20 Ιουλίου 1969: Πρώτη φορά στο φεγγάρι. Πρώτη φορά στο Λυγουριό με τον Λεωνίδα και την Κάκια

Πάνω: Ο κύριος Λεωνίδας με τη συνάδελφο – δημοσιογράφο Ελένη Κάραμποττ και τον γράφοντα.

 

 

Του Παναγιώτη Μήλα
panmil2003@yahoo.gr

– Απίθανο. Τρία μπιζαρίσματα έκανε. Τέλειο ήταν. Μοναδική εμπειρία. Πρόσεχε τώρα που θα κατεβαίνεις.
– Πάμε αριστερά, στο σκοτεινό στενάκι. Στην ανηφορίτσα και μετά στα παρασκήνια. Θέλω να δω τον Γιώργο και τη Λένα…
– Αυτούς που έκαναν τον Βλέπυρο και την Πραξαγόρα. Μετά κατευθείαν για Λυγουριό. Έχω και αυτή την αγωνία απόψε. Να δοκιμάσω τις γεύσεις που μου υποσχέθηκες.
– Αλήθεια, πρόσεξες αυτή τη λέξη, την τεράστια… που αναφέρεται στη μαγειρική; Είναι η μεγαλύτερη λέξη στον κόσμο και αποτελείται από 172 γράμματα, 27 συνθετικά και 78 συλλαβές. Πρόκειται για μια συνταγή μαγειρικής, την οποία ο Αριστοφάνης παρουσίασε με αυτόν  τον τρόπο, καταφέρνοντας να την περιγράψει μέσα σε 172 γράμματα. Η λέξη που έχει καταγραφεί και στο βιβλίο Guinness, είναι η εξής: “Λαπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκρανιολειψανοδριμυποτριμματοσιλφιολιπαρομελιτοκατακεχυμενο κιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστεραλεκτρυονοπτοπιφαλλιδοκιγκλοπελειολαγωοσιραιοβαφητραγανοπτερυγών…”.
– Μου φαίνεται πως θα φθάσουμε πιο γρήγορα στο Λυγουριό παρά να προσπαθήσουμε να πούμε αυτή τη λέξη – “σιδηρόδρομο” που είναι ακόμη πιο δύσκολο να διαβαστεί απνευστί. Ας κάνω μια προσπάθεια να σου τη …μεταφράσω. Άκου λοιπόν: Πάστοπεταλίδο – γαλεοσάλαχο – τούρσοπιπεράτο – μυαλοκόμματαμελοπερεχύτο – μυτζηθρότυρο – τρυγονοκοτσύφοτσιχλοπίτσουνα – ψητοσουσουράδο – κοτοκέφαλαάγριοπεριστέρο – λαγοκούνελα – στράγαλοπετμέζο φτερουγόδιπλες…
– Καλή η πληροφορία που μου έδωσες αλλά με την πείνα που έχω προτιμώ να γνωρίσω άμεσα την καλύτερη γεύση στον κόσμο, εκεί  στον “Λεωνίδα”.
– Ακριβώς. Η καλύτερη γεύση. Όχι επειδή το λέω εγώ. Το έχουν πει πριν από μένα πολλοί διάσημοι. Ποιον να πρωτοθυμηθώ… Αρχίζω: Μαρία Κάλλας, Μενεγκίνι, Μελίνα Μερκούρη, Ζυλ Ντασσέν, Κατίνα Παξινού, Αλέξης Μινωτής, Κάρολος Κουν, Φρανσουά Μιττεράν με την εκλεκτή συνοδεία του, Τζάκι Κέννεντι…
“Όχι, δεν τους φροντίσαμε ξεχωριστά. Όλους τους αντιμετωπίζουμε το ίδιο, με σεβασμό κι  αγάπη…”, λένε μαζί ο κύριος Λεωνίδας και η κυρία Κάκια.

 

Αμέτρητοι. Εκατοντάδες. Χιλιάδες. Από το 1953 μέχρι και σήμερα. Συμπληρώνονται φέτος 60 χρόνια…
Τίποτα δεν έχει αλλάξει όμως από τότε ως προς την ποιότητα. Στο μικρό καφενεδάκι που υπήρχε, μπήκε για πρώτη φορά η Κατίνα Παξινού. Ο ίδιος ο κ. Λεωνίδας διηγείται: “Η Παξινού έμπαινε στην κουζίνα  και μαγείρευε. Μια γκαζιέρα, ένα τηγανάκι, μια κατσαρόλα και πολλή φαντασία. Και να οι τηγανιτές πατάτες, και να τα αβγά μάτια, και να τα φρέσκα φασολάκια, οι χορταστικές μακαρονάδες με κιμά, οι ανεπανάληπτες χωριάτικες σαλάτες με το εξαιρετικό ελαιόλαδο, οι γευστικές ντομάτες και να τα μυρωδάτα αγγούρια. Για να μην πω και για τις τυρόπιτες και της σπανακόπιτες. Όλα αυτά τα συνόδευαν με το μοναδικό κόκκινο και λευκό κρασί της περιοχής. Ακολουθούσε η ώρα του φρούτου με τα ασυναγώνιστα καρπούζια. Όσοι δεν έκαναν δίαιτα, δοκίμαζαν γλυκό του κουταλιού, κεράσι, σταφύλι, πορτοκάλι, βερίκοκο…”.
Όλo αυτό το γευστικό πανηγύρι χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Χωρίς ψυγείο. Λίγο αργότερα κάποιες κολόνες πάγου δρόσιζαν τα φρούτα και το νερό. Μέχρι το 1962. Τότε ήρθε το ρεύμα. Και στο χώρο του Αρχαίου Θεάτρου τα πρώτα χρόνια δεν υπήρχε ηλεκτρικό. Υπάρχουν κινηματογραφημένα στιγμιότυπα από την πρώτη παράσταση του Φεστιβάλ, το 1954, με τον “Ιππόλυτο” και τον Αλέκο Αλεξανδράκη στο βασικό ρόλο και τον ήλιο να βρίσκεται καταμεσής στον ουρανό. Είναι γνωστή η φωτογραφία του Αλεξανδράκη με τον Θάνο Κωτσόπουλο από την παράσταση. Στου “Λεωνίδα” αριστερά όπως μπαίνουμε στο μαγαζί. Αργότερα είχαν μια γεννήτρια από τον Σκαραμαγκά και δύο ναύτες έδιναν ρεύμα. Αυτό άλλαξε όταν προγραμματίστηκε να τραγουδήσει η Κάλλας αλλά αρνήθηκε να το κάνει υπό αυτές τις συνθήκες. Τότε, το 1961, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής καλεί όλους τους προϊσταμένους της ΔΕΗ Πελοποννήσου στο θέατρο, έξω από το ξενοδοχείο “Ξενία”. Τους χαιρετάει από δεξιά προς αριστερά, όλους, και τους λέει: “Kύριοι θέλω μέχρι το τέλος Μαΐου να έχει έρθει το ρεύμα εδώ”. Μέσα σε είκοσι πέντε μέρες ήρθε το ρεύμα από τον Πόρο, ήρθε και η Κάλλας. Γέμισε κάθε γωνιά από κόσμο. Το θέατρο χωράει περίπου 13.350 και μαζεύτηκαν από τα γύρω χωριά 25.000 άτομα!
– Από τότε το να φας στου “Λεωνίδα” μετά την παράσταση ήταν σχεδόν έθιμο.
– Όμως να σου πω κάτι σημαντικό, τον “Λεωνίδα” μπορείς να τον απολαύσεις το μεσημέρι και το απόγευμα, στα μέσα της εβδομάδας. Στο δροσερό κήπο, κάτω από την κληματαριά συντροφιά με έναν βαρύ γλυκό και ίσως με κάποιους ηθοποιούς που ξεκουράζονται πριν πάνε στη βραδινή πρόβα.
– Θα το έχω στα υπόψη. Τώρα τι κάνουμε που με έχει θερίσει η πείνα κι εσύ μου λες ιστορίες…
– Χαλάρωσε. Φθάσαμε. Από όλη την παρέα μόνο εσύ γκρινιάζεις. Εδώ είμαστε. Τον βλέπεις τον κύριο εκεί που υποδέχεται τον κόσμο; Αυτός είναι ο κύριος Λεωνίδας!
– Επιτέλους! Μα με ποιον μιλάει; Τι λένε; Πάμε πιο κοντά…
– Ήρθες, αγαπητέ Ηρακλή; Πέρασε μέσα. Η Περσεφόνη μόλις έμαθε ότι έφτασες, αμέσως βάλθηκε να ζυμώνει καρβέλια, έβαλε δυο τρεις χύτρες στη φωτιά με όσπρια τριμμένα και φάβα, και στη θράκα ένα ολάκερο βόδι, ψήνει ακόμη γλυκά και πίτες. Μα πέρασε μέσα.
– Γυναίκα, βράσε μπόλικα ρεβίθια, ρίξε και στάρι, φέρε μας λίγα σύκα (…) Ας φέρει κάποιος απ’ το σπιτικό μου την τσίχλα και δυο σπίνους. Και το ανθόγαλο και τέσσερα κομμάτια λαγού.
– Η κότα ψήθηκε, το παστέλι του σουσαμιού ζυμώθηκε. Φέρε τις τσαπέλες με τα σύκα και τις θρούμπες τις ελιές.
– Ω! Πολυπόθητε και πολυαγαπημένε λαχταριστέ μεζέ της κωμωδίας, μας ήρθες πια, μεράκι των φαγάδων. Το φυσερό, τη σκάρα φέρτε, δούλοι…
– Φίλε μου, ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται κι εσύ βλέπεις και ακούς ιστορίες. Όμως πριν έρθει και η υπόλοιπη παρέα και μέχρι να μιλήσει η Ειρήνη με τους φίλους της ηθοποιούς έχω χρόνο για ένα γευστικό μονότερμα. Να σου θυμίσω λοιπόν ότι το ελαιόλαδο, το λαχανικό, τα φρούτα, τα καρυκεύματα, τα όσπρια και τα δημητριακά, τα κρέατα και βέβαια το κρασί, όπως σήμερα, έτσι και τότε αποτελούσαν τα κυρίαρχα συστατικά της γαστρονομίας. Τα όσπρια και τα δημητριακά αποτελούσαν διατροφική βάση για την πλειονότητα των Ελλήνων από την αρχαιότητα. Τα κουκκιά, τα λούπινα, τα μπιζέλια και τα ρεβίθια είναι μερικά από τα όσπρια που προτιμούσαν οι αρχαίοι Έλληνες. Τα δημητριακά χρησίμευαν κυρίως στην παρασκευή διαφόρων τύπων ψωμιού, έτσι παρασκεύαζαν ψωμί από κριθάρι, σιτάρι, κεχρί κ.ά. Τα λαχανικά και τα φρούτα ήταν ανέκαθεν πρώτα στις επιλογές των Ελλήνων. Άλλωστε, και στην Αρχαία Ελλάδα, υπήρχαν μερικοί όπως οι οπαδοί του Πυθαγόρα που ήταν φυτοφάγοι. Φυσικά τα λαχανικό και τα φρούτα εκείνης της εποχής δεν ήταν ίδια με τα σημερινά, αφού δεν υπήρχαν ντομάτες, πατάτες, πιπεριές, καλαμπόκι, πορτοκάλια, μανταρίνια, μπανάνες κ.α. Από τα λαχανικά υπήρχαν το αγγούρι, η αγκινάρα, ο αρακάς, οι κολοκύθες, τα κρεμμύδια, το λάχανο, το σπαράγγια, τα μανιτάρια, τα παντζάρια κ.α. Από τα καρυκεύματα και τα μπαχαρικά χρησιμοποιούσαν άνηθο, βασιλικό, δυόσμο, θυμάρι, κάρδαμο, κόλιανδρο, κάππαρη, κουκουνάρι, αλλά και τα εισαγόμενα, όπως πιπέρι κ.α. Στα φρούτα κυριαρχούσαν το αχλάδι, το δαμάσκηνο, το κεράσι, το κούμαρο, το κυδώνι, και βέβαια το σταφύλι και το σύκο. Εδώ να σου πω πάλι κάτι αριστοφανικό που έχει σχέση και με τις μέρες μας. Στους “Ιππής” λοιπόν ο αλλαντοπώλης Αγοράκριτος, εκφράζοντας έτσι και την αγωνία του λαού για την ακρίβεια, λέει: “Και συμβούλεψα να υποσχεθούμε στην Αρτέμιδα την Αγρότιδα χίλια κατσίκια, αν οι σαρδέλες έκαναν, την επομένη, εκατό στον οβολό”. Στις κωμωδίες του Αριστοφάνη αναφέρονται και κάποια φαγητά που μας ξενίζουν. Στους “Ιππής” μιλάει για “ξίγκι βοδινό ψημένο μέσα σε συκόφυλλα”. Αναφέρει επίσης τον “κάνδυλο”, ένα ανακάτεμα από μέλι, γάλα, τυρί και λάδι, τον “μυττωτό”, ένα είδος σκορδαλιάς με πράσα, σκόρδα, τυρί και μέλι.
Ο Αισχύλος στον “Προμηθέα Λυόμενο”, μια τραγωδία που δεν σώθηκαν παρά λίγοι στίχοι της, ξαφνιάζει τους Αθηναίους: “Μα οι Σκύθες οι φιλόνομοι που τρώνε τυρί αλογίσιο ανάκατο με γάλα…”. Παρακάτω μια πολύ ξεχωριστή συνταγή σάλτσας, με την οποία γαρνίρανε τα φαγητά τους, μας δίνει ο Αθήναιος: “Χύσε από πάνω σίλφιο, χύσε ξύδι, χύσε ακόμη λάδι, τρίψε τυρί, ρίξε από πάνω λίπη και σάλτσες ζεστές”. Τα “θυλήματα” που αναφέρονται απ’ τον Αριστοφάνη στην “Ειρήνη”, ήταν χοντροαλεσμένο αλεύρι από στάρι ή κριθάρι, βρεγμένο με κρασί και λάδι. Μ’ αυτό ραντίζανε το σφαχτάρι ενώ ψηνόταν. Ο κάθε χυλός ήταν από τα προσφιλή φαγητά για τους πιο φτωχούς, που διαφημίζονταν κατάλληλα, ακόμη και από ένα στωικό φιλόσοφο, όπως ο Χρύσιππος, στην “Περί καλού” πραγματεία του: Χυλός από βολβούς – φακές είναι σαν αμβροσία στης παγωνιάς το κρύο.
Σχετικά με την ετοιμασία ενός δείπνου, να τι μας άφησε ο Φερεπράτης (Αθηναίος ηθοποιός και ποιητής, του 4ου π.Χ. αιώνα), στο “Δουλοδιδάσκαλο”: Πώς ετοιμάζεται το δείπνο; πέστε μας; Λοιπόν σας λέω, έχετε ένα κομμάτι χέλι, καλαμαράκια και αρνί, ολίγο λουκάνικο, βραστά πόδια και συκώτι, παϊδάκια και πουλιά, κοτόπουλα και τυρί που ‘ναι μέσα στο μέλι, κι από κρέατα ένα μέρος. (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί Γ 49).
Ένα καλό τραπέζωμα μας παρουσιάζει και ο Αριστοφάνης (“Εκκλησιάζουσαι” 838-845). Τα τραπέζια είναι έτοιμα και γεμάτα με όλα τ’ αγαθά και τα κρεβάτια στρωμέναμε χαλιά και προβιές. Μες στις κανάτες ανακατεύουν το κρασί, οι μυροπώλισσες περιμένουν στην αράδα, τα ψάρια κομμένα φέτες ψήνονται, οι λαγοί στις σούβλες, ξεφουρνίζουν τις πίτες, πλέκονται στεφάνια, καβουρντίζουν ξερούς καρπούς κι οι πιο νέες βράζουν στις χύτρες τη φάβα. “Το πρώτο πιάτο”, λέει ο γιος του Αριστοφάνη, Νικόστρατος (ποιητής κι αυτός), “από τα μεγάλα, θα προηγηθεί με σκαντζόχοιρο (εχίνον) λακέρδα ως και κάππαριν, μια θρυμματίδα, φέτα, παστό ψάρι ως κι ένα βολβό μέσα σε μια σάλτσα πολύ πικάντικη” (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί Δ 10).
– Λοιπόν αρκετά με ζάλισες. Ας καθίσουμε. Να παραγγείλουμε μιας και φθάσαμε από τους πρώτους.
– Μην ανησυχείς. Όλα με τη σειρά τους. Χωρίς άγχος. Πάμε πρώτα να δούμε τι καλά έχει ετοιμάσει η κυρία Κάκια. Έλα εδώ, στη βιτρίνα. Διάλεξε…
– Γιουβετσάκι μοσχάρι, κοτόπουλο με πατάτες τηγανιτές, παστίτσιο, μουσακάς, τα ονομαστά κεφτεδάκια, παπουτσάκια, της ώρας ότι ζητήσεις, σαλάτες, χόρτα, κολοκυθάκια, τυρί φέτα, γραβιέρα, τυροκαυτερή, τζατζίκι…
– Σταμάτα! Τρέχουν τα σάλια μου…
– Έτσι έτρεχαν και το 1954 όταν ξαφνικά εμφανίστηκε η περίφημη… “Μαρμάρω”, το  λεωφορείο του Εθνικού Θεάτρου. Οι ηθοποιοί βρήκαν κατάλυμα στο καφενείο του Λεωνίδα αλλά και στα σπίτια του χωριού…

Ο κύριος Λεωνίδας διηγείται τις αναμνήσεις του στον Παναγιώτη Μήλα και το cat is art

Η Κατίνα Παξινού έριξε την ιδέα να μπει και κανένα φαγητό στο τσουκάλι, για να μη μείνει ο θίασος νηστικός και είναι η ίδια που μαθαίνει τη μικρούλα Κάκια, να μαγειρεύει… Της έδειξε τα μυστικά της μαγειρικής. Έμπαινε πίσω απ’ τον πάγκο και τις έδειχνε τις δόσεις, το πόσο πρέπει να βραστεί ή ψηθεί ένα φαγητό για να ‘ναι πιο νόστιμο…
Εξήντα χρόνια μετά ο Λεωνίδας με την Κάκια διατηρούν τη ζεστή, φιλόξενη ταβέρνα τους που είναι γεμάτη από μνήμες. Είναι σαν να τους βλέπεις τώρα μπροστά σου ολοζώντανους:  Τη Μελίνα να… τσιμπολογάει πατάτες με τα χέρια, τον Μινωτή να μιλά δυνατά για το πού πάει το θέατρο, τον Μίμη Κουγιουμτζή να παίζει τάβλι, την Καρέζη στο ξεκίνημά της αγκαλιά με τον Χριστόφορο Νέζερ. Την Ελένη Χατζηαργύρη, τον Θόδωρο Μορίδη να καμαρώνει επειδή ήταν ο μεγαλύτερος Έλληνας ηθοποιός… εν ζωή! Αργότερα την ομάδα του Θεάτρου Τέχνης, τη Λυδία Κονιόρδου, την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, τα παιδιά του ΚΘΒΕ και τα παιδιά του Θ.Ο. Κύπρου. Πιο εύκολο είναι να ξεχάσουμε κάποιους, παρά να τους θυμηθούμε όλους. Στη συνέχεια πηγαδάκια και… κοινωνική-θεατρική κριτική, γλυκά και καφέδες, ψωμί με φρέσκο μέλι. Πρωινά, βράδια και ατέλειωτα ξενύχτια. Μέχρι πρωίας! Ακριβές μνήμες προσφέρουν και όλες οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες απ’ τα περασμένα. Έτσι και αρχίσει να τις περιγράφει ο κύριος Λεωνίδας θα ξεχάσουμε πως εδώ ήρθαμε για φαγητό. Εκείνος θυμάται τα πάντα με λεπτομέρειες σαν να έγιναν χτες…
– Παράγγειλες;
– Ναι. Κοκκινιστό με χοντρό μακαρόνι και μια κεφτεδάκια. Εσύ;
– Εγώ, πήρα σήμερα μπριάμ…
– Έλα τώρα. Μέχρι να έρθουν όλοι. Άκου τον κύριο Λεωνίδα. Εδώ στην παρέα με τις νεαρές σπουδάστριες της σχολής του Εθνικού Θεάτρου…
– Λοιπόν κορίτσια μου. Παξινού δεν ξαναγεννιέται! Μοναδική ηθοποιός, μοναδικό πλάσμα! Και τι φωνή! Ακουγόταν μέχρι κι έξω, το πάρκιγκ… Βρες μου σήμερα τέτοια ηθοποιό… Τη λατρέψαμε απ’ τον πρώτο καιρό που ήρθε. Έξω καρδιά! Με χιούμορ τρομερό. Εκτός των άλλων της άρεσε πολύ να παίζει και χαρτιά! Έχω ακόμα μια τράπουλά της. Ενθύμιο μεγάλο! Έμπαινε μετά την παράσταση και έλεγε με το γνωστό τρόπο της “τι είπανε ρε οι χωρικοί; Αυτοί ξέρουν να κρίνουν καλά, όχι οι άλλοι”. Της φώναζε ο Μινωτής: “φτάνει πια!”. Εκείνη κουνούσε το κεφάλι κοροϊδευτικά και δεν σταματούσε το παιχνίδι… Ας τον να λέει, μου ‘γνεφε… Και έπειτα τάιζε όλους τους ηθοποιούς. Έλα να τους σερβίρουμε, έλεγε στην Κάκια κι έβαζε χορταστικές μερίδες στα πιάτα τους. “Να καρδαμώσουν για να παίζουν καλύτερα”, έλεγε γελώντας. Την ίδια ώρα ο Μινωτής έκανε τις γνωστές τσιγκουνιές του. Ήταν σφιχτοχέρης. Μια φορά διαμαρτυρήθηκε έντονα όταν του είπα πόσο πήγε η οκά το ελαιόλαδο. Όταν του έφερα λοιπόν μια χωριάτικη σαλάτα που ζήτησε είδε πως δεν είχα βάλει ελαιόλαδο και άρχισε να φωνάζει: Βρε Λεωνίδα, γιατί ξέχασες το ελαιόλαδο; Δεν το ξέχασα, κύριε Μινωτή. Δεν έβαλα επειδή θα ανέβει ο λογαριασμός… Πόσο χρωστάω, με ρώτησε. Χίλιες τριακόσιες, του απαντούσα. Με… γδέρνεις, μου έλεγε κοιτώντας με στα μάτια. Και μου έδινε ένα χιλιάρικο! Μεγάλος ηθοποιός όμως. Οιδίπους επί Κολωνώ και Τύραννος δεν ξαναγίνονται! Να δες αυτή τη φωτογραφία εδώ, στο βάθος δεξιά όπως μπαίνουμε στο μαγαζί. Επειδή αργούσα να κρεμάσω τη φωτογραφία του μου έφερε εκείνος το… καρφί! “Τα πρώτα χρόνια ξεχώρισα και τον Θάνο Κωτσόπουλο -μεγάλος ηθοποιός!- που μας πάντρεψε με την Κάκια και αργότερα βάφτισε και τον Νίκο μας… Έγιναν πολλές κουμπαριές στο χωριό. Δεν υπήρχαν ξενοδοχεία και τους κοιμίζαμε στα σπίτια μας τους ηθοποιούς. Γίναμε μια οικογένεια κι έτσι ήρθαν και οι κουμπαριές… Θυμάμαι και τον Νέζερ. Δεν ήξερε να διαβάζει. Του μάθαινε το ρόλο λέξη λέξη η γυναίκα του η Μερόπη με τις ώρες. Κι εκείνος για να την ευχαριστήσει την τάιζε στο στόμα. Ο Μάνος Χατζιδάκις; Σπουδαίος συνθέτης. Έτρωγε κι έπειτα πήγαινε να κοιμηθεί πάνω. Ροχάλιζε! Ο Μίκης Θεοδωράκης, μεγάλος συνθέτης κι αυτός. Του αρέσει πολύ το φαγητό, οι νοστιμιές της Κάκιας!”.
“Ξέρεις όμως ποιο είναι το… μυστικό μας;”, λέει η κυρία Κάκια. “Η πρώτη ύλη μας, το  λάδι του παππού Λεωνίδα που κάνει τα φαγητά μας λουκούμια”! “Εμείς δεν έχουμε ούτε… σολoμούς, ούτε… αστακούς”, λένε με μια φωνή η κυρία Κάκια με τον κύριο Λεωνίδα. “Ο, τι τρώει ο τελευταίος… θνητός απ’ τα χέρια της κυρίας Κάκιας, αυτό θα φάει κι ο… πρωθυπουργός!”. Και αυτή είναι η αλήθεια.

H κυρία Κάκια Λιακοπούλου προσηλωμένη στις δημιουργίες της.

Η Μελίνα έμπαινε μέσα, πληθωρική κι έντονη και έλεγε στη γυναίκα μου “βάλε μου”. Τρελαινόταν για το γιουβέτσι της και δεν χρειαζόταν να της πει τι φαγητό ήθελε… “Βάλε μου”! Κι όταν της πήγαινα το πιάτο και ήθελε να αστειευτεί μου ‘λεγε: “Ρε, την πιο άσχημη μερίδα μου έβαλες” και ξέσπασε σ’ αυτά τα γέλια τα δυνατά που δεν θα ξεχάσω ποτέ…  Ο Τσαρούχης; Ψυχούλα. Είχε σάκχαρο, αλλά ήθελε να κάθεται πλάι στη βιτρίνα με τα γλυκά μας για να… γλυκαίνεται “νοερά”.
Ήρθε κι η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Πανέξυπνο πλάσμα. Τσιμπολογούσε απ’ τα πιάτα και ενώ μιλούσε με την Κάκια γυρνάει και μου λέει: Το βλέπεις εκείνο το τραπέζι των δημοσιογράφων; Με… θάβουν! Προσιτός άνθρωπος, γλυκός κι οικείος. Και πόσο έξυπνη!
– Αλήθεια, για πες μου τώρα τελευταία έγιναν τα πράγματα εδώ στον “Λεωνίδα” τόσο ιδανικά όπως τα περιγράφεις;
– Κοίτα, για να είμαι ειλικρινής δεν ήμουν παρών από την πρώτη μέρα. Τον κύριο Λεωνίδα τον γνώρισα το 1969. Πριν από 44 χρόνια δηλαδή. Ήταν 20 Ιουλίου του ’69. Πάνω στην καρότσα ενός αγροτικού ήμασταν φοιτητές που κάναμε το πρώτο μας ταξίδι στην Επίδαυρο. Ένας συμφοιτητής μας από το Αδάμι Αργολίδας μας μύησε στα μυστικά της περιοχής. Το Εθνικό Θέατρο παρουσίαζε σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη την “Ηλέκτρα” του Ευριπίδη, σε μετάφραση Τάσου Ρούσσου, μουσική Αντίοχου Ευαγγελάτου και στον κεντρικό ρόλο την Ελένη Χατζηαργύρη. Ήταν η ημέρα που ο άνθρωπος πάτησε για πρώτη φορά στο φεγγάρι. Ακούγαμε από το ραδιόφωνο του ΕΙΡ την περιγραφή της προσελήνωσης και τα πρώτα βήματα του Νιλ Αρμστρονγκ. Λίγη ώρα αργότερα απογειωθήκαμε και μεις παρακολουθώντας την παράσταση και στη συνέχεια βρεθήκαμε για πρώτη φορά στον αστερισμό του κυρίου Λεωνίδα και στις νοστιμιές της κυρίας Κάκιας.
Τα χρόνια πέρασαν. Τα πάντα γίνονται και σήμερα όπως τότε. Με αγάπη. Με την αγάπη που δίδαξε ο κύριος Λεωνίδας και η κυρία Κάκια στα παιδιά τους. Στον Νίκο και στον Γιώργο τα δύο παλικάρια τους, που μπορεί να δουλεύουν κι οι δύο ως εκπαιδευτικοί, μα τα καλοκαίρια δουλεύουν πλάι στους γονείς τους… Το ίδιο και οι δύο πανέμορφες νύφες: Η Σοφούλα και η Αγγελική. Την ομάδα συμπληρώνουν οι δικοί τους Λεωνίδες, ο φοβερός Γιωργάκης και ο μικρός Νίκος. Όλοι με βασικό όπλο το χαμόγελο και την ταχύτητα στην εξυπηρέτηση. Την ίδια ώρα η ξενάγηση στις δεκάδες, κυριολεκτικά, φωτογραφίες είναι απόλαυση για όλους. Ο καθένας τους έχει να θυμηθεί και μια στιγμή. Και δεν είναι τυχαίο που όλοι διεκδικούν να αναρτηθεί η φωτογραφία τους στους τοίχους του μαγαζιού. Θεωρείται κάτι σαν τίτλος τιμής. Κάποιοι -όπως ο Τσαρούχης- έχουν υπογράψει αυτές τις φωτογραφίες και τις έχουν αφιερώσει στον Λεωνίδα και στην Κάκια.
Θα δείτε ακόμη στις φωτογραφίες και το πραγματικό sold out που έγινε για την “Αντιγόνης” της Άννας Συνοδινού. Αληθινό ρεκόρ εισιτηρίων, όχι εικονικό σαν του Κέβιν Σπέισι με τους 9.000 (;) θεατές. Και σε περίοπτη θέση τη φωτογραφία της Ελένης Παπαδάκη, η οποία δεν πρόλαβε να παίξει στο αρχαίο θέατρο μιας και αλλιώς είχαν αποφασίσει κάποιοι συνάδελφοί της που πιθανόν “φρόντισαν” για το τέλος της…
Θα δείτε και τη μοναδική Μελίνα ως “Μήδεια” αλλά και τον Μάνο Κατράκη να παίζει “Προμηθέα Δεσμώτη” (6 και 7 Ιουλίου 1974), τότε που επί δικτατορίας φώναζε εκτός κειμένου -πως κάποτε θα τιμωρηθούν αυτοί που μας τιμωράνε- με αποτέλεσμα την επομένη να τον βάλουν μέσα. Η παράσταση αυτή ήταν σε σκηνοθεσία του Τάκη Μουζενίδη και με τον Κατράκη έπαιζε και η Άννα Συνοδινού στο ρόλο της Ιούς.

Με τούτα και με ‘κείνα και με την ακατάσχετη φλυαρία μου η ώρα πέρασε και τώρα το μόνο και βασικό που έχω να προσθέσω κλείνοντας είναι πως αξίζει να κάνετε αυτό το γευστικό και -γιατί όχι- πολιτιστικό ταξίδι στον ιστορικό “Λεωνίδα” του Λυγουριού και έτσι θα αγαπήσετε διπλά την εμπειρία αυτή. Μάλιστα, και μη σας φανεί παράξενο, αξίζει ακόμη και να ζήσετε μέρες του 1954, τότε δηλαδή που δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα. Είχα την τύχη να το ζήσω αυτό πέρυσι, το 2012, όταν έπεσε το απόλυτο σκοτάδι στο Λυγουριό και η βραδιά στον “Λεωνίδα” συνεχίστηκε μετά φανών και λαμπάδων, αφού μάλιστα η καταρρακτώδης βροχή που είχε προηγηθεί είχε ματαιώσει και την παράσταση “Όρνιθες” σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα. Τη μαγεία της βραδιάς εκείνης μπορείτε να τη ζήσετε και από τις φωτογραφίες που συνοδεύουν αυτό το κείμενο.

Κλείνω με μια συνταγή της κυρίας Κάκιας:

Γεμιστά (Για 6 άτομα περίπου)

Υλικά
Δώδεκα ντομάτες μεγάλες κόκκινες και ώριμες (εναλλακτικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν πιπεριές ή μελιτζάνες),  δύο ποτήρια του νερού λάδι,  μισό κιλό ρύζι για πιλάφι,  ένα φλιτζάνι του τσαγιού μαϊντανός,  ένα φλιτζάνι του τσαγιού κρεμμύδι,  δύο σκελίδες σκόρδο, μισό φλιτζάνι του τσαγιού σταφίδες μαύρες,  μισό φλιτζάνι του τσαγιού κουκουνάρι, μία κουταλιά της σούπας αλάτι, πιπέρι όσο θέλετε (γενικά λίγο).

Εκτέλεση
Σε ένα σουρωτήρι αδειάζουμε το περιεχόμενο κάθε ντομάτας για να φύγει το ζουμί. Λιώνουμε αυτό στο multi και βάζουμε σε ένα μπολ το χυμό από τις ντομάτες με όλα τα υλικά που προαναφέραμε. Γεμίζουμε τις ντομάτες με το μείγμα, προσέχοντας να μην ξεχειλίσει. Ψήνουμε στο φούρνο για μία ώρα περίπου στους 200 βαθμούς Κελσίου. Όμως προσοχή, υπάρχει μυστικό: Για να έχετε 100% επιτυχία φροντίστε να χρησιμοποιήσετε το περίφημο παρθένο ελαιόλαδο της Επιδαύρου, από τη σπάνια ποικιλία ελιάς “μανάκι”. Καλή επιτυχία! Και καλή όρεξη…

ΥΓ. Στο παραπάνω κείμενο υπάρχουν αποσπάσματα από τα έργα του Αριστοφάνη: “Βάτραχοι”, 503-507 και “Ειρήνη”, 1144-1145, 1149-1150. Επίσης στοιχεία από την έρευνα του John Wilkins, basic recipes, Oxford Symposium on food and cookery 1993, από το βιβλίο “Τι έτρωγαν οι Αρχαίοι” του Χρήστου Μότσια και από τη μελέτη της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη με τον τίτλο “Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων”.