Cat Is Art

Λιλίκα Νάκου: Από την Ελληνίδα μπορεί να βγει μια άλλη γενεά γυναικών, περήφανη και δυνατή

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Την πονώ την αδελφή μου την Ελληνίδα για την φρικτή ανατροφή που της έδωσαν, που της στρέβλωσαν την ψυχή. Για την κούκλα που έφτιαξαν οι άνδρες, όμοια στο γούστο τους, για την κατάντια της, που πουλιέται για μια «αυτοκινητάδα» κ’ ένα ζευγάρι κάλτσες μεταξωτές. Για την αγραμματοσύνη που την αφήνουν και τον καημό που της έβαλε η μάνα της πρώτη στο κεφάλι, να βρη τον «περίφημο γαμπρό». Για την αγωνία της ώσπου να τον βρη και τους εξευτελισμούς που περνά πριν και μετά τον γάμο. Κοιτώ έξω τα κορίτσια και ψάχνω να βρω στα μάτια τους καλοσύνη και ανθρωπισμό. Μα στα περισσότερα βλέπω αναίδεια και ανοησία. […] Από την εργαζόμενη Ελληνίδα μπορεί να βγει μια άλλη γενεά γυναικών, περήφανη και δυνατή. Να το ελπίσωμε».

 

***

 

Τα παραπάνω έγραφε η Λιλίλα Νάκου το 1930 σε άρθρο της στο περιοδικό «Εργασία» με θέμα: «Πώς βλέπω τις Ελληνίδες». Με το κείμενό της αυτό ασκούσε έντονη κριτική στον τρόπο ζωής των Ελληνίδων και εξέφραζε την ελπίδα ότι από την εργαζόμενη γυναίκα, που ήταν υγιές στοιχείο στην ελληνική κοινωνία, θα δημιουργούνταν μια νέα, καλύτερη γενιά γυναικών.

 

***

 

Το πραγματικό της όνομα ήταν Ιουλία. Έγινε μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, την 5η Μαΐου του 1972, δηλαδή 36 χρόνια από τότε που άρχισε να εργάζεται σε εφημερίδες.

Η Λιλίκα Νάκου γεννήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου του 1904 στη συνοικία της Πλάκας στην Αθήνα. Ήταν κόρη του δικηγόρου Λουκά Νάκου και της αριστοκρατικής καταγωγής Ελένης Παπαδοπούλου. Ο πατέρας της ήταν στο Κόμμα των Φιλελευθέρων και διετέλεσε δύο φορές υπουργός με την παράταξη του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Η μητέρα της ήταν αδελφή της λογοτέχνιδας Αρσινόης Παπαδοπούλου.
Η Λιλίκα Νάκου μαθήτευσε στο Ιδιωτικό Δημοτικό Σχολείο της Χιλλ. Όταν ήταν δώδεκα ετών οι γονείς της χώρισαν και η ίδια εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της στη Γενεύη, όπου τέλειωσε το γυμνάσιο, πήρε μαθήματα πιάνου και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του πανεπιστημίου της Γενεύης. Μετά το τέλος του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου έφυγε με τη μητέρα της για το Παρίσι.

***

Σπούδασε γαλλική λογοτεχνία στη Σορβόνη, ήρθε σε επαφή με τους σοσιαλιστικούς κύκλους του Παρισιού.
Το 1930 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Λόγω οικονομικών προβλημάτων εργάστηκε από το 1934 ως δασκάλα Ωδικής, αρχικά στο Ρέθυμνο και στη συνέχεια στα Πατήσια. Την ίδια χρονιά πέθανε ο πατέρας της.

Η Νάκου συναναστράφηκε με την ομάδα λογοτεχνών της Δεξαμενής, και ιδιαίτερα με τον Κώστα Βάρναλη, την Έλλη Αλεξίου, τη Σοφία Παπαδάκη, τη Γαλάτεια και το Νίκο Καζαντζάκη.
Είχε πάρει ευρωπαϊκή παιδεία, είχε δεχτεί δυτικές επιδράσεις, ήταν εργαζόμενη και χειραφετημένη, οπότε επαναστατούσε ενάντια στην αστική καταπίεση, την κοινωνική αδικία, την ανελευθερία και την υποκρισία. Αμφισβητούσε την πατριαρχική δομή της ελληνικής κοινωνίας και δεν αποδεχόταν τη μειονεκτική θέση της Ελληνίδας που ήταν περιορισμένη στον ιδιωτικό χώρο του σπιτιού και δεν είχε δικαιώματα. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα ζητήματα της εκμετάλλευσης των γυναικών, των συζυγικών σχέσεων, της προίκας και της πορνείας.
Το 1932 εξέδωσε τη συλλογή πέντε αφηγημάτων «Η ξεπάρθενη», πρώτα στα γαλλικά, που αποτελούσαν τη δεύτερη μητρική της γλώσσα, και μετά στα ελληνικά. Το βιβλίο προλόγισε ο Γεώργιος Βεντήρης, ο οποίος την προέτρεπε διαρκώς να γράφει. Η ηρωίδα του έργου, ανεξάρτητη οικονομικά μητέρα παιδιού που αποφάσισε να μεγαλώσει μόνη της, αισθανόταν περιφρόνηση για τη μητέρα της, γυναίκα της παλιάς γενιάς που ζούσε συμβιβασμένη με έναν άνδρα που δεν την αγαπούσε ούτε τη σεβόταν. Ήταν υποταγμένη στην εξουσία του, δεν αντιδρούσε ούτε όταν δεχόταν προσβολές και έπαιζε το ρόλο της «καθώς πρέπει κυρίας».

Πρόκειται για ένα έργο πρωτοποριακό για την εποχή του, καθώς αναφέρεται στη γυναικεία σεξουαλικότητα με όρους που παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για την ανδρική, προβάλλοντας τις γυναικείες ερωτικές επιθυμίες και τη λειτουργία του ασυνείδητου.

Η Νάκου υιοθέτησε έναν πρώιμο φεμινιστικό λόγο συνδυασμένο με παραδοσιακά στοιχεία, αφού στο τέλος παραδεχόταν ότι «το κέντρο της ζωής μου, ο σκοπός της ύπαρξής μου είναι η αγάπη του παιδιού μου».

 

***

 

 

 

Το 1936 εγκατέλειψε τη διδασκαλία και αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία. Έγινε μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων το 1972.
Συνεργάστηκε με την εφημερίδα «Ακρόπολις» και το «Έθνος» (ανταποκρίτρια και στο εξωτερικό), καθώς και με τα περιοδικά «Νέα Εστία», «Νεοελληνικά Γράμματα», «Φιλολογική Πρωτοχρονιά», «Ο κύκλος» κ.α.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής έχασε τη μητέρα της από την πείνα, έπεσε σε οικονομική εξαθλίωση, σώθηκε από λιμοκτονία από τον Ερυθρό Σταυρό, ανέπτυξε δράση υπέρ των διωγμένων κομμουνιστών και εργάστηκε εθελοντικά στο νοσοκομείο παίδων της Ριζαρείου. Μετά την απελευθέρωση επισκέφτηκε ξανά την Ελβετία και ταξίδεψε στο εξωτερικό για οχτώ χρόνια περίπου.
Τη δεκαετία του ’60 εμφάνισε έντονα προβλήματα υγείας, τα οποία τη συνόδευσαν μέχρι το τέλος της ζωής της.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της επισκεπτόταν συχνά την Ικαρία για θεραπευτικούς λόγους.

 

***

 

Η Λιλίκα Νάκου έφυγε από τη ζωή στις 25 Μαΐου 1989, στα 85 της χρόνια, έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη στο σπίτι της στους Αμπελοκήπους.

 

***

 

Στη βασική φωτογραφία, από αριστερά: Οι συγγραφείς Κώστας Βάρναλης, Ιουλία Περσάκη, Δώρα Βάρναλη και Λιλίκα Νάκου. Αίγινα, Μάιος 1961.

Εκτύπωση
Παναγιώτης ΜήλαςΛιλίκα Νάκου: Από την Ελληνίδα μπορεί να βγει μια άλλη γενεά γυναικών, περήφανη και δυνατή

Related Posts