30.3 C
Athens
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Κυρά Μονοβασιά μου, πέτρινο καράβι μου…

«Κυρά Μονοβασιά μου, πέτρινο καράβι μου.
Χιλιάδες οι φλόκοι σου και τα πανιά σου.
Κι όλο ασάλευτη μένεις
να με αρμενίζεις μες στην οικουμένη»

***

«Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴν σιωπή, σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα λιθάρια, σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς. Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο. Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Δὲν ὑπάρχει νερό. Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μιὰ μπουκιὰ οὐρανὸ πάνω ἀπὸ τὴν πίκρα τους» – Γιάννης Ρίτσος

Μονεμβασία. Φωτογραφία του Δήμου Μονεμβασίας

Μπαίνοντας στο κάστρο, ένα μικρό δρομάκι στα αριστερά σας θα σας οδηγήσει στο σπίτι του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, έξω από το οποίο υπάρχει και η προτομή του. Σε αυτόν οφείλει η Μονεμβασιά και τον μοναδικό χαρακτηρισμό «πέτρινο καράβι», που μόνο ένα ιδιοφυές ποιητικό πνεύμα θα μπορούσε να επινοήσει. Είναι ένα από τα πιο ήρεμα και όμορφα σημεία της Μονεμβασιάς, που δίνει στον επισκέπτη μια πρώτη εντύπωση για το τι πρόκειται να δει πριχωρώντας. Τον άγριο βράχο, την Άκρα Mινώα -όπως ονομαζόταν κατά την αρχαιότητα- που αποκόπηκε από την Πελοπόννησο με έναν σεισμό το 375 μ.X. και πήρε τη μορφή που έχει σήμερα.

Πίσω από τα μεσαιωνικά τείχη της Μονεμβασιάς κρύβεται η μαγευτική καστροπολιτεία που φιλοξενεί βυζαντινές εκκλησίες, επιβλητικά αρχοντικά, γραφικά καλντερίμια και μία σειρά από ξενώνες, εστιατόρια, μπαρ και καταστήματα, που βρίσκονται σε αρμονία με το αρχιτεκτονικό προφίλ της πόλης. Στον «Βράχο της Μονεμβασιάς» συνδιαλλέγεται η άγρια ομορφιά
της πέτρας με το έντονο γαλανό της θάλασσας και το σήμερα με την ατμόσφαιρα των μεσαιωνικών χρόνων.

“Τα τετράδιά μου των μαθηματικών ήταν γεμάτα ήλιους και λουλούδια”, έλεγε ο Ρίτσος. “Έφτιαχνα μαργαρίτες και παπαρούνες σβήνοντας τους αριθμούς”. Κι ακόμα: “Σαν να μου άρεσε πάντα να είμαι τιμωρημένος. Δεν αγαπούσα τους ανθρώπους που αρίστευαν στα πάντα. Σήμαινε πως δεν είχαν καμιά κλίση. Νομίζω ότι ο άνθρωπος που δεν τιμωρήθηκε ποτέ δεν ξέρει τι σημαίνει παραβίαση της απαγόρευσης. Κι επειδή η ζωή είναι γεμάτη απαγορεύσεις, έμαθα να δουλεύω την ποίηση ξεπερνώντας τες”.

Το κτήμα της οικογένειας Ρίτσου στις Βέλιες πουλήθηκε έναντι 13.000 δραχμών, χρήματα που ο πατέρας του εμπιστεύθηκε στην αδελφή του Λούλα για κάθε περίπτωση ανάγκης. Τον χειμώνα του 1926 ο Γιάννης Ρίτσος κάνει για πρώτη φορά αιμόπτυση. Ο οικογενειακός γιατρός τους, του σύστησε μια επίσκεψη μακράς διαρκείας στην Μονεμβάσια. Ο Γιάννης Ρίτσος μετέβη εκεί και το Ιούλιο του ίδιου έτους επέστρεψε στην Αθήνα με τις δύο ποιητικές συλλογές “Στο παλιό μας σπίτι” και “Δάκρυα και χαμόγελα”.

***

Η Μονεμβασία χωρίζεται σε δύο μέρη: την Άνω Πόλη -που κτίστηκε πρώτη και δεν κατοικείται- και την Κάτω Πόλη που κατοικείται στις μέρες μας και φιλοξενεί σημαντικά αξιοθέατα. Ακολουθώντας το κεντρικό καλντερίμι της Κάτω Πόλης -ξεκινά από την πύλη του Κάστρου- θα οδηγηθείτε στην κεντρική πλατεία με το κανόνι όπου δεσπόζει η εκκλησία του Ελκόμενου Χριστού. Το εσωτερικό του ναού κοσμούν μεταβυζαντινές εικόνες (17ος – 18ος αιώνας), όπως ο Ελκόμενος Χριστός, η Παναγία στον τύπο προ Σταυρού, ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και η Γέννηση του Χριστού στο τέμπλο, και η «Κυρία η Παντάνασσα» στο προσκυνητάρι. Τα μαρμάρινα γλυπτά μέσα σε αυτή χρονολογούνται στους παλαιοχριστιανικούς και βυζαντινούς χρόνους.

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία ή Μονεμβασιά ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως Μαλβαζία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, στο Νομό Λακωνίας. Είναι περισσότερο γνωστή από το μεσαιωνικό φρούριο, επί του ομώνυμου “Βράχου της Μονεμβασιάς”, που αποτελεί στην κυριολεξία μικρή νησίδα που συνδέεται με γέφυρα σε σχηματιζόμενο λαιμό συνολικού μήκους 400 μέτρων με τη σημερινή παράλια κατ’ έναντι πόλη επί της λακωνικής ακτής. Στα διασωθέντα κτήρια και τις δομές στο κάστρο περιλαμβάνονται αμυντικές κατασκευές του εξωτερικού κάστρου και αρκετές μικρές βυζαντινές εκκλησίες.

Το όνομά της είναι σύνθετη λέξη, που προέρχεται από τις δύο ελληνικές λέξεις Μόνη και Έμβασις. Πολλές από τις οδούς είναι στενές και κατάλληλες μόνο για τους πεζούς. Ο κόλπος της Παλαιάς Μονεμβασιάς βρίσκεται στο Βορρά. Το παρωνύμιο της Μονεμβασιάς είναι «Γιβραλτάρ της Ανατολής», επειδή τυγχάνει να είναι σε σμίκρυνση πανομοιότυπη με τον βράχο του Γιβραλτάρ.

***

Η ζωή του Ρίτσου, κατά την παιδική του ηλικία, στη Μονεμβασία, ήταν ανέφελη και πέρασε όμορφα παιδικά χρόνια κοντά στη φύση. Ο Ρίτσος, από τη μικρή ηλικία φάνηκε να έχει κλίση στις τέχνες, καθώς γρήγορα άρχισε να ζωγραφίζει και να μαθαίνει πιάνο, ενώ, καθώς ο ίδιος μαρτυρεί, έγραφε στίχους από την ηλικία των 7 ετών.
Η οικογένεια του Ρίτσου χτυπήθηκε από τη φυματίωση και από την τρέλα. Ο Ρίτσος που νόσησε κι αυτός από φυματίωση ξεπέρασε την ασθένεια (πράγμα δύσκολο για την εποχή) και πέρασε από υλικές και ηθικές δοκιμασίες. Ο Ρίτσος, στο σανατόριο του Σωτηρία, όπου νοσηλευόταν, ήρθε κοντά με τον μαρξισμό και την Αριστερά, πράγματα που επηρέασαν βαθύτατα την ποίησή του και τον τρόπο ζωής του. Αφού πέρασε από διάφορα σανατόρια, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως αυτοδίδακτος σκηνοθέτης στην Εργατική Λέσχη και ως ηθοποιός και χορευτής σε επιθεωρήσεις.

[…] Η μεγάλη ιδέα που μπορεί να σχηματίσει ο ποιητής για τον εαυτό του απ’ την αγάπη και το θαυμασμό του πλήθους, καθώς και η διάθεσή του να διατηρήσει και να επαυξήσει αυτό το θαυμασμό, μπορεί να τον κάνει κάποτε να «φουσκώσει» ως τη γελοιότητα, να στρεβλώσει το χαρακτήρα του, να πιστέψει πως είναι ο «εκπρόσωπος του λαού του ή της χώρας του ή του κόσμου», και, το χειρότερο, αυτό το «φούσκωμα», αυτή η αυταρέσκεια να περάσει στο ύφος του, στην ποίηση, περιβλημένο τάχα τη δικαιωμένη «αντικειμενική έπαρση» των δυνάμεων που «αντιπροσωπεύει» […]. Αν γλίτωσα κάπως εγώ απ’ αυτό τον κίνδυνο, είναι γιατί αρκετά νωρίς απόχτησα την «καλλιτεχνική πονηρία» να βάζω τους τρίτους να μιλάνε.

Μα πάλι, και παρ’ όλ’ αυτά, παρ’ όλους τους αναπότρεπτους κινδύνους που επισημαίνω, δε γλιτώνω κ’ εγώ ο ίδιος όχι πια απ’ την έννοια του κοινωνικού χρέους, αλλά απ’ την ανάγκη της άμεσης ανταπόκρισης στα ιστορικά γεγονότα της εποχής και στο κοινό αίσθημα. Και τότε, όχι μονάχα ρίχνω στην μπάντα όλες μου τις αισθητικές επιφυλάξεις, αλλά αισθάνομαι και άκρατη περιφρόνηση προς κάθε αισθητική που μπορεί να εμποδίσει ή ν’ αλλοιώσει τη γνήσια, τη δίκαιη (όπως λέω αυτές τις ώρες) ανθρώπινη φωνή στον πόνο της ή στην οργή της. Και πριν απ’ τον «Αφανισμό της Μήλος» γράφω τις ολότελα σύγχρονες «Μαντατοφόρες». […] Γράφοντας το αγαπημένο μου «Θυρωρείο», σταματώ για να γράψω κάτι πολύ άμεσο, τα «Στίγματα». Γράφοντας την «Πάροδο», σταματώ για να γράψω το πολύ άμεσο επίσης «Κωδωνοστάσιο». Έτσι έγραψα πρωτύτερα και το «Δίχτυ». […] Κι όμως, ξαναδιαβάζοντας τις «Μαντατοφόρες», τα «Στίγματα», το «Δίχτυ», το «Κωδωνοστάσιο», τα βρίσκω πολύ πιο κάτω απ’ τα «αρχαία» μου, όπως τα λες. Κι όχι γιατί τους λείπει η διάσταση του μύθου, η προϋπάρχουσα μαγεία της απόστασης, η άξαφνη μουσική των αναχρονισμών, η ελευθερία κίνησης της φαντασίας, η ευκολία της μεταμφίεσης του λόγου απ’ το φιλτραρισμένο μέσω των εποχών αίσθημα και νόημα που δεν υπόκειται στην αναγκαιότητα της λαχανιασμένης στιγμής. Όχι γι’ αυτά. Ίσως και γι’ αυτά. Μα είναι και άλλα: η ένταση του αισθήματος που αλλοιώνει το λόγο, η στιγμιαία επιταγή που περιορίζει την όραση σ’ ένα ορισμένο τμήμα του χρόνου σαν να ’ναι όλος ο χρόνος, ο μόνος χρόνος, χωρίς πριν και πιο πέρα […]. […] λείπει η τρίτη αναλογία που δεν είναι πια ζήτημα ειλικρίνειας συναισθηματικής, αλλά ακρίβειας αισθητικής […]. Και τέτοια ελαττώματα έχουν και τα καλύτερα ποιήματά μου αυτού του είδους, παρ’ όλα τους τα γνήσια βιώματα και την καθάρια ειλικρίνειά τους και την «ελεγχόμενη» (ακόμη και την ώρα της έξαρσης) τεχνική τους. […] Αν σώζεται ο «Επιτάφιος» είναι ίσως απ’ τους μακρινούς συσχετισμούς με τον Άδωνη, με την αρχαία ελληνική λατρεία του σωματικού κάλλους, με την άνοιξη, με τον Ιησού, και προπάντων εξαιτίας του μορφικού δεσμού του με την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού, με τις ρυθμικές και ηχητικές μνήμες των βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων, του Κρητικού θεάτρου, της Τουρκοκρατίας, της Επανάστασης του 21, του μανιάτικου μοιρολογιού, έτσι που το άμεσο γεγονός να επεκτείνεται συνειρμικά κι αισθητικά σ’ έναν άπειρο χρόνο ιστορικό, μυθικό, εσωτερικό προς τα πριν και τα μετά.

«Ένα γράμμα του Γιάννη Ρίτσου για την ποίησή του» [στη Χρύσα Προκοπάκη, Αθήνα, 15.V.72], περ. Ο Πολίτης, τχ. 109 (Νοέμ. 1990) 52-53.

***

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την Πρωτομαγιά 1909 στη Μονεμβασιά, το τελευταίο παιδί μιας πλούσιας οικογένειας γαιοκτημόνων.

Ήταν το μικρότερο από τα τέσσερα παιδιά του μεγαλοκτηματία Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά. Τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια του ήταν η Νίνα (1898-1970), ο Μίμης (1899-1921) και η Λούλα (1908-1995).

Σπουδαίος και πολυγραφότατος Έλληνας ποιητής, με διεθνή απήχηση, που ανήκει στη λεγόμενη “γενιά του ‘30”.

Η πρώτη παιδική ηλικία ήταν και η μόνη ευτυχισμένη περίοδος της οικογενειακής ζωής του. Σύντομα η οικογένεια επρόκειτο να καταστραφεί οικονομικά. Μαζί με την ανέχεια ήρθαν μεγαλύτερες δοκιμασίες. Ο θάνατος του αδελφού του Μίμη, δόκιμου αξιωματικού του Ναυτικού, από φυματίωση το 1921 και, μερικούς μήνες αργότερα, ο θάνατος της μητέρας από την ίδια αρρώστια. Ο πατέρας τρελαίνεται. Θα τελειώσει τη ζωή του, το 1938, στο Δαφνί. Στο ίδιο ίδρυμα θα οδηγηθεί το 1936 η αδελφή του ποιητή Λούλα, ο πιστός σύντροφος των παιδικών του χρόνων.

Μαζί με τη Λούλα ο ποιητής περνά τα γυμνασιακά του χρόνια στο Γύθειο. Το 1925 φτάνουν στην Αθήνα για σπουδές. Γρήγορα όμως ο Ρίτσος θα προσβληθεί κι αυτός από φυματίωση. Ως το 1940 περίπου η ζωή του θα περνά ανάμεσα σε σανατόρια (Σωτηρία, Kαψαλώνα, Άγιος Iωάννης Χανίων, Πάρνηθα) και, στα διαλείμματα, στην Αθήνα, όπου είναι υποχρεωμένος να εργάζεται σκληρά και κάποτε με εξευτελιστικούς όρους για να επιζήσει.

Στο πείσμα αυτής της κακιάς μοίρας και του ίδιου του θανάτου που τον απειλεί συνεχώς, ο Ρίτσος, που από τα παιδικά του χρόνια αισθάνεται ποιητής, γράφει ασταμάτητα. Στην ποίηση βρήκε το μοναδικό καταφύγιο. Στην ποίηση και, από το 1929, στο σοσιαλιστικό ιδανικό το οποίο ενστερνίστηκε στο σανατόριο της Σωτηρίας – εκεί νοσηλεύονταν πολλοί αγωνιστές. Η πίστη σ’ αυτό το μελλοντικό όραμα θα εμπνέει και την ποίησή του.

Από το 1930 ως το 1934 γράφει τις συλλογές Τρακτέρ (έκδ. 1934) και Πυραμίδες (έκδ. 1935). Το 1936, με αφορμή την αιματηρή καταστολή της διαδήλωσης των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη, γράφει τον Επιτάφιο. Η δικτατορία του Μεταξά συμπεριλαμβάνει τον Επιτάφιο στα ανατρεπτικά βιβλία που κάηκαν στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

Στο διάστημα αυτό, έως τον πόλεμο, ο Ρίτσος εργάζεται ως ηθοποιός και χορευτής σε διάφορα θέατρα, και αργότερα στο Εθνικό και στη Λυρική. Στην Κατοχή εντάσσεται στο λογοτεχνικό τομέα του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Νέα υποτροπή της φυματίωσης τον καθηλώνει στο κρεβάτι, όπου γράφει ασταμάτητα. (Τα περισσότερα έργα αυτής της περιόδου καταστράφηκαν αμέσως μετά τις συγκρούσεις του Δεκέμβρη 1944.) Το Δεκέμβριο του 1944 ακολουθεί τις αριστερές δυνάμεις που εγκαταλείπουν την Αθήνα. Φθάνει στην Κοζάνη, όπου γράφει το θεατρικό Η Αθήνα στ’ άρματα, που παίζεται αμέσως.

Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια εργάζεται ως διορθωτής και επιμελητής κειμένων στον εκδοτικό οίκο Γκοβόστη και συνεργάζεται με το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα.

Το 1948 εκτοπίζεται στο Κοντοπούλι της Λήμνου, αργότερα στη Μακρόνησο και στο τέλος στον Αϊ-Στράτη. Απελευθερώνεται τον Αύγουστο του 1952. Την περίοδο αυτή το έργο του είναι απαγορευμένο, ο ίδιος όμως συνεχίζει τη δημιουργική του δραστηριότητα.

Το 1954 παντρεύεται τη γιατρό Γαρυφαλιώ Γεωργιάδου και το 1955 γεννιέται η κόρη του, Έρη. Το 1956 τού απονέμεται το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη Σονάτα του σεληνόφωτος.

Αυτά τα χρόνια κι ως την καινούργια δικτατορία είναι τα μόνα ήρεμα. Ο ποιητής αφιερώνεται αποκλειστικά στο έργο του και σε ποιητικές μεταφράσεις χωρίς άλλους επαγγελματικούς περισπασμούς. Ωστόσο, σ’ όλη τη ζωή του δε σταμάτησε ούτε μέρα να γράφει και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες.

Με την επιβολή της δικτατορίας, στις 21 Απριλίου 1967, συλλαμβάνεται και οδηγείται στον Ιππόδρομο. Στη συνέχεια εξορίζεται στη Γυάρο, ύστερα στο Παρθένι της Λέρου. Από τον Οκτώβριο του 1968 ως το τέλος του 1970 βρίσκεται σε «κατ’ οίκον περιορισμό» στο Καρλόβασι Σάμου. Το έργο του είναι πάλι υπό απαγόρευση.

Το 1971 επιστρέφει ελεύθερος στην Αθήνα. Έχει έρθει η ώρα της αναγνώρισης στην Ελλάδα και διεθνώς. Αμέσως μετά τη μεταπολίτευση ανακηρύσσεται επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1975). Το 1975 προτάθηκε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το 1978 γίνεται επίσης διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ στην Αγγλία, το 1984 του Πανεπιστημίου Καρλ Μαρξ της Λειψίας και το 1987 του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1977 τιμάται με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.

Ο Γιάννης Ρίτσος μάς έχει δώσει ένα ογκωδέστατο έργο. Μετά τον Επιτάφιο (1936), ακολουθούν λυρικές συνθέσεις σε ελεύθερο στίχο όπως Το τραγούδι της αδελφής μου (1937), Εαρινή συμφωνία (1938), Το εμβατήριο του ωκεανού (1940). Μέσα στην Κατοχή γράφει τη Δοκιμασία, ενώ η εποποιία της Αντίστασης θα του εμπνεύσει τη Ρωμιοσύνη και την Κυρά των Αμπελιών (1945-1947). Παράλληλα, η τραγωδία της Κατοχής και του Εμφύλιου καταγράφεται στη συλλογή Αγρύπνια (1944-1953) και στις Γειτονιές του κόσμου (1949-1951).

Στον τόμο Τέταρτη Διάσταση (1956-1975) έχουν συγκεντρωθεί ποιητικοί μονόλογοι, όπως H Σονάτα του σεληνόφωτος, ο Ορέστης, ο Φιλοκτήτης, η Χρυσόθεμις, η Ελένη. Μέσα από το μύθο και την ιστορία όσο και από τις σύγχρονες κοινωνικές συγκρούσεις, ο ποιητής αναπτύσσει έναν ποιητικό στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη μοίρα. Η Τέταρτη Διάσταση μαζί με τις πολυάριθμες συλλογές μικρών ποιημάτων που γράφονται παράλληλα (Μαρτυρίες, Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα, Χειρονομίες και άλλα) είναι το απόσταγμα της ανθρώπινης και ποιητικής εμπειρίας του. Με τις οραματικές, δοξαστικές συνθέσεις που συγκεντρώνονται στους τόμους Γίγνεσθαι και Επινίκια ο Ρίτσος ολοκληρώνει την ποιητική του κατάθεση.

Ως τώρα έχουν κυκλοφορήσει 100 ποιητικά βιβλία, 4 θεατρικά, καθώς και 9 πεζά με το γενικό τίτλο Εικονοστάσιο ανωνύμων αγίων. Έχουν εκδοθεί επίσης 12 βιβλία με μεταφράσεις του και ένα βιβλίο με δοκίμια. Οι ξένες εκδόσεις του έργου του, που έχουν μεταφραστεί σε σαράντα διαφορετικές γλώσσες, ανέρχονται σε 320. Πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα προστίθενται στο έργο του. Οι μελέτες για ομοτέχνους του, οι πολυάριθμες μεταφράσεις και χρονογραφήματα, καθώς και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν την εικόνα ενός χαλκέντερου δημιουργού.

Ο Γιάννης Ρίτσος έφυγε από τη ζωή στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας πίσω του 50 ανέκδοτες ποιητικές συλλογές. Ενταφιάστηκε τρεις μέρες αργότερα στη γενέτειρά του Μονεμβασιά.

***

“Η κυρά των αμπελιών” 1984

Κυρά των αμπελιών
που σ’ είδαμε πίσω απ’ το δίχτυ του πευκόδασου
να συγυρίζεις με το χάραμα
τα σπίτια των αϊτών και των τσοπάνων.
Πάνω στη φούστα σου ο Αυγερινός.
Δύο αγουροξυπνημένες μέλισσες
κρεμούσανε στ’ αυτιά σου σκουλαρίκια
και τα πορτοκαλάνθη σου έφεγγαν
τη μαύρη την καμένη στράτα.

Κυρά μελαχρινή
που η αντηλιά σου χρύσωσε τα χέρια
σαν της Παναγιάς το κόνισμα
πίσω από το χνούδι το σγουρό
σπίθιζε το δροσό της νύχτας
σα να μετάνιωσε λίγο προτού να σβήσει ο γαλαξίας
και δέθηκε γιορντάνι στο λαιμό σου
να χυθεί στη ζεστασιά του κόρφου σου…

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -