «για όσους άρχισαν να γράφουν στα τέλη της δεκαετίας του 1920 ή στις αρχές της δεκαετίας του ’30, υπήρχαν δύο μεγάλες αναπόφευκτες επιρροές -ο Προυστ και ο Φρόιντ, οι οποίοι αλληλοσυμπληρώνονται».

Ένα συναίσθημα με το οποίο είμαστε όλοι βαθιά εξοικειωμένοι
Κατά κάποιο τρόπο η υπεροχή αυτής της σκηνής είναι δικαιολογημένη. Είναι τόσο ενσωματωμένη στη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα όσο η κουνελότρυπα του Λιούις Κάρολ στα αγγλικά.
Στη Γαλλία, η μαντλέν του Προυστ (madeleine de Proust) είναι μια κοινή έκφραση που αναφέρεται σε μια μυρωδιά, μια γεύση ή έναν ήχο που ανασύρει μια χαμένη ανάμνηση.
Όταν ο Μαρσέλ Προυστ έγραφε για τη μεθυστική διαδοχή των αναμνήσεων που απορρέουν από «το ζεστό υγρό και τα ψίχουλα της μαντλέν» -το υπνοδωμάτιο της θείας, το παλιό γκρίζο σπίτι τους, τον κήπο, ακόμη και «τα νούφαρα στη Βιβόν και τους καλούς ανθρώπους του χωριού και τις μικρές κατοικίες τους και την ενοριακή εκκλησία και ολόκληρο το Κομπρέ»- διατύπωνε ένα συναίσθημα με το οποίο είμαστε όλοι βαθιά εξοικειωμένοι.
Το βλέπουμε στην ταινία της Disney, Ο Ρατατούης, όταν ο κριτικός τροφίμων Αντόν Ίγκο τρώει το ομώνυμο πιάτο και μεταφέρεται αυτομάτως στην κουζίνα της μητέρας του.
Ο σεφ Ίστον Μπλούμενταλ δημιούργησε ένα ολόκληρο εστιατόριο, το Fat Duck, γύρω από την ιδέα αυτή.
Ήταν η ακρίβεια και η φωτεινή ποιότητα της περιγραφής του Μαρσέλ Προυστ που έδωσε σε αυτή την οικουμενική εμπειρία το όνομά του.

Τα τοσοδούλικα κεκάκια μαντλέν / Photo: Wikimedia Commons
Η παρεξηγημένη μαντλέν του Μαρσέλ Προυστ
Ωστόσο, όπως κάθε λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό μέσο που αποκτά μια δική του ζωή πέρα από το πλαίσιο του αρχικού έργου, υπάρχει ο κίνδυνος υπεραπλούστευσης ή παρεξήγησης της μαντλέν.
Η σημασία της σκηνής της μαντλέν δεν έγκειται στην ίδια τη μαντλέν, λέει ο Πάτρικ Φφρεντς, καθηγητής γαλλικών στο King’s College του Λονδίνου, αλλά στο τσάι: «Είναι τα ψίχουλα στο τσάι, και η αίσθηση αυτού, που κάνει τον Μαρσέλ Προυστ να ανατριχιάζει και τον γεμίζει με εξαιρετική ευχαρίστηση. Είναι λοιπόν λίγο παράδοξο».
Επιπλέον, αν και η αφθονία των γλυκακίων μαντλέν που θα βρείτε σήμερα στη γενέτειρα του Προυστ υποδηλώνει το αντίθετο, δεν είναι η θέα του ίδιου του γλυκού που συγκινεί τον συγγραφέα, αλλά το πώς μοιάζει η γεύση του: «ίσως επειδή έβλεπα τόσο συχνά, τόσα πολλά, χωρίς να τα δοκιμάσω, στους δίσκους στις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων, η εικόνα τους είχε αποστασιοποιηθεί από εκείνες τις ημέρες του Κομπρέ».
Όπως επισημαίνει η Ντενίζ Γκιγκάντε, καθηγήτρια Αγγλικών στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, η όραση «είναι η πιο γνωστική από όλες τις αισθήσεις, οπότε έχει λιγότερη δύναμη να διαπεράσει το συνειδητό παρόν».

Η γεύση απέναντι στην όσφρηση
Από την άλλη πλευρά, η όσφρηση – και όταν μιλάμε για γεύση εννοούμε στην πραγματικότητα την όσφρηση, καθώς το άρωμα αντιπροσωπεύει το 75% έως 95% αυτού που νομίζουμε ότι «δοκιμάζουμε» – έχει μια ιδιαίτερη ικανότητα να ενεργοποιεί αναμνήσεις, επειδή μυρίζουμε πριν σκεφτούμε.
Όπως εξηγεί ο Μπάρι Σμιθ, φιλόσοφος και ιδρυτικός διευθυντής του Κέντρου για τη Μελέτη των Αισθήσεων, το να μυρίσουμε κάτι σημαίνει ότι προβάλλουμε άμεσα στην αμυγδαλή – «το κέντρο του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για τη μνήμη και τη διέγερση».
Ο λόγος για τον οποίο η όσφρηση λείπει από τη σκηνή του Προυστ -ή, μάλλον, δεν είναι συνδεδεμένη με την περιγραφή της γεύσης και της υφής του τσαγιού και των μουσκεμένων ψίχουλων του κέικ – είναι γιατί είναι πιο δύσκολο να οριστεί.
«Οι άνθρωποι δεν έχουν ονόματα για τις μυρωδιές», λέει ο Μπάρι Σμιθ.
«Έχουν ονόματα για τις πηγές των οσμών ή για τις γεύσεις, αλλά υπάρχουν λίγες λέξεις για να περιγράψουν την ποιότητα των οσμών.
»Αυτό σημαίνει ότι οι μυρωδιές κατακάθονται στη μνήμη μας με έναν τρόπο που δεν παρεμβαίνει – δεν τις φουσκώνουμε με το να μιλάμε γι’ αυτές».
Όταν ο αφηγητής του Προυστ, ο Μαρσέλ, τρώει τα ψίχουλα μιας μαντλέν βουτηγμένης σε τσάι από άνθη λάιμ, πυροδοτεί μια διαδικασία μνήμης που ζωντανεύει το παρελθόν του. Δεν είναι σίγουρος για το τι σημαίνει αυτή η ξαφνική συνειδητοποίηση, αλλά εικάζει ότι ήταν η γεύση της μαντλέν βουτηγμένης στο τσάι που προκάλεσε αυτό το εκπληκτικό συναίσθημα. Τη δοκιμάζει ξανά. Το ίδιο συναίσθημα εμφανίζεται. Αλλά όταν δοκιμάζει για τρίτη φορά, το συναίσθημα μειώνεται.
Έπειτα από πολλή προσπάθεια συγκέντρωσης, ο Μαρσέλ συνειδητοποιεί τελικά γιατί η εμπειρία της γευσιγνωσίας είναι τόσο ισχυρή: είναι αγκυροβολημένη από μια μακροχρόνια θαμμένη ανάμνηση που σταδιακά έρχεται στην επιφάνεια της συνείδησης. Σε αυτό το σημείο ο αφηγητής θυμάται την κρεβατοκάμαρα της θείας του Léonie, όπου τις Κυριακές μούλιαζε κομμάτια μαντλέν στο τσάι από άνθη λάιμ. Θυμάται το παλιό γκρίζο σπίτι στο Combray, τους κήπους, τους δρόμους και την πλατεία της μικρής πόλης. Από αυτή την αρχή ξεκινούν οι τεράστιες εκροές των αναμνήσεων του Μαρσέλ για την προηγούμενη ζωή του.
Έχει συμπληρωθεί πάνω από ένας αιώνας από την έκδοση του Swann’s Way, του πρώτου από τους επτά τόμους του πιο διάσημου έργου του Προυστ, Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (“À la recherche du temps perdu”). Ο αφηγητής του Προυστ θυμάται ακούσια ένα επεισόδιο από την παιδική του ηλικία αφού δοκιμάσει μια μαντλέν βουτηγμένη σε τσάι. «Μόλις το ζεστό υγρό αναμεμειγμένο με τα ψίχουλα άγγιξε τον ουρανίσκο μου, με διαπέρασε ένα ρίγος και σταμάτησα, προσηλωμένος στο εξαιρετικό πράγμα που μου συνέβαινε». Και κάπως έτσι, η ταπεινή μαντλέν συνδέθηκε για πάντα με τον Γάλλο συγγραφέα Μαρσέλ Προυστ και το θέμα της ακούσιας μνήμης.
Τι είναι λοιπόν η μαντλέν; Το μείγμα φτιάχνεται με αλεύρι, ζάχαρη, αβγά και βούτυρο, ζωντανεύει με τον χυμό και το ξύσμα ενός λεμονιού και ψήνεται σε ειδική φόρμα με το σχήμα της να θυμίζει κοχύλι. Το αποτέλεσμα είναι ένα λεπτό, εύθρυπτο, υγρό παντεσπάνι-μπισκότο με καμπύλη. Ένα κομψό και όχι περίτεχνο γλυκό, το οποίο σχεδόν ζητά να βυθιστεί σε ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι.
Τα πρώιμα προσχέδια του αριστουργήματος του Προυστ, δείχνουν ότι αρχικά ήταν φρυγανισμένο ψωμί με μέλι – και στη συνέχεια ένα σκληρό μπισκότο – που προκάλεσε τέτοιες αναμνήσεις στον συγγραφέα. Μόνο το τρίτο προσχέδιο του χειρογράφου του περιείχε μια μαλακή μαντλέν όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Αλλά προτού ο Προυστ πάρει στα χέρια του μια μαντλέν ακόμη και στην πρώιμη εκδοχή της, αυτά τα ταπεινά μικρά κέικ είχαν κερδίσει την αγάπη των Γάλλων που έπιναν τσάι από τα τέλη του 18ου αιώνα.
Η ιστορία λέει ότι η μαντλέν πήρε το όνομά της από μια νεαρή υπηρέτρια που έφτιαχνε τα κέικ για τον Stanislas Leczinski – τον δούκα της Λωρραίνης και εκθρονισμένο βασιλιά της Πολωνίας – στην Commercy. Υπάρχουν και άλλες εκδοχές της ιστορίας, αλλά η περιοχή διεκδίκησε τη μαντλέν ως δική της. Υπάρχουν αμέτρητες παραλλαγές της παραδοσιακής συνταγής. Η Julia Child συνέστησε την προσθήκη εκχυλίσματος βανίλιας και μιας πρέζας αλάτι, ενώ άλλοι επιλέγουν ψιλοαλεσμένα αμύγδαλα, ανθόνερο πορτοκαλιού, ακόμα και σοκολάτα ή κόκκινα φρούτα.
***
Ακολουθεί το κείμενο της Μαριάννας Καραβασίλη το οποίο δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου του 2024, στο ηλεκτρονικό πολιτιστικό περιοδικό «Ιδεοστρόβιλος».
Η Μαντλέν του Προυστ – Μια γλυκιά ανάμνηση και μια συνταγή
«Madeleine de Proust»
Η «Madeleine de Proust» είναι μια γαλλική έκφραση, σημείο αναφοράς στις ευτυχισμένες αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, συνυφασμένη με τις μαντλέν, τα αφράτα βουτήματα που φτιάχνονται εύκολα μεν, αλλά έχουν και τα μικρά μυστικά της επιτυχίας τους!
Στο μυθιστόρημά του «Από την πλευρά του Σουάν», το πρώτο μέρος του πολύτομου «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», ο Marcel Proust (1871-1922) περιγράφει πώς τρώγοντας μαντλέν φέρνει στο μυαλό του παιδικές αναμνήσεις. Όταν ήταν παιδί, ο συγγραφέας πήγε στη θεία του Λεονί, στο Κομπραί, που του προσέφερε μαντλέν βουτηγμένες προηγουμένως σε αφέψημα φλαμουριάς. Αργότερα, ως ενήλικας, θα του προσφέρει η μητέρα του -παρά τις αντιρρήσεις του- τις μαντλέν βουτηγμένες στο τσάι για να ζεσταθεί. Η γεύση τους ξύπνησε μέσα του μια σειρά από γλυκιές αναμνήσεις.

Η «Μαντλέν του Προυστ» είναι ένα σημείο αναφοράς που πυροδοτεί την επιστροφή μιας ευχάριστης παιδικής ανάμνησης, χωρίς να προσπαθούμε να τη θυμηθούμε, και που μπορεί να μας οδηγήσει σε νοσταλγία για αυτές τις χαμένες στιγμές.
Ο Μαρσέλ Προυστ μπορεί να είναι ο δημιουργός του συναισθήματος ήταν όμως μια ταπεινή και άσημη σερβιτόρα που τους χάρισε το όνομα. Η Madeleine Paulmier που το 1755 «έσωσε» τη δεξίωση ενός Δούκα από την έλλειψη γλυκού καθώς έδωσε στον σεφ να φτιάξει τη συνταγή της γιαγιάς της.
Υπάρχει κι άλλη εκδοχή για την προέλευση της ονομασίας του: Λένε ότι μια άλλη Madeleine, άνευ επωνύμου αυτή, έφτιαχνε τη λιχουδιά την οποία τοποθετούσε μέσα σε κοχύλια Saint-Jacques και τα προσέφερε στους προσκυνητές που πήγαιναν στο Saint-Jacques de Compostelle, στον Βορρά της Ισπανίας.
Συνταγή για Μαντλέν
Ο τρόπος παρασκευής τους είναι απλός αλλά υπάρχουν ορισμένα ΠΡΕΠΕΙ:
– Το βούτυρο να είναι αρίστης ποιότητας και να χτυπηθεί πολύ καλά με τη ζάχαρη.
– Η ζύμη να ξεκουραστεί στο ψυγείο για τουλάχιστον 2 ώρες. Όσο περισσότερο μείνει τόσο πιο φουσκωτές θα βγουν οι μαντλέν.
– Να έχετε τη φόρμα με τις σαν αχιβάδα θηκούλες, καλύτερες είναι οι φόρμες από σιλικόνη-ψήνονται ομοιόμορφα και ξεκολλάνε εύκολα. Αν δεν έχετε τη φόρμα πλάστε σε μικρές, φουσκωτές μπαλίτσες και ψήστε, απλά το σχήμα αχιβάδας είναι από τα κύρια χαρακτηριστικά τους.
– Προσοχή στο ψήσιμο. 20 λεπτά ψήσιμο σε καλά προθερμασμένο φούρνο (200ο Κελσίου) και να μην ανοίξετε την πόρτα του στη διάρκεια του ψησίματος γιατί θα ξεφουσκώσουν, θα «κάτσουν»!

Υλικά
230 γραμ. βούτυρο
180 γραμ. ζάχαρη
4 αβγά
280 γραμ. αλεύρι
1 φακελάκι baking powder
Ξύσμα από λεμόνι




