«Τα νησιά της Ελλάδας» του Λόρδου Βύρωνα σε ελεύθερη μετάφραση του Βαγγέλη Παυλίδη

Ο Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον, 6ος Βαρόνος Μπάιρον, ήταν Άγγλος αριστοκράτης, ποιητής, πολιτικός, Φιλέλληνας και μια από τις σημαντικότερες μορφές του ρομαντισμού. Θεωρείται ένα από τους μεγαλύτερους Βρετανούς ποιητές και παραμένει ακόμα και σήμερα δημοφιλής.
Γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1788 στο Λονδίνο. Πέθανε στο Μεσολόγγι στις 19 Απριλίου 1824.

 

***

 

                                                         «Μπορεί να αποκαλείς τον λαό όχλο,

                                                          μα μην ξεχνάς πως ο όχλος

                                                          εκφράζει συχνά τα αισθήματα του λαού».

                                                                                                             Lord Byron

 

***

 

Ήταν 19 Απριλίου του 1824, όταν πέθανε σε ηλικία 36 ετών στο Μεσολόγγι ύστερα από επιπλοκές της υγείας του ο George Gordon Byron, ο γνωστός μας Λόρδος Βύρων. Ήταν 36 ετών. Ο πλέον φανταχτερός από τους ρομαντικούς ποιητές και θερμός φιλέλληνας.
Το ποίημα που ακολουθεί είναι σε ελεύθερη και πρόχειρη μετάφραση του γελοιογράφου Βαγγέλη Παυλίδη (1943 – 2018). Στον γελοιογράφο ανήκει και το σκίτσο του φιλέλληνα ποιητή.

 

***

Ο Λόρδος Βύρων, όπως τον σχεδίασε ο γελοιογράφος Βαγγέλης Παυλίδης.

 

«Τα νησιά της Ελλάδας»
Lord Byron

 

…Τα βουνά βλέπουν τον Μαραθώνα-
Κι ο Μαραθώνας βλέπει την θάλασσα-
Και καθώς μονάχος εκεί συλλογιζόμουν
Ονειρεύτηκα πως η Ελλάδα μπορεί να είναι ακόμα ελεύθερη
Γιατί, στου Πέρση τον τάφο καθώς στεκόμουν
Τον εαυτό μου σκλάβο δεν μπορούσα να τον θεωρήσω.

Στην άκρη του βράχου που αγναντεύει την θαλασσογεννημένη Σαλαμίνα
καθόταν ένας βασιλιάς
Και πλοία, χιλιάδες πλοία, ήταν κάτω απλωμένα
Και έθνη ανθρώπων -όλα δικά του ήταν!

Τα μέτρησε την αυγή
Κι όταν ο ήλιος έγειρε, πού είναι; Πού είναι; και πού είσαι εσύ
πατρίδα μου; Στην άφωνη ακτή σου
Το ηρωικό τοπίο είναι τώρα σιωπηλό-
Τα ηρωικά στήθη δεν χτυπούν!
Κι η θεία λύρα σου
Γιατί πρέπει να ξεπέσει στα δικά μου τα χέρια;

*

Για τους Έλληνες το πρόσωπο κοκκινίζει – για τους Έλληνες ένα δάκρυ κυλά.
Μα πρέπει άραγε να κλάψουμε για τα ένδοξα περασμένα;
Πρέπει να κοκκινίσουμε από ντροπή; – Οι πατεράδες μας έχυσαν αίμα.
Ω γή! Από το στήθος σου δώσε μας πίσω
Ένα απομεινάρι των νεκρών Σπαρτιατών!

Απ’ τους τριακόσιους δώσε μας τρείς μονάχα
Να φτιάξουμε καινούριες Θερμοπύλες. Τι; Ακόμα σιωπή και όλα σιωπηλά;
Α! όχι. Των νεκρών οι φωνές
Ακούγονται σαν μακρινός χείμαρρος που πέφτει
και απαντούν, «Ας σηκωθεί ένα ζωντανό κεφάλι,
Έστω μονάχα ένα κι ερχόμαστε, ερχόμαστε»!

*

Στον βράχο του Σουλίου και στην ακτή της Πάργας,
έχει απομείνει το ίχνος μιας γενιάς
όπως αυτή που γέννησαν των Δωριαίων οι μανάδες.
Κι ίσως εκεί να είναι σπαρμένος ο σπόρος
Που φέρει μέσα του το αίμα του Ηρακλέα. Μην εμπιστεύεσαι τους Φράγκους για λευτεριά-
Ο βασιλιάς τους πουλά και αγοράζει:
Στα ντόπια σπαθιά, στα ντόπια μπράτσα,
Φωλιάζει η μόνη ελπίδα.