Cat Is Art

Μαντάμ ντε Λαφαγέτ – “Η πριγκίπισσα της Κλεβ” (αποσπάσματα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η Μαντάμ ντε Λαφαγέτ (Marie-Madeleine Pioche de La Vergne, κόμισσα de La Fayette, 18 Μαρτίου 1634 – 25 Μαΐου 1693) ήταν Γαλλίδα συγγραφέας, γνωστή κυρίως για το βιβλίο της La Princesse de Clèves (Η πριγκίπισσα της Κλεβ).

Εξαιρετικής μόρφωσης, υπήρξε φίλη της Μαντάμ ντε Σεβινιέ επί σαράντα χρόνια και συνδέθηκε στενά (πιθανότατα και ερωτικά) με τον Λα Ροσφουκώ, παρά τη διαφορά των χαρακτήρων τους, όπως τουλάχιστον αυτοί συμπεραίνονται από τα έργα τους.

Ύστερα από δύο μέτρια έργα, δημοσίευσε ανώνυμα το 1678 την Πριγκίπισσα της Κλεβ, έργο σε ένα μόνο τόμο 200 σελίδων παρά το ότι η εποχή λάτρευε τα δεκάτομα μυθιστορήματα. Το έργο αυτό -αριστούργημα ψυχολογικής ανάλυσης- ήταν το πρώτο ψυχολογικό μυθιστόρημα της γαλλικής φιλολογίας και ένα από τα καλύτερα του είδους μέχρι και σήμερα.

 

 

«Εμφανίστηκε τότε στην αυλή μια καλλονή που συγκέντρωσε την προσοχή όλων. Έπρεπε να ήταν πανέμορφη για να προξενήσει τέτοιο θαυμασμό σ’ ένα περιβάλλον τόσο συνηθισμένο στην ομορφιά. […] Ο πατέρας της πέθανε νέος και την είχε αφήσει στην κηδεμονία της γυναίκας του, της κυρίας ντε Σαρτρ, της οποίας η καλοσύνη, η αρετή και η αξία ήταν μοναδικές. Όταν έχασε τον άνδρα της, πέρασε πολλά χρόνια χωρίς να εμφανισθεί στην αυλή. Στη διάρκεια αυτής της απουσίας ασχολήθηκε με την ανατροφή της κόρης της. Δεν προσπάθησε να καλλιεργήσει μόνο το πνεύμα και να φροντίσει την ομορφιά της, επεδίωξε επίσης να της αναπτύξει το αίσθημα για την αγάπη της αρετής. Οι περισσότερες μητέρες πιστεύουν ότι αρκεί να αποσιωπήσουν ό,τι σχετίζεται με τον έρωτα για να αποτρέψουν τα παιδιά τους απ’ αυτόν. Η κυρία ντε Σαρτρ είχε την αντίθετη γνώμη. Μιλούσε συχνά στην κόρη της για τον έρωτα. Της αποκάλυπτε τις ομορφιές του για να μπορέσει πιο εύκολα να της επισημάνει τους κινδύνους.
Της περιέγραφε την ανειλικρίνεια των ανδρών, τη δολιότητα, την απιστία τους, την οικογενειακή δυστυχία που προκαλούν οι παράνομοι δεσμοί. Της εξηγούσε επίσης την ηρεμία που βασιλεύει στη ζωή μιας τίμιας γυναίκας και πόση ακτινοβολία και ανάταση δίνει η αρετή σε πρόσωπο με υψηλή καταγωγή και ομορφιά. Της τόνιζε όμως πόσο δύσκολα προστατεύεται αυτή η αρετή. Πρέπει να είναι, της έλεγε, πολύ δύσπιστη προς τον εαυτό της και να μένει προσηλωμένη στη μοναδική ευτυχία μιας γυναίκας, που είναι ν’ αγαπά και να αγαπιέται από τον άνδρα της. Η κόρη αυτή ήταν τότε μία από τις πιο περιζήτητες νύφες στη Γαλλία και παρ’ όλο που ήταν πολύ νέα, της είχαν ήδη γίνει πολλές προτάσεις. Η κυρία ντε Σαρτρ που ήταν υπερβολικά φιλόδοξη δεν έβρισκε κανέναν αντάξιο της κόρης της. Επειδή όμως είχε συμπληρώσει τα δεκαέξι χρόνια της, θέλησε να την οδηγήσει στην αυλή» (La Fayette, 38).

Εκεί, η νεαρή ηρωίδα συναντά και παντρεύεται, υπακούοντας τη μητέρα της, τον πρίγκιπα ντε Κλεβ. Γνωρίζει όμως και τον κόμη Nemours και ερωτεύονται ο ένας τον άλλον. Μολονότι οι συμβάσεις της αυλής δεν επιτρέπουν στους δύο ερωτευμένους να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, η μητέρα της νεαρής, που διαισθάνεται ότι κάτι συμβαίνει, λίγο πριν πεθάνει παρακαλεί την κόρη της να απομακρυνθεί από την αυλή ώστε να σώσει την τιμή της και την αρετή της. Παρ’ όλο που οι κοινωνικές υποχρεώσεις αρχικά δεν της επιτρέπουν να φύγει, νιώθει η συνείδησή της να την πιέζει και υπό το κράτος του φόβου ότι θα αποκαλυφθούν τα συναισθήματά
της καταφεύγει στην εξοχή, όπου εξομολογείται στον άντρα της τον έρωτά της για τον Nemours. Όταν ο άντρας της, που συνεχίζει να την αγαπά, πεθαίνει, η πριγκίπισσα ντε Κλεβ αρνείται να παντρευτεί τον Nemours και ζει μέχρι το τέλος της ζωής της απομονωμένη.

Το μυθιστόρημα έχει επηρεαστεί από το Lettres portugaises (1668) και αποτυπώνει ένα πάθος, που θυμίζει αυτό της Φαίδρας στον Ρακίνα (άλλωστε και εδώ η εξομολόγηση παίζει σημαντικό ρόλο), παρουσιάζοντας τον έρωτα ως ανθρώπινη αδυναμία. Ο αγώνας που διεξάγεται μεταξύ πάθους και λογικής, καρδιάς και αρετής αναδεικνύει σαφώς τους κοινωνικούς κανόνες που τον επιβάλλουν. Γι’ αυτό, άλλωστε, το κείμενο δεν συνοδεύεται από αναφορές στη θρησκεία, ούτε περιλαμβάνει ηθικολογικά σχόλια. Το ερώτημα που θέτει είναι πώς και κατά πόσον μπορεί ο άνθρωπος να ελέγξει τα συναισθήματά του μέσω της λογικής. Χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη είναι το τέλος του μυθιστορήματος:

«Με το πρόσχημα ν’ αλλάξει περιβάλλον και χωρίς να δείξει ότι είχε πάρει την απόφαση να εγκαταλείψει την αυλή, αποτραβήχτηκε σ’ ένα μοναστήρι. Μόλις το  πληροφορήθηκε ο κύριος ντε Νεμούρ, ένιωσε τη σημασία αυτής της απομόνωσης και κατάλαβε τη σοβαρότητά της. Κατάλαβε τότε ότι δεν είχε τίποτα πια να ελπίζει. Οι χαμένες ελπίδες του δεν τον εμπόδισαν να μεταχειρισθεί όλα τα μέσα για να κερδίσει ξανά την κυρία ντε Κλεβ. […] Ο κύριος ντε Νεμούρ πήγε τέλος να την επισκεφθεί με το πρόσχημα ότι πήγαινε για λουτρά.
Ταράχθηκε κι ένιωσε μεγάλη έκπληξη μαθαίνοντας την άφιξή του. Έβαλε να του μιλήσει μια φίλη της που αγαπούσε και εκτιμούσε και να τον παρακαλέσει να μην παραξενευθεί αν δεν ήθελε να εκτεθεί στον κίνδυνο να τον δει και με την παρουσία του να μεταβάλει τα αισθήματα που αυτή ήθελε να διατηρήσει. Ήθελε να του πει ότι αφού κατάλαβε πως το καθήκον της και η ψυχική της ηρεμία εναντιώνονταν στην έλξη που ένιωθε γι’ αυτόν, τα εγκόσμια της είχαν φανεί τόσο ασήμαντα που τ’ απαρνιόταν για πάντα· ότι δεν σκεφτόταν πλέον παρά μόνο ό,τι είχε σχέση με την άλλη ζωή κι ότι δεν της έμενε κανένα άλλο συναίσθημα από την επιθυμία να συμφωνήσει κι αυτός μαζί της.

Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο κύριος ντε Νεμούρ νόμισε ότι θα πέθαινε από δυστυχία. Την παρακάλεσε επανειλημμένα να πάει στην κυρία ντε Κλεβ για να την πείσει να τον δεχθεί· αλλά αυτή του είπε ότι η κυρία ντε Κλεβ όχι μόνο της απαγόρευσε να μεταφέρει οτιδήποτε εκ μέρους του, αλλά ούτε καν να της διηγηθεί τη συζήτησή τους. Τελικά έπρεπε πάλι να φύγει παίρνοντας μαζί του όλον τον πόνο που μπορεί να νιώσει ένας άνδρας χωρίς ελπίδα να ξαναδεί τη γυναίκα που αγαπούσε με τον πιο δυνατό, τον πιο γνήσιο και τον πιο βαθύ έρωτα του κόσμου. Παρ’ όλα αυτά δεν αποθαρρύνθηκε κι έκανε το παν για να την κάνει ν’ αλλάξει γνώμη. Τα χρόνια κύλησαν, το πέρασμα του χρόνου κι ο χωρισμός απάλυναν τον πόνο και έσβησαν τον έρωτά του. Η ζωή της κυρίας ντε Κλεβ έδειχνε ότι δεν θα ξαναγύριζε στην αυλή. Περνούσε τον μισό χρόνο στο μοναστήρι και τον άλλον μισό στα κτήματα της· ζούσε με ευσέβεια και σε απομόνωση όπως στα πιο αυστηρά μοναστήρια και η σύντομη ζωή της ήταν αμίμητο παράδειγμα αρετής» (La Fayette, 198-199).

Η απάντηση στο ερώτημα που θέτει το μυθιστόρημα, πώς δηλαδή μπορεί ο άνθρωπος να ελέγξει τα συναισθήματά του, είναι μέσω της αποφυγής κινδύνων, μέσω της απάρνησης των εγκοσμίων. Και αυτό γιατί το «αμίμητο παράδειγμα αρετής» καθίσταται εφικτό επειδή ακριβώς δεν εκτίθεται σε κινδύνους. Και από αυτήν την άποψη η αρετή είναι το αποτέλεσμα όχι τόσο του θριάμβου της λογικής έναντι του συναισθήματος, όπως επιτάσσει η καρτεσιανή φιλοσοφία, όσο της απομάκρυνσης από την κοινωνία, της απομόνωσης του ατόμου, της αποφυγής των πειρασμών.

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΜαντάμ ντε Λαφαγέτ – “Η πριγκίπισσα της Κλεβ” (αποσπάσματα)

Related Posts