Cat Is Art

Δέκα πρόσωπα αναζητούν, ζητούν και… συζητούν με τη Λυδία Φωτοπούλου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

 

«Η Λυδία Φωτοπούλου κεντά τις αντιδράσεις, ακόμα και τα βλέμματα ή νεύματα… είναι μέρος ενός γενικότερου μαθήματος θεάτρου που παραδίδει»…

– Αυτό έγραφε την Κυριακή 16 Μαΐου του 1993 στην εφημερίδα «Το Βήμα», η Ελένη Βαροπούλου, για το έργο «Η Γερτρούδη Στάιν και η συνοδός της» που είχε ανέβει στο Θέατρο «Αμόρε».

*

– Μερικά χρόνια πριν, τη Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου του 1989, ο Θόδωρος Κρητικός έγραφε στην «Ελευθεροτυπία» για την παράσταση «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» και την ηθοποιό που μόλις είχε έρθει στην Αθήνα από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος:

«Η απόδοση της Λυδίας Φωτοπούλου ξεπερνά κατά πολύ τα στάνταρντ του Εθνικού και συγκαταλέγεται ανάμεσα στις κυριότερες καλλιτεχνικές κατακτήσεις της φετινής σεζόν. Η κ. Φωτοπούλου αναδείχνεται σε πρωταγωνίστρια σημαντικής αισθαντικότητας αλλά και νοημοσύνης. Αξίζει να δει κανείς την παράσταση για το κατόρθωμά της και μόνο»…

*

-Φυσικά, εκείνα τα χρόνια της ευγενούς άμιλλας μεταξύ των εφημερίδων, είχα καμαρώσει που μόλις δύο ημέρες μετά την πρεμιέρα πήρα στα χέρια μου τα χειρόγραφα της κριτικής του Μηνά Χρηστίδη για την Ιουλιέτα του Εθνικού και έφτιαξα τη σελίδα 26 στο «Έθνος» για το φύλλο της Δευτέρας 20 Φεβρουαρίου 1989:

«Οι στιγμές που ο θεατής ενδιαφερόταν να παρακολουθήσει την παράσταση του Εθνικού αφορούσαν αποκλειστικά στιγμές που είχε η Λυδία Φωτοπούλου. Ήταν η Ιουλιέτα της παράστασης. Αυτήν ενδιαφερόσουν να τη δεις. Είχε κάτι να σου πει και είχε τρόπο να στο πει. Την παρακολουθούσες. Στις λεπτομέρειες και στις αποχρώσεις της. Στην προσπάθειά της να ακολουθήσει μια εσωτερική – δική της – γραμμή, χωρίς χάσματα και διακοπές. Παρακολουθούσες τον τρόπο που επέλεγε να υποκριθεί. Παρακολουθούσες τα αποτελέσματα που είχε. Σε καμιά περίπτωση δεν σε άφηνε αδιάφορο. Αν αξίζει να πάει κανείς ως το Εθνικό Θέατρο αυτές τις εβδομάδες που θα παίζεται ο «Ρωμαίος και η Ιουλιέτα», αξίζει μόνο για τη Λυδία Φωτοπούλου».

*

Θυμήθηκα όλα τα παραπάνω όταν στο αριστοκρατικό φουαγιέ του θεάτρου «Άλμα» περίμενα τη Λυδία Φωτοπούλου για μια συνέντευξη με αφορμή την παράσταση «Η Γερτρούδη Στάιν και η συνοδός της».

Είχαμε κλείσει αυτό το ραντεβού σε μια ώρα που δεν θα υπήρχε κανείς άλλος στο θέατρο. Έτσι θα είχαμε τη δυνατότητα να κουβεντιάσουμε ήρεμα επί παντός του επιστητού. Χωρίς απρόβλεπτες παρεμβολές…

Όπως ξέρετε όμως όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός γελάει. Στην προκειμένη περίπτωση γέλασε ο Διόνυσος, ο Θεός του Θεάτρου, αφού αντί να είμαι μόνος διαπίστωσα ότι άλλα δέκα πρόσωπα αναζητούσαν και ζητούσαν επίμονα τη Λυδία Φωτοπούλου για να συζητήσουν μαζί της.

Όπως ήταν φυσικό, παραχώρησα τη θέση μου.

Προτίμησα να απολαύσω διακριτικά αυτή την αναπάντεχη συνάντηση…

 

***

 

 

«Η ΕΛΕΝΙΤΣΑ ΚΑΙ Ο ΝΤΟΡΗΣ»

 

* Είχα μια υπέροχη μητέρα, την Ελένη κι έναν πολύ ευαίσθητο πατέρα, τον Θόδωρο. Έζησα πολύ όμορφα μαζί τους ως παιδί. Δυστυχώς τους έχασα πολύ νωρίς, κι έτσι ο μπαμπάς και η μαμά μεταμορφώθηκαν σιγά σιγά, μέσα από μια προσωπική μου μυθολογία, στους προσωπικούς μου Αγίους. Στα 19 δεν είχα πια κανέναν. Έτσι μην έχοντάς τους κοντά μου γίνανε αυτοί στους οποίους προσέφευγα πάντα ως μια μικρή προσευχή για τα πράγματα που με απασχολούσαν. Πάντα ήταν και εξακολουθούν να είναι το στήριγμά μου. Γι’ αυτό λέω πως η Ελενίτσα και ο Ντορής είναι οι προσωπικοί μου Άγιοι.

 

***

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΣΑΑΚΙΔΗΣ

 

* Στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου – του εξατάξιου Γυμνασίου τότε – στη Θεσσαλονίκη, στη Σχολή Βαλαγιάννη, είχαμε ως φιλόλογο τον Γιώργο Ισαακίδη. Ήτανε νέος και ορεξάτος. Μας έκανε Αρχαία, και θέλησε να βιώσουμε την τραγωδία, την ελληνική τραγωδία δηλαδή. Στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου μας δίδαξε την «Ηλέκτρα». Εγώ στην αρχή κορόιδευα, δεν μ’ ενδιέφερε το θέατρο, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ, αλλά μετά, για να χάνω κάποια μαθήματα της τελευταίας ώρας – κάτι Λατινικά, κάτι αυτά, που δεν μου άρεσαν – πήγα. Και θα τον ευγνωμονώ πάντα, γιατί μέσω αυτού γνώρισα τι ήθελα σ’ αυτή τη ζωή να κάνω. Κι έτσι γνώρισα το θέατρο, γνώρισα το πώς μπορώ να εκφράζομαι μέσα απ’ αυτό, το πώς μπορώ να πλουτίζω μέσα απ’ αυτό. Και έτσι, το θέατρο μ’ ακολουθεί μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό και πάντα θα ευγνωμονώ τον κύριο Ισαακίδη. Ελπίζω ότι μ’ έχει δει ως ηθοποιό. Δεν είμαι σίγουρη. Βέβαια μια φορά με αναζήτησε, για να πάω στα παιδιά να τους μιλήσω. Τέλος πάντων δεν έτυχε να γίνει, δεν θυμάμαι και γιατί. Πρέπει σίγουρα να μ’ έχει δει. Οπωσδήποτε τον ευχαριστώ.

 

***

 

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

 

*Με τον γιο μου μεγαλώσαμε σχεδόν μαζί, γιατί τον έκανα σε πολύ μικρή ηλικία –και ευτυχώς. Ενώ όμως δεν ήξερα τίποτα. είχα ένα περίεργο ένστικτο πιστεύω ως μαμά. Καλό ένστικτο, κι έτσι μεγαλώσαμε ωραία και οι δυο μας. Είναι ένας υπέροχος άντρας, με μια υπέροχη οικογένεια. Μ’ έκανε και γιαγιά τελευταία κι έτσι είμαι πολύ ευτυχισμένη. Είναι καθηγητής στο King’s College του Λονδίνου, και σε Chinese Studies, μιλάει κινέζικα…

Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά ότι είχε αργήσει πάρα πολύ να μιλήσει καθαρά. Δηλαδή, μου έλεγε διάφορους ήχους, που εγώ ναι μεν καταλάβαινα, αλλά κανείς άλλος δεν καταλάβαινε. Μέχρι τα τριάμισι περίπου, μιλούσε μια δική του τελείως γλώσσα. Και μάλιστα είχαμε πάει σ’ ένα νηπιαγωγείο – κάτι σαν προνήπιο – κι εκεί η δασκάλα του θεωρούσε ότι έχει τεράστιο πρόβλημα το παιδί, γιατί ντρεπόταν να μιλήσει με τη δική του γλώσσα. Οπότε δεν μιλούσε καθόλου. Εγώ ποτέ δεν ανησύχησα επί της ουσίας, γιατί και την ευστροφία του έβλεπα, και ένα παιδί πολύ ζωντανό έβλεπα. Δηλαδή δεν μου δημιουργήθηκε κάποιος πανικός. Κάποια στιγμή άνοιξε το στόμα του και τα είπε όλα μαζί. Και μάλιστα, με μία φοβερή ικανότητα να συγκρατεί πράγματα στο μυαλό του. Θυμάμαι ένα πολύ ωραίο περιστατικό. Πρέπει να ήταν 4μισι χρονών όταν είδε ένα συγκρότημα να παίζει ροκ μουσική στην τηλεόραση. Φορούσαν μαντίλες αραβικές στο κεφάλι τους, και γύρισε και μου είπε: «Μαμά, ο Αραφάτ σταμάτησε τον πόλεμο και το ’ριξε στο τραγούδι;»

Λοιπόν, πολύ γρήγορα φάνηκε ότι είχε μια ικανότητα ή μάλλον ένα ενδιαφέρον όχι ακριβώς προς την «πολιτική», αλλά προς την πολιτική ως επιστήμη. Και μετά όλο αυτό γύρισε προς την Ανατολή και ειδικά προς την Κίνα. Τώρα διδάσκει Chinese Studies, Πολιτική, Κοινωνία και άλλα στο King’s College. Είδε γρήγορα κάτι που ερχότανε… Κάποιοι σήμερα λένε: «Μα καλά, κινέζικα θα μάθω; Ακόμα είναι νωρίς». Όμως ο Κωνσταντίνος μιλάει κινέζικα εδώ και δεκαπέντε χρόνια.

 

***

 

 

ΜΙΝΩΣ ΒΟΛΑΝΑΚΗΣ

 

* Ο Βολανάκης είναι από τις πιο ευφυείς και καλλιτεχνικές ιδιοσυγκρασίες που έχω συναντήσει. Δεν δούλεψα πραγματικά μαζί του. Ήταν όμως ο Διευθυντής στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος όταν μπήκα ως ηθοποιός εκεί. Έτσι είχαμε κάποιες συναντήσεις, και περίεργες συναντήσεις. Πάντα τον θυμάμαι τον Μίνω Βολανάκη ως έναν άνθρωπο που ήτανε πολύ πολύ μπροστά από την εποχή του. Ακριβώς αυτό το ένιωθε, το έφερε, και νομίζω τον οδήγησε τελικά σε μία παραίτηση και σ’ ένα φευγιό. Δηλαδή κάπου σαν να μην είχε ανθρώπους να επικοινωνήσει, αυτή την εντύπωση είχα πάντα. Ήταν ένας φοβερός παρατηρητής των ανθρώπων. Δεν τον θυμάμαι ποτέ θυμωμένο. Μπορεί να θύμωνε, αλλά είχε μία φοβερή ψυχραιμία και μόνο με το βλέμμα μπορούσε να βάλει τους ανθρώπους στη θέση τους. Ήταν φοβερή προσωπικότητα, φοβερή. Συγκλονιστική προσωπικότητα, θα έλεγα. Μου έδωσε πολλά ιδίως μέσα απ’ τις παραστάσεις του. Ήμουνα τυχερή, τότε που ήταν Διευθυντής. Έκανε και ο ίδιος πολύ ωραίες δουλειές στο Κρατικό οπότε τα είχα παρακολουθήσει όλα. Έμαθα πολλά…

 

***

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΕΜΟΥΝΔΟΣ

 

* Με τον Γιώργο Ρεμούνδο έκανα και την πρώτη μου παράσταση ως επαγγελματίας ηθοποιός στο Κλειστό Θέατρο στη Θεσσαλονίκη, με τα «Παθήματα» του Γιώργου Μανιώτη. Αλλά ήτανε και ο πρώτος που – με τις «Νεφέλες» που σκηνοθέτησε τότε – με πήγε στην Επίδαυρο και πάτησα τη σκηνή του αρχαίου θεάτρου, ως μέλος του Χορού.

 

***

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΟΥΤΣΙΝΑΣ

 

* Και μετά ακολούθησε ο Βουτσινάς. Και πάλι στο Κλειστό Θέατρο πολλές φορές αλλά και στην Επίδαυρο… Ο Βουτσινάς ήτανε ο πρώτος μου ουσιαστικός δάσκαλος, εκτός Σχολής. Αυτός ο άνθρωπος ήξερε να διδάσκει ηθοποιούς. Είχε μια μέθοδο να διδάσκει. Μέχρι τότε, λίγο – πολύ η διδασκαλία ήτανε μια διδασκαλία κατάστασης. Δηλαδή, είσαι θυμωμένος, είσαι ερωτευμένος, είσαι το ένα, είσαι το άλλο, και προσπαθούσες μέσα απ’ αυτές τις οδηγίες να πιάσεις κάτι. Ο Βουτσινάς είχε έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, φερμένο απ’ το Actor Studio.

Τότε δεν τα ξέραμε αυτά. Ο Βουτσινάς χρησιμοποιούσε τις δικές μας εμπειρίες πάρα πολύ. Στη «Μήδεια» χρησιμοποίησε μια φωτογραφία της μαμάς μου που του είχα δείξει σε ανύποπτο χρόνο, λέγοντάς του εγώ: «Κοίτα πόσο όμορφη ήτανε». Ε, λοιπόν, αυτή τη φωτογραφία τη χρησιμοποίησε για να μου δώσει στοιχεία ώστε να κάνω έναν υπέροχο μονόλογο της «Μήδειας». Τώρα μπορεί να φαίνεται πως δεν ταιριάζει, αλλά τελικά ήτανε απόλυτα ταιριαστό. Σε εκείνη τη φωτογραφία ήτανε η μαμά μου μ’ ένα υπέροχο πράσινο φόρεμα και καλοχτενισμένη. Του είπα: «Μα κοίτα τι όμορφη που ήταν», και ύστερα από δυο-τρία χρόνια το θυμόταν. Δηλαδή ήξερε, μας ήξερε, κουβέντιαζε για μας, και χρησιμοποιούσε δικά μας πράγματα για να ντύσουμε τις στιγμές του ρόλου, για να έχουμε τις άγκυρές μας.

Χρησιμοποιούσε πάρα πολύ τα δικά μας στοιχεία. Και τον ψυχισμό μας. Έκανε… κόλπα για να σου βγάλει κάτι. Δεν τον ενδιέφερε δηλαδή μόνο η σκηνοθεσία, αλλά και η ερμηνεία του ρόλου που κάθε φορά έπαιζες. Κι είχε πολύ ωραία πράγματα να σου πει για να σου βγάλει το συγκεκριμένο. Γιατί μέχρι τότε λίγο-πολύ η υποκριτική ήτανε κάτι πιο αφηρημένο. Ο Βουτσινάς την έκανε για μένα πολύ συγκεκριμένη.

 

***

 

 

ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

 

* Ήμασταν στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Είχε έρθει η Νικαίτη Κοντούρη και ο Γιώργος Πάτσας και ανεβάσαμε τη «Νόρα» του Ίψεν. Ένα έργο που, και το ήξερα και το αγαπούσα και λίγο-πολύ το γνώριζα, γιατί είχα μία Νόρα μέσα μου όταν ήμουνα νέα γυναίκα. Επίσης είχε έρθει και ο Δημήτρης Καταλειφός, που ήθελα πάρα πολύ να δουλέψω μαζί του χρόνια. Έτσι κάναμε τη «Νόρα». Η παράσταση είχε πάει πάρα πολύ ωραία, πάρα πολύ καλά, και από κόσμο και από κριτικές. Τελικά έφερε σε μένα και το «Βραβείο Κοτοπούλη». Πρέπει να ’ταν απ’ τα τελευταία βραβεία που δόθηκαν γιατί μετά άλλαξε όταν χάθηκε και η περίφημη καρφίτσα.

 

***

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ

 

* Πάντα είναι πάρα πολύ στοχευμένος στις πράξεις του ο Γιάννης Χουβαρδάς. Δηλαδή ξέρει πάρα πολύ καλά τι θα κάνει, πώς θα το κάνει και πότε θα το κάνει. Δύο χρόνια πριν ξεκινήσει το «Αμόρε», μου έκανε την πρόταση να φύγω από το «Κρατικό».
Πραγματικά, το Κρατικό είναι ένα θέατρο που μου έδωσε τα πάντα στην αρχή της καριέρας μου. Ακόμη θυμάμαι και τα λόγια του: «Έλα και να κάνεις ένα ντους»…

Έτσι πήρα την πρώτη φοβερή απόφαση και κατέβηκα στην Αθήνα για να συναντήσω κι άλλα πράγματα, κι άλλους ανθρώπους, κι άλλα θέατρα. Ήταν η αρχή μιας περιόδου όπου ήμουνα λίγο στην Αθήνα, λίγο στη Θεσσαλονίκη, είχα και το παιδί μικρό, ανεβοκατέβαινα, αλλά έζησα και το θέατρο μέσα από μια άλλη οπτική. Δηλαδή, φτιάχναμε τη σκηνή μόνοι μας, ντυνόμασταν μόνοι μας, στο Κρατικό είχαμε την πολυτέλεια της βοήθειας από όλο το προσωπικό και τους τεχνικούς… Αυτή ήτανε πραγματικά μια από τις πιο ωραίες περιόδους και της ζωής μου, και του θεάτρου, διότι το «Αμόρε» έχει αφήσει μια ολόκληρη εποχή.

Μια ολόκληρη γενιά έφτιαξε και όχι μόνο ηθοποιών, αλλά και θεατών. Επίσης δημιούργησε αυτές τις νέες σκηνές. Αν και ήταν ένα θέατρο μικρό, είχε ρεπερτόριο με πολλά έργα. Είχε δύο σκηνές αλλά και τις περίφημες μεταμεσονύχτιες παραστάσεις. Κόσμος μπαινόβγαινε. Κόσμος περίμενε το νέο… Έμαθε τον κόσμο να πηγαίνει θέατρο.

 

***

 

 

 

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΑΘΑΝΟΣ

 

* Με τον Νίκο Καραθάνο μάς έφερε κοντά ένας άλλος αγαπημένος μου σκηνοθέτης, ο Δημήτριος Μαυρίκιος, όταν κάναμε τη «Σαλώμη» στο «Αμόρε». Εκεί τον πρωτογνώρισα. Ήταν ένα παιδάκι, μόλις είχε βγάλει τη Σχολή. Και πραγματικά η πορεία του, και ως ηθοποιός, αλλά και μετά, που αποφάσισε να ανεβάζει τα οράματά του πάνω σ’ ένα σανίδι, ήταν από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές που έχω περάσει κοντά του. Και με την «Γκόλφω» και με το «Δεκαήμερο». Αλλά και με τον «Βυσσινόκηπο», παρόλο που ήταν λίγο πιο μακριά απ’ αυτό που ο κόσμος μπορεί να ήθελε. Σαν απόπειρα ας πούμε ότι ο «Βυσσινόκηπος» σίγουρα έδωσε κάτι, κάποια πατήματα για μετεξέλιξη.
Ασφαλώς είναι απόλαυση να δουλεύεις μαζί του. Ο Νίκος είναι πολύ προσωπικός. Δεν πάει να κάνει μια σκηνοθεσία απ’ έξω επειδή του δόθηκε. Ψάχνει να βρει πώς θα το κάνει καλά, θέλει να μιλήσει μέσα απ’ αυτό. Γι’ αυτό με ενδιαφέρει αυτή η προσωπική εμπλοκή.
Επίσης η «Οπερέτα» του ήταν ένα έργο πάρα πολύ δύσκολο. Το πώς κατάφερε να το κάνει έτσι ώστε να μπορούμε να σκεφτούμε τους εαυτούς μας, απ’ τον πίθηκο μέχρι σήμερα, για μένα ήτανε πρωτόγνωρο, ήτανε πολύ συγκινησιακά δυνατό. Ο Καραθάνος γίνεται προσωπικός πρώτα από τον εαυτό του, και μετά σε αναγκάζει να γίνεις κι εσύ. Κι εγώ, επειδή σαν ηθοποιός θέλω να είμαι προσωπική, δηλαδή θέλω να μιλάω για δικά μου πράγματα, για δικές μου σκέψεις, εκεί ταιριάξαμε πάρα πολύ.

 

***

 

ΓΟΥΙΝ ΓΟΥΕΛΣ

 

* Όχι για τρίτη χρονιά αλλά για τρίτη φορά ανεβάζουμε το έργο που έγραψε ο Γουίν Γουέλς. Τη «Γερτρούδη Στάιν και τη συνοδό της». Η πρώτη πότε ήταν το 1992 πριν από 27 χρόνια στο «Αμόρε». Η δεύτερη ήταν το 2004. Είχαμε κάνει μια δική μας ομάδα με τη Μαρία Κατσιαδάκη και τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο. Τότε ζητήσαμε απ’ τον Γιώργο Πάτσα να μας βοηθήσει και ξανακάναμε την παράσταση στη μορφή που έχει σήμερα. Το ανεβάσαμε στη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο της Καλαμαριάς αλλά και σε μια περιοδεία, Πάτρα, Καβάλα… Μετά ήρθαμε και στην Αθήνα, στο «Θέατρο Τέχνης». Ήταν δύσκολο έργο για εκείνη την εποχή αλλά είχαμε πάει πολύ καλά. Ήθελε μεγάλη τόλμη το ’92 για να το παρουσιάσεις… Φυσικά μας διευκόλυνε το γεγονός ότι αυτές είναι δύο εξαιρετικές προσωπικότητες και αποδεκτές πια απ’ όλους…
Και επειδή το θέμα είναι η παντοτινή αγάπη, που όλους τους συγκινεί, δεν μπορεί να υπάρξει άνθρωπος που να μη συγκινηθεί απ’ αυτό το «για πάντα».
Γιατί το «για πάντα» είναι κάτι που σε όλους μας υπάρχει, και ξέρουμε ότι είναι και σχετικά ανέφικτο. Και εδώ πέρα, σ’ αυτή την ιστορία, βλέπουμε το «για πάντα» να υπάρχει.
Τώρα που έχω μεγαλώσει, συνειδητοποιώ πόσο ωραία έχει γράψει ο Γουέλς αυτό το έργο. Παίρνοντας αφορμή απ’ τη μια το βιβλίο της Γερτρούδη Στάιν «Η αυτοβιογραφία της Άλις Τόκλας» και απ’ την άλλη μια φράση της Άλις Τόκλας, η οποία ρωτήθηκε κάποια στιγμή, όταν ήταν 80 χρονών, πώς πέρασε όλα αυτά τα χρόνια της μοναξιάς μετά τον θάνατο της Γερτρούδης Στάιν, κι εκείνη απάντησε: «Μα με τη Γερτρούδη».
Οπότε έκανε ένα έργο έτσι ώστε ν’ αρχίζει από το θάνατο και τελικά να υπάρχει η προσφυγή σε αυτήν που έφυγε πρώτη.
Έτσι ακριβώς όπως απάντησε: «Μα με τη Γερτρούδη». Και έτσι, έγραψε ένα έργο που είναι οι δυο τους μαζί συνεχώς, είτε μετά θάνατον ή προ θανάτου, από την αρχή της γνωριμίας τους. Με όλον αυτόν τον εκπληκτικό περίγυρο, απ’ τον Πάμπλο Πικάσο μέχρι τον Πολ Σεζάν, απ’ τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ μέχρι τον Ερίκ Σατί… Ποιον να πρωτοαναφέρεις. Σε μια εποχή που όλα βρίσκανε καινούργιους τρόπους έκφρασης…

 

***

 

 

Διακριτικός πάντα ο Ραχάτ, επέλεξε στη φωτογράφηση να μην κλέψει την παράσταση…

 

 

ΡΑΧΑΤ

 

* Ο Ραχάτ. Για τον Ραχάτ συνήθως λέω: «Έχω έναν σύντροφο, ο οποίος αγαπάει πάρα πολύ το θέατρο και θέλει να έρχεται μαζί μου και να παρακολουθεί τις πρόβες. Μπορώ να τον φέρω μαζί μου στο θέατρο;»
Και όλοι με κοιτάζουν περίεργα, γιατί λένε: «Μα ποιος σύντροφος είναι αυτός ο οποίος θέλει να βλέπει πια όλες τις πρόβες κι εμείς δεν το ξέρουμε;».
Και μετά λέω: «Το μόνο του… ελάττωμα είναι ότι είναι σκύλος».
Κι έτσι γίνεται αποδεκτός παντού. Έχει πάει και στη Στέγη Γραμμάτων, έχει πάει και στο Μέγαρο Μουσικής. Τώρα, εδώ πέρα, στο θέατρο «Άλμα» που ήδη βρισκόμαστε, είναι ένα θέατρο πάρα πολύ dog friendly, οπότε έτσι κι αλλιώς είναι εδώ.
Ο Ραχάτ είναι ήδη δεκατριών χρονών. Μοιραζόμαστε μια ζωή πάρα πολύ ενδιαφέρουσα, έχουμε κοινή αγάπη το θέατρο, έχουμε κοινή αγάπη τη θάλασσα, με προσέχει και τον προσέχω, είναι ένα εξαιρετικό πλάσμα. Τον έχω από μωράκι. Έχει τεράστια ευφυΐα. Πολλές φορές με εκπλήσσει ακόμα για το πόσα πολλά πράγματα καταλαβαίνει. Καταλαβαίνει πότε είμαι κουρασμένη και πότε είμαι λυπημένη. Η συναισθηματική του ευφυΐα είναι μεγάλη, αλλά και η ευφυΐα στην πραγματική ζωή. Δηλαδή, ξέρει πότε μια παράσταση τελειώνει, ξέρει τη μουσική, ξέρει τα λόγια του τέλους. Τεντώνεται λίγο πριν πει ο σκηνοθέτης «διάλειμμα» καταλαβαίνει ότι θα κάνουμε διάλειμμα, γιατί πιάνει όλη αυτή την ενέργεια ότι τώρα πρέπει όλοι λίγο να ξεκουραστούνε… Είναι καταπληκτικός. Όπως όλα τα ζωάκια.
Είναι ένα ζωάκι που δεν μπορεί ποτέ μα ποτέ να σε απογοητεύσει. Δεν υπάρχει περίπτωση να σε προδώσει… Κάτι που εμείς οι άνθρωποι ακόμα δεν το ’χουμε καταφέρει.

 

***

 

-Κυρία Φωτοπούλου, παρακολούθησα με προσοχή όλες αυτές τις συζητήσεις και για τους «Αγίους» σας, και για τα πρόσωπα που αγαπήσατε και για εκείνα που αγαπάτε στη ζωή και στη δουλειά. Για αυτό δεν σας διέκοψα. Σας ευχαριστώ πολύ για αυτή την εμπειρία.

*Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ.

-Οπότε κανονίζουμε για συνέντευξη μια άλλη φορά…

*Σύμφωνοι…

 

***

«Η Γερτρούδη Στάιν και η συνοδός της»

Του Win Wells

Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου
Σκηνοθεσία -Μουσική επιμέλεια: Νικαίτη Κοντούρη
Σκηνικό – Κοστούμια: Σύλληψη Γιώργος Πάτσας
Εκτέλεση | 5η Εποχή: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Φωτισμοί: Νίκος Σωτηρόπουλος
Φωτογραφίες: Αγγελική Κοκκοβέ

*
Ερμηνεύουν

Λυδία Φωτοπούλου και Μαρία Κατσιαδάκη

***

Πληροφορίες

Μέχρι τις 7 Ιανουαρίου 2020
Δευτέρα και Τρίτη, ώρα 9 μ.μ.
Διάρκεια: 1.40’
Τιμές εισιτηρίων: Γενική είσοδος 15 ευρώ, Φοιτητές, άνεργοι, ΑμεΑ, 65+ 12 ευρώ
Προπώληση στο ταμείο του Θεάτρου «Άλμα»
Τηλέφωνο: 2105220100
Επικοινωνία: Ειρήνη Λαγουρού | irini.lagourou@gmail.com

***

Θέατρο «Άλμα»
Διεύθυνση: Ακομινάτου 15
Αθήνα 104 37
Μετρό σταθμός «Μεταξουργείο»

***

 

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ «ΚΛΙΚ»

Εκτύπωση
Παναγιώτης ΜήλαςΔέκα πρόσωπα αναζητούν, ζητούν και… συζητούν με τη Λυδία Φωτοπούλου

Related Posts