«Λεόντιος και Λένα» του Γκέοργκ Μπίχνερ σε σκηνοθεσία Γιώργου Κατσή το Φεβρουάριο στη “Σφενδόνη”

 

Το αγαπημένο στο κοινό έργο της προ-ρομαντικής περιόδου έρχεται τον Φεβρουάριο στο θέατρο Σφενδόνη από μια ομάδα συνεργατών που αγαπούν να δουλεύουν μαζί. Ο νέος σκηνοθέτης και ηθοποιός Γιώργος Κατσής σκηνοθετεί τους Χαρά-Μάτα Γιαννάτου, Νατάσα Εξηνταβελώνη, Γιάννη Καράμπαμπα, Γιώργο Κατσή, Πάνο Παπαδόπουλο, Γιώργο Τριανταφυλλίδη στο υπαρξιακό παραμύθι του Γερμανού δραματουργού. Η πρεμιέρα θα δοθεί στις 11 Φεβρουαρίου 2018.

Μετά τις παραστάσεις «Στεν», «Ο Θείασως πέζη Κάφκα» και «Το Έξυπνο Πουλί», το «Λεόντιος και Λένα» σηματοδοτεί την τέταρτη σκηνοθεσία του Γιώργου Κατσή σε συνεργασία με έναν πυρήνα καλλιτεχνών που συνεργάζονται σταθερά τα τελευταία χρόνια.

 

 

Το «Λεόντιος και Λένα» είναι, σε πρώτο επίπεδο, μια κλασική ιστορία με τα βασικά συστατικά ενός ρομαντικού παραμυθιού. Η σκοτεινή υπαρξιακή ματιά του Μπίχνερ ωστόσο απέναντι στη ζωή και στον έρωτα είναι αυτό που καθορίζει το κείμενο.

Ο Μπίχνερ, φανατικός της αντίληψης πως ο άνθρωπος δεν είχε κανένα λόγο ή δύναμη απέναντι στην προδιαγεγραμμένη του μοίρα, τον έβλεπε ως τίποτα παραπάνω από μια μαριονέτα αυτού που αποκαλούμε πεπρωμένο κι ακριβώς ένα τέτοιο γλυκόπικρο ταξίδι αφηγείται με το «Λεόντιος και Λένα», το πιο δύστροπο και κρυπτικό κατά πολλούς έργο του.

Ο Λεόντιος, ένας νεαρός και πνευματικά ανήσυχος πρίγκιπας, παγιδευμένος στη ναρκισσιστική πλήξη της νιότης και της ευφυΐας του, θα περιπλανηθεί στη φύση θέλοντας να ξεφύγει όταν ο Πατέρας του θελήσει να τον παντρέψει με μια γυναίκα που ποτέ του δεν έχει συναντήσει, τη Λένα, προκειμένου να ενώσουν τα δύο βασίλειά τους.

Η Λένα θα κάνει το ίδιο. Και οι δύο θα προσπαθήσουν να ξεφύγουν από ένα μέλλον που δεν σχεδίασαν ποτέ οι ίδιοι, αποφασισμένοι να αποκτήσουν τον έλεγχο της ζωής τους. Θα συναντηθούν και θα ερωτευτούν χωρίς να μάθουν ο ένας το όνομα του άλλου. Όταν αποκαλυφθεί η αλήθεια, ο έρωτάς τους θα μετονομαστεί σε εξαπάτηση.

Τα συναισθήματά τους θα θολώσουν και μια αβεβαιότητα για την αγάπη τους θα ανθήσει. Οι απόπειρές τους να αυτονομηθούν από τη μοίρα ορίζοντάς την οι ίδιοι ήταν ανώφελες. Βρέθηκαν ξανά εκεί απ’ όπου άρχισαν, υπενθυμίζοντας πως ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να παίζει παρά τη θέλησή του μια γραμμένη φάρσα.

Στην πραγματικότητα οι ήρωες του έργου θέτουν και σχολιάζουν ευθέως μερικά από τα πιο καίρια ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Τι κάνει ο άνθρωπος για να ξεφύγει από την ανία του; Πώς αντιδρούμε όταν πρέπει να κάνουμε κάτι που δεν έχουμε διαλέξει οι ίδιοι; Μια επανάσταση μπορεί να είναι ενταγμένη στο σύστημα; Γιατί η εξουσία αλλοτριώνει τους ανθρώπους; Ο έρωτας έχει κανόνες; Μπορεί ο άνθρωπος να ξεφύγει από το προδιαγεγραμμένο;

***

Στο “Λεόντιος και Λένα” η συνείδηση του Μπίχνερ αφανίζεται απ’ τον Μηδενισμό, ειδικά όταν αυτός εμβαθύνει στις σχέσεις του ανθρώπου με τη ζωή του. Και αυτή η όψη του Μπίχνερ σημαίνει απλούστατα, ότι παρ’ όλες του τις αντιρρήσεις για τον Σίλλερ, το Ρομαντισμό και τον Ιδεαλισμό, και παρά το φανατικό θαυμασμό του στο Νατουραλισμό, κατά βάθος είναι ένας αγιάτρευτος Ρομαντικός. Δεν ανήκει όμως στον Γερμανικό Ρομαντισμό. Ο Α. Τζ. Νάιτ λέει πως ο Μπίχνερ δεν είναι συναισθηματικός, δεν είναι όμως και ασυγκίνητος ή και ρομαντικός. Τα ρομαντικά του στοιχεία βέβαια, δεν είναι σαν τα στοιχεία του Σίλλερ και της Σχολής του, η βάση της δραματουργίας του είναι ένας λυρικός υλισμός. Όπου στο “Λεόντιος και Λένα” φαίνεται να ακολουθεί τον Γερμανικό Ρομαντισμό, απλώς μεγαλοποιεί τόσο τα πράγματα πού τα παρωδεί, δηλαδή με αλλά λόγια τα κοροϊδεύει.
Έτσι ο Νάϊτ λέει πολύ σωστά, όταν απομονώνει αυτό το χαρακτηριστικό, ότι δεν είναι ούτε Ρομαντικό στυλ, ούτε Νέο Γερμανικό Κίνημα, άλλα ένα από τα πιο προσωπικά, ορθόδοξα και γνήσια μέρη του έργου του Μπίχνερ.
Ο “Λεόντιος” είναι ένα έργο παράγωγο. Οι φιλοσοφικοί του υπαινιγμοί φαίνονται ατελείωτοι, οι οφειλές του στο “Φαντάζιο” του Μυσσέ, η εικόνα του Σάντσο Πάντσα, οι υπαινιγμοί του γενικά, στους μονολόγους (κατά τον Χάνς Μάγιερ) του “Μάνφρεδ”, του “Τσάιλντ Χάρολντ” και του “Δον Ζουάν” είναι ευνόητοι -όμως υπάρχει κάτι πιο πολύ απ’ αυτό στο “Λεόντιος και Λένα”. Αυτό το έργο είναι αναντίρρητα ένα μέρος της δουλειάς και της σκέψης του Μπίχνερ, όσο κι ο “Δαντών” και ο “Βόιτσεκ”. Έχει την ίδια πικρή γεύση, αν και απαλότερη, μια κι εδώ υπάρχει αυτό το “κωμικό δράμα”. Ο “Λεόντιος” είναι μια δριμύτατη επίθεση ενάντια στην ανοησία και στις αδικίες που επικρατούσαν στη Γερμανία τον καιρό του Μπίχνερ.

***

Ο Γκέοργκ Μπίχνερ είναι ένα από τα αινίγματα του ευρωπαϊκού -συγκεκριμένα του γερμανικού- Ρομαντισμού. Γεννημένος το 1813 κοντά στο Ντάρμσταντ, προοριζόταν για γιατρός, είχε κλίση επαναστάτη και απόμεινε στην ιστορία σαν θεατρικός συγγραφέας και λογοτέχνης. Σπουδαίο μυαλό με τεράστια όρεξη για μάθηση, λίγη λογοτεχνία έγραψε, αλλά τα τρία θεατρικά έργα του, εντυπώθηκαν στη γερμανική -και την ευρύτερη ευρωπαϊκή- πνευματική παράδοση.

Από αυτά μόνο το «Λεόντιος και Λένα» (1836) παρουσιάστηκε πριν από τον 20ό αιώνα το 1895. Τα άλλα δύο, «Ο θάνατος του Νταντόν» (1835) και ο ημιτελής «Βόιτσεκ» (1836), πρωτοπαίχθηκαν σε μια Γερμανία των αρχών του 20ού αιώνα που έβγαινε από τη μεγαλοσχημοσύνη του 19ου και έμπαινε σε ένα νέο ρεαλισμό, αυτού του εξπρεσιονισμού. Εκεί ο Μπίχνερ σαν μπροστά από τον καιρό του, ταίριαξε απόλυτα.

Συμμετείχε ενεργά σε επαναστατικά κινήματα φιλελευθερισμού και έγραψε διάφορα συγγράμματα διαμαρτυρίας και διεκδικήσεων για την εργατική τάξη. Για τη δραστηριότητά του αυτή καταδιώχτηκε από την αστυνομία και κατέφυγε στη Ζυρίχη, όπου έγινε καθηγητής φυσικών επιστημών στο πανεπιστήμιο.

Πέθανε στα 23 του χρόνια και το μόνο έργο του που είχε δημοσιευθεί όσο ζούσε πέρα από το «Θάνατο του Νταντόν», το οποίο οι σύγχρονοί του βρήκαν άξεστο και ανατρεπτικό, ήταν μια επιστημονική εργασία για το νευρικό σύστημα ενός ψαριού του Ρήνου. Είχε σπουδάσει συγκριτική ανατομία, το 1836 κατέλαβε μια έδρα στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, και οι ακροατές του τον θυμούνταν δεκαετίες αργότερα για την ευρυμάθεια και την ενάργεια των διαλέξεών του στην ανατομία και τη φιλοσοφία (τότε οι φυσικές και οι θεωρητικές επιστήμες δεν ήταν τόσο αυστηρά οριοθετημένες όπως σήμερα). Πέθανε σε επιδημία τύφου το 1837 και ο θάνατός του ήταν απώλεια για τις γερμανικές επιστήμες και τα γράμματα.

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας

Σκηνοθεσία: Γιώργος Κατσής

Σκηνικά/Κοστούμια: Ιωάννα Πλέσσα

Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας

Βοηθός Σκηνοθέτη: Σοφία Ιωάννου

Φωτογραφίες: Νίκος Πανταζάρας

ΠΑΡΑΓΩΓΗ
Constantly Production.

Ηθοποιοί: Χαρά-Μάτα Γιαννάτου, Νατάσα Εξηνταβελώνη, Γιάννης Καράμπαμπας, Γιώργος Κατσής, Πάνος Παπαδόπουλος, Γιώργος Τριανταφυλλίδης

Πληροφορίες

Θέατρο Σφενδόνη, Μακρή 4, Αθήνα

Από 11 Φεβρουαρίου 2018

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη