29.4 C
Athens
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

3 Οκτωβρίου 1922. Ο Ηλίας Βενέζης περιγράφει τη σφαγή των Αϊβαλιωτών και του Γρηγορίου

Του Ηλία Βενέζη (*)

«Ο Κυδωνίων Γρηγόριος έμεινε στην πόλη με τα γυναικόπαιδα, έκανε ό,τι του περνούσε για τη σωτηρία του ποιμνίου του, διαβήματα εκκλήσεις προς τους Τούρκους, νομίζοντας πως ακόμα το κύρος της Εκκλησίας, τα προνόμια τα σουλτανικά, είχαν σημασία.

Σε λίγες μέρες άρχισαν να φτάνουν στο λιμάνι βαπόρια με αμερικανική σημαία, να παραλάβουν τα γυναικόπαιδα.

Οι Τούρκοι είπαν στην αρχή: «Η άδεια της αναχωρήσεως ισχύει μόνο για 24 ώρες. Όσοι δεν προλάβουν να φύγουν, θα μεταφερθούν στο εσωτερικό της Ανατολής!».

Ο Δεσπότης πήγε και βρήκε τον Τούρκο φρούραρχο. Είχε πάντα το κουράγιο να μιλά αυστηρά, αν και μάντευε το τέλος που τον περίμενε. Διαμαρτυρήθηκε: πόσοι προλαβαίναν να μπαρκάρουν σε 24 ώρες με τα λίγα μέσα που υπήρχαν;… Επέστρεψε στη Μητρόπολή του κατώδυνος την ψυχήν: «Φύγετε όλοι αμέσως! Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!».

Του είπαν να ετοιμασθή να φύγη και εκείνος αρνήθηκε: «Εφόσον και ένας ακόμη εκ των πιστών του ποιμνίου μου ευρίσκεται εδώ, θα μείνω και εγώ».

Την 30 Σεπτεμβρίου του 1922 οι Τούρκοι ορίσανε ως ημέρα που θα επέτρεπαν και στους παπάδες των ένδεκα μεγάλων εκκλησιών του Αϊβαλιού να φύγουν.
Ο Δεσπότης πάλι είπε: «Εγώ είμαι υποχρεωμένος να μείνω».

Επειδή έμεναν ακόμη χριστιανοί στην πόλη. Και είχε γνωσθεί η τελευταία αγριότητα. Όταν οι Τούρκοι μάζεψαν τους άντρες από 18-45 ετών και τους σκοτώσανε έξω απ’ την πόλη, είχαν εξαιρέσει από αυτή την ομαδική στρατολογία και σφαγή τα σινάφια: τους επαγγελματίες, τους φουρναραίους, τους χτίστες, τους μαραγκoύς. Ο διευθυντής της αστυνομίας τους κάλεσε όλους να παρουσιαστoύνε. Τους πήγαν σ’ ένα λόφο λεγόμενο «Mπογιά» και τους σκότωσαν με τσεκούρια. Ένας μόνο γλύτωσε και είπε το τι έγινε.

Τέλος, πιάσαν τον Δεσπότη και τους παπάδες. Ύστερα από τέσσερις μέρες φυλακή και βασανιστήρια, τους σηκώσανε και τους οδήγησαν έξω από την πόλη… Τους γυμνώσανε, τους δέρνανε, τους βάζανε να περπατούν ξυπόλυτοι…

Ήμουν με την προτελευταία αποστολή σκλάβων που οι Τούρκοι οδηγούσανε στο εσωτερικό της Aνατολής.

Γυμνοί, πεινασμένοι, διψασμένοι, καταματωμένοι, είχαμε φτάσει στην Πέργαμο. Μας ρίξαν σε μιαν αποθήκη. Την άλλη μέρα, κατά το μεσημέρι, άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένα νέο κοπάδι σκλάβων.

Ήταν, σε αξιοθρήνητη κατάσταση, οι παπάδες του Αϊβαλιού: αλλοσούσουμοι, καταματωμένοι κι αυτοί, με ξεσκισμένα ράσα, πεινασμένοι, ξυπόλυτοι, άγριοι απ’ τη μαρτυρική πορεία.

Ο Κυδωνίων Γρηγόριος, αν και είχε ξεκινήσει μαζί τους, δεν έφτασε στην Πέργαμο. Έξω απ’ το Αϊβαλί οι Τούρκοι τον ξεχωρίσανε μαζί με μερικούς άλλους απ’ το κοπάδι και τον παραδώσανε σ’ ένα απόσπασμα εκτελεστικό που είχε, εκτός απ’ τα όπλα και φτυάρια. Οι άλλοι οι παπάδες συνεχίσανε το δρόμο.

Σαν πέρασε λίγη ώρα, ακούσανε πίσω τους ντουφεκιές. Το απόσπασμα ενώθηκε μαζί τους αργότερα.

Ένας Τούρκος του αποσπάσματος είπε: «Τον Δεσπότη τον θάψαμε ζωντανό. Οι ντουφεκιές ήταν για τους άλλους».

Απ’ την Πέργαμο συνεχίσαμε τη μαρτυρική πορεία προς το εσωτερικό της Ανατολής, μαζί με τους παπάδες. Έξω απ’ την Πέργαμο σκότωσαν τον γερο-ιερέα της ενορίας μας, που δεν μπορούσε να βαδίση.

Τον παραδώσανε στον όχλο – στους πολίτες και στα παιδιά – που παρακολουθούσαν τη θλιβερή θεωρία. Κι ο όχλος τον σκότωσε μπρος στα μάτια μας με λιθοβολισμό.

Φτάσαμε στο Κιρκαγάτς. Εκεί, τη νύχτα οι Τούρκοι ξεχώρισαν τους παπάδες και τους πήραν δεμένους να τους πάνε στο Αξάρι. Μάθαμε αργότερα πως τους σκότωσαν όλους στο δρόμο.

Από 3.000 άνδρες που πιάσανε οι Τούρκοι στο Αϊβαλί, τον ανθό του πληθυσμού, σωθήκαμε και φτάσαμε, ύστερα από, δεινά πολλά, στην Ελλάδα είκοσι τρεις ψυχές (αριθμός 23).

Αυτή τη μαρτυρία καταθέτω για την Ορθοδοξία της Μικρασίας, πoυ έδιδε αγίους και μάρτυρες ταπεινούς και αφανείς, επειδή τους, οδηγούσε ένα μόνο: η πίστη και το χρέος».

(*) Του Ηλία Βενέζη, από το «Μικρασία χαίρε», σελ. 45. Ο Βενέζης γεννήθηκε στο Αϊβαλί, στις 4 Μαρτίου του 1904 και έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 1973.

***

Ο Άγιος Ιερομάρτυρες Γρηγόριος, Μητροπολίτης Κυδωνιών

Ο Κυδωνιών Γρηγόριος, ο καλός ποιμήν του Αϊβαλί, λόγω της εθνικής του δράσεως δοκίμασε πολλές εξορίες και διώξεις. Γέρων στην ηλικία αντιμετώπισε με νεανική δύναμη τα φρικτά μαρτύρια.

Στα δύσκολα χρόνια του ξεριζωμού κατόρθωσε να στείλει στην Ελλάδα και να σώσει 25.000 Αϊβαλιώτες και 26 Ιερείς. Ο ίδιος, όπως ο Σμύρνης Χρυσόστομος αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ποίμνιό του για να σωθεί. ΄

Μαζί με τους εναπομείναντες χριστιανούς του εκτοπίσθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου του 1922.

Λίγες ήμερες αργότερα, στις, 3 Οκτωβρίου, υστέρα από άγριο ξυλοδαρμό αντιμετώπισε το φρικτό θέαμα του σφαγιασμού των 15.000 χριστιανών του και των 22 Ιερέων του, τους οποίους ένα ένα εθανάτωναν μπροστά του.

Για τον γέροντα Ιεράρχη είχαν οι σφαγείς ετοιμάσει λάκκο βαθύ για να τον θάψουν ζωντανό. Μόλις οι δήμιοι τον έριψαν στον λάκκο, πριν προλάβουν να τον σκεπάσουν με το χώμα, εξέπνευσε.

Το κοσμικό του όνομα ήταν ‘Αναστάσιος ‘Αντωνιάδης ή Σαατσόγλου και, κατά μεταγλώττιση δική του, Ωρολογάς.

Γεννήθηκε το 1864 στη Μαγνησία της Μ. Ασίας και ήταν απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Διετέλεσε δε και καθηγητής, Ιεροκήρυκας και πρωτοσύγκελλος στις Ι. Μητροπόλεις Θεσσαλονίκης, Σερρών και Δράμας.

Ως Ιεροκήρυκας ανήκει στους πρώτους πού στο κήρυγμα χρησιμοποίησαν τη δημοτική γλώσσα. Το 1902 έγινε Μητροπολίτης Στρωμνίτσης και από το 1908 έως το 1922 Μητροπολίτης Κυδωνιών με έδρα το Αϊβαλί.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -