«Λούλης ο γόης» – Διήγημα του Στρατή Μυριβήλη

Αγαπώ πολύ τις γάτες, τις ωραίες γάτες. Συνεννοούμαι κάπως μαζί τους και νομίζω πως κι αυτές μ’ αγαπούν. Παρακολούθησα ως τώρα με αληθινό θαυμασμό και πολύ ενδιαφέρον, κάμποσες απ’ αυτές. Φανταζόμουνα λοιπόν πως κάτι ξέρω απ’ την ψυχολογία κι από τα γούστα αυτών των τρισχαριτωμένων πλασμάτων, που κάθε κίνησή τους, είναι μια σύνθεση από αρμονία και χάρη και κάθε εγωισμός τους εκδηλώνεται με ένα αξιολάτρευτο καπρίτσιο. Δε βαριέστε, είναι μερικές μέρες τώρα, που ένας γάτος ήρθε να με διδάξει πως, όσο για τη γατίσια αισθητική, δεν ένιωθα τα τρία κακά της μοίρας μου.

Ο γάτος αυτός είναι ένας ολόασπρος ομορφόγατος, άρτι αφιχθείς εξ Αιγύπτου μαζί με την κυρία του. Είναι ένα αιλουροειδές αληθινά ωραίο. Σε μια έκθεση γάτων θα έπαιρνε το πρώτο βραβείο και …μισή οκά φρέσκα εντόσθια. Είναι μεγαλόσωμος, με άφθονη ολόασπρη τρίχωση, χωρίς τον παραμικρό λεκέ. Σαν κάθεται στο βυσσινί μαξιλάρι του, κουλουριασμένος, μοιάζει μ’ ένα βώλο φρέσκο, απάτητο χιόνι. Η ουρά του είναι ολόκληρο λοφίο Ουσσάρου βιεννέζικης οπερέτας, όρθιο, φουντωτό και πεντακάθαρο. Μουστακαλής, παλικαράς και ασίκης. Ένας λεβεντόγατος τέλος πάντων, ρωμαλέος και καμαρωτός σαν εύζωνος της φρουράς του Αγνώστου μέσα στις χιονάτες του φουστανέλες.
Ακούει στο όνομα Λούλης. Τρόπος του λέγειν, δηλαδή, γιατί δεν ακούει καθόλου. Είναι δε κιόλας το μοναδικό του ελάττωμα. Τον φωνάζεις, τον προσκαλείς ή τον διώχνεις, αυτός πέρα βρέχει. Κάθεται και σε κοιτάζει μονάχα με τα έξοχα μάτια του, που σε βλέπουν με αδιαφορία κατάματα. Είναι δυο ολόχρυσα φωσφορικά μάτια, αληθινά συγκινητικά. Σε κοιτάζει από περιωπής, όμως ούτε έρχεται σαν τον καλείς, ούτε φεύγει σαν τον διώχνεις. Πολλές φορές υποπτεύομαι πως δεν είναι καθόλου κουφός, μόνο είναι φοβερά ακατάδεχτος και δε θέλει να δίνει θάρρος σ’ όποιον – όποιον. Παράλληλα, όμως έχει ένα μεγάλο προτέρημα. Μιλιά δε βγάζει από το στόμα του.
Ίσως γι’ αυτό τα μάτια του είναι τόσο εκφραστικά, όπως όλων των κουφών.

Σαν είναι λιακάδα, πηγαίνει και χουζουρεύει στο παραπέτο της ταράτσας. Παίρνει πόζα σαν κινηματογραφικός αστέρας μπροστά σε φωτογράφους και βλέπει ρομαντικά κατά το Λυκαβηττό. Κάπου-κάπου βγάζει τη γλώσσα του, που είναι ολοζώντανο ροδόφυλλο, και σιάχνει την ερμίνα του με αβρότατες κινήσεις. Βγαίνουν οι γειτόνοι και οι γειτόνισσες και τον καμαρώνουν. “Δείτε το Λούλη”, λένε, και θαυμάζουν μπροστά στην τελειότητα της ομορφιάς του. “Κούκλο μου” τον προσφωνούν τα δουλικά της αντικρινής πολυκατοικίας. Αυτός δέχεται τη λατρεία των ανθρώπων, σαν θεότητα που της οφείλεται ο φόρος αυτής της λατρείας. Τον βλέπεις και καταλαβαίνεις αμέσως γιατί οι αρχαίοι Αιγύπτιοι λάτρευαν αυτά τα ζώα. Ο Λούλης, το δίχως άλλο, θα βαστάει η ράτσα του από κείνους τους ιερούς γάτους, που βρίσκουν ακόμα κι ακόμα οι αρχαιολόγοι στην κοιλάδα των νεκρών Φαραώ, μπαλσαμωμένους αριστοτεχνικά, με την κοιλιά παραγεμισμένη αρχαίους παπύρους με στίχους της Σαπφούς και του Ανακρέοντα.

Πρέπει να πω ακόμα πως η αυλή του σπιτιού μου εκτιμάται πάρα πολύ απ’ το γατολόι της γειτονιάς. Τα χρόνια της κατοχής είναι αλήθεια πως είχαν εξαφανιστεί όλες. Πρώτα εξαφανίστηκαν τα ποντίκια. Από πείνα, επειδή οι άνθρωποι έφαγαν όλα τα ψίχουλα. Κατόπι ήρθε η στρατιά της αυτοκρατορίας του Μουσολίνι και τις έφαγε κι αυτές. Τις μετέβαλε σε μοσχοβολιστή γκιουβετσάδα, πριν προφτάσουν ν’ αποθάνουν από ασιτία μαζί με τους ιδιοκτήτες τους. Τώρα όμως πλήθυναν πάλι ως η άμμος της θαλάσσης και στεφανώνουν με τη χάρη τους όλες τις μάντρες και τα παραπέτα των μεσότοιχων. Έτσι η αυλή ξανάγινε εντευκτήριο του γατόκοσμου της γειτονιάς, και κάθε νύχτα τη μεταβάλλουν εις “ιδιαίτερο διαμέρισμα δι’ οικογενείας”. Όσο μεγαλώνει το φεγγάρι της Αθήνας, τόσο ανάβει η ερωτική μάχη. Θρήνοι και κοπετοί ολλύντων και ολλυμένων σκίζουν τον αέρα σ’ αυτές τις αισθηματικές συμπλοκές, κραυγές και επιθαλάμια. Τα μάτια τους φωσφορίζουν μέσα στη νύχτα, αναμμένες λαμπάδες του υμεναίου. Κάποτε κατρακυλάνε δεματιαστά από τη σιδερένια σκάλα της υπηρεσίας δίχως να λύσουν την περίπτυξή τους. Κατρακυλούν με πάταγο και οιμωγή, εκτελούντες από την ανάποδη το δημοτικό στίχο “στη σκάλα π’ ανεβαίνεις ν’ ανέβαινα και γω” κλπ.
Το αποτέλεσμα απ’ αυτές τις ολονυχτίες δεν αργεί να φανεί, κ’ έτσι κάθε λίγο και λιγάκι κάποια γάτα γεννοβολάει μέσα στις κασσόνες, που είναι κάτω απ’ τη σιδερόσκαλα ή μέσα στο κοφίνι του πλυσταριού.

Φανταζόμουνα λοιπόν, μόλις εγκατεστάθηκε στα σύνορά μας ο ωραίος Λούλης, πως όλο το θηλυκό γατολόι της γειτονιάς θα χάσει το μυαλό μπροστά στα ολόχρυσα μάτια του, πως θα το πιάσει ομαδική κρίση ερωτικού παραληρήματος μπροστά στο λοφίο της ουράς του. Ένας τέτοιος γόης, λέγαμε, θα εκτοπίσει με την πρώτη όλους τους ερωτικούς αλήτες, και προπάντων εκείνον τον αισχρό Γιακουμή, που είναι ένας γάτος άσχημος και ισχνός σαν καμουτσί. Δεν κάνει καμιάν άλλη δουλειά από εραστής και περπατά ακροβατικά πάνω στην κόψη της μάντρας, με τη μαδημένη ουρά του οριζόντια τεντωμένη, σαν μακρύ νευρικό δάχτυλο που όλο τινάζεται σπασμωδικά. Ελέγαμε πως όλα τα θηλυκά θα του ριχτούν μόλις τον δουν, θα του μαδήσουν το χιονάτο γουναρικό για να του αποσπάσουν από ένα ξεσκίδι αναμνηστικό και θα στήσουν μεγάλο πόλεμο αναμεταξύ τους, ποιο θα καταχτήσει τον πρίγκιπα του Νείλου. Ε, εδώ είναι που κατάλαβα πόσο η αισθητική μας είναι διαφορετική από την αισθητική του γένους των γάτων. Το αποτέλεσμα είταν όλως διόλου αντίθετο, από κείνο που περιμέναμε. Καμιά γάτα δε γύρισε να ρίξει μια ματιά προς τον μεγαλοπρεπή πασσά, με όλες τις γούνες του, με όλα τα μουστάκια του, με όλες τις μεταξωτές φούντες και τις βεργολυγεράδες του. Και όμως είταν πραγματικά ένα ωραίο θέαμα, όταν ο Λούλης άρχισε να επιδείχνει τα κάλλη του.

Κοίταζε με περιφρόνηση όλους τους άρρενες που είχαν στήσει άγρυπνους διπλοσκοπούς στα γείσα και στις καμινάδες, περπατούσε μαλακά πάνω στα βελουδένια πασουμάκια του, αναφουφούλιαζε τα πολυτελή γουναρικά του και ύψωνε το άσπρο τρόπαιο της ουράς του, κοιτάζοντας τις γάτες με τα ολόχρυσα μάτια του ακαταμάχητου αρσενικού. Και κείνες, ένα πλήθος σιχαμένες ψωρόγατες του λούμπεν προλεταριάτου των κεραμιδιών, με φανερά σημάδια από τον κατατρεγμό των δουλικών πάνω στην κακοπαθημένη προβιά τους, όλες, όλες, απέστρεψαν το πρόσωπον από τον παρελαύνοντα μερακλήν, χασμουργήθηκαν επιδειχτικά και έκαναν πως χτενίζονται. Μου φάνησε μάλιστα πως μερικές εμειδίασαν ειρωνικά. (Αν προσέξετε, θα δείτε πως οι γάτες έχουν κάποτε ένα είδος μειδιάματος στη μουρίτσα).

Ο Λούλης τις κοίταξε έκπληχτος. Στάθηκε ακίνητος και απορούσε. Ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί ένα τέτοιο μασκαραλίκι από τις Αθηναίες πληβείες. Άνοιξε τα μάτια του ολοστρόγγυλα και κοίταζε. “Φαίνεται, σκέφτηκε, οι κακομοίρες δεν τολμούν να φανταστούν για τον εαυτό τους τόση ευτυχία, πώς γίνεται δηλαδή να κατέλθω μέχρι της τριμμένης φτωχής γούνας των και να ξεπέσω ως το χαμηλό κοινωνικό τους επίπεδο…”.

Αυτά λέω να σκέφτηκε, και λοιπόν πήρε την απόφαση να δείξει εμπράκτως την καταδεχτικότητά του. Κούνησε χαιρετιστήρια τον θύσανο της ουράς του σα λάβαρο του έρωτα και έκανε να πλησιάσει τη Σπανή, με καταφανείς τρυφερές διαθέσεις. Σπανή δε εστί η πιο γρουσούζα γάτα της γειτονιάς, που απέκτησε το εκφραστικό της όνομα ύστερα από ένα οδυνηρό κατάβρεγμα με ζεματιστό νερό, με το οποίο την περιέλουσε υπηρέτρια που πολλά έπαθε από τα αφεντικά της για την κλεπτομανία του τετραπόδου.

Η Σπανή διαιστάνθηκε τον επερχόμενον Αιγύπτιον πρίγκιπα. Άνοιξε πρώτα το ένα μάτι της με περιέργεια, κατόπι άνοιξε και το άλλο με έκφραση προσβεβλημένης πατρικίας, και όταν ο Λούλης, απλοϊκός και αγαθός μέσα στην αυταρέσκειά του, τηνε πλησίασε ακόμη περισσότερο, η Σπανή τινάχτηκε ξαφνικά σαν ελατήριο ξαμολυμένο, τον άρπαξε με τα νύχια μεσ’ από τα περήφανα μουστάκια του και ούρλιαξε κατά μουτρά του όλες τις χυδαιότατες βρισιές που θα μπορούσε να ξεστομίσει μια γάτα κακής ανατροφής.

Οι άλλοι αρσενικοί έκαναν πως δεν αντιλήφθηκαν καν τη σκηνή. Κείνος ο Γιακουμής προσποιότανε πως μύριζε με τη μουντζούρικη μουσούδα του τον αέρα και μόνο το ένα αυτί του, που κινήθηκε, έδειχνε πως παρακολουθούσε το δράμα με την άκρη του ματιού του. Η ουρά του διέγραψε ένα τόξο δεξιά, δύο αριστερά. Ο Λούλης αποτραβήχτηκε περισσότερο έκπληχτος παρά τρομαγμένος. Δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους του. Και όμως η ίδια υποδοχή τον περίμενε με όλες τις γάτες της αυλής του, μόλις δοκίμαζε να τους εκμυστηρευτεί τα τρυφερά όνειρά του. Αδύνατο να ανεχθεί καμιά τους μηδέ το πιο αθώο φλερτ του πρίγκιπα.

Ο Λούλης ωστόσο δεν παύει γι’ αυτό να είναι ένας γάτος πολύ εύρωστος, εξαιρετικά καλοθρεμμένος και με πληθωρική υγεία στα λυγερά μέλη του. Ήρθε από την Αίγυπτο φέροντας κάτω από τα γουναρικά του όλη τη φλόγα της ερήμου και δεν εννοούσε να παραδεχτεί τον εξευτελισμό. Μεταχειρίστηκε λοιπόν στο τέλος τα μεγάλα μέσα. Άφησε τα υψηλά δώματα χτες βράδυ, κατέβηκε πάνοπλος στην αυλή μας και επεχείρησε την αρπαγή των Σαβίνων. Δίχως να μιλά, χωρίς ν’ ακούει, τυφλωμένος απ’ το μεθύσι του ενστίκτου, χίμηξε πάνω στα θήλεα με τα νύχια και με τα δόντια, επιχειρώντας να εκφράσει δια βιαίας προσαγωγής τα καταπλημμυρούντα την καρδίαν του αισθήματα. Τότε δη τότε! Η αυλή μας, που ως τώρα είταν για το γατόκοσμο χώρος συνεντεύξεων και δημοτικόν μαιευτήριον, έγινε με μιάς πεδίο φοβερής μάχης. Όλη η χύδην γατολογιά της γειτονιάς, αρσενικοί και θηλυκιές, ρίχτηκαν του Αιγύπτιου αριστοκράτη με αληθινή μανία. Φωνές, σκληριές, ξεφωνητά και θρήνος. Νόμιζε κανείς πως ολόκληρη χορωδία λυρικού θεάτρου είχε μεταπηδήσει από τη σκηνή στην αυλή μας. Ο θόρυβος είταν τέτοιος μέσα στη νύχτα, που ξύπνησαν όλοι οι γειτόνοι, μισάνοιξαν τα παραθυρόφυλλά και φώναζαν “ψιτι” και βλαστημούσαν. Ο μόνος ευτυχής που δεν άκουγε τον ορυμαγδό είταν ο ίδιος ο αίτιος του φοβερού συλλαλητηρίου.

Λοιπόν. Αυτή η ιστορία βαστάει ενάμισυ μήνα τώρα. Αρχίζει συνήθως μετά τα μεσάνυχτα και τελειώνει τα χαράματα. Όλον αυτόν τον καιρό ο ωραίος Λούλης αγωνίζεται τον άγριον κι’ απελπισμένον αγώνα του να καταχτήσει την καρδιά μιας απ’ αυτές τις σουρουλουλούδες, και δεν καταφέρνει τίποτα. Όλες τον αποφεύγουν, όλες τρέχουν να σωθούν, όπου φύγει-φύγει, με ουρανομήκεις κραυγές αποτροπιασμού. Και όσοι απ’ τους γειτόνους, ακολουθώντας τους κανόνες υγιεινής, επιμένουν να κοιμούνται με ανοιχτό παράθυρο για να πλευριτωθούν με καθαρό αέρα, όλοι αναγκάστηκαν στο τέλος να κλείσουν τα παντζούρια τους, γιατί στις στιγμές του υπερτάτου κινδύνου, αυτές οι καταδιωκόμενες μέγαιρες, δεν δίσταζαν να τρυπώνουν μέσα στις κρεβατοκάμαρες, γυρεύοντας τη σωτηρία τους από τις εκδηλώσεις του Λούλη κάτω από τα κρεβάτια και τις πολυθρόνες.

Δεν ξέρω, αν τούτη την εποχή, που καμιά οργάνωση δεν προστατεύει τους ανθρώπους, δρα ακόμα εκείνη η συμπαθητική “Εταιρεία των φίλων των Ζώων” που μας καλούσε μια φορά το χρόνο στην αίθουσα του Παρνασσού ν’ ακούσουμε ρήτορες να μας μιλούν για τους “σιωπηλούς φίλους μας”, και κατόπι πηγαίναμε σπίτι να φάμε τα παϊδάκια ενός αθώου αμνού. Και ακόμα αν δρα η οργάνωση δεν ξέρω ως πού φτάνει η μέριμνα των μελών της. Γιατί θα ήθελα να επικαλεστώ τη συμπονετική επέμβασή της στην περίπτωση που διηγήθηκα. Όχι τόσο για τα ανυπόταχτα θήλεα που κυνηγιούνται, όσο για κείνο τον άμοιρο Λούλη.
Για τον ωραίο Αιγύπτιο με τα χιονόλευκα μπουρνούζια και τα εκστατικά μάτια, που δεν κοιμάται ο τάλας, από αγάπη, ού μην αλλά και δεν αφήνει ούτε τους άλλους να κοιμηθούν.

ΛΟΥΛΗΣ Ο ΓΟΗΣ

Στρατής Μυριβήλης
Το βυσσινί βιβλίο
Βιβλιοπωλείο της Εστίας.

Είμασταν νέοι τότες, σαν άρχισε ο πόλεμος. Πολύ νέοι. Μόλις είχαμε τελειώσει το Γυμνάσιο και κάναμε το πρώτο μας έτος στο Πανεπιστήμιο. Πήγαμε και γραφτήκαμε εθελοντές όλη η παρέα μου. Δεκαοχτώ ως είκοσι-εικοσιδυό χρονώ τα αγόρια. Ο Τούρκος κρατούσε ακόμα σκλαβωμένα τα νησιά μας στο Αιγαίο και μας φλόγιζε ο πόθος να χτυπηθούμε μαζί του. Μόλις προφτάσαμε να γυμναστούμε δεκεπέντε μέρες και γυρέψαμε να μας στείλουν στη μάχη. […] (Από την έκδοση)

Περιεχόμενα

– Φυλάκιο Βήτα δύο
– Η Νενέλα που τη θάψανε ζωντανή
– Το πρώτο αμάρτημα
– Τρίπτυχο
Ι. Αμμία
ΙΙ. Νιλουφέρ
ΙΙΙ. Η Πριγκιπέσσα
– Ο “Παπανικολής”
– Ο Μανωλάκης γυρεύει το Θεό
– Η καρδιά του Πέφκου
– Ο Μελέτης
– Στον Ανεμόμυλο της Περιβόλας
– Τα Παιδιά
– Λούλης ο Γόης

 

***

 

Στρατής Μυριβήλης
1892 – 1969

Από τους σημαντικότερους πεζογράφους μας, ο Στράτης Μυριβήλης ανήκει στη γενιά του ’30, αν και μεγαλύτερης ηλικίας. Γεννήθηκε ως Ευστράτιος Σταματόπουλος στις 30 Ιουνίου 1892 στην τουρκοκρατούμενη Συκαμιά της Λέσβου. Μέτριος μαθητής στο δημοτικό, αποφοιτά το 1909 από το Γυμνάσιο Μυτιλήνης. Από τα μαθητικά του χρόνια έρχεται σε επαφή με σημαντικά κείμενα του δημοτικισμού, που διαμορφώνουν τη λογοτεχνική και γλωσσική του συνείδηση. Κείμενά του δημοσιεύονται ήδη σε περιοδικά της Σμύρνης και της Μυτιλήνης.

Το 1912 τον βρίσκουμε να φοιτά στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, εργαζόμενος συγχρόνως ως δημοσιογράφος. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς διακόπτει τις σπουδές του και κατατάσσεται ως εθελοντής στο στρατό. Λαμβάνει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, τραυματίζεται στη μάχη του Κιλκίς το 1913 και επιστρέφει στην Αθήνα. Η Λέσβος είναι ήδη απελευθερωμένη από τον τουρκικό ζυγό και ο Μυριβήλης αποφασίζει να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη, όπου εργάζεται ως δημοσιογράφος. Το 1915 κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο του, τη συλλογή διηγημάτων «Κόκκινες Ιστορίες».

Το 1917, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στρατεύεται εκ νέου και λαμβάνει μέρος στις επιχειρήσεις στη Μακεδονία. Εκεί αρχίζει να γράφει το αριστούργημά του «Η Ζωή εν Τάφω». Το 1920 παντρεύεται την προσφυγοπούλα Ελένη Δημητρίου και αποκτούν τρία παιδιά. Λαμβάνει μέρος και στη Μικρασιατική Εκστρατεία και μετά την καταστροφή επιστρέφει δια μέσου Θράκης στη Μυτιλήνη. Θα παραμείνει στο νησί ως το 1932, οπότε επιστρέφει στην Αθήνα. Κύρια επαγγελματική του απασχόληση όλο αυτό το διάστημα παραμένει η δημοσιογραφία.

Το 1924 δημοσιεύει σε πρώτη έκδοση το «Η Ζωή εν Τάφω», το οποίο θα γίνει γνωστό και θα σημειώσει μεγάλη επιτυχία στη δεύτερη έκδοσή του το 1930, όταν θα λάβει την οριστική μορφή του. Πρόκειται για ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα με τη μορφή ημερολογίου, επικό, ρεαλιστικό, αλλά και λυρικό. Κεντρικό πρόσωπο, ο φοιτητής – λοχίας Αντώνης Κωστούλας, που καταγράφει στο ημερολόγιό του, όχι την ηρωική, αλλά τη φρικτή πραγματικότητα του πολέμου.

Ακολούθησε ένα ακόμη σπουδαίο μυθιστόρημά του, «Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (1933), που μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη από τον Κώστα Αριστόπουλο το 1978. Η ατμόσφαιρα του πολέμου είναι κι εδώ παρούσα, καθώς ο ήρωας επιστρέφει από τον πόλεμο στη Μυτιλήνη, όπου βασανίζεται ανάμεσα στο σεβασμό προς τη μνήμη του σκοτωμένου φίλου του και στον έρωτα που αισθάνεται για τη χήρα εκείνου.

Το 1938 ο Μυριβήλης διορίζεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, ενώ από το 1946 έως το 1950 είναι διευθυντής προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Το 1958 εκλέγεται τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Εξακολουθεί με εντατικούς ρυθμούς τη λογοτεχνική του παραγωγή με μια σειρά από διηγήματα, τα οποία συγκέντρωνε σε βιβλία, χαρακτηρίζοντάς τα κάθε φορά και με διαφορετικό χρώμα: «Το πράσινο βιβλίο» (1935), «Το γαλάζιο βιβλίο» (1939), «Το κόκκινο βιβλίο» (1952) και «Το βυσσινί βιβλίο» (1959).

Ένα από τα διηγήματα του «Γαλάζιου Βιβλίου» το επεξεργάστηκε περισσότερο για να προκύψει η θαυμάσια νουβέλα «Βασίλης ο Αρβανίτης» (1943). Είναι η ιστορία ενός λαϊκού ανθρώπου, γεμάτου ομορφιά και ζωική ορμή, που περιφρονεί τις κοινωνικές συμβάσεις. Ξεπερνά, όμως, το όριο και φθάνει στην «ύβρη» και μαζί στην καταστροφή. Με αρκετή καθυστέρηση, ο Μυριβήλης μας δίνει ένα ακόμη μυθιστόρημα το 1949, την «Παναγιά τη Γοργόνα», την ιστορία μερικών προσφύγων που εγκαθίστανται σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό της Μυτιλήνης.

Ο Στρατής Μυριβήλης τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας το 1949 και προτάθηκε τρεις φορές για το Νόμπελ. Η αγάπη για τη ζωή, για τον άνθρωπο και το φυσικό του περιβάλλον θα παραμείνει ο συνεκτικός ιστός της σκέψης του και ολόκληρου του έργου του. Η αντιπολεμική θεματολογία, το λυρικό και ποιητικό ύφος, η καλοδουλεμένη γλώσσα ενός μεγάλου τεχνίτη του λόγου, κατατάσσουν τον Μυριβήλη ανάμεσα στους μεγάλους συγγραφείς μας. Πέθανε στις 19 Ιουλίου 1969, έπειτα από μακροχρόνια ασθένεια, σε ηλικία 78 ετών. Τα βιβλία του Στράτη Μυριβήλη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «ΕΣΤΙΑ».