Του Παναγιώτη Μήλα
Πριν από λίγους μήνες, τον Απρίλιο, είδα στο Θέατρο «Άβατον» ένα έργο με σκληρή γλώσσα και ανατροπές. Μια παράσταση κινηματογραφικής δομής με την υπογραφή του σκηνοθέτη Θοδωρή Βουρνά και δύο υπέροχες ερμηνείες από τον Χρίστο Γεωργίου και τον Βλάση Πασιούδη.
Τίτλος του έργου «Οι Λέξεις των Άλλων». Συγγραφέας ο Μάνος Θηραίος.
Φέτος μόλις έμαθα ότι η παράσταση θα ανέβει και πάλι από τις 6 Οκτωβρίου στο ίδιο θέατρο, διεκδίκησα μια συνέντευξη με τον συγγραφέα. Θέλησα να γνωρίσω τον άνθρωπο που κρυβόταν πίσω από τις «Λέξεις».
Ο Μάνος Θηραίος – που με το κείμενό του μάς χάρισε μια έκπληξη του περσινού θεατρικού χειμώνα – γεννήθηκε στην Αθήνα, πηγαίνει θέατρο και σινεμά από μικρό παιδί. Αρνείται τον ορισμό του κριτικού, αποκαλεί εαυτόν «επαγγελματία θεατή», βρίσκει διέξοδο και θεραπεία ψυχής στις παραστάσεις και στις ταινίες των άλλων έως ότου μάς παραδίδει το πρώτο δικό του έργο – όχι το πρώτο που έγραψε, αλλά το πρώτο που ανεβαίνει, σε μια διαδικασία που ο ίδιος αποκαλεί συμπαντική συγκυρία.
Συναντήθηκα με τον Μάνο Θηραίο στο «Άβατον» ένα απόγευμα του φετινού καυτού Αυγούστου λίγο πριν έρθουν εκεί οι συντελεστές της παράστασης για το ξεκίνημα της δεύτερης χρονιάς.

Γιατί οι «λέξεις» και γιατί των «άλλων»;
*Ο άνθρωπος έχει απογυμνωθεί εξελικτικά από τα φυσικά του όπλα. Δεν έχει ούτε χαυλιόδοντες, ούτε οπλές, ούτε τεράστια μυϊκή δύναμη, το αντίθετο, δεν έχει τον παραμικρό φυσικό τρόπο να επιτεθεί ή να αμυνθεί. Ο Λόγος είναι αυτός που του έδωσε τη δυνατότητα να εξαρτάται από την τεχνολογία που εφευρίσκει, από τα πρώτα ξύλινα ρόπαλα μέχρι την ψηφιακή επανάσταση του σήμερα.
Ο Λόγος εξελίχτηκε σε λέξεις, που παρά τη Βαβέλ που δημιουργεί η γεωγραφική μας διασπορά, στον πυρήνα τους έχουν τη μεγαλύτερη δύναμη. Μόνο με τις λέξεις μπορούμε να απαλύνουμε πληγές ή να εμπνεύσουμε, μόνο με τις λέξεις μπορούμε να επιτεθούμε και να σκοτώσουμε.
Οι «άλλοι» είναι ο κόσμος που μας περιβάλλει, από τότε που γεννιόμαστε και που μας λούζει με λέξεις οι οποίες ασυνείδητα μας καθορίζουν. Σκεφτείτε την ταχύτητα με την οποία ανταλλάσσουμε αναρίθμητες λέξεις σε όλη μας τη ζωή, κάθε μέρα…
Πόσες εικόνες πλάθουν αυτές οι λέξεις στους άλλους, πόσα συναισθήματα γεννούν σε εμάς, πόσο έχουμε πληγώσει, πόσο ανελέητοι έχουμε γίνει κι εμείς απέναντι στους άλλους. Μπορεί να το ξεχνάμε αλλά κι εμείς είμαστε οι «άλλοι» για τους γύρω μας. Δεν είμαστε μόνο τα θύματα των δικών τους λέξεων αλλά και οι θύτες απέναντί τους. Οι «άλλοι» είμαστε εμείς για όλους τους υπόλοιπους.
Όπως είδα στην παράσταση, οι «Λέξεις των Άλλων» έχουν και κυριολεκτική σημασία για τον έναν από τους δύο ήρωες.
*Ακριβώς, ναι, για τον Αλέξη, τον «οικοδεσπότη» αυτής της απρόσμενης συνάντησης, στο διαμέρισμα του οποίου εξελίσσεται το έργο. Είναι μεταφραστής – υποτιτλιστής ταινιών, που όλη του τη ζωή άκουγε, κατανοούσε και προσάρμοζε τις λέξεις των άλλων στη δική μας γλώσσα.
Μόνο που τα χρόνια πέρασαν και εν τέλει η ζωή του περιορίστηκε στον ρόλο του παρατηρητή / διερμηνέα όλων όσων λένε οι άλλοι στις ταινίες αλλά και στη ζωή του, για εκείνον.
Φοβισμένος, πληγωμένος και σταδιακά ολομόναχος – και από προσωπική του επιλογή – ζούσε παρακολουθώντας τις ζωές των άλλων, μέσα από τις λέξεις τους, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να παρέμβει στα λόγια τους αλλά και χωρίς η δική του ζωή να παίζει τον παραμικρό ρόλο στη δική τους.
Πιστεύω πως ακούγεται θλιβερό ως στάση ζωής.
*Στα μάτια των άλλων, ίσως. Για τον ίδιο είχε περισσότερο να κάνει με την αφοσίωσή του στη δουλειά. Ήταν κάτι που έκανε από μικρό παιδί, χωρίς διακοπή μέχρι τώρα που πλησιάζει τα 60. Ανέκαθεν έβρισκε πληρότητα και καταφύγιο στη δουλειά του, ενδεχομένως παραμελώντας την ουσία της προσωπικής του ζωής. Αλλά, μήπως είναι ο πρώτος ή ο τελευταίος που ζει μέσα από τη δουλειά του έως ότου φτάσει σε ένα χρονικό σημείο που αναρωτιέται «κι όταν τελειώσει η δουλειά, τι απομένει»;
Προσθέστε σε όλο αυτό και το φαντασιακό πλαίσιο που προσθέτει η Τέχνη, ειδικά όταν καταπιάνεσαι με κάποιον τρόπο μαζί της, και μπορείτε να αντιληφθείτε τη ζωή του Αλέξη μέσα από τις λέξεις και τις ζωές των άλλων όλα αυτά τα χρόνια της αναγνωρισμένης καριέρας του, ως καταφύγιο και φαντασιακό υποκατάστατο, που όμως έδινε νόημα στη δική του ζωή, με την κάθε ταινία και το κάθε βιβλίο να αποτελούν γρίφο που έπρεπε να ξεκλειδώσει. Ο Αλέξης αγαπάει τις λέξεις.
Όμως κατά πως φαίνεται στη ροή του έργου, δεν αγαπάει μόνο τις λέξεις, αγαπάει και τον Άρη, τον νεαρό που του φέρνει την παραγγελία του εκείνο το βράδυ.
*Δεν ξέρω αν τον αγαπάει, μολονότι υπάρχουν κάποιες στιγμές στο έργο που μοιράζονται στιγμές αγάπης – κι αν όχι αγάπης, σίγουρα στοργής. Νομίζω, αν με ρωτάτε, πως ο Αλέξης έχει μεγαλύτερη ανάγκη να νιώσει αγάπη από την πλευρά του Άρη. Ξέρετε, είναι πολύ εύκολο να παραστρατήσει η αντίληψή μας για αυτούς τους δύο ανθρώπους στην αρχή της παράστασης. Η έλξη που του ασκεί ο Άρης είναι προφανής, εξ ου και το – ενδεχομένως άκομψο – φλερτ στο ξεκίνημα. Όμως, κυριολεκτικά δεν είναι αυτό το θέμα μας, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις αυθόρμητες αντιδράσεις του κοινού όταν τελικά συνειδητοποιεί πως δεν βλέπει αυτό που νομίζει.
Καλύτερα να δούμε λίγο το πλαίσιο της παράστασης, για να μπουν και οι αναγνώστες μας στο κλίμα.
*«Οι Λέξεις των Άλλων» διαδραματίζονται σε φυσικό χρόνο, κάποιο αυγουστιάτικο βράδυ, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, λίγο μετά το ξέσπασμα μιας δυνατής μπόρας. Ο Άρης, ο ντελιβεράς με την παραγγελία, καταφθάνει μούσκεμα στο σπίτι του Αλέξη, ο οποίος δράττει την ευκαιρία να περάσει λίγη ώρα μαζί του, προτείνοντάς του να μείνει στο σπίτι μέχρι να κοπάσει η βροχή. Κι ο Άρης δέχεται, όμως όχι ακριβώς για τους ίδιους λόγους. Ο χρόνος που θα περάσουν μαζί θα είναι ο πιο καθοριστικός για τη ζωή τους.
Αλήθεια, πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα;
*Αγαπώ τις τυχαίες συναντήσεις, αγνώστων ή σχεδόν αγνώστων ανθρώπων. Οι διανομείς σε εστιατόρια και καφέ είναι οι οικείοι άγνωστοι που τους βλέπουμε ενδεχομένως και καθημερινά, μας είναι γνώριμοι αλλά ουσιαστικά δεν ξέρουμε τίποτα για τους ανθρώπους αυτούς που στέκουν στο κατώφλι μας. Ήθελα λοιπόν να διερευνήσω την ιδέα του τι θα γινόταν εάν, κάποια στιγμή, αυτός ο οικείος άγνωστος περάσει το κατώφλι και μείνει για λίγο μαζί μας.
Και από το αρχείο του …word πώς βρίσκει τον δρόμο για το θέατρο;
*Α, νιώθω πολύ τυχερός και πολύ ευγνώμων για αυτό. Λίγο αφότου το είχα ολοκληρώσει, κάπου εκεί στα τέλη του 2024, μάζεψα τα κουράγια μου και μίλησα σχετικά στον Θοδωρή Βουρνά, από τον οποίο ζήτησα απλά να το διαβάσει και να μου πει κάποια γνώμη μέσα από τη μεγάλη του εμπειρία.
Ο Θοδωρής, την επόμενη κιόλας μέρα, όχι απλά είχε κάποια γνώμη να μου πει αλλά μου δήλωσε απερίφραστα την επιθυμία του να το σκηνοθετήσει. Λίγο αργότερα, μπήκε στη ζωή μας ο αγαπημένος Χρίστος Γεωργίου, που ήταν ο «Αλέξης» μας από την πρώτη κιόλας στιγμή που διάβασε το έργο. Περιττό να σας πω ότι ο Χρίστος, εκτός από στιβαρός ηθοποιός στο θέατρο για πάρα πολλά χρόνια, ασχολείται και ο ίδιος με τις μεταφράσεις, κι όλο αυτό το βρήκα πολύ αθώα μαγικό.
Κάπου 40 μέρες πριν από την πρεμιέρα, ξέσπασε η μπόρα «Άρης», στο πρόσωπο του Βλάση Πασιούδη, ο οποίος μολονότι δεν ξεκίνησε από την αρχή μαζί μας, ήταν σαν να έπαιζε τον ρόλο αυτόν από πάντα. Ανατρίχιασα την πρώτη φορά που τον άκουσα να διαβάζει, ήταν σαν να είχε μπει στο μυαλό μου, σαν να είχαμε συζητήσει για το έργο, με κάθε λεπτομέρεια, για όσο το έγραφα.

Πώς βρήκατε την περιπέτεια του ανεβάσματος;
*Βαθιά συγκινητική. Όχι επειδή απλά άκουγα τις λέξεις μου από τις φωνές άλλων, ούτε λόγω κάποιας κρυφής ματαιοδοξίας. Αυτό που με άγγιξε βαθιά στην ψυχή ήταν το αμοιβαίο αλλά και τόσο διαφορετικό κλικ που έκανε στον καθένα το έργο. Μπορεί να ακουστεί κλισέ αυτό που θα πω, αλλά νομίζω πως υπήρξε κάποια χρονική στιγμή, που η παράσταση δεν ήταν απλά μια επαγγελματική δέσμευση για τους συντελεστές, αλλά ανάγκη.
Κι επειδή το έργο γράφτηκε από ανάγκη, εσωτερική και ψυχική, η συνειδητοποίηση πως την ίδια ανάγκη ένιωθαν ο Θοδωρής, ο Χρίστος και ο Βλάσης μετέτρεψε μέσα μου τη διαδικασία του ανεβάσματος σε ψυχική και συναισθηματική πλήρωση. Ήταν λες και «Οι Λέξεις των Άλλων» είχαν επιτελέσει τον σκοπό τους προτού καν ξεκινήσουν οι παραστάσεις, κι αυτό για εμένα ήταν το πιο σημαντικό.
Ποιο είναι το δικό σας στοίχημα για το θέατρο;
*Ως θεατής, το θέατρο και το σινεμά λειτούργησαν ως ψυχοθεραπεία σε όλη μου τη ζωή, αλλά και μαζί καταφύγιο και διέξοδος. Ως δημιουργός αφέθηκα ακριβώς στην ίδια συνθήκη: έγραψα τις «Λέξεις των Άλλων» ως ψυχοθεραπεία, βρήκα καταφύγιο από τις μπόρες στο διαμέρισμα του Αλέξη και διέξοδο στις ζωές αυτών των δύο αξιομνημόνευτων, φανταστικών ηρώων, που όμως είχαν ζωντανέψει μέσα μου και μπροστά μου πολύ πριν ο Χρίστος και ο Βλάσης τούς προσδώσουν σάρκα και φωνή επάνω στη σκηνή.
Αν μιλάμε λοιπόν για στοίχημα, έχω την ίδια ανάγκη και για το μέλλον. Να δημιουργώ έργα που προκαλούν κι αυτά με τη σειρά τους την ανάγκη να ακουστούν, παραστάσεις που θα ήθελα να δω ως θεατής, έναν ανθρωποκεντρικό πυρήνα συνεργατών με τους οποίους θα δημιουργούμε από κοινού, επειδή έχουμε την ίδια ψυχή και επειδή – επιτρέψτε μου τη λέξη – θα γουστάρουμε να υπάρχουμε και να δουλεύουμε μαζί.
Άρα γράφετε το επόμενο έργο σας; Τι θα αποφύγετε αυτή τη φορά;
*Ανατροπή: Δεν το γράφω! Το έχω ήδη γράψει το επόμενο έργο μου και αν όλα πάνε καλά, θα έχουμε εντός της σεζόν να πούμε ενδιαφέροντα – εύχομαι – πράγματα σχετικά. Αν κατορθώσω να αποφύγω κάτι, θα είναι να μη μένω νηστικός όσο κρατάνε οι πρόβες αλλά και την κάθε μέρα της παράστασης, σίγουρα θα αποφύγω τα ίδια λάθη που έκανα την πρώτη φορά – δόξα τω Θεώ, με έχω ικανό να κάνω πολλά καινούργια – αλλά και να εκλογικεύω καταστάσεις αντί να ακούω ξεκάθαρα το ένστικτό μου. Δεν νομίζω πως μπορείς να εκλογικεύσεις την τέχνη.

Για ποιο πράγμα ανησυχείτε το πρωί που ξυπνάτε;
*Για τα πάντα, είμαι εκ φύσεως αγχώδης με πολλές και έντονες φοβίες. Για την κακία των ανθρώπων ανησυχώ περισσότερο, αν θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής.
Και επίσης για ποιο πράγμα ανησυχείτε την ώρα που φτάνετε στο θέατρο;
*Για τα πάντα. Ξέρετε, αυτό που έμαθα δια της σκληράς οδού, ήταν πως το θέατρο είναι κυριολεκτικά η τέχνη του εφήμερου. Τα πάντα συμβαίνουν κάθε φορά μία και μόνο στιγμή χωρίς τίποτα να επαναλαμβάνεται. Νόμιζα, ο αφελής, πως τα πάντα είχαν να κάνουν με την πρεμιέρα και πως μετά χαλαρώνεις.
Πριν από τη δεύτερη παράσταση, συνειδητοποίησα ότι κάθε φορά, κάθε εβδομάδα, το κοντέρ μηδενίζει και οφείλεις να ξεκινήσεις από την αρχή. Το θέατρο δεν είναι ταινία που τη γύρισες, τη μοντάρισες και μετά προβάλεις την ίδια κόπια κάθε φορά.
Κάθε παράσταση είναι πάντα σαν πρώτη παράσταση.

Κάτι που σας απογοήτευσε από τη θεατρική εμπειρία;
*Με απογοήτευσε αυτό που σας είπα πιο πριν ότι με ανησυχεί περισσότερο: η κακία των ανθρώπων.
Ο έπαινος για την παράσταση που θυμάστε με συγκίνηση;
Μια σφιχτή αγκαλιά μετά την πρεμιέρα.
Με δικές μου λέξεις να πω Μάνο σε ευχαριστώ. Μάνο σε ευχαριστούμε για όλα όσα μοιράστηκες με τους αναγνώστες του Catisart.
*Κι εγώ ευχαριστώ για τη φιλοξενία. Θα τα ξαναπούμε…
***
«Οι Λέξεις των Άλλων» επιστρέφουν στο θέατρο «Άβατον», κάθε Δευτέρα στις 21:00 από τις 6 Οκτωβρίου.
«Οι Λέξεις των άλλων», του Μάνου Θηραίου σε σκηνοθεσία Θοδωρή Βουρνά πάλι στο «Άβατον»



