Lee Krasner: Η “κυρία Πόλοκ” ήταν μια κορυφαία μορφή του αφηρημένου εξπρεσιονισμού

Η ζωγράφος Λι Κράσνερ ήταν ήδη γνωστή στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Νέας Υόρκης όταν γνώρισε τον Τζάκσον Πόλοκ. Βρέθηκαν τυχαία σε ένα πάρτι το 1936. Εκείνος μόλις είχε σκοντάψει και της είχε ψιθυρίσει στο αφτί: «Σ’ αρέσει το γα***ι;». Η Κράσνερ τον χαστούκισε. Φαίνεται πως δεν είχε πληροφορηθεί το όνομά του, γιατί τον Νοέμβριο του 1941, όταν άκουσε ότι ο Πόλοκ έκανε έκθεση με τον Γκρέαμ, αποφάσισε ότι έπρεπε να τον γνωρίσει.

Το 1942 επισκέπτεται το ατελιέ του από περιέργεια και το ειδύλλιό τους ξεκινά. Παντρεύονται τον Οκτώβριο του 1945 και, με χρήματα που τους δανείζει η επιδραστική συλλέκτρια έργων τέχνης Πέγκι Γκούγκενχαϊμ –η οποία έχει αρχίσει εκείνη την εποχή να δείχνει σοβαρό ενδιαφέρον για την τέχνη του Πόλοκ–, αγοράζουν μια έκταση στην εξοχή.

*Τρεις αυτοπροσωπογραφίες της:

 

Καταστρέφει τα έργα της

Η Κράσνερ επιδιώκει με κάθε τρόπο να απομακρύνει τον σύζυγό της από τις «σειρήνες» της πόλης, καθώς αντιμετωπίζει ήδη σοβαρό πρόβλημα αλκοολισμού. Δουλεύουν σε διαφορετικά σημεία μέσα στο σπίτι και ο ένας εισέρχεται στον χώρο εργασίας του άλλου μόνο έπειτα από πρόσκληση. «Κοιτάξτε, την κρεβατοκάμαρα μοιραζόμασταν, όχι το στούντιο. Ποτέ δεν μιλούσαμε για την πρόοδο της δουλειάς μας», θα αναφέρει η ίδια σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις της.

Αρνείται σθεναρά ότι επηρεάστηκε από τη χειρονομιακή και «αυτόματη» ζωγραφική του συντρόφου της, ωστόσο την περίοδο που ήδη συζούν καταστρέφει όλους τους πίνακες με τις κυβιστικές αναφορές που είχε κάνει κάτω από την επιρροή του δασκάλου της, Χανς Χόφμαν.

«Το μεγαλύτερο όφελος από τη σχέση τους είναι ότι και οι δύο απελευθερώθηκαν από το δόγμα των δασκάλων που τους διαμόρφωσαν», επισημαίνει μία από τις ερευνήτριες του έργου τους, η ιστορικός τέχνης Μπάρμπαρα Ρόουζ. «Εκείνη έγινε πιο αυθόρμητη και ο Πόλοκ οργάνωσε καλύτερα τη σκέψη του».

Στα έντεκα χρόνια της κοινής τους ζωής, οι φήμες ανέφεραν πως η Κράσνερ είχε σταματήσει να ζωγραφίζει κατ’ απαίτηση του διάσημου συζύγου της. «Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό», δήλωνε ενοχλημένη. «Οι πίνακες κρέμονται στους τοίχους· αν δεν τους βλέπουν, τι φταίω;».

 

 

Η Αμερικανίδα δημιουργός, σε αντίθεση με τους περισσότερους ομότεχνούς της, που έμεναν προσκολλημένοι σε μια ταυτότητα, δοκίμαζε διαρκώς νέες τεχνικές και υλικά. Λαμβάνοντας υπόψη και την αυστηρή αυτοκριτική που έκανε στο έργο της, καταστρέφοντάς το –το αρχείο που έχει διασωθεί είναι σχετικά μικρό σε σχέση με όσα δημιούργησε–, δικαιολογείται το ότι περνούσε μεγάλα διαστήματα απραξίας, απαραίτητα για τη μετάβασή της από τη μία καλλιτεχνική πρακτική στην άλλη. «Έχω απέραντο σεβασμό στον εσωτερικό μου ρυθμό. Απεχθάνομαι να πιέζομαι προς οποιαδήποτε κατεύθυνση», τόνιζε.

 

 

Η πρώτη έκθεση σε ηλικία 43 χρονών

Βέβαια, το ότι παρουσίασε την πρώτη της ατομική έκθεση το 1951, σε ηλικία 43 χρονών, πυροδότησε αρνητικά σχόλια σχετικά με την επίδραση που είχε πάνω της η έντονη προσωπικότητα του Πόλοκ. «Δεν μπορώ να συνεχίζω να ζωγραφίζω και ταυτόχρονα να προσπαθώ να αποτινάξω από πάνω μου την εικόνα της κυρίας Πόλοκ με την οποία με έχουν ταυτίσει», θα απολογηθεί. «Το πιο σημαντικό για μένα ήταν ότι δεν τα παράτησα, ότι συνέχισα να δημιουργώ. Πρέπει να “σκουπίζεις” τον δρόμο σου από τα περιττά, αλλιώς μπορεί να χαθείς μέσα στα λόγια».

Ακόμα και μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 1956, σε τροχαίο, η Κράσνερ έφερε τον τίτλο της «χήρας του καλλιτέχνη» και κάθε αναφορά στη δουλειά της συνοδευόταν από μια σύγκριση με τη δική του εικαστική παραγωγή. Σήμερα πια, μετά θάνατον, θεωρείται από τις κυρίαρχες φυσιογνωμίες του αμερικανικού αφηρημένου εξπρεσιονισμού.

 

Μωσαϊκό

 

Η αναδρομική έκθεση «Lee Krasner: Living in Colour», το 2019, στο Barbican Art Gallery του Λονδίνου, αναδεικνύει μέσα από 100 έργα τις ποιότητες της δημιουργικότητάς της, ποιότητες που ο καλλιτεχνικός κόσμος άργησε να ανακαλύψει.

 

 

Μια διαδρομή χωρίς όρια

Η έκθεση “Lee Krasner: Living Colour” έκανε τους φιλότεχνους να επανεκτιμήσουν την καλλιτεχνική κληρονομιά της. Η Λι Κράσνερ, εικαστικός και σύζυγος του Τζάκσον Πόλοκ, συνοδοιπόρος του σε μια διαδρομή χωρίς όρια, έζησε εξωθώντας στα άκρα την αντίληψη για τα όρια της ζωγραφικής.

Μια μέρα, ο Πόλοκ, θέλοντας να ακούσει τη γνώμη της Λι Κράσνερ για έναν πίνακά του, δεν της ζήτησε να του πει αν τον έβρισκε «καλό» ή «κακό», αλλά αρκέστηκε να τη ρωτήσει: «Είναι ή όχι ζωγραφική;».

 

 

Η Κράσνερ έζησε με έναν άνθρωπο δύσκολο, φιλόδοξο, αλκοολικό, καταθλιπτικό, που η δημιουργική περίοδός του κράτησε δέκα χρόνια. Εξαιτίας της ο Πόλοκ σταμάτησε για δύο χρόνια το ποτό, όταν τον έπεισε να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη ζωγραφική του. Ήταν η περίοδος ακριβώς μετά το γάμο τους το 1944 όταν είχαν μετακομίσει στο Λονγκ Άιλαντ. Η Κράσνερ εργαζόταν για τη συντήρησή τους, ενώ ο Πόλοκ αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη ζωγραφική. Την περίοδο αυτή, η οποία θεωρείται από τις δημιουργικότερες για τον Πόλοκ, επινοεί την τεχνική του dripping.

Το τι σημαίνει να είσαι μια γυναίκα εικαστικός, σύζυγος του «μεγαλύτερου εν ζωή εικαστικού της Αμερικής», όπως είχε γράψει το “Time” το 1951, είναι δύσκολο να το φανταστούμε. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι η καλλιτεχνική ιδιοφυΐα του Πόλοκ κυριολεκτικά «κατάπιε» τις δημιουργίες της Κράσνερ, αφού για τους περισσότερους ήταν απλώς η συμπονετική σύζυγός του.

Η σταδιοδρομία της Κράσνερ, ωστόσο, διήρκεσε πενήντα χρόνια και με τα 100 έργα της η έκθεση στο Barbican Art Gallery παρουσίασε μια χρονολογική αναδρομή από την εμφάνιση των πρώιμων αυτοπροσωπογραφιών της, τα ζωγραφικά σχέδια με κάρβουνα, τις μεγάλης κλίμακας αφηρημένες ζωγραφιές, τα κολλάζ και τη φημισμένη σειρά έργων της “Little Images”.

 

 

 

Υψηλά πρότυπα τέχνης

Καινοτόμος που επηρεάστηκε από τον κυβισμό του Πικάσο, τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό των Αμερικανών δημιουργών και την πολύχρωμη μορφή του κολλάζ, η Κράσνερ ανέπτυξε μια δική της μοναδική γλώσσα και δε δίσταζε να καταστρέψει ή να ανακυκλώσει τα έργα που δεν ανταποκρίνονταν στα υψηλά της πρότυπα.

Γεννημένη από Ρωσοεβραίους μετανάστες γονείς το 1914 στο Μπρούκλιν, η Κράσνερ αποφάσισε να γίνει ζωγράφος, όταν ήταν 14 ετών και γράφτηκε για να παρακολουθήσει μαθήματα τέχνης, στο Irving High School for Girls και συνέχισε στη National Academy of Design. Η εκπαίδευσή της ήταν διαρκής και η ίδια εξαιρετικά ανεξάρτητη, καθώς είχε καταφέρει να αποκτήσει μια εκτεταμένη και διεξοδική καλλιτεχνική εκπαίδευση. Υπάρχουν σχετικά λίγα έργα που σώθηκαν από αυτή τη χρονική περίοδο εκτός από λίγες αυτοπροσωπογραφίες και νεκρές φύσεις, καθώς τα περισσότερα έργα κάηκαν.

 

Η Κράσνερ επηρεάστηκε έντονα από την ίδρυση του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης το 1929 και στη δεκαετία του ’30 άρχισε να μελετά συστηματικά τη σύγχρονη τέχνη. Για τις γυναίκες ήταν μια δύσκολη εποχή γεμάτη προκαταλήψεις. Ο δάσκαλός της Χανς Χόφμαν κάποια στιγμή της είπε: «Αυτό το έργο είναι πολύ καλό, δεν μπορείς να ξέρεις ότι το έχει κάνει μια γυναίκα».

Αντίθετα ο Πιέτ Μοντριάν κάποτε της είπε: «Έχετε έναν πολύ ισχυρό εσωτερικό ρυθμό, δεν πρέπει ποτέ να τον χάσετε». Η Κράσνερ ταλαιπωρήθηκε επί σειρά ετών, δούλεψε κάνοντας άλλη δουλειά, ως σερβιτόρα και τελικά εντάχθηκε το 1940 στους Αμερικανούς Αφηρημένους Καλλιτέχνες. Ήταν μία από τις λίγες γυναίκες που διείσδυσαν στη σχολή της Νέας Υόρκης στη δεκαετία του ’40 και στη δεκαετία του ’50.

Όταν συναντήθηκε με τον Πόλοκ ήταν ήδη καθιερωμένη προσωπικότητα στη νεοϋορκέζικη σκηνή τέχνης και εξέθεταν μαζί σε μια ομαδική έκθεση το 1941 στην γκαλερί McMillen. Το ζευγάρι παντρεύτηκε τον Οκτώβριο του 1945 και σύντομα μετακόμισε σε μια αγροτική αγροικία του Ίστ Χάμπτον. Η ζωή τους ήταν τρικυμιώδης αλλά εργάζονταν διαρκώς εκείνος στον αχυρώνα του σπιτιού και εκείνη σε ένα υπνοδωμάτιο στο ισόγειο.

 

 

Η σχέση τους έγινε εξαιρετικά δύσκολη και το καλοκαίρι του 1956 ενώ η Κράσνερ ήταν στην Ευρώπη, ο Πόλοκ σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα, από το οποίο διασώθηκε η τότε ερωμένη του Ρουθ Κλίγκμαν.

Τότε που τον πρωτογνώρισε, το 1936, θέλησε να πάει στο στούντιο όπου εργαζόταν. Εκεί τον βρήκε σε κακή κατάσταση έπειτα από μεθύσι, αλλά πρόθυμο να της δείξει τα έργα του. Συγκλονίστηκε περισσότερο με τον καλλιτέχνη, παρά με την τέχνη. Τον κυνήγησε ερωτικά και σύντομα άρχισαν να συζούν.

Η Κράσνερ, που δεν είχε μαγειρέψει ποτέ και ξόδευε όλη της την ενέργεια στη ζωγραφική, ξαφνικά έγινε υποδειγματική νοικοκυρά, εξαίρετη μαγείρισσα και πρώτης τάξεως γραμματέας. Μοιραία το δικό της έργο παραγκωνίστηκε.

Η τοιχογραφία για την Πέγκι Γκούγκενχαϊμ 

Με τη βοήθεια της Κράσνερ και έχοντας ένα λόγο να κρατηθεί μακριά από το ποτό, ο Πόλοκ έγινε μεγάλο όνομα. Το 1942, η Πέγκι Γκούγκενχαϊμ πρότεινε να τον χρηματοδοτήσει, αν ζωγράφιζε αποκλειστικά για την γκαλερί της κι έφτιαχνε μια τοιχογραφία για το διαμέρισμά της. Όταν, ένα χρόνο αργότερα, άνοιξε η πρώτη του ατομική έκθεση, προσέλκυσε το ενδιαφέρον των καλύτερων κριτικών. Όμως δεν είχε τελειώσει την τοιχογραφία. Τη νύχτα πριν τελειώσει η προθεσμία, ο Πόλοκ άρχισε να ζωγραφίζει και δούλεψε για 15 ώρες ασταμάτητα.

 

 

Το αποτέλεσμα ήταν μια εντυπωσιακή παρέλαση από βαριές μαύρες κατακόρυφες γραμμές με περιδινούμενα τιρκουάζ, κίτρινα και κόκκινα. Μόλις στέγνωσε το χρώμα, αυτός και η Κράσνερ δίπλωσαν τον μουσαμά και τον πήγαν στο διαμέρισμα της Γκούγκενχαϊμ, όπου διαπίστωσαν έντρομοι ότι παραήταν μακρύς.

Η Γκούγκενχαϊμ έστειλε τον Μαρσέλ Ντισάν να βοηθήσει. Εκείνος πρότεινε να κόψουν 20 εκατοστά από το έργο. Ο Πόλοκ, που εν τω μεταξύ είχε ανακαλύψει την κάβα της Γκούγκενχαϊμ, δεν μπορούσε να συνεννοηθεί λογικά, οπότε κατέληξαν να περικόψουν τον πίνακα, για να χωρέσει. Μετά ο καλλιτέχνης όρμησε στο σαλόνι της Γκούγκενχαϊμ, όπου είχε καλεσμένους, κατευθύνθηκε τρικλίζοντας στο μαρμάρινο τζάκι, ξεκούμπωσε το φερμουάρ και ούρησε. Ήταν μια δύσκολη μέρα.

Η χαρακτηριστική τεχνική του Πόλοκ

Ήταν η αρχή μιας οδυνηρής περιόδου. Για να σταματήσει το ποτό, η Κράσνερ απαίτησε να την παντρευτεί. Κατόπιν βρήκε σπίτι σε μια αγροτική κοινότητα στο Λονγκ Άιλαντ και οι δυο τους έφυγαν από την πόλη. Σιγά σιγά, η ηρεμία της εξοχής επηρέασε ευεργετικά τον Πόλοκ. Μετρίασε το ποτό κι άρχισε να ζωγραφίζει. Μετέτρεψε μια παλιά σιταποθήκη σε στούντιο και λόγω του μεγάλου βάρους των μουσαμάδων αποφάσισε να τους απλώσει στο δάπεδο. Το επόμενο βήμα ήταν, κατά παράξενο τρόπο, λογικό: άρχισε να τους στάζει μπογιά από ψηλά.

Υπήρξαν διάφορες εκδοχές για το πώς ο Πόλοκ «εφηύρε» τη χαρακτηριστική τεχνική του, όπου έσταζε το χρώμα πάνω στον καμβά. Λένε ότι κατά λάθος αραίωσε πολύ το χρώμα του, ότι έριξε μια πινελιά θυμωμένος, ότι κλώτσησε ένα δοχείο με μπογιά. Στην πραγματικά δεν εφηύρε τίποτα. Στο παρελθόν διάφοροι μοντερνιστές είχαν σταλάξει, χτυπήσει, χύσει, πιτσιλίσει και πετάξει μπογιά. Η διαφορά ήταν ότι ο Πόλοκ κάλυπτε ολόκληρο το μουσαμά με την μπογιά, αλλά κι ότι τελειοποίησε την τεχνική.

Απέκτησε τέτοιο έλεγχο που μπορούσε να κηλιδώσει με μπογιά το ακριβές σημείο που ήθελε. Η αρχική αντίδραση στη ζωγραφική του υπήρξε διστακτική, αλλά σε λίγα χρόνια άρχισαν οι εγκωμιαστικές κριτικές. Αποφασιστικής σημασίας ήταν ένα αφιέρωμα του περιοδικού «Life» τον Αύγουστο του 1949. Το κοινό λάτρεψε τον Αμερικανό καλλιτέχνη και ενθουσιάστηκε με την ιδέα μιας τέχνης που δεν είχε καμία σχέση με την Ευρώπη.

 

 

Ο Τζάκσον Πόλοκ είχε σταματήσει να πίνει. Το 1948 έπεσε από το ποδήλατο ενώ προσπαθούσε να οδηγήσει σ’ ένα χωματόδρομο, κρατώντας μια κάσα από μπίρες στη μασχάλη. Ο γιατρός που τον φρόντισε του είπε ότι το αλκοόλ λειτουργούσε μέσα του σαν δηλητήριο. Ο Πόλοκ για δύο χρόνια δεν ήπιε σχεδόν καθόλου.

 

 

Ο βίαιος Πόλοκ που ζήλευε το ταλέντο της

Το χειμώνα του 1951 όμως, ξανακύλησε. Άρχισε να απειλεί ότι θα αυτοκτονούσε ή θα σκότωνε την Κράσνερ. Την είχε χτυπήσει κι άλλοτε, τότε όμως έγινε ρουτίνα. Στην αρχή η Κράσνερ προσπάθησε να αγνοήσει αυτό που συνέβαινε. Επέστρεψε στη ζωγραφική, κάτι που εξόργισε τον Πόλοκ, ο οποίος ζήλευε το ταλέντο της. Ο χωρισμός ήταν αναπόφευκτος, αν και η αφορμή ήταν απρόσμενη. Ο Πόλοκ που δεν την απατούσε ποτέ, βρήκε μια άλλη γυναίκα: τη Ρουθ Κλίγκμαν, ζωγράφο και εκείνη, ερωμένη πολλών άλλων ζωγράφων και «σωσία» της Λιζ Τέιλορ, μία πληθωρική μελαχρινή που τον κυνηγούσε πιο επίμονα απ’ όσο η Κράσνερ.

Ο Πόλοκ της ανακοίνωσε τη σχέση του και η Κράσνερ του έδωσε τελεσίγραφο: ή τη διώχνεις ή φεύγω. “Φύγε”, της είπε ο Πόλοκ και αυτή έφυγε. Ο Πόλοκ σοκαρίστηκε. Η Κράσνερ έφυγε για την Ευρώπη και η Κλίγκμαν πήγε να μείνει μαζί του. Για μια βδομάδα όλα πήγαν καλά, μέχρι που ο Πόλοκ ξέσπασε πάνω της. Έμεινε μακριά μια βδομάδα κι ο Πόλοκ ήταν πιο απομονωμένος από ποτέ.

Το Σαββατοκύριακο η Κλίγκμαν επέστρεψε με μια φίλη της, αλλά ο Πόλοκ δεν είχε κέφια. Στις 11 Αυγούστου 1956 οι τρεις τους πήγαν σε ένα πάρτι, αλλά όταν ο Πόλοκ κάθισε στο τιμόνι, ήταν ήδη μεθυσμένος και στην πρώτη στροφή έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, το οποίο ανατράπηκε. Η Κλίγκμαν έζησε, αλλά η φίλη της και ο Πόλοκ πέθαναν ακαριαία. Το επόμενο πρωί η πρώην συζυγός του, η Λι Κράσνερ, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα στο Παρίσι. Έμοιαζε να ξέρει ήδη περί τίνος επρόκειτο. Κοίταξε ψηλά και είπε: «Ο Τζάκσον είναι νεκρός!»…

 

 

Αϋπνίες και δουλειά

Μετά το θάνατό του η Λι Κράσνερ μετακόμισε στο στούντιό του και άρχισε να κάνει μεγάλης κλίμακας έργα. Υπέφερε από αϋπνίες και αυτή η οδυνηρή διαδικασία μετατράπηκε σε στυλ που φανέρωνε μεγάλη ψυχολογική ένταση και έντονη συναισθηματική κίνηση. Επιστρέφοντας πολλές φορές σε προηγούμενα έργα της τα άλλαζε τελείως κόβοντας και αναδιοργανώνοντας θραύσματα για να δημιουργήσουν νέα κομμάτια.

Όταν η τιμή του έργου του Πόλοκ άρχισε να αυξάνεται στη δεκαετία του 1960 χάρη στην ενεργητική προώθηση της Κράσνερ αλλά και της επίμονης άρνησής της να πουλάει τα έργα του σε χαμηλή τιμή, η Πέγκι Γκούγκενχαϊμ πήγε το Ίδρυμα Πόλοκ στα δικαστήρια απαιτώντας τα έργα που είχαν ζωγραφιστεί το 1946 και 1947.

 

 

Η δικαστική διαμάχη με τη συλλέκτρια

Η δικαστική διαμάχη αφορούσε μια φημισμένη σύμβαση που υπέγραψε ο Πόλοκ το 1945 με την Πέγκι Γκούγκενχαϊμ να της δώσει τα περισσότερα έργα του σε αντάλλαγμα για ένα δάνειο 2.000 δολαρίων που είχε πάρει προκειμένου να δώσει προκαταβολή για το σπίτι του και τον αχυρώνα στο Ίστ Χάμπτονς. Έπειτα από μια μακρά νομική μάχη η απαίτησή της απορρίφθηκε.

Η εικαστική πορεία της Λι Κράσνερ είναι σπουδαία, κάτι περισσότερο από δημιουργική και κράτησε μέχρι το τέλος, μέχρι το θάνατό της το 1984. Τα 100 έργα της στο Barbican Art Gallery, το 2019, πολλά από τα οποία εκτέθηκαν για πρώτη φορά στην Ευρώπη, μας σύστησαν μια ζωγράφο που πίστευε στον εαυτό της και την τέχνη της περισσότερο από όσο μπορούσαν να φανταστούν όσοι την αποκαλούσαν απλώς «κυρία Πόλοκ».

 

 

Μια ιστορία με αρκούδα…

Η Ρουθ Κλίγκμαν, λίγα χρόνια μετά το θάνατο του ζωγράφου, ξεκίνησε την περίφημη διένεξη για τον πίνακα “Κόκκινο, μαύρο και ασημί”, τον οποίο, όπως ισχυριζόταν, ζωγράφισε ο Πόλοκ σαν ένα ερωτικό γράμμα προς την ίδια, τις ημέρες που έζησαν μαζί στο σπίτι. Μόνο που ο φερόμενος ως τελευταίος πίνακας του διάσημου ζωγράφου είναι ανυπόγραφος. Και εδώ αρχίζει η βεντέτα μεταξύ των δύο γυναικών της ζωής του.

Η Κράσνερ, με δικούς της ειδικούς, αποφαίνεται ότι ο πίνακας είναι πλαστός υποστηρίζοντας ότι δεν θυμίζει σε τίποτα την τεχνοτροπία που χρησιμοποιούσε ο Πόλοκ. Η Κλίγκμαν, από την άλλη, στα απομνημονεύματά της ισχυρίζεται ότι ο εραστής της ζωγράφισε τον πίνακα ξαφνικά, όταν εκείνη του πήγε τα χρώματα την ώρα που ήταν ξαπλωμένος στο γκαζόν, στην αυλή του σπιτιού, κάτω από τον καυτό ήλιο. «Ιδού ο δικός σου Πόλοκ», της είπε, όταν τελείωσε.

 

 

Η διαμάχη συνεχίστηκε και μετά τον θάνατο των δύο γυναικών, με τους κληρονόμους τους. Το στρατόπεδο της Κλίγκμαν, μάλιστα, στην προσπάθεια να αποδείξει την αυθεντικότητα του έργου επιστράτευσε ένα συνταξιούχο αστυνομικό, ειδικό στην ιατροδικαστική έρευνα, ο οποίος με τις σύγχρονες μεθόδους του αντιμετώπισε τον πίνακα σαν το σώμα ενός εγκλήματος. Για εκείνον, την απάντηση τη δίνει το χαλί από τομάρι πολικής αρκούδας που βρισκόταν εκείνη την εποχή στο σπίτι του Πόλοκ. Μια τρίχα του ζώου βρέθηκε στον πίνακα. Αυτό αποδεικνύει ότι το έργο ζωγραφίστηκε εκεί, δεν σημαίνει ότι το έκανε και ο Πόλοκ, αντιτείνει το στρατόπεδο της Κράσνερ. Και με όλους τους πρωταγωνιστές της ιστορίας πλέον νεκρούς, μάλλον η αρκούδα είναι η μόνη τελικά που γνωρίζει την αλήθεια…