36.8 C
Athens
Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

«Κρυπτόγαμα». Υπέροχη παράσταση της Νικαίτης Κοντούρη με κορυφαίο τον Μάκη Παπαδημητρίου

Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Έχοντας προκαλέσει μεγάλη αίσθηση με το μυθιστόρημά του «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» που κυκλοφόρησε το 2022 (εκδ. Νήσος), ο συγγραφέας Μιχάλης Αλμπάτης γράφει για το Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου ένα θεατρικό μονόλογο που διαδραματίζεται σε μια μικρή πόλη της Κρήτης, αρχές της δεκαετίας του 1980.

«Από τις λέξεις κρυπτόν και γαμείν – όπως εξηγεί ο συγγραφέας – ο τίτλος “Κρυπτόγαμα” αναφέρεται στην κρυφή γονιμοποίηση. Έτσι ονόμασε ο Σουηδός βοτανολόγος Κάρολος Λινναίος τα φύκη, τους μύκητες, τα βρυόφυτα και τα πτεριδόφυτα, καθώς η απουσία ανθέων, καρπών και σπερμάτων, καθιστούσε τον τρόπο αναπαραγωγής τους γριφώδη.

Υπάρχουν όμως και ανθρώπινα πλάσματα που αναδίδουν τον ίδιο γρίφο, με κατάταξη ασαφή ανάμεσα στα γένη, με ρόλο ομιχλώδη στη ροή της εξέλιξης (…).

Οργανισμοί που για να επιβιώσουν μιμούνται τους όμορούς τους, στους τρόπους, στην αμφίεση, στη γλώσσα, αναγκασμένοι να ανθίζουνε μονάχα στο σκοτάδι, γεμίζοντας τα πνευμόνια τους με νύχτα. Έτσι ζούνε, κρατώντας την ανάσα τους για χρόνια, μα αν ο αέρας τους σωθεί κι αναγκαστούν να αναδυθούνε βίαια στο φως, η ανάφλεξη είναι αναπόφευκτη…».

Μια εφιαλτική μουσική του Αλέξανδρου Δράκου Κτιστάκη διατρέχει όλη την παράσταση «Κρυπτόγαμα» σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη με τον Μάκη Παπαδημητρίου, που είδαμε στην «Πειραιώς 260» στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2024.

Τριγύρω σπασμένα έπιπλα, πιο πέρα ένας πάγκος χασάπη με χασαπομάχαιρο και σφαχτάρι. Ένα σκηνικό του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, που συνοψίζει όλη την παράσταση.

Ο ήρωάς μας, ο Αργύρης (Μάκης Παπαδημητρίου) βγάζει το κοστούμι του και φορά την ποδιά του χασάπη, τη μυρίζει και την πετά μακριά. Κάτω σκουπίδια από σπασμένα, προσπαθεί άδοξα να τα σκουπίσει.
Εξηγεί ότι ποτέ του δεν ήθελε χασάπης να γενεί. Το φοβόταν το χασαπομάχαιρο. Ο πατέρας του ήταν χασάπης και ήταν περήφανος που θα κληρονομούσε ο γιος του, το χασάπικό του. Στο σπίτι έτρωγαν μόνο κρέας.
Μια φορά αυτός είχε το θράσος να πει ότι το βαρέθηκε πια το κρέας και ο πατέρας του έγινε έξαλλος…
«Άλλοι τρώνε φασόλια και φακή αντί για κρέας» και εκείνος ο αχάριστος το βαριέται.
Όταν πια του είπε ότι ήθελε να γίνει τσαγκάρης και όχι χασάπης, ο πατέρας του ξέσπασε σε γέλια, και του είπε ότι ή θα γινόταν κάτι πολύ καλύτερο από χασάπης, όπως γιατρός ή χασάπης και αυτό έγινε τελικά.

Είναι φανερό ότι κάτι τον ενοχλούσε, αλλά παγιδευμένος σε αυτό το πατριαρχικό σύστημα δεν μπορούσε να σηκώσει το ανάστημά του, να αναγνωρίσει και να διεκδικήσει την προσωπική του ευτυχία.

Έπρεπε να ακολουθήσει την πεπατημένη να διαδεχθεί τον πατέρα του στη δουλειά, να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια.

Όμως κρυφά, υπόγεια πάντα θα ξεπροβάλλει το καταπιεσμένο ορμέμφυτο, η ασίγαστη φύση του ανθρώπου και θα διεκδικεί τον χώρο της. Όταν έλειπαν οι γονείς του, τού άρεσε να φορά τα εσώρουχα της μητέρας του και να χαϊδεύεται, νομίζοντας ότι τον χαϊδεύουν ξένα χέρια. Στον στρατό ήταν ευτυχισμένος μέσα σε τόσους άντρες αν και αυτοί έτρεχαν στις πουτάνες.

Διηγείται γλαφυρά, με ένταση και μαζί με τη μεγαλοφυή μουσική του Αλέξανδρου Δράκου Κτιστάκη και τον υποβλητικό φωτισμό της Μελίνας Μάσχα, δημιουργείται μια ατμόσφαιρα θρίλερ που συνοδεύει την περιπέτειά του όταν επιδιώκει να χάνεται ανώνυμα σε έναν σκοτεινό, δασικό χώρο και να συνευρίσκεται με άλλους άνδρες.

Αυτούς που καταδικάζουν την αδικοσκοτωμένη τραβεστί, την Τζωρτζίνα, που είχε για ίνδαλμά της την Αλίκη Βουγιουκλάκη, δίνοντας παραστάσεις με τα τραγούδια της στους δρόμους και στα ταβερνεία, κάτω από κοροϊδίες και γιουχαΐσματα.

Ένα δυστυχισμένο και μοναχικό άτομο, που το «χρησιμοποίησαν» και την εξόντωσαν όταν προσέφερε ηδονή στα «άγρια» αρσενικά, που την εξευτέλιζαν…

Στο γλέντι του αρραβώνα της κόρης του, της Ανθούλας, ο θάνατος της Τζωρτζίνας, του κάποτε Γιώργου, πυροδοτεί μια έξαρση, μια εξέγερση εσωτερική που θέλει να εξωτερικευτεί απαξάπαντος.

Μπαίνει στο δωμάτιο της γυναίκας του, φορά τα εσώρουχά της και προβάλλει στους καλεσμένους την υποκρισία τους. Τους την πετά στα μούτρα φωνάζοντας το δικαίωμα του ανθρώπου στην προσωπική του ευτυχία.

Ο Αργύρης ήταν «ένας χασάπης που δεν ήθελε χασάπης να γενεί, που σιχαίνεται τη μυρουδιά απ’ τα σπλάχνα και το αίμα και φορά ένα μαγικό δαχτυλίδι, που είχε βρει και που μεταμορφώνει όποιον το φορεί σ’ ό,τι πιότερο ποθεί μα και φοβάται να ’ναι». Τον οδηγεί ακόμα στα σκοτεινά μέρη της ψυχής του και στην ολοκλήρωση του εαυτού του.
Σε μια ανώριμη, αιμοσταγή, βίαιη και σκληρή, ρατσιστική κοινωνία είναι απερίγραπτο το μπούλινγκ, που δέχονται αυτοί οι άνθρωποι, καθώς μετακινούνται καθημερινά προς την εργασία τους. Καμία αποδοχή. Η βία είναι απερίγραπτη, ο σεξισμός ξέφρενος.

Η ερμηνεία του Μάκη Παπαδημητρίου ξεπερνά κάθε προηγούμενο, είναι ουσιαστική και εκ βαθέων. Πράγματι αποκαλύπτει τον πραγματικό εαυτό του επί σκηνής και ξεσπά τον θυμό του απέναντι σε όλους αυτούς τους καθωσπρέπει «φυσιολογικούς» φονιάδες αλλά και απέναντι σε αυτή την κοινωνία που δεν αναγνωρίζει τίποτα πέραν από τις νόρμες της.

Η σκηνοθεσία της Νικαίτης Κοντούρη υποστηριζόμενη από τους συντελεστές της παράστασης δηλώνει ότι η Φύση δεν καταπιέζεται. Ας μη χρειάζεται ποτέ κανένας ένα μαγικό δακτυλίδι για να μεταμορφωθεί σε αυτό που πραγματικά είναι. Είναι δικαίωμά του και αυτό είναι ή πρέπει να είναι σεβαστό.

Μια υπέροχη παράσταση αντάξια ενός πανέξυπνου και καταγγελτικού κειμένου, του Μιχάλη Αλμπάτη.

***

Ταυτότητα της παράστασης

«Κρυπτόγαμα»
Κείμενο: Μιχάλης Αλμπάτης
Σκηνοθεσία: Νικαίτη Κοντούρη
Σκηνικά – Κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Μουσική: Αλέξανδρος Δράκος Κτιστάκης
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Βοηθός σκηνοθέτιδας: Δανάη Παπακωνσταντίνου

Ερμηνεύει ο Μάκης Παπαδημητρίου

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -