Cat Is Art

Ηλίας, Ζωή, Κωνσταντίνος (“Κήπος Στάχτες”): Έπιασαν σκόνη και την έκαναν χρυσό…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα
panmil2003@yahoo.gr

Μεγάλωσα στο Νέο Κόσμο. Στη συνοικία δίπλα στο εργοστάσιο του FIX και στα προσφυγικά του Κυνοσάργους. Κέντρο απόκεντρο το λέγαμε. Δέκα λεπτά με τα πόδια από την πλατεία Συντάγματος. Σπίτια χαμηλά, με μικρούς κήπους και εσωτερικές αυλές. Αντί για ηλεκτρικό κουδούνι στην εξωτερική πόρτα, είχε ένα μικρό καμπανάκι. Η πόρτα άνοιγε αν τράβαγες ένα σύρμα που σήκωνε το μάνταλο και αμέσως εμφανιζόταν ο δρόμος για να μπεις στην αυλή. Πρώτη εικόνα ένας διάδρομος με ασπρόμαυρα πλακάκια με γεωμετρικά σχέδια. Στη συνέχεια κάποιες φρεσκοποτισμένες γλάστρες με βασιλικό, φίκους, πολύφυλλα, πλατύφυλλα και έναν άτακτο κισσό που προσπαθούσε να σκαρφαλώσει και να κρυφοκοιτάξει από το παράθυρο…
Δεν είναι της φαντασίας μου τα παραπάνω. Απλώς τα θυμήθηκα περνώντας έξω από ένα κομψό νεοκλασικό στον Κολωνό, στην οδό Θυάμιδος 7. Η πόρτα ήταν ίδια με του πατρικού μου σπιτιού. Ακόμη και το σύρμα… Το τράβηξα, η πόρτα άνοιξε. Μπήκα και προχώρησα στην ίδιο διάδρομο και στην ίδια αυλή. Ένα ποδήλατο δεν με παρέσυρε σε άλλες μελό αναμνήσεις. Χωρίς να καθυστερήσω, ανέβηκα την πλατιά εξωτερική μαρμάρινη σκάλα με το σκαλιστό κάγκελο. Έφτασα στην πόρτα του πρώτου και μοναδικού ορόφου. Την έσπρωξα και άνοιξε. Μπήκα. Ζεστασιά από ξυλόσομπα. Στα δωμάτια υφαντά χαλιά. Στους τοίχους παρέλαση από οικογενειακά χαμόγελα.
– Μα, ήρθατε νωρίτερα. Αργούμε ακόμη…
– Συγγνώμη, γιατί λέτε ότι ήρθα νωρίς; Και για ποιο πράγμα αργείτε;
– Ας μην πιάσουμε τώρα την κουβέντα. Κάθε λεπτό είναι πολύτιμο. Σε λίγο θα έρθουν κι οι άλλοι.
– Ποιοι άλλοι; Τι είναι εδώ;
– Οι άλλοι 21 που μαζί με σας θα δούνε την παράσταση. Εδώ είναι θέατρο. Εμείς, δηλαδή εγώ ο Ηλίας, το παιδί με το μουστάκι ο Κωνσταντίνος και η μελαχρινή νησιώτισσα η Ζωή, προετοιμάζουμε το χώρο. Εδώ παρουσιάζουμε το έργο του Σερβοούγγρου συγγραφέα Ντανίλο Κις «Κήπος Στάχτες». Είναι από το «Βελούδινο Άλμπουμ του 20ου αιώνα». Πρόκειται για μια θεατρική μεταφορά της αυτοβιογραφικής του τριλογίας που έχει τον γενικό τίτλο «Το οικογενειακό μας τσίρκο»
– Απίστευτο. Είδα φως και μπήκα, όπως λένε, και τώρα είμαι έτοιμος να παρακολουθήσω μια θεατρική παράσταση. Ελπίζω να είμαι τυχερός…
– Καθίστε. Η είσοδος είναι ελεύθερη με προαιρετική συνεισφορά στο τέλος.
Έτσι κι έγινε. Ύστερα από περίπου δύο ώρες βρισκόμαστε και πάλι μαζί. Τα τρία παιδιά κι εγώ. Ο Ηλίας Κουνέλας, η Ζωή Τούντα και ο Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης. Το χειροκρότημα αντηχεί ακόμη στις ψηλοτάβανες κάμαρες του σπιτιού. Ένα ευχαριστώ δεν αρκεί. Προτείνω λοιπόν μια συνέντευξη. Πλησιάζουν μεσάνυχτα. Το μεγάλο σαλόνι δεν θυμίζει καθόλου τι έγινε πριν από λίγο. Καθόμαστε γύρω από τη σόμπα. Το μαγνητόφωνο πάνω σε ένα σκαμνάκι. Πατάω το rec. Ανάβει το κόκκινο φωτάκι και η συζήτηση αρχίζει.

Διαβάστε τη συζήτηση με τους Ηλία Κουνέλα, Ζωή Τούντα, Κωνσταντίνο Καρβουνιάρη.

Τη φωτογράφηση πραγματοποίησε ο Δημήτρης Πιτσάκης

– Παναγιώτης Μήλας: Με τις συνεντεύξεις δεν τα πάω και τόσο καλά… Για να ξεπεράσω λοιπόν τα όποια δικά μου προβλήματα σκέφτηκα να κλέψω την ιδέα από τη Ζωή και να κάνω έναν αυτοσχεδιασμό, αν δεν έχετε αντίρρηση.
– Ζωή Τούντα: Καμία.
– Παναγιώτης: Θα έχετε δει στο www.catisart.gr ότι σε κάθε συνέντευξη υπάρχει μία εκτενής αναφορά στον καλεσμένο ο οποίος σαν πρωταγωνιστής σε μια ταινία μικρού μήκους παρουσιάζει ένα αρκετά μεγάλο μέρος της ζωής του. Αυτό λοιπόν θα το κάνουμε εδώ. Ζωή, Ηλία και Κωνσταντίνε, ξεφυλλίζοντας αυτό το «βελούδινο άλμπουμ».
– Ζωή: Αυτό δεν το περίμενα. Επειδή εμείς ξεφυλλίζουμε το άλμπουμ, να μας πει κάποιος «πάμε να το ξεφυλλίσουμε».

Γειτονιά

– Παναγιώτης: Ήθελα λοιπόν να αρχίσουμε… Πρώτη ενότητα είναι η λέξη γειτονιά. Τα παιδικά χρόνια, δηλαδή. Ας αρχίσει όποιος θέλει.
– Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης: Προτείνω να ξεκινήσεις με τον Ηλία γιατί νομίζω ότι από τη δική του γειτονιά ήταν η αφορμή να πούμε κι εμείς για τις δικές μας αναμνήσεις. Εγώ πάντα τη θυμάμαι τη δικιά μου αλλά επειδή είναι αφορμή ο Ηλίας.
– Παναγιώτης: Πάντως θυμίζω ότι η λέξη γειτονιά είναι τα παιδικά χρόνια.
– Ηλίας Κουνέλας: Ναι. Τι να πρωτοπείς; Επειδή είχα διασκορπισμένα παιδικά χρόνια, η πρώτη μου γειτονιά ήταν στο χωριό Μπελογιάννη στην Ουγγαρία. Σ’ αυτό το ελληνικό χωριό που χτίστηκε στο 1952 από πρόσφυγες μετανάστες του Εμφυλίου και αργότερα… Από εκεί δεν θυμάμαι πάρα πολλά πράγματα, πέρα από τα χιόνια, θυμάμαι μία αίσθηση δηλαδή περισσότερο, θυμάμαι την ατμόσφαιρα όχι τόσο πολύ τα πρόσωπα. Μετά είναι η Βουδαπέστη. Μετακομίσαμε σε μια μεγάλη κατασκήνωση, μέναμε μέσα σε αυτήν, γιατί ο πατέρας μου ήταν διευθυντής σε μια μεγάλη οικογενειακή κατασκήνωση, εκπαιδευτική, εκεί πέρα μες τη Βουδαπέστη. Κι εκεί πέρα πια ήταν πολύ έντονο αυτό που λέμε τρυφερή ηλικία, παιδική ηλικία, γειτονιά, παιχνίδι, επειδή ο ίδιος ο χώρος ήταν ένα σπίτι μέσα σε ένα δάσος, εκεί μαζεύονταν παιδιά από όλα τα ανατολικά κράτη, φεύγανε, έρχονταν και φεύγανε συνέχεια παιδιά που εκπαιδεύονταν είτε στον αθλητισμό είτε σε διάφορα πολιτισμικά πράγματα. Εκεί μέσα μεγάλωσα κι εγώ. Η γειτονιά όμως που μετά με έφτιαξε κάπως, άρχισε να με μορφοποιεί, ήταν στη Θεσσαλονίκη, στην Άνω Τούμπα, κι αυτή γειτονιά προσφύγων από Μικρασιάτες, και αυτή ήταν πραγματικά μία γειτονιά με την πολύ στενή έννοια, δηλαδή όλοι χαιρετιόμασταν, όλοι ξέραμε ο ένας τον άλλον, γνωρίζονταν οι οικογένειες μεταξύ τους, τα παιδιά παίζανε στο ρέμα, ο μπακάλης πάντα κερνούσε ένα μήλο, έδινε κάτι παραπάνω, το ίδιο και ο φούρναρης, παρόλο που μεγάλωσα στη δεκαετία του ’90, υπήρχαν ακόμη αυτά τα πράγματα. Αυτά είναι τα περάσματά μου…
– Παναγιώτης: Ζωή, θα μας πεις εσύ ή ο Κωνσταντίνος;
– Ζωή: Εγώ;
– Κωνσταντίνος: Παρακαλώ.
– Ζωή: Είχα την τύχη να μεγαλώσω σε ένα νησί, στην Τζια, όπου πρόλαβα τη γειτονιά με όλη της τη σημασία.
– Παναγιώτης: Στη Χώρα;
– Ζωή: Στη Χώρα, ναι. Μεγάλωσα στη Χώρα. Όπου όταν μου λέει κάποιος γειτονιά μου έρχεται κατευθείαν το ότι από πολύ μικρή περπατούσα στο δρόμο, έλεγα καλημέρα, καλησπέρα σε όλο τον κόσμο, ήξερα ποιος μένει πού, ήξερα ποιος είναι τι, όπως κι αυτοί για μένα, πρόλαβα το παιχνίδι στην πλατεία, τα γόνατα τα ματωμένα, συνέχεια! Το να σε ψάχνουν οι γονείς σου, χωρίς όμως να ανησυχούν γιατί ξέρουν ότι είσαι κάπου γύρω, είναι φοβερό αυτή η ανησυχία, έχεις αργήσει αλλά ξέρουν ότι είσαι δίπλα κάπου. Θυμάμαι παίζαμε κρυφτό και χτυπούσα τις πόρτες κι έλεγα «μπορώ να κρυφτώ σπίτι σας;». Οπότε έχω μεγαλώσει πάρα πολύ σε γειτονιά, κι όταν έφυγα από το νησί, ήταν κάτι που με απασχολούσε πολύ το πού θα πάω. Γιατί μπήκα σε ένα κουτάκι, σε ένα διαμέρισμα, που δεν ήξερα ποιος μένει δίπλα μου όχι απλώς στο διπλανό δρόμο, ποιος μένει απέναντί μου. Αλλά επειδή το φέρω πάρα πολύ αυτό, τη «γειτονιά» με τους ανθρώπους μέσα μου, πάντα όπου κι αν πήγαινα ήξερα ποιος μένει και στη δίπλα πολυκατοικία και γνώριζα και το φούρναρη και προσπαθούσα πάντα να φτιάξω μία δικιά μου γειτονιά, να το πω έτσι.
– Παναγιώτης: Όταν έφυγες από την Τζια πού πήγες;
– Ζωή: Πήγα στη Θεσσαλονίκη να σπουδάσω.
– Παναγιώτης: Θεσσαλονίκη, κοινός τόπος με τον Ηλία.
– Ζωή: Είναι κοινός τόπος με τον Ηλία, ναι, έχουμε πολλά κοινά. Χωρίς να το ξέρουμε ζούσαμε την ίδια εποχή πάνω. Αλλά κι εκεί δημιούργησα γειτονιά γιατί και η Θεσσαλονίκη έχει μια νοοτροπία ακόμα και τώρα (τώρα δεν ξέρω), τουλάχιστον το 2000 που ήμουν εγώ εκεί.
– Παναγιώτης: Είναι ζεστή πόλη.
– Ζωή: Ναι, δηλαδή υπήρχε κάτω από το σπίτι κάτι σαν μπακάλικο, όπου μαζευόμασταν το απόγευμα και παίζαμε τάβλι, συζητούσαμε για αθλητικά, άφηνε κάποιος κάτι για να το πάρει κάποιος άλλος.
– Κωνσταντίνος: Στην Τούμπα έμενες…
– Ζωή: Ναι, ήταν όρια Άνω Τούμπας.

– Κωνσταντίνος: Αν και είμαι μεγαλύτερος από τα παιδιά κι έχω γεννηθεί και έχω μεγαλώσει στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας, ακριβώς στα σύνορα του Περιστερίου με το δήμο Νέων Λιοσίων, τώρα Ίλιον, ακριβώς στα σύνορα, είμαι δημότης Νέων Λιοσίων, έχω μεγαλώσει κι εγώ ακριβώς έτσι, και νιώθω, ακούγοντάς τους να μιλάνε, και έχοντας συζητήσει και με μεγαλύτερους από μένα ανθρώπους που μου έχουν πει για τις γειτονιές τους, ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι θα υπάρχουν και γειτονιές τελικά, αρκεί η δικιά σου θέληση και ενέργεια να θέλει να βιώνεις τη γειτονιά. Παρ’ όλα αυτά, εγώ γεννήθηκα το ‘75, και μεγάλωσα εκεί από γονείς που ήρθαν από τα χωριά τους, από την Πελοπόννησο, η μία γιαγιά από τη Μικρασία, η γιαγιά έλεγε τη γειτονιά «ρούγα», είχε μια μικρή αυλίτσα το κάτω σπίτι της γιαγιάς, εμείς μέναμε από πάνω, το έχτισε ο παππούς. Εκεί λοιπόν γίνονταν γλέντια, η γιαγιά τραγουδούσε, όλοι στην οικογένεια τραγουδούσαν, υπήρχαν μόνο δύο τρία αυτοκίνητα παρκαρισμένα στη γειτονιά, γιατί ήταν γωνιακό το σπίτι, στη γειτονιά εννοώντας το μικρό δρόμο, το στενάκι που λέγαμε, όχι τον κεντρικό δρόμο που περνάει από την είσοδο του σπιτιού, που είναι λίγο μεγαλύτερος, κι εκεί παίζαμε κρυφτό, σκοινάκι, ζορλί (παιχνίδι με πέτρες), όλα αυτά τα παιχνίδια που παίζανε όλα τα παιδιά σε όλες τις γειτονιές του κόσμου, όντας κέντρο απόκεντρο, δηλαδή είναι είκοσι λεπτά από το κέντρο, είναι ακριβώς στα σύνορα κι επειδή είναι ακριβώς στα σύνορα των δύο δήμων, μία ζωή τη θυμάμαι τελείως παραμελημένη αυτή την περιοχή. Από χρόνια έμεναν κάποιες οικογένειες Αθίγγανων, από χρόνια έμεναν μετανάστες, πρώτα Πακιστανοί, Ινδοί και τώρα Αλβανοί. Αλλά πια έχει αλλάξει το τοπίο, έχουν γκρεμιστεί οι περισσότερες μονοκατοικίες. Θυμάμαι τη συκιά και τη λεμονιά του κυρίου Τζίμη και της κυρίας Γεωργίας ακριβώς απέναντι από το σπίτι, το πηγάδι που είχε σκάψει στα ογδόντα του χρόνια ξανά, αφού το είχαν κλείσει, για να βγάζει νερό να ποτίζει τον κήπο του. Θυμάμαι πολλά πράγματα από τη γειτονιά. Θυμάμαι τη «χωράφα» που παίζαμε μπάλα, ένα ξερό χωράφι όπου τώρα είναι ένα σχολείο. Και πραγματικά κι εγώ βίωσα πολλή γειτονιά κι όλες αυτές οι αναμνήσεις μού είναι πολύ γνώριμες. Θεωρούσα ότι είχα πολλή ασφάλεια, ένιωθα πολλή ασφάλεια, μέχρι και μεγάλος, μέχρι και τη νεότητά μου, μέχρι και το λύκειο, όταν ήμουν στο δρόμο εκεί γύρω στην περιοχή. Μέσα στο σπίτι μου ακόμα περισσότερη, αν βρισκόμουν ξαφνικά στην Αγία Παρασκευή αισθανόμουν ξένος. Αυτό έκανα πολύ κόπο να το βγάλω από μέσα μου, αρχίζοντας περισσότερο να ανοίγομαι προς τον κόσμο και να συνειδητοποιώ ότι είτε βρίσκομαι εδώ, είτε βρίσκομαι στην Αμερική, είναι το ίδιο πράγμα. Αλλά μέχρι το Λύκειο ένιωθα ότι αν έφευγα παραέξω ήμουν ξένος.

Οικογένεια 

Ηλίας Κουνέλας

– Παναγιώτης: Ωραία. Σαν μια μικρή εξομολόγηση. Ένα σχόλιο να κάνω μόνο. Αυτή η κουβέντα, αυτά που άκουσα να συζητάτε, επιβεβαιώνουν κάτι που είχα πει στον Ηλία μόλις τέλειωσε η παράσταση: “Εδώ δεν είναι στάχτες, αλλά πολύτιμα διαμάντια”. Δηλαδή αυτό που πήρατε από τις γειτονιές σας το έχετε μεταφέρει εδώ, την αγάπη σας και την τρυφεράδα σας. Συνεχίζουμε το ξεφύλλισμα του άλμπουμ. Η δεύτερη σελίδα έχει τη λέξη οικογένεια.
– Ηλίας: Πολύ μεγάλα θέματα τώρα αυτά αλλά είναι εξαιρετικά. Ναι, να μιλήσουμε για ένα ολόκληρο γενεαλογικό δέντρο. Καταρχήν εγώ θα ήθελα να πω ότι θέλω να κάνω! Αυτό είναι το πρώτο που μου έρχεται στο νου με αυτή τη λέξη. Θέλω να κάνω οικογένεια! Από εκεί και πέρα τώρα, η οικογένειά μου… Έχω μια πολύ μεγάλη οικογένεια, κάποιοι από αυτούς είναι εξ αίματος και κάποιοι άλλοι δεν είναι, δεν έχει σημασία. Τι να πω τώρα…
– Παναγιώτης: Και τελεία να βάλεις εδώ είμαι καλυμμένος. Γιατί η πρώτη φράση που είπες είναι αρκετή.
– Ηλίας: Πιστεύω σ’ αυτό, αυτό νομίζω αρκεί.
– Παναγιώτης: Εσύ τι λες Ζωή;
– Ζωή: Ως φιλόλογος πάλι θα σας πω πιο πολλές λέξεις, γιατί είμαι του «μπλα μπλα» περισσότερο.
– Παναγιώτης: Εργάζεσαι και ως φιλόλογος τώρα;
– Ζωή: Όχι. Απλώς έχω σπουδάσει φιλολογία – γλωσσολογία.
– Παναγιώτης: Μάθε τέχνη κι άσε την.

Ζωή Τούντα

– Ζωή: Βεβαίως! Η γλωσσολογία είναι και σπουδαία τέχνη, αλλά άλλο είναι αυτό τώρα, για να μη φεύγουμε… από το θέμα. Λοιπόν, όταν ακούω οικογένεια, το πρώτο που μου έρχεται είναι ένα άρωμα. Το οποίο άρωμα είναι άρωμα από μανταρίνι, έτσι όπως μύριζαν πριν από δεκαεφτά χρόνια τα μανταρίνια, γιατί νομίζω πια δεν μυρίζουν. Κυριακή πρωί δέκα και τέταρτο που έχω φύγει από την εκκλησία με τη γιαγιά μου, που πήγαινα κάθε Κυριακή, και έχουμε πάει και τα έχουμε αγοράσει από την πλατεία που έχει ανέβει ο μανάβης. Και έχουμε πάει και τα ‘χουμε ψωνίσει και τα ‘χουμε πάει σπίτι και βρέχει και αυτή η αίσθηση είναι μια εικόνα. Μια εικόνα, αν θέλετε, η οποία όμως περιέχει πάρα πολύ έντονο το άρωμα του μανταρινιού και της βροχής και το χάδι της γιαγιάς που με έπαιρνε και πηγαίναμε, γιατί γλιστρούσαν τα παπουτσάκια μου, πάντα φορούσα λουστρίνια και στην Τζια από την υγρασία οι πέτρες γλιστράνε πάρα πολύ, οπότε πάντα με πρόσεχε. Το ένα είναι αυτό. Το άλλο θα το συνεχίσω από τον Ηλία και θα πω ότι εγώ προσωπικά δεν ήθελα να κάνω οικογένεια, ενώ μεγάλωσα σε μία υπέροχη οικογένεια και μεγαλώνω ακόμα, με γονείς που μου προσέφεραν πάρα πολλή αγάπη, δεν είχα την ανάγκη ποτέ να δημιουργήσω εγώ η ίδια. Ίσως ήμουν πολύ καλυμμένη από την οικογένεια που ήδη είχα, δεν ξέρω. Μέσα από αυτή την παράσταση, μέσα από αυτή τη γυναίκα που έχει δύο παιδιά, έναν άντρα ακόμα κι αν είναι ένας ρόλος, ακόμα κι αν είναι ένας οτιδήποτε, είναι όμως ένας άνθρωπος γιατί υπήρξε αυτή η γυναίκα, θέλω να κάνω παιδί κι εγώ, θέλω να κάνω οικογένεια, Δηλαδή αυτή η παράσταση μου φανέρωσε κάτι, το οποίο ήταν μπροστά μου και δεν το έβλεπα πάρα πολύ καιρό.
– Παναγιώτης: Είσαι μικρή ακόμη.
– Ζωή: Ναι, όταν λέμε το θέλω, δεν είναι το άμεσο, τώρα. Απλώς υπάρχει πια αυτή η επιθυμία μέσα μου πολύ έντονη, ενώ δεν υπήρχε, αυτό εννοώ.
– Παναγιώτης: Κωνσταντίνε;
– Κωνσταντίνος: Συμφωνώ ναι, ούτως ή άλλως ζούμε μαζί τώρα τα δύο τελευταία χρόνια οπότε είμαστε κι εμείς μια οικογένεια, όχι μόνο στη σκηνή αλλά πραγματική οικογένεια. Ηλία και Ζωή σας έχω φέρει λαπατόρυζο για μετά…
– Παναγιώτης: Τι είναι αυτό;
– Κωνσταντίνος: Ρύζι με λάπατα, όπως το σπανακόρυζο. Οπότε το λέω για να δείτε ότι πραγματικά, με κάποιον τρόπο, η οικογένεια υφίσταται και σε εμάς, όχι μόνο η σκηνή. Θα πω ότι ένιωθα ότι η οικογένειά μου ήταν διασπασμένη, αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι θέλω να ενώνω κομμάτια, θέλω να ενώνω ανθρώπους. Θεωρώ ότι έχω μια πολύ μεγάλη οικογένεια, μπορώ να πω ότι έχω τρεις μπαμπάδες, τρεις μαμάδες και πνευματικούς μπαμπάδες και έτσι δασκάλους που τους αισθάνομαι μπαμπάδες και μαμάδες. Είναι δύσκολο πράγμα, εύκολο είναι δηλαδή, δύσκολο είναι να το πω με λόγια τώρα. Εάν δεν είχα αυτή την οικογένεια, δεν θα ήμουν αυτός ο άνθρωπος. Χαίρομαι πολύ που έχω περάσει αυτή τη ζωή με αυτή την οικογένεια, με αυτούς τους συγγενείς, με αυτούς τους φίλους και αυτούς τους συνεργάτες. Θεωρώ ότι, με κάποιον τρόπο, όλοι ανήκουμε έτσι σε μια μεγάλη ευρύτερη οικογένεια, είναι κάποια πράγματα τα οποία θα πρέπει να τα συζητάμε πολλές ώρες για να δείτε ότι πραγματικά είναι μία πίστη που έχω σ’ αυτό που σας λέω, και δεν τα λέω απλά έτσι για να φιλοσοφήσω. Τι να σας πω, νιώθω ότι ανήκω σε μια μεγάλη οικογένεια. Οφείλω πολλά, πια το καταλαβαίνω, το συνειδητοποιώ και χαίρομαι γι’ αυτό, στους γονείς μου και στον αδερφό μου, στην οικογένεια που με έφερε στη ζωή, στους γονείς που με έφεραν στη ζωή και στον περίγυρο το συγγενικό, οφείλω αυτό που είμαι σήμερα, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, και αυτό με κάνει να χαίρομαι που έχω αυτή την οικογένεια. Θέλω κι εγώ να κάνω οικογένεια. Όλα τα πράγματα στον καιρό τους, στο χρόνο τους
– Ηλίας: Πάντα.
– Παναγιώτης: Ωραία.
– Κωνσταντίνος: Το εύχομαι γιατί θεωρώ πια, ξέρω πια, νιώθω, πιστεύω, ότι τα παιδιά θα φτιάξουν καλύτερο τον κόσμο μας. Δεν είναι ουτοπία για εμένα, είναι μία πραγματικότητα. Αν μη τι άλλο, γι’ αυτό θέλω να κάνω και παιδιά, για να μπορέσω να μεταδώσω, γιατί όλοι οι γονείς αυτό θέλουν, να μεταδώσουν τα καλά στα παιδιά τους προκειμένου να φτιάξουν καλύτερα τη ζωή, και νιώθω ότι επιτέλους πρέπει από δω και μπρος οι γονείς πραγματικά να κοιτάνε πίσω στα λάθη τους και να δίνουν στα παιδιά τους τις καλύτερες αρχές, προκειμένου να φτιάξουν αυτό που έχουν καλύτερο, δεν αφορά μόνο την οικογένειά μας, αφορά όλο τον τόπο.
– Ζωή: Πάνω σ’ αυτό που λέει ο Κωνσταντίνος βλέπω μεγαλώνοντας, πόσο κοντά έρχομαι σ’ αυτό που είναι οι γονείς μου και προσπαθώ, μάλλον όχι προσπαθώ, και βλέπω ότι γίνεται να κρατάω περισσότερο τα καλά τους σημεία και να τα εξελίσσω και ενώ γίνομαι σαν τη μαμά μου ουσιαστικά, αλλά σαν ένα πιο εξελιγμένο μοντέλο, που κρατά όλα της τα όμορφα και διώχνει τα άσχημα και πάει παρακάτω ένα βήμα. Και ουσιαστικά αυτό είναι, ότι μπορούμε να πάμε παρακάτω. Και να το εξελίξουμε αυτό, αλλά κρατώντας πάντα την όμορφη πλευρά, την καλή πλευρά. Γιατί όταν υπάρχουν άνθρωποι που σου δίνουν αγάπη, όπως είναι οι γονείς, πάντα υπάρχει η καλή πλευρά μέσα σ’ αυτό.
– Ηλίας: Να πω κάτι τελευταίο πάνω σ’ αυτό; Μας απασχόλησε πάρα πολύ στις πρόβες, προσπαθήσαμε με τα παιδιά, να επινοήσουμε την ημέρα της σύλληψής μας, τι ακριβώς είχε συμβεί εκείνη τη μέρα, που ακόμη οι γονείς μας δεν ήταν γονείς μας, αλλά είχαν το όνομα που είχανε, μέχρι τη στιγμή που μας συνέλαβαν, γιατί, ας πούμε, γιατί κάθε φορά, ερωτευμένοι θα ήταν, θα έκαναν έρωτα, θα βρίσκονταν. Τι είναι αυτό που ξαφνικά δημιούργησε αυτή την οικογένεια κι εκεί, επειδή ο ηθοποιός είναι δημιουργός, καλείται να επινοήσει πλέον ο ίδιος την ημέρα αυτή όπως ο ίδιος τη θέλει και τη φαντάζεται και ύστερα από αυτό ακολουθεί η κύηση που είναι άλλοι εννιά μήνες και μετά ο άνθρωπος.

Θρανία

Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης

– Παναγιώτης: Λοιπόν, ξεφυλλίζουμε, πάμε στα θρανία.
– Ηλίας: Αυτό που έχω να πω κατευθείαν είναι ότι εγώ υπέφερα στο σχολείο, διάβαζα πάρα πολλά εξωσχολικά βιβλία στα θρανία τα σχολικά, έγραφα γράμματα στους καθηγητές μου αντί να τους γράφω διαγώνισμα. Με ενδιέφερε κάτι πιο άμεσο και κάτι πιο χειροπιαστό ώστε να καταλάβω για ποιο λόγο αυτό το πράγμα το μαθαίνω και το χρειάζομαι, ας πούμε. Και πάντα είχα ένα δεύτερο κι ένα τρίτο βιβλίο μαζί μου. Το οποίο το διάβαζα κρυφά. Από την πρώτη Γυμνασίου μέχρι την τρίτη Λυκείου άλλαξα έξι σχολεία.
– Παναγιώτης: Σημαντικό αυτό. Είναι δύσκολο να μπορείς να κάνεις σ’ αυτή την ηλικία πραγματικότητα την επιθυμία σου.
– Ηλίας: Στη δραματική σχολή αργότερα, ήταν λίγο καλύτερα τα πράγματα. Εκεί καταλάβαινα τι μου λένε και γιατί μου το λένε κάποιοι άνθρωποι.
– Παναγιώτης: Ποια δραματική σχολή;
– Ηλίας: Στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Πάντως το θρανίο από μόνο του σαν αντικείμενο νομίζω ότι είναι πολύ σπουδαίο.
– Ζωή: Και το μοιραζόσουν τότε, γιατί τώρα το θρανίο είναι ένα!
– Ηλίας: Ναι, εγώ εκείνα τα θρανία θυμάμαι. Γιατί μαζί με το θρανίο είναι κι ο διπλανός σου.
– Ζωή: Και που τσακωνόσουν με ποιον θα κάτσεις, γιατί εσύ θέλεις μ’ αυτόν, αυτός μπορεί να ήθελε μ’ άλλον.
– Ηλίας: Ή αν ήσουν μόνος σου ένιωθες μοναξιά και τέτοια.
– Παναγιώτης: Εποχή που ήταν μεικτά τα σχολεία;
– Ηλίας: Μεικτά ναι. Τη δεκαετία του ’90 πήγα σχολείο εγώ.
– Παναγιώτης: Ωραία. Ζωή για πες;
– Ζωή: Για μένα θρανίο, έδρανο, παρκέ γενικά, δεν ξέρω πώς να σας το πω, μου άρεσε πάρα πολύ, από πολύ μικρή, η γνώση, να μαθαίνω πράγματα, πάρα πολύ! Ήμουν πάρα πολύ καλή μαθήτρια, ήμουν πάρα πολύ καλή στο Πανεπιστήμιο, γιατί διάβαζα πάρα πολύ, είχα μεγάλη χαρά, πάρα πολύ μεγάλη χαρά να μαθαίνω. Και προσπάθησα να τα κάνω όλα, ήθελα να τα κάνω πάντα όλα, δηλαδή να μάθω μουσική, να μάθω να ζωγραφίζω, να χορεύω, να τραγουδάω, να διαβάζω, να ξέρω… Τρίτη Δέσμη; Τρίτη Δέσμη! Αλλά και Φυσική; Φυσική! Ήθελα να έχω μια σφαιρική γνώση για τα πάντα και νομίζω ότι αυτός ήταν ο λόγος που μπήκα στο θέατρο, γιατί το θέατρο τα έχει όλα, οπότε όταν τα ξέρεις όλα έχεις την ανάγκη πια να το πας κάπου αλλού που, για μένα, η προσωπική μου κατάληξη ήταν εδώ. Αλλά μόνον ωραία έχω να θυμάμαι και από το σχολείο γιατί στην Τζια, όπως είπαμε, δεν είναι ο καθηγητής με την έννοια του μπαίνω στο σχολείο – σχολάω  – γεια σας. Θα καθίσει να συζητήσει μαζί σου, θα σε περιποιηθεί, θα έχεις δημιουργική συνεργασία μαζί του. Μετά, το Πανεπιστήμιο ήταν τεράστιο, διαφορετικό, με πάρα πολύ κόσμο, αλλά με πολλή γνώση που έρρεε από παντού και δεν ήξερες από πού να προλάβεις. Σε ποια βιβλιοθήκη να τρέξεις να πας, πού; Καθόμασταν στα γρασίδια, διαβάζαμε, πάρα πολλά… Δηλαδή είναι πολλές οι εικόνες. Μόνον ωραία πράγματα έχω να θυμάμαι από τα μαθητικά χρόνια, από τα φοιτητικά, από το νηπιαγωγείο ακόμα.
– Κωνσταντίνος: Θυμάμαι και δασκάλους πολλούς, θυμάμαι και τα σχολεία σαν κτήρια. Θα αναφέρω μόνο μία φιλόλογο. Γενικά δεν ήμουν καλός μαθητής. Ήμουν μέτριος μαθητής. Διάβαζα μόνος. Δεν πήγα ποτέ φροντιστήριο. Κατά κάποιον τρόπο βαριόμουν στο σχολείο. Αυτό που με ενδιέφερε στο τέλος της έκτης Δημοτικού και στην πρώτη Γυμνάσιου ήταν να χορεύω. Κρυφά με το συμμαθητή μου τον Σπύρο, χορεύαμε break dance. Όταν ήμουν πιο μεγάλος χόρευα rock n’ roll. Μετά άρχισα να μαθαίνω άλλα πράγματα. Μέσα στο σχολείο λίγο βαριόμουνα. Διάβαζα επειδή έπρεπε να διαβάσω, έπρεπε να παίρνω κάποιους βαθμούς κι έφτασα στην τρίτη Λυκείου να μείνω στα Mαθηματικά γιατί δεν καταλάβαινα απολύτως τίποτα από αυτά που μου λέγανε. Μετά, από τη σχολή και μετά τη σχολή, μπαίνοντας στη δουλειά, εκεί ξεκίνησα να συνειδητοποιώ πόσο μ’ αρέσει να μαθαίνω, να είμαι μαθητής. Εκεί. Νομίζω ότι εγώ πέρασα τα σχολεία και μετά ευχαριστήθηκα τη γνώση από τη μάθηση, από τη μοιρασιά, γιατί εκεί συνειδητοποίησα ότι σ’ αυτή τη γνώση μπορείς να κάνεις και λάθος και το λάθος σου να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή μου έλεγαν ότι πρέπει να είμαι σωστός και αυτό με έκανε να βαριέμαι λίγο και να μη θέλω να μαθαίνω αυτά που μου λέγανε. Τώρα όμως διαβάζω, ας πούμε έχω πάρει από μια φίλη μου, την Αγγελική, που έχει σπουδάσει στο Φυσικό, βιβλία, διαβάζω Iστορία των Φυσικών Επιστημών, διαβάζω Ψυχολογία, διαβάζω πολλά και μαθαίνω από τα γατιά μου, μαθαίνω από τους ανθρώπους, μαθαίνω από τα πάντα και χαίρομαι γι’ αυτό. Μαθαίνω από τις πτώσεις και από τις ανόδους, μέχρι εκείνη τη στιγμή κάτι μου έλειπε και έχω καταλάβει ότι αυτό το σύστημα δεν σου ενεργοποιεί τη φαντασία γιατί σου απαγορεύει να κάνεις λάθος, οπότε αυτό λίγο με ενοχλούσε και δεν ήμουν ούτε καλός μαθητής. Θυμάμαι πολλά πράγματα αλλά ήταν μία περίοδος που μάλλον δεν θα ‘θελα να ξαναζήσω. Έχω ζήσει σαν δάσκαλος, με εθελοντική εργασία, στο σχολείο δεύτερης ευκαιρίας στο Περιστέρι, όπου είναι ένα σχολείο διετούς φοίτησης, όπου από εκεί παίρνεις απολυτήριο γυμνασίου, για ανθρώπους που δεν έχουν από δεκαοκτώ μέχρι όσων χρονών θέλουν και μπορούν να πάνε. Αυτό το σχολείο, με αυτούς τους δάσκαλους, τις χρονιές που το βίωσα εγώ, ήταν το σχολείο που αν όλος ο κόσμος από την πρώτη Δημοτικού μέχρι και το πανεπιστήμιο είχε τέτοιο σχολείο με τέτοιους δασκάλους νομίζω ότι θα είχαν σταματήσει οι πόλεμοι, θα είχε σταματήσει η φτώχεια, θα ήμασταν όλοι έξυπνοι πολύ, χρήσιμοι πολύ και ο καθένας θα έβρισκε την κλίση του από την πρώτη στιγμή. Γιατί; Γιατί δίνει στα παιδιά όχι μια στείρα γνώση αλλά τους μαθαίνει και κάτι άλλο μαζί με τα κανονικά μαθήματα. Τους δίνει ένα λόγο να μάθουνε αυτό το μάθημα. Γιατί να μάθω Μαθηματικά, γιατί να μάθω Ιστορία, γιατί να μάθω Φυσική ή Χημεία; Οπότε εμένα μ’ αρέσει, είμαι καλός μαθητής γενικά τώρα πια, μέχρι τότε δεν ήμουνα, τώρα μ’ αρέσει όμως το θρανίο.
– Παναγιώτης: Το σχολείο αυτό υπάρχει ακόμα;
– Κωνσταντίνος: Υπάρχει. Είναι ένας θεσμός ευρωπαϊκός, δυστυχώς στην Ελλάδα επειδή επιχορηγούνταν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα δεν έχει την αίγλη που είχε όταν εγώ το πρωτογνώρισα, τότε ήταν διευθύντρια η μαμά ενός φίλου μου. Παλεύουν από μόνοι τους οι δάσκαλοι, Μακάρι όλα τα σχολεία να γίνουν έτσι. Είναι ένας ευρωπαϊκός θεσμός αυτός.
– Ζωή: Θέλω να πω, κάτι πάνω σ’ αυτό. Εμένα στην τάξη μου, φανταστείτε, κάποια στιγμή καταλήξαμε να ήμαστε οκτώ παιδιά. Θέλω να πω ότι εμείς τότε είχαμε νέους δασκάλους γιατί έρχονταν να μαζέψουν τα μόρια, οπότε θέλω να πω ότι εγώ ποτέ δεν πήρα στείρα γνώση καθαρά του βιβλίου, δηλαδή θυμάμαι ο φιλόλογός μου να μας φέρνει κινεζική ποίηση, ή να κάνουμε Καρυωτάκη, να μας λέει διαβάστε Πολυδούρη και φέρτε μου κάτι δικό σας κι εγώ μελοποιούσα στην κιθάρα Πολυδούρη και διαβάζαμε στην τάξη. Μας άφηναν πάντα να ανοίξουμε τους ορίζοντές μας περισσότερο, δεν μας μάθαιναν ποτέ το «ένα κι ένα ίσον δύο», μας πήγαιναν πάντα παρακάτω, κι είμαι πολύ ευγνώμων που ήμουν τελικά σ’ αυτό το σχολείο. Ενώ έχω λύπη γιατί γενικά οι δυνατότητες στην Τζια ήταν πολύ λίγες και περιορισμένες στο να κάνεις πράγματα. Μέσα σ’ αυτή την ατυχία μου είχα φοβερούς δασκάλους, οι οποίοι παρ’ όλα αυτά μου έδιναν ψήγματα του τι μπορώ να κάνω όταν βρω το χώρο μου. Ήταν εξαιρετικό αυτό το πράγμα.
– Παναγιώτης: Δηλαδή από εκεί πήρες το απολυτήριο, το Λύκειο το τελείωσες στην Τζια;
– Ζωή: Εκεί, εκεί βεβαίως. Το Λύκειο το τελείωσα, διαβάζοντας για Πανελλήνιες, παίζοντας κιθάρα στο ηλιοβασίλεμα. Δηλαδή αυτό μόνον υπέροχο άνθρωπο μπορεί να σε κάνει μετά. Δεν λέω ότι είμαι, απλώς λέω ότι σου δίνει τις δυνατότητες να γίνεις υπέροχος άνθρωπος. Αυτό.

Σκηνή

– Παναγιώτης: Και με την κιθάρα ανέβηκες και στη σκηνή της δραματικής σχολής μετά. Γιατί η επόμενη σελίδα του άλμπουμ έχει τη λέξη «σκηνή».
– Ζωή: Α! Τα πρώτα βήματα, ε;
– Παναγιώτης: Και ποια είναι; Είναι η επιλογή. Είναι η απόφαση του ότι θα πάω. Πηγαίνεις, μαθαίνεις και μετά βουτάς στα βαθιά.
– Κωνσταντίνος: Δεν είχα σκοπό να γίνω ηθοποιός, ο πατέρας μου δύο στενά πάνω από το σπίτι μας, είχε επιπλοποιείο. Κάποια στιγμή στη ζωή του αποφάσισε να φτιάξει σκηνικά, κάποια στιγμή, πιο μετά στη ζωή του, αποφάσισε να γίνει θεατρικός επιχειρηματίας. Έτσι απ’ τα δώδεκά μου χρόνια μέχρι τα είκοσί μου, κουβαλούσα σκηνικά, έπαιζα με μουσικές, έκανα περιοδείες, ένα μπουλούκι. Και έτσι βίωνα τους ηθοποιούς, τους σκηνοθέτες, όλο αυτό το πράγμα και το οικονομικό καθεστώς στην οικογένεια και την κόντρα της μαμάς και του μπαμπά έτσι λίγο άσχημα. Όλο αυτό με έκανε να μη θέλω τους ηθοποιούς, εκτός ολίγων εξαιρέσεων που είχαμε γίνει φίλοι. Έμπαιναν πολλοί ηθοποιοί στο σπίτι μας αλλά εγώ έτσι λίγο βάρυνα. Σαν θεατής στον κινηματογράφο μαγευόμουνα. Ο αδελφός μου σπούδαζε τότε στην Πράγα, στην ενωμένη Τσεχοσλοβακία, Κοινωνιολογία και ήξερα ότι έχει καλές σχολές σκηνοθεσίας κινηματογράφου και θέλησα να πάω. Δεν ήμουν καλός μαθητής, οπότε από χέρι ήμουν χαμένος γιατί έπρεπε να έχω πολλές γνώσεις και κάποια στιγμή ένας καλός άνθρωπος, ένας μπαμπάς για μένα, ο δάσκαλός μου, ο Αντώνης, μου λέει “μπες σε μια σχολή δραματική, μάθε να σκηνοθετείς τον εαυτό σου, κι άμα θέλεις μετά να γίνεις σκηνοθέτης κινηματογράφου, γίνε”. Έτσι μπήκα στη σχολή δύο χρόνια μετά το Λύκειο και δεν ήξερα κιόλας αν μ’ άρεσε.
– Παναγιώτης: Ο Αντώνης τι ήτανε;
– Κωνσταντίνος: Ο Αντώνης είναι ηθοποιός. Είναι ένας “μπαμπάς” για έμενα, είναι ένας σύντροφος ζωής, είναι ένας άνθρωπος που μου έμαθε την άλφα-βήτα. Είναι ο Αντώνης Βλησίδης
– Παναγιώτης: Πολύ γνωστό όνομα.
– Κωνσταντίνος: Ναι, είναι παλιός ηθοποιός, αγαπημένος φίλος και είναι… αυτός που μού άλλαξε τη ζωή, μού άλλαξε το δρόμο, με κάποιον τρόπο, με την αγάπη του, τη στήριξή του και με την πίστη του σε εμένα διότι μόνον αυτός πίστευε ότι μπορώ να καταφέρω να μπω στη σχολή. Κάθε φορά που κάνω κάτι πραγματικά θέλω να του το επιστρέφω κι έτσι να του δίνω χαρά. Τελειώνω λοιπόν το δεύτερο έτος της σχολής, κόβω την αναβολή μου, πηγαίνω στρατό, επιστρέφω. Εκεί εκτιμώ τη σχολή στο τρίτο έτος, αφού έχω περάσει απ’ το στρατιωτικό. Εκεί εκτίμησα τη σχολή, γιατί είδα ένα κακό θέατρο να παίζεται στο στρατό, οπότε είπα «α, η σχολή μου είναι ωραίο πράγμα». Μετά τη σχολή είχα την τύχη να συνεργαστώ με μία μεγάλη χορογράφο Ελληνίδα, τη Ζουζού Νικολούδη, όπου εκεί πραγματικά είπα, για πρώτη φορά στη ζωή μου, «μ’ αρέσει αυτό που κάνω και θέλω να κάνω κάτι σ’ αυτό», επειδή συνδυάζει και σώμα και κίνηση και λόγο και μουσική. Στην πορεία, και λίγα χρόνια τώρα, λέω με πίστη ότι είμαι ηθοποιός, χωρίς να είναι κάτι σπουδαίο. Είναι μια δουλειά αλλά πια ξέρω ότι αν μου το πάρεις θα μου λείψει. Αλλά στη σχολή, λίγο μετά το στρατό, στο 3ο έτος το εκτίμησα.
– Παναγιώτης: Πολύ ωραία. Ηλία, η σειρά σου.
– Ηλίας: Νομίζω ότι τα πρώτα βήματα ξεκίνησαν πριν εγώ γεννηθώ, από τον παππού μου και πιο πριν. Ο παππούς μου μπήκε στη δραματική σχολή της Βουδαπέστης, στο τέλος της δεκαετίας του ’50 περίπου, αλλά το κόμμα τον κήρυξε ακατάλληλο. Τότε πρέπει να σας πω ότι στην Ουγγαρία υπήρχε για όλη τη χώρα μόνο μία δραματική σχολή. Έβγαιναν κάθε χρόνο δεκατρείς ηθοποιοί από όλη τη χώρα. Μέσα σ’ αυτούς είχε περάσει κι ο παππούς μου, αλλά τον κόψανε μετά γιατί έπρεπε να περάσει κι απ’ την επιτροπή του κόμματος. Ο παππούς άρχισε να χορεύει και να κάνει κι όλα αυτά τα καλλιτεχνικά πράγματα. Μετά ο παππούς μου γέννησε τη μάνα μου. Μετά γεννήθηκα εγώ. Εγώ ποτέ δεν ήθελα να γίνω ηθοποιός, ούτε καν μου πέρασε από το μυαλό μου ποτέ, ούτε θέατρο είχα δει ποτέ μου. Με τη μουσική ασχολούμουν, κλασικός κρουστός είμαι, έπαιζα βιμπράφωνα, έπαιζα μαρίμπες, κάποια στιγμή δυσκολεύτηκα με το χέρι μου και σταμάτησα. Τότε ένας άνθρωπος, μια ερωτική σχέση, με πήγε να δώσω εξετάσεις στο Κρατικό Θέατρο, χωρίς καμία προετοιμασία. Τελικά κατάφερα και πέρασα στη σχολή. Βέβαια όταν πια μπήκα κατάλαβα ότι όλη μου η ζωή ήταν ένα υλικό γι’ αυτό το πράγμα. Πολλές φορές σ’ ένα κυριακάτικο γεύμα του σπιτιού παίζουμε ένα εξαιρετικό ψυχολογικό δράμα ας πούμε, ή μια εκδρομή με ένα αυτοκίνητο είναι πράγματι μία road movie ταινία πολύ ενδιαφέρουσα. Δηλαδή κάποια πράγματα τα έχουμε ήδη παίξει, τα έχουμε ήδη ζήσει και καλούμαστε απλώς να τα ξαναεπινοήσουμε και να κατεβάσουμε λίγο απ’ το πραγματικό τους, δηλαδή τη σκόνη να την κάνουμε χρυσόσκονη και να την κάνουμε κάπως πιο τέχνη. Αυτό! Δεν υπήρξαν αποφάσεις, ήρθε όλο μόνο του.
– Παναγιώτης: Ο παππούς; Σε πρόλαβε, σε είδε;
– Ηλίας: Δεν με είδε ο παππούς, όχι. Ζει ο παππούς ακόμα. Στα Σκόπια ζει, απλώς δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα. Μπορεί όμως να με δει, αν πάμε ποτέ προς τα εκεί.
– Κωνσταντίνος: Εδώ και δύο χρόνια συνεχώς τον παίρνουμε τηλέφωνο να έρθει.
– Ηλίας: Τον παρακαλάμε να έρθει να δει την παράσταση.
– Παναγιώτης: Άρα το ξέρει ότι έχεις γίνει ηθοποιός.
– Ηλίας: Ναι, το ξέρει και χαίρεται…
– Παναγιώτης: Βούρκωσες Ζωή;
– Ζωή: Όχι απλά «ταξιδεύω» λίγο κι εγώ.
– Κωνσταντίνος: Αυτό είναι το…
– Παναγιώτης: Αυτό παρατήρησα.
– Ζωή: Όχι, όχι. Εμένα τα μάτια μου είναι πάντα λίγο υγρά.
– Παναγιώτης: Ακούγοντας τον Ηλία σε έβλεπα λίγο έτσι…
– Ζωή: Ακούγοντας τον Ηλία εγώ πάντα βουρκώνω, τα λέει πάντα πολύ ωραία ο Ηλίας.
– Ηλίας: Αυτό να το πούμε κι εμείς με τα παιδιά ότι κι εμείς προσπαθούμε εδώ πέρα, ότι κι εμείς έχουμε κάνει πολύ κόπο να σκεφτόμαστε υπερ-πολιτικά, να ξεπερνάμε την πολιτική, δεν μας ενδιαφέρει. Δηλαδή ας πούμε κάτι που μας τράβηξε πάρα πολύ στον Danilo Kiss είναι πως είναι ένας άνθρωπος τετράπατρις, ο οποίος θα μπορούσε να είναι πολύ μεγάλο πολιτικό θύμα. Δεν ήταν ο ίδιος, προσπάθησε δηλαδή να μην είναι, ούτε συγγραφέας του Ολοκαυτώματος θεωρείται, ούτε έγραψε πολιτικά κείμενα, αλλά πάντοτε αναζητούσε ένα στάδιο… ένα επίπεδο πιο υπερβατικό στη γραφή του, όπου πια αναζητώ τον ίδιο τον άνθρωπο, την ίδια τη χαρά της ύπαρξης κι όχι τα πολιτικά συμβάντα και γεγονότα. Και μέσα από εκείνο το δρόμο κατάφερε να είναι πολύ πολιτικός χωρίς να είναι… χωρίς να κατηγορεί κάτι ή κάποιον.
– Κωνσταντίνος: Χωρίς πολιτικό λόγο.
– Ηλίας: Ναι κι αυτό νομίζω τον κάνει σπουδαίο. Δεν είναι αυτό που, τώρα συγγνώμη που θα το πω, αυτό που είναι ο Μίλαν Κούντερα στο εξωτερικό, παρόλο που κι αυτός αυτοεξορίστηκε, έμεινε στη Γαλλία, ποτέ δεν έγραψε με τέτοιο τρόπο ή δεν έμεινε σ’ αυτό το μικρό και εφήμερο πράγμα που λέγεται πολιτική. Βούτηξε μες τη διαχρονικότητα με άλλον τρόπο, κι αυτό μας απασχόλησε πάρα πολύ.
– Παναγιώτης: Πολύ ωραία και καλά κάνεις που μέσα στο ξεφύλλισμα αυτό του άλμπουμ, βάζεις και μερικά «αυτοκόλλητα» που θυμίζουν την παράσταση…
– Ζωή: Εγώ νομίζω ότι είναι η φυσική μου εξέλιξη αυτό. Δηλαδή τα πρώτα βήματα που έκανα εν ζωή με οδηγούσαν πάντοτε εκεί. Νομίζω κάθε βήμα που έκανα στη ζωή μου, κάθε στιγμή που είχα, κάθε εμπειρία, κάθε άνθρωπος που συνάντησα, όλα, όλα οδηγούσαν στο να ανέβω, όχι στη σκηνή, σε ένα ξύλινο παρκέ να το πω καλύτερα. Γιατί η σκηνή δεν είναι… σκηνή, είναι κυρίως μέσα μας, στην καρδιά, εδώ. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου κι όσο θυμάμαι τη μάνα μου να λέει, πρώτα θυμάμαι εγώ τον εαυτό μου. Έλεγα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός. Δεν ήξερα τι είναι ηθοποιός κι έλεγα μάλιστα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός, «στο πανεπιτήμιο» έλεγα… Έτσι μου λέει η μαμά μου. Αυτό τώρα, πέρα από την πλάκα, γιατί θυμάμαι και στο σχολείο έπαιζα ξύλο με τα κοριτσάκια τα άλλα για να γίνω εγώ η πρωταγωνίστρια. Φυσικά είναι ωραίο το να βγαίνεις μπροστά και να προβάλλεσαι αλλά, νομίζω, τώρα όπως το βλέπω, δεν ήταν αυτό. Ήταν ότι από πάρα πολύ μικρή μου αρέσει να δίνω χαρά στους ανθρώπους, μ’ αρέσει να τους βλέπω να γελάνε ή να συγκινούνται γιατί και η χαρά είναι στη συγκίνηση. Αυτό μ’ αρέσει πάρα πολύ και αυτό ήταν που πάντα ήθελα να κάνω. Κι επειδή κατάλαβα ότι, με το να είσαι ηθοποιός μπορείς να το κάνεις, οδηγήθηκα εκεί. Έδινα παραστάσεις σπίτι μου. Καλούσα κόσμο, έρχονταν οι φίλοι των γονιών μου και τους ανέβαζα στο δωμάτιό μου. Έστηνα πάντα διαφορετικές παραστάσεις, με εισιτήριο παρακαλώ. Πάντα μου αφήνανε κάτι, και έπαιζα… κάθε απόγευμα έδινα και μία παράσταση, πραγματικά. Μετά πέρασα δύσκολα. Το επόμενό μου βήμα δεν ήταν ό, τι το καλύτερο. Στη δραματική σχολή, λοιπόν. Πέρασα πάρα πολύ δύσκολα. Είχα τον κόσμο του θεάτρου σαν κάτι πολύ ονειρικό και μαγικό μέσα στο μυαλό μου. Μπήκα στη Δραματική. Άλλαξα δύο σχολές και τρία τμήματα. Δέθηκα με πολύ λίγους ανθρώπους εκεί πέρα.
– Παναγιώτης: Στη Θεσσαλονίκη;
– Ζωή: Όχι, στην Αθήνα ήτανε. Όταν τελείωσα τη Δραματική, γκρεμίστηκε όλος μου ο κόσμος. Έλεγα ότι δεν θέλω να είμαι έτσι, ηθοποιός, δεν θέλω. Σιγά σιγά όμως, μέσα από τους ανθρώπους που γνώρισα, όπως τον Ηλία και τον Κωνσταντίνο εδώ πέρα, θυμήθηκα την αρχική μου επιθυμία. Γιατί θέλω να είμαι. Τώρα δεν μπορώ να φανταστώ το να μην είμαι, δεν μπορώ να φανταστώ να κάνω κάτι άλλο παρά μόνον αυτό. Αλλά με τέτοιες συνθήκες μόνο, χωρίς καμία έκπτωση και με ανθρώπους μόνο που μιλάνε στην καρδιά του θεατή. Directly μόνο…

Δάσκαλοι

– Παναγιώτης: Ωραία. Χωρίς να το ξέρεις Ζωή, έκανες εισαγωγή για την επόμενη σελίδα που είναι οι «δάσκαλοι».
– Κωνσταντίνος: Εγώ είπα για τον Αντώνη Βλησίδη. Είναι πραγματικά ένας άνθρωπος που μου άλλαξε τη ζωή. Η δεύτερη μεγάλη δασκάλα σ’ αυτό το χώρο, η Ζουζού Νικολούδη. Από κει και πέρα συνειδητοποίησα ότι το καθετί σ’ αυτόν τον κόσμο μπορεί να με διδάξει. Ένα τρίτος μεγάλος δάσκαλος για εμένα είναι ο Δημήτρης Παπαϊωάννου που συνεργαζόμαστε από το 2006. Ένας μεγάλος δάσκαλος για μένα είναι τα γατιά μου επίσης.
– Παναγιώτης: Το είπες νωρίτερα, νομίζω.
– Κωνσταντίνος: Ναι. Με έχουν μάθει εξαιρετικά πράγματα σε ό, τι αφορά τις σχέσεις μου τις ερωτικές, τις σχέσεις μου τις φιλικές, τις σχέσεις με τους πάντες και την κίνηση βέβαια, την κινησιολογία. Γιατί εμένα μ’ αρέσει. Εγώ έχω συνεργαστεί περισσότερο με χορευτές, έχω κάνει περισσότερο χορό και χοροθέατρο παρά θέατρο πρόζας. Μ’ αρέσει αυτή η έκφραση, το να μη μιλάς καθόλου και να μπορείς με το σώμα σου να λες πράγματα, και τα γατιά, όλα τα ζώα, αλλά συγκεκριμένα τα γατιά επειδή τα βλέπω κάθε μέρα στο σπίτι, είναι εξαιρετικοί δάσκαλοι αλλά και πάνω σε σχέσεις. Ειδικά στις σχέσεις με τα κορίτσια είναι μεγάλοι δάσκαλοι.
– Ηλίας: Εγώ έχω να πω καταρχήν ότι τώρα, φέτος, διδάσκω στο Ωδείο Αθηνών, είμαι δηλαδή δάσκαλος στη δραματική σχολή, και αυτό που με απασχολεί πάρα πολύ είναι ότι δεν υπάρχουν για ορισμένους ηθοποιούς πρότυπα. Πρότυπα ηθοποιών αλλά και γενικά. Τώρα τα παιδιά σπουδάζουν και δεν μπορούν να σου πουν σαν τι θέλουν να γίνουν, ή ποιο πράγμα, ή πώς, ή πολύ θα ’θελα να κάνω αυτό το πράγμα όπως το κάνει ο τάδε…
– Παναγιώτης: Τί σκέφτονται δηλαδή τώρα, την τηλεόραση;
– Ηλίας: Δεν ξέρω αν μπορούν κι αυτοί να το ορίσουν ακριβώς. Υπάρχει αυτή η βαθιά επιθυμία του να εκτεθούμε, που μας κάνει ηθοποιούς, του να συναντηθούμε κι όλα αυτά τα πράγματα. Αυτά υπάρχουν πολύ στα παιδιά και με εξαιρετικό τρόπο. Εγώ θεωρώ δάσκαλό μου τον Αλέκο Ουδινότη, έναν πολύ παλιό ηθοποιό, που δεν πιστεύω πια πραγματικά ότι υπάρχει τέτοια μορφή σήμερα. Είναι μια ενέργεια από άλλη εποχή αυτός ο άνθρωπος. Πολλούς δασκάλους είχα, πάρα πολλούς.
– Παναγιώτης: Πού βρίσκεται τώρα;
– Ηλίας: Είναι στη Θεσσαλονίκη. Έχει ένα εξοχικό κάπου στη Χαλκιδική και είναι καλά. Έχω πολλούς δασκάλους, εξαιρετικούς και μουσικούς. Τον πατέρα μου θεωρώ δάσκαλό μου. Επίσης τη Μαρία Κατσανδρή.
– Παναγιώτης: Τον πατέρα σου στη μουσική;

– Ηλίας: Όχι, γενικά. Στη ζωή. Πολλοί δεν ξέρεις σε τι σε δασκαλεύουν, είναι όμως δάσκαλοί σου κάπως. Σύμφωνα με τον Καστρινό που λέει ότι το καθετί δίπλα σου μπορεί να σου μάθει. Επίσης υπάρχουν πάρα πολλοί δάσκαλοι που δεν είναι εν ζωή. Εννοώ ότι βιβλία, κείμενα, άνθρωποι, που είπαν πράγματα φυσικά, από τους οποίους αντλώ πάρα πολλή ενέργεια και μαθαίνω πολλά. Πάρα πολύ θέατρο έμαθα και από τον Στάθη Λιβαθινό στις δουλειές που είχαμε. Έμαθα πάρα πολλά από τον Λιβαθινό πάνω στο δημιουργό ηθοποιό κι όχι στον εκτελεστή ηθοποιό. Στο πώς να επινοείς εσύ το καθετί, αυτό δηλαδή είναι που με κινεί πολύ. Πολλοί άνθρωποι όμως, πάρα πολλοί! Απ’ τη Μάγια Λυμπεροπούλου έμαθα πολλά και από τα παιδιά εδώ έμαθα επίσης πολλά. Εδώ πάνω σ’ αυτή τη διαδικασία έτσι όπως δουλέψαμε. Είναι αυτό, το πόσο θέλεις να είσαι μαθητής, ας πούμε, πόσο «αγοράζεις», πόσο ακούς. Και κάτι τελευταίο που θέλω να πω πάνω σ’ αυτό είναι ότι κι από τη χειρότερη παράσταση που έχω δει έχω μάθει εξαιρετικά πράγματα. Αν δηλαδή είσαι στη θέση της αναζήτησης, αποκλείεται να μη μάθεις κάτι.
– Παναγιώτης: Πολύ σωστό.
– Κωνσταντίνος: Αυτές οι σοφίες που βγάζει ο λαός. «Γηράσκω αεί διδασκόμενος». Όσο έχεις τα μάτια σου ανοιχτά κι όσο μεγαλώνεις, μέχρι και την τελευταία στιγμή πριν κλείσεις τα μάτια σου, έχεις κάτι να μάθεις. Μας έλεγε η Ζουζού Νικολούδη «σας δίνω μία γνώση, μοιραστείτε την, δώστε την, διότι αν δεν τη μοιραστείτε δεν υπάρχει λόγος να σας τη μεταδώσω». Ο κάθε ένας από εμάς διδάσκει και διδάσκεται. Τα πάντα σε μαθαίνουν, αυτή η συνάντηση, θα μας μάθει πράγματα και στους τέσσερις. Πόσο θα το εκμεταλλευτείς, πόσο θα ανοίξεις τις αισθήσεις σου σ’ αυτό που λέγεται, πόσο θ’ ακούσεις, όπως είπε ο Ηλίας πόσο θ’ «αγοράσεις», εμένα δεν μ’ αρέσει το «αγοράζω». Πόσο θα ακούσεις, πόσο θα μυρίσεις, πόσο θα δεις. Γιατί αυτό που μας κάνει να μην ακούμε και να μην καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον, το ‘χουμε βιώσει πολλές φορές εμείς εδώ μεταξύ μας. Είναι ότι θέλουμε να πούμε ο καθένας το δικό του και δεν δίνουμε μια στιγμή στον άλλο να μας πει κάτι και να μην απαντήσουμε κι αμέσως. Απλώς να το πάρουμε, να το επεξεργαστούμε, γιατί αυτή είναι η διαδικασία της διδασκαλίας. Βέβαια μετά πρέπει να το βάλουμε σε πράξη, για να πέσεις, να μάθεις, ούτως ώστε μετά να μπορέσεις να το διδάξεις. Κι εκεί πραγματικά να ξέρεις τι έχεις μάθει, είναι μία ολόκληρη διαδικασία. Πραγματικά θεωρώ ότι έχω πολλούς δασκάλους και από τη σχολή και από τις δουλειές, πολλούς χορευτές, συναδέλφους. Με έχουν μάθει εξαιρετικά πράγματα, ο Ηλίας, η Ζωή, τα πάντα. Νομίζω ότι είναι και η χαρά της ζωής πια για μένα. Και σ’ αυτή τη δουλειά συγκεκριμένα γιατί αλλιώς δεν υπάρχει λόγος να την κάνω.
– Παναγιώτης: Ωραία. Ζωή;
– Ζωή: Τι να πω τώρα εγώ… Δηλαδή πραγματικά τα είπαν όλα. Δεν γίνεται αυτό, θα απαντήσω πρώτη στην επόμενη ερώτηση! Παρ’ όλα αυτά θέλω, γιατί πάντα συμπληρώνω κάτι. Λοιπόν, πιστεύω περισσότερο στους δασκάλους που δεν είναι εν γνώσει τους δάσκαλοι. Γιατί αυτό αφορά αυτό που είπε ο Ηλίας, την πλευρά του μαθητή περισσότερο. Δηλαδή πιστεύω περισσότερο σ’ αυτόν που θέλει να μάθει, παρά σ’ αυτόν που θέλει να διδάξει, γιατί ο κάθε άνθρωπος οποιαδήποτε στιγμή του είναι ένα μάθημα για μένα, και χαίρομαι που είχα τέτοιους δασκάλους δίπλα μου πάντα. Η ζωή μου ήταν γεμάτη από τέτοιους δασκάλους, γιατί δυστυχώς, και το λέω με πολύ μεγάλη λύπη, εγώ στη σχολή, γιατί δεν έχω συνεργαστεί, όπως τα παιδιά, με ονόματα τέρατα ουσιαστικά, γιατί η Ζουζού Νικολούδη είναι μύθος δεν είναι απλά ένα όνομα παραδείγματος χάριν, εγώ δεν είχα και την τύχη να συνεργαστώ, δεν έχω τέτοια πρότυπα δασκάλων. Οπότε είμαι σ’ αυτό, στον άνθρωπο που ο τρόπος που θα μιλήσει, θα κλάψει, θα πάει μπροστά, θα τον πάρει από κάτω, το πώς θα το ξεπεράσει, όλα αυτά είναι μαθήματα, και για μένα είναι τα πιο ουσιαστικά μαθήματα για τη δουλειά μου. Ο μεγαλύτερος δάσκαλος είναι ο πατέρας μου που, όταν έπαθε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας, εκεί που δεν υπήρχε αύριο, ξαφνικά με την απίστευτη δύναμη και θέληση για ζωή, μου φανέρωσε έναν κόσμο απίστευτο που λες όταν ο άνθρωπος θέλει μπορεί να καταφέρει πραγματικά τα πάντα και να γυρίσει όχι απλώς σελίδα, να κλείσει το βιβλίο και να γράψει καινούργιο από την αρχή. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό! Αλλά -όπως είπε κι ο Ηλίας- είναι όλα, δηλαδή ένα βιβλίο μπορεί να είναι ένας δάσκαλος. Το ότι βάζω έναν άνθρωπο στο YouTube ακόμα, στην εποχή μας τώρα, στo YouTube και κάνει έναν αυτοσχεδιασμό στην κιθάρα, τον Tomatito, δεν θα πάψω να το λέω ποτέ αυτό, να μπείτε να το δείτε…
– Παναγιώτης: Πώς τον είπες;
– Ζωή: Ο Tomatito. Αυτός ήταν ο καλύτερος μαθητής να το πω έτσι του Πάκο Ντε Λουτσία. Ένας εξαιρετικός κιθαρίστας. Δείτε το! Και στο τέλος υπάρχει και μία γυναίκα η οποία χορεύει και είναι λες και βλέπεις την Κασσάνδρα, είναι η ωραιότερη Κασσάνδρα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου, πραγματικά. Όλα αυτά δηλαδή το πώς μπλέκεται η ζωή μας, οι πολιτισμοί μας, τα βιώματά μας, όλα αυτά είναι δάσκαλοι. Δάσκαλος όμως δεν είναι μαθήματα. Είναι εσύ πώς θα μάθεις να βλέπεις και τι σε αφορά και τι σε απασχολεί την κάθε δεδομένη στιγμή ώστε να πας παρακάτω.

Συνεργασία

– Παναγιώτης: Για τους συναδέλφους έχουμε να πούμε κάτι, θέλετε;
– Κωνσταντίνος: Τι εννοείτε;
– Παναγιώτης: Δηλαδή, ο Ηλίας το είπε προηγουμένως, αν θυμάμαι καλά, ή η Ζωή το είπε, για εσάς τους δύο, ότι είναι κέρδος της που συνεργάζεται μαζί σας και…
– Κωνσταντίνος: Στα σίγουρα, δεν θα ‘μαστε μαζί αν δεν αισθανόμασταν κάτι βαθύτερο που να μας ελκύει κι ένα μεγάλο θαυμασμό. Εγώ, δηλαδή, θαυμάζω τα παιδιά πάρα πολύ γι’ αυτό που είναι. Εμένα με ενδιέφερε και με ενδιαφέρει, κι έτσι έχω πορευτεί στη ζωή μου μέχρι τώρα, να γνωρίζω περισσότερο τους ανθρώπους παρά τον σκηνοθέτη τάδε, τον ηθοποιό τάδε, γιατί δεν γνωρίζω πολλούς γνωστούς ηθοποιούς, δεν γνωρίζω πολλούς γνωστούς σκηνοθέτες, δυστυχώς δεν έχω δει δουλειά γνωστών Ελλήνων σκηνοθετών γιατί εάν δεν γνωρίσω, είτε μέσα από τα μάτια φίλων μου ή με κάποιον άλλο τρόπο, δεν με αφορά να τον δω. Μπορεί να κάνω λάθος, νιώθω πια, τώρα πια το ξέρω αυτό, ύστερα από 16 χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά, ότι επιλέγω να συνεργάζομαι με συγκεκριμένους ανθρώπους. Επιλέγω να συνεργάζομαι με συγκεκριμένους ανθρώπους γιατί τους ερωτεύομαι με κάποιον τρόπο κι αυτός ο έρωτας είναι τα πάντα για μένα. Προτιμώ να σταματήσουμε να δουλεύουμε αν έχουμε, και το έχουμε πει πολλές φορές εδώ πέρα, εγώ τουλάχιστον τους το χω πει, εάν ξεκινήσουμε κι έχουμε πρόβλημα στη δουλειά, προτιμώ να σταματήσω να συνεργάζομαι στο ενδεχόμενο ότι μπορεί να χάσω τον άνθρωπο που έχω γνωρίσει. Δεν με ενδιαφέρει τόσο η δουλειά όσο η ίδια διαδικασία της γνωριμίας με το μέσα του Ηλία και το μέσα της Ζωής και θεωρώ ότι αυτό είναι που θαυμάζω κυρίως, μαθαίνω εξαιρετικά πράγματα, βιώνω συναισθήματα μοναδικά και νομίζω ότι είναι ένας μεγάλος έρωτας. Κάθε συνεργασία, για μένα πια, νιώθω ότι είναι ένας μεγάλος έρωτας. Μόνο θαυμασμό και αγάπη μπορώ να έχω γι’ αυτά τα παιδιά, άλλωστε τους θεωρώ παιδιά μου πραγματικά, αν και δεν είμαι πολύ μεγαλύτερός τους…
– Ζωή: Εγώ είμαι και γυναίκα σου (στο έργο…).
– Κωνσταντίνος: Περισσότερο σε βλέπω σαν παιδί, Ζωή μου…
– Παναγιώτης: Για πες κι εσύ Ζωή, για συναδέλφους είπες ότι δεν έχεις…
– Ζωή: Εγώ ναι, πέρα από το «Κήπος Στάχτες», άλλη μία δουλειά ουσιαστικά έχω κάνει στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας στην «Ορέστεια», όπου γνώρισα τα παιδιά. Που είναι, θεωρώ ότι όπου κι αν είσαι είναι μια οικογένεια, θα επανέλθω στην πρώτη σας ερώτηση, αλλά ζεις μαζί τους πάρα πολλές ώρες, τρως, μπορεί να κοιμηθείς, θέλεις δε θέλεις είναι η οικογένειά σου, για κάποιους μήνες μπαίνεις σε μια οικογένεια, και μόνο αν τη δεις έτσι μπορεί να περάσεις πολύ όμορφα. Τώρα με τα παιδιά αυτή είναι η οικογένειά μου, γιατί είμαστε πάρα πολύ καιρό μαζί, έχουμε ανοίξει τις ψυχές μας ο ένας στον άλλον, πολύ όμορφα πράγματα, πολύ άσχημα πράγματα, προστριβές αλλά πάντα μέσα από ένα πρίσμα απόλυτης αγάπης.
– Παναγιώτης: Και δημιουργίας
– Ζωή: Και δημιουργίας μόνο. Αυτό. Δεν είναι συνάδελφοι με αυτή την έννοια, τη στενή έννοια του συναδέλφου, δηλαδή ότι δουλεύω στην τράπεζα και από εδώ ο συνάδελφός μου. Είναι μέσα στο αίμα μου πια, ρέουνε στο αίμα μου και γι’ αυτό είμαστε εδώ πάνω κι οι τρεις, γιατί ο ένας είναι μέσα στον άλλον πια. Και αυτό που σας είπα με έναν τρόπο πριν, μακάρι οι συνεργασίες μου να είναι πάντα έτσι, με τέτοιους ανθρώπους.

– Ηλίας: Εγώ αυτό που έχω να πω είναι ότι αύριο τα παιδιά έχουν γενέθλια, είναι την ίδια μέρα γεννημένοι.
– Ζωή: Όχι την ίδια χρονολογία όμως. Γιατί ακούστηκε χρονολογία, να το πούμε αυτό.
– Παναγιώτης: 13 Ιανουαρίου, λοιπόν.
– Ηλίας: Ναι. Νομίζω ότι…
– Παναγιώτης: Θα κάνεις μια προσθήκη δηλαδή την ώρα της παράστασης;
– Ζωή: Ναι, αύριο την ώρα του δώρου που θα πω «ο μπαμπάς μού πήρε για τα γενέθλια μου αυτό».
– Ηλίας: Ένα από τα απίστευτα, από τα πολύ μαγικά πράγματα που έχει αυτό που κάνουμε είναι ότι το θέατρο είναι ανθρώπινες συναντήσεις, δηλαδή αυτή είναι η πολυτέλεια και η χαρά αυτού του πράγματος που κάνουμε εδώ. Νομίζω ότι γι’ αυτό το πράγμα είμαστε πάρα πολλοί τυχεροί. Ασχολούμαστε με κάτι άλλο αλλά οι συναντήσεις είναι πολύ άμεσες, είναι πολύ ωραίο αυτό.
– Παναγιώτης: Θέλεις να πεις κάτι Ζωή;
– Ζωή: Θέλω να πω ναι. Πολύ μικρό είναι. Πάνω σ’ αυτό, κι ειδικά όταν είσαι σε τέτοιες παραστάσεις που έχεις στα τριάντα εκατοστά το θεατή και κοιτάς τα μάτια του, δεν συναντάς μόνο το συνάδελφό σου κάθε βράδυ πάνω στη σκηνή. Εμείς έχουμε την ευτυχία και την τύχη να συναντάμε 25 ανθρώπους ακόμα. Και είναι σαν θαύμα αυτό που συμβαίνει εδώ κάθε βράδυ.

Ο Κολωνός

– Παναγιώτης: Θέλω να μου πείτε για την καινούργια σας γειτονιά, τον Κολωνό. Σας έχουν αποδεχθεί εδώ;
– Κωνσταντίνος: Ναι, λίγοι ενδιαφέρθηκαν και ήρθαν, αλλά αυτοί που ήρθαν ανταμείφθηκαν, χάρηκαν πάρα πολύ, το καλοκαίρι στη δεύτερη εκδοχή της παράστασης που κάναμε για πρώτη φορά την άνοιξη. Ακούσαμε διάφορα επειδή τραγουδούσαμε, είχαμε κι ανοιχτά τα παράθυρα, ακούσαμε και κάποια κοσμητικά επίθετα… Αλλά ήτανε μια φορά, εντάξει.
– Ζωή: Με χιούμορ πάντα.
– Κωνσταντίνος: Γελάσαμε, ενοχλήσαμε εντάξει λογικό είναι, αυτά στις γειτονιές συμβαίνουν και είναι και ωραίο. Είναι εξαιρετικό να συμβαίνει γιατί και ο κόσμος νιώθω ότι του άρεσε αυτό που συνέβη κι εμείς γελάσαμε… Ήταν δραματική η σκηνή και τη συγκεκριμένη στιγμή γελάσαμε πολύ… αλλά ο κόσμος περνάει και οι γείτονές μας ακριβώς της απέναντι πολυκατοικίας και των γύρω περιοχών έχουν έρθει γιατί τους έχουμε αφήσει και φυλλάδια, για να το ξέρουνε γιατί μας ενδιέφερε στην πραγματικότητα να ανοίξουμε την πόρτα αυτού του σπιτιού στους ανθρώπους της γειτονιάς, της κάθε γειτονιάς, διαφορετικά δεν θα υπήρχε λόγος να έρθουν εδώ άνθρωποι μόνο επειδή θα είναι προσκεκλημένοι ή δεν ξέρω κι εγώ τι ή συνάδελφοί μας μόνο. Γι’ αυτό έχουμε και ελεύθερη την είσοδό μας για να μπορούν να έρθουν και άνθρωποι οι οποίοι ζορίζονται οικονομικά και μένουν στη συγκεκριμένη γειτονιά, μετανάστες. Καλή ώρα δίπλα οι γείτονές μας, οι Πακιστανοί, που ήρθαν και χάρηκαν πάρα πολύ και όλες οι γειτονιές εδώ γύρω. Έχουν έρθει πάρα πολλοί γείτονες. Κι απ’ τις δίπλα γειτονιές δηλαδή κι απ’ τις γειτονιές τις δικές μας, εγώ που μένω στην Καισαριανή, ο Ηλίας που μένει παραδίπλα και από της Ζωής τις γειτονιές, έχουν έρθει δηλαδή γείτονές μας, μ’ αυτήν την έννοια. Αλλά εδώ μας έχουν αποδεχτεί, δεν τους ενοχλούμε κιόλας, δεν κάνουμε φασαρία.
– Ζωή: Θυμάμαι απέναντι ακριβώς στον όροφο όταν κάναμε πρόβες, κάθονταν λες και έβλεπαν τηλεόραση και μας κοιτούσαν, επειδή είχαμε ανοιχτά τα παράθυρα να μπαίνει φως και παρακολουθούσαν όση ώρα ήμασταν, πάντα απέναντι λες και έβλεπαν τηλεόραση όμως…
– Κωνσταντίνος: Έχουμε ένα πάρα πολύ ωραίο γείτονα εδώ πέρα, τον Παναγιώτη, που είναι δέκα χρονών, έχει έρθει δυο τρεις φορές κι έχει δει την παράσταση μόνος του. Τον συνάντησα προχθές με τη μαμά του και τη μικρή αδερφή του. Εξαιρετική συνάντηση, γνώρισα για πρώτη φορά τη μαμά του έπειτα από τρεις μήνες που παίζουμε την παράσταση και βλέπουμε μόνο τον Παναγιώτη, ο οποίος έρχεται και ρωτάει «υπάρχει θέση, να μπω;», οπότε από τη στιγμή που εμπιστεύονται τον δεκάχρονο γιο τους να έρχεται μόνος του εδώ, σημαίνει κάτι αυτό για εμάς, ότι νιώθουν ασφάλεια.
– Παναγιώτης: Πολύ ωραίο αυτό. Κι είναι καλό και για τη γειτονιά, τη φωτίζει έτσι ένα λαμπερό φως…
– Κωνσταντίνος: Θέλω να σας πω και κάτι άλλο πάνω σ’ αυτό, για τη γειτονιά, για τον Κολωνό, πολλοί φίλοι με ρωτάνε «είναι επικίνδυνο να έρθω μόνος μου περπατώντας από κει;». Πάντα τους λέω ότι είναι ασφαλές να έρθουν από το σταθμό του μετρό, είναι ασφαλές να περπατήσουν στη γειτονιά γιατί πραγματικά έτσι αισθάνομαι. Θεωρώ ότι εμείς τη φτιάχνουμε αυτή την ενέργεια του φόβου και της ασφάλειας και πάντα όταν με παίρνουν φίλοι μου, κορίτσια κυρίως που έρχονται μόνα τους με το μετρό και με ρωτάνε “θα έχω ασφάλεια”, απαντάω: «Ναι, θα έχεις». Θεωρούμε ότι και με αυτή την κίνηση, μια γειτονιά που θεωρείται, καθώς και η ευρύτερη περιοχή του Κολωνού, επικίνδυνη εμείς θέλουμε να πούμε ότι δεν είναι καθόλου επικίνδυνη. Εμείς δίνουμε την ενέργεια στα πράγματα. Η δική μας η σκέψη φτιάχνει την ασφάλεια, την αγάπη, το φόβο, τη φτώχεια ή τον πλούτο, την αφθονία, την ευημερία ή οτιδήποτε άλλο αρνητικό ή θετικό.
– Παναγιώτης: Εγώ εργάζομαι στη «Ναυτεμπορική» που είναι στη Λένορμαν απέναντι από το Καπνεργοστάσιο. Είμαι 20 χρόνια στην εφημερίδα και νιώθω κι εγώ αυτό που είπε ο Κωνσταντίνος, γιατί κυκλοφορώ με τα πόδια στην περιοχή και κυρίως εκεί που είναι το μετρό. Δεν έχω νιώσει ποτέ φόβο. Πείτε μου, αλήθεια, το μετρό των Σεπολίων εξυπηρετεί πιο πολύ;
– Κωνσταντίνος: Όχι, ο σταθμός Λαρίσης είναι ακριβώς δίπλα. Είναι πέντε λεπτά.
– Ζωή: Ούτε πέντε λεπτά.
– Κωνσταντίνος: Περνάς την πλατεία Πανταζοπούλου κι είναι ακριβώς από πάνω ο σταθμός Λαρίσης.
– Ζωή: Έχει υπόγεια διάβαση που περνάει τις γραμμές και βγαίνεις στην Κωνσταντινουπόλεως.
– Κωνσταντίνος: Είναι πέντε λεπτά ακριβώς με τα πόδια. Και είναι πολύ πιο κοντά κι απ’ του Μεταξουργείου. Ο σταθμός του Μεταξουργείου είναι γύρω στα δέκα με δώδεκα λεπτά. Επειδή περπατάω έχω χρονομετρήσει τις αποστάσεις.
– Παναγιώτης: Ηλία, εσύ τι λες για τη γειτονιά;
– Ηλίας: Εγώ εδώ μένω στον Κολωνό, ανάμεσα στο Λόφο Σκουζέ και στον τάφο του Οιδίποδα, στο λόφο του Κολωνού δηλαδή. Λοιπόν δίπλα από εκείνο το λόφο μένω και μ’ αρέσει πολύ ο Κολωνός. Τον αγαπάω δηλαδή, είναι σαν γειτονιά ακριβώς. Έχει τα διώροφά του, και πράγματι από τη γειτονιά που μένω εκεί, όλοι έχουν έρθει στην παράσταση, μιλάμε, ανταλλάσσουμε πράγματα.
– Παναγιώτης: Χαίρομαι γι’ αυτό που φτιάξατε. Ζωή;
– Ζωή: Προσωπικά δεν τον ήξερα τον Κολωνό καθόλου σαν περιοχή.
– Παναγιώτης: Πού μένεις;
– Ζωή: Μένω στο Γαλάτσι. Ήξερα μόνο τη φήμη που ακολουθεί τον Κολωνό. Άκουγα περί μιας ατμόσφαιρας πιο ανασφαλούς. Όμως αν εμείς έχουμε ωραία ενέργεια δεν θα μας συμβεί κάτι. Και πραγματικά δεν έχω δει το οτιδήποτε να συμβαίνει κι έρχομαι εδώ πάρα πολλούς μήνες. Σιγά σιγά έχω αρχίσει και τον αγαπώ τον Κολωνό, όπως και να έχει. Είμαι κάθε απόγευμα εδώ. Ναι, πραγματικά.

Μια σημαντική στιγμή

– Παναγιώτης: Να πούμε κάτι ακόμα, φτάνει; Σε αυτό το ξεφύλλισμα του λευκώματος ποια σημαντική μέρα, ποιο σημαντικό γεγονός θα θέλατε να θυμηθείτε;
– Κωνσταντίνος: Την πρώτη φορά που παίξαμε αυτή την παράσταση, στην Πάτρα, πριν από ενάμιση χρόνο, ένα πρωί στις 10.00 πήρα τηλέφωνο τον πατέρα μου και του είπα πόσο τον ευχαριστώ για τις επιλογές του, για τις λάθος κατ’ εμέ επιλογές του, γιατί με έκαναν αυτό που είμαι σήμερα, τον ευγνωμονώ και με έκανε η ίδια η παράσταση να το πω αυτό. Ένα πρωί, στις δέκα η ώρα ακριβώς, από ένα σπίτι που έμενα, γιατί στην Πάτρα έχουν σπίτι οι κουμπάροι μου, από εκεί τον πήρα και μάλιστα ανησύχησε και μου είπε «έπαθες κάτι παιδί μου;». Είναι για μένα πολύ σημαντικό αυτό γι’ αυτό και το αναφέρω
– Παναγιώτης: Εσύ Ζωή;
– Ζωή: Ηλία θες να πεις εσύ;
– Παναγιώτης: Εάν δεν υπάρχει μην…
– Ζωή: Μα υπάρχει, ακριβώς επειδή υπάρχει.
– Ηλίας: Για πες εσύ Ζωή, αφού υπάρχει.
– Ζωή: Όχι εσύ Ηλία μου.
– Ηλίας: Εμένα δεν μου ‘ρχεται κάτι σαν συγκεκριμένη ημερομηνία δηλαδή.
– Παναγιώτης: Όχι, σαν γεγονός.
– Ζωή: Θα σας πω. Αν και είμαι πολύ υπέρμαχος των στιγμών, πιστεύω ότι είναι όλες σημαντικές, εξίσου δυνατές μέσα μας, για μένα υπήρχε μια στιγμή στη ζωή μου η οποία ήταν πολύ καθοριστική και ήταν όταν είχα ένα πάρα πολύ σοβαρό αυτοκινητικό ατύχημα και ήμουν στο όριο ότι μπορεί να μη συνεχίσω να ζω. Ήταν πολύ οριακό, ήμουν πάρα πολύ μικρή και ήμουν πολύ μόνη μου τότε, τα πέρασα όλα μόνη μου. Οπότε αυτό είναι που με κρατάει ζωντανή και θα με κρατάει με χαμόγελο τεράστιο ό, τι και να συμβαίνει στη ζωή μου. Το γεγονός ότι εκτίμησα το τώρα, το εδώ και τώρα, αυτό που συμβαίνει τώρα. Και πάντα και αυτό μου έμαθε αυτή η στιγμή, να εκτιμώ αυτό που συμβαίνει εδώ και τώρα. Θέλει πολύ κόπο να το καταφέρεις, δεν λέω ότι το πετυχαίνω, γιατί είμαστε άνθρωποι κι έχουμε και μια τάση στο να στενοχωριόμαστε και να βλέπουμε το αρνητικό και το μίζερο. Αλλά το χαμόγελο και το φως που αυτή η πολύ δύσκολη στιγμή μου προσέφερε τότε, είναι το άστρο που με οδηγεί και θα με οδηγεί για όλη μου τη ζωή. Είναι η πιο σημαντική στιγμή νομίζω αυτή από όλες.
– Ηλίας: Έχω να θυμηθώ μία στιγμή που στο χειροκρότημα χτύπησε το ρολόι τοίχου πίσω στο δωμάτιο. Ήταν μια ιδιαίτερη παράσταση εκείνη τη μέρα, και αφού τελείωσε, αφού χειροκρότησε ο κόσμος, ξαφνικά άρχισε να χτυπάει το ρολόι τοίχου για πρώτη φορά.
– Κωνσταντίνος: Για πρώτη φορά!
– Παναγιώτης: Το βγάλατε τώρα το ρολόι;
– Ηλίας: Όχι, το ρολόι είναι από τα πράγματα που μαζεύουμε και βγάζουμε έξω.
– Παναγιώτης: Δεν περιμένατε να χτυπήσει;
– Κωνσταντίνος: Όχι, δεν έχει χτυπήσει ποτέ.
– Ηλίας: Ποτέ! Και ξαφνικά σαν να μας λέει κάποιος «είμαι κι εγώ εδώ».
– Ζωή: Ήταν απίστευτο, ναι.
– Ηλίας: Και βέβαια όλος ο κόσμος γούρλωσε τα μάτια του…
– Ζωή: Ήταν και λίγο ανατριχιαστικό. Ήταν λίγο θρίλερ η κατάσταση, δεν ήταν; Γιατί έκανε αυτό τον ήχο τον πολύ παλιό…
– Παναγιώτης: Διεκδικούσε χειροκρότημα.
– Ηλίας: Βέβαια.

Το χαμόγελο των γονιών

– Παναγιώτης: Τελειώνοντας, σ’ αυτό το άλμπουμ το φωτογραφικό, ποια φωτογραφία θα θέλατε να υπάρχει οπωσδήποτε…
– Ηλίας: Στην περσινή βερσιόν της παράστασης θα σας πω τώρα, στο τέλος έμπαινε μια φωτογραφία, υπάρχει δηλαδή η ερώτησή σας αυτή, απλώς φέτος αυτό το βγάλαμε. Γιατί σε κάθε χρονιά αλλάζει λίγο η παράσταση. Πέρυσι έμπαινε μια φωτογραφία με τους αληθινούς γονείς μου και την αδερφή μου και έλεγα στο κοινό ότι αυτός είναι ο πατέρας μου, αυτή είναι η μητέρα μου κι αυτή η αδερφή μου, και μετά έλεγα «δεν θα πεθάνει ποτέ το χαμόγελο των γονιών μου σ’ αυτή τη φωτογραφία». Και το έβαζα μέσα στο άλμπουμ, και σαν πράξη δηλαδή. Αυτό φέτος έχει βγει γιατί πια υπάρχει μέσα μου, δεν υπήρχε πια η ανάγκη να γίνεται… Αυτή τη φωτογραφία θα έβαζα..
– Κωνσταντίνος: Ενώ μου αρέσει να φωτογραφίζω, ποτέ δεν είχα μηχανή, μ’ αρέσει ο κινηματογράφος, δανείζομαι κάμερες και τραβάω ό, τι θέλω, ποτέ μα ποτέ δεν μ’ άρεσαν οι φωτογραφίες, ενώ μ’ αρέσουν οι φωτογραφίες να τις βλέπω και θέλω να τραβάω καλές φωτογραφίες, δεν μπορούσα να επιλέξω και πάντα όταν πήγαινα κάπου, διακοπές, σ’ έναν τόπο που θα ήθελα να τραβήξω φωτογραφίες ποτέ δεν τραβούσα γιατί θεωρούσα ότι θα κρατήσω στη μνήμη μου αυτό που θέλω να είναι. Έτσι μπορώ να σας πω πάρα πολλές φωτογραφίες που θα ήθελα να μπουν και δεν μπορώ να επιλέξω μία. Αλλά είναι ανάλογα τη συγκεκριμένη διάθεση, τη στιγμή και το χρόνο… Μου φαίνεται ότι το άδειο άλμπουμ μπορεί να γεμίσει με πολλές φωτογραφίες,  ως εκ τούτου θα ήταν κρίμα να βάλω αυτή ή την άλλη…
– Ζωή: Αυτό ακριβώς κι εγώ.

Ζώα

– Παναγιώτης: Ωραία, σύμφωνοι. Ποια είναι η σχέση σας με τα κατοικίδια, δηλαδή ποια φωτογραφία με κατοικίδιο θα θέλατε να έχετε;
– Κωνσταντίνος: Κι ο Ηλίας έχει κατοικίδια, κι αυτός δύο γάτους.
– Παναγιώτης: Σχετικά με τα κατοικίδια κάτι. Ο Κωνσταντίνος τα έχει αναγάγει ήδη σε δασκάλους.
– Κωνσταντίνος: Όταν λέω στους φίλους μου ότι μιλάω με τα ζώα με κοιτάνε λίγο περίεργα αλλά το εννοώ.
– Ηλίας: Εγώ πρέπει να σας πω ότι ο δικός μου ο γάτος έδωσε…
– Παναγιώτης: Πώς τον λένε;
– Ηλίας: Τον μαύρο τον λένε Άδη, από το Χάδι… και τον άσπρο τον λένε Ντίνγκο. Ντίνγκο λεγόταν ο σκύλος του Danilo Kiss, αλλά αυτή τη στιγμή έχω στο σπίτι δεκαπέντε γατιά που προσέχω και έχω και τρία μεγάλα σκυλιά. Και θέλω να σας πω ότι ο γάτος μου έδωσε μία συναυλία στο “Caravel” προχθές, έπαιξε κάποιες σονάτες του Μπετόβεν… Είναι εξαιρετικά γατιά. Πολύ… τι να πω τώρα για τα γατιά μου…
– Παναγιώτης: Όλα μες το σπίτι είναι;
– Ηλίας: Μες το σπίτι έχω τα δύο. Τα τρία σκυλιά και τα υπόλοιπα γατιά είναι της Μαρίας που μένει από πάνω και τα προσέχω κι εγώ γιατί είναι διώροφο το σπίτι.
– Παναγιώτης: Κωνσταντίνε εσύ πώς τα έχεις ονιμάσει τα δικά σου;
– Κωνσταντίνος: Τα δικά μου έχουν δύο εξαιρετικά ονόματα. Ο ένας είναι ο Σικαμπάλα, είναι ένας παλιός παίκτης του ΠΑΟΚ, Αιγύπτιος, ο νονός του είναι ΠΑΟΚτζής, εγώ δεν ασχολούμαι γενικά πολύ με το ποδόσφαιρο αλλά μ’ αρέσει ο ΠΑΟΚ. Πήγαινα στον Ατρόμητο περισσότερο, παλιά, στα νιάτα μου. Ο άλλος λέγεται Τανούκι είναι από ένα βιβλίο του Τομ Ρόμπινς ένα πλάσμα. Γενικά μάζευα γατιά στην αυλή της γιαγιάς τα οποία μετά τα έβλεπα σκοτωμένα από τις ρόδες των αυτοκινήτων, επειδή ήταν της γειτονιάς γατιά και εκεί θυμάμαι μάλιστα τις πρώτες απώλειες και τις πρώτες μου στενοχώριες σαν παιδί φεύγοντας να πάω στο δημοτικό σχολείο, εκεί βίωνα μεγάλο δράμα. Αυτά που έχω τώρα  μου τα έστειλαν από τη Χίο, δύο αδέρφια Χιώτες, δούλευα εκεί στο ΔΗΠΕΘΕ.
– Ζωή: Γιατί οι Χιώτες πάνε πάντα δυο δυο…
– Κωνσταντίνος: Και επειδή είχανε υπερπληθυσμό μου τα στείλανε, οπότε δεν μπορούσα να τα αρνηθώ. Γενικά έχω καλή σχέση με τα ζώα, τι να πω… Και στο σπίτι στο Μπουρνάζι έχουμε σκυλιά. Νομίζω ότι σου δίνουνε χαρά. Λέω συνεχώς στον πατέρα μου που έχει πρόβλημα με την πίεσή του και με την καρδιά του να τα χαϊδεύει γιατί πραγματικά σου ρίχνουν τους παλμούς, έχει αποδειχθεί πια, στα νοσοκομεία στη Βρετανία χρησιμοποιούν σκύλους. Όταν  παρατηρείς το γάτο που έχει μια άλλη αντιμετώπιση στα πράγματα, καταλαβαίνεις ότι διαλογίζεται και σου δείχνει το δρόμο να μένεις σε ησυχία και σε ηρεμία, σου δείχνει τον τρόπο να μην αγχώνεσαι, σου δείχνει τον τρόπο να δέχεσαι τη ζωή χωρίς να αγωνιάς. Ξαφνικά εκεί που κοιμάται, ξυπνάει, τεντώνεται και είναι έτοιμος να κάνει ό, τι είναι να κάνει. Εμείς βάζουμε πολλή σκέψη και γι’ αυτό έχουμε και νευρώσεις, γι’ αυτό έχουμε και αρρώστιες, γι’ αυτό έχουμε και δράματα.
– Παναγιώτης: Εσύ Ζωή έχεις;
– Ζωή: Τώρα δεν έχω, είχα πάντα σκυλιά. Ήμουν του σκυλιού περισσότερο, όχι της γάτας. Τα γατιά τους βέβαια είναι εξαιρετικά και πραγματικά τα αγαπώ πάρα πολύ και όλοι μου οι φίλοι έχουν από δύο γάτες. Εννοώ και οι φίλοι στη ζωή μου. Με τα σκυλιά επικοινωνούσα πάντα λίγο καλύτερα. Δεν ξέρω επειδή θέλω να παίρνω κι εγώ λίγο αγάπη. Ο σκύλος στη δείχνει περισσότερο από μία γάτα. Η γάτα επιλέγει πότε θα στη δείξει, έτσι πιστεύω…
– Κωνσταντίνος: Θα διαφωνήσω. Θεωρώ τα γατιά πιο πνευματικά ζώα…
– Ζωή: Ναι, εντάξει εγώ το λέω αυτό. Απλώς δένομαι περισσότερο με τα σκυλιά, αγαπώ περισσότερο τα σκυλιά. Όλα τα ζώα και καναρίνια είχα, όλα, μικρή μάζευα, πήγαινα στην Τζια που μεγάλωσα και μάζευα κατσαρίδες, ακρίδες, αράχνες, μυρμήγκια, τα είχα στο δωμάτιό μου, τους έβαζα φυλλαράκια, μια φορά μου πέσανε κάτω, γέμισε το δωμάτιό μου αράχνες και θυμάμαι να διαβάζω και να ‘χω μια αράχνη πάνω μου να ανεβαίνει. Γενικά μού αρέσουν…
– Κωνσταντίνος: Θέλω να πω μια ιστορία.
– Ζωή: Μ’ αρέσουν πάρα πολύ τα ζώα και θέλω τώρα να πάρω ένα σκυλί γιατί από το 2005 δεν έχω σκυλί.
– Κωνσταντίνος: Τι σκυλί θέλεις;
– Ζωή: Νομίζω το έχω ανακαλύψει, ένα αδεσποτάκι που το έχει βρει η φίλη μου η Ειρήνη…
– Κωνσταντίνος: Μπράβο. Ένα πράγμα σημαντικό με τα ζώα και με την παράσταση είναι ο σκύλος, ο Ντίνγκο, ο σκύλος του Danilo Kiss, που δουλέψαμε πολύ, υπάρχουν κάποια εξαιρετικά κείμενα, τα οποία δεν τα βάλαμε τελικά. Η πρώτη παράσταση, στην Πάτρα, ξεκινούσε με την ιστορία κάποιων νεογέννητων γατιών όπου ο μικρός Danilo Kiss, επειδή η μαμά τους είχε φύγει από κοντά τους όταν ήταν νεογέννητα, αναγκάστηκε να τα σκοτώσει με μία πέτρα και ξεκινούσε έτσι η ιστορία μας. Όταν ήρθαμε εδώ, την άνοιξη, είχαμε γεννητούρια γάτας, και τα δώσαμε, τους βρήκαμε οικογένεια από το κοινό και όλο αυτό για εμάς συμβολίζει και κάτι. Ενώ ξεκινούσαμε στην Πάτρα με μία απώλεια από τα γατιά, εδώ αυτό το κείμενο έφυγε, υπήρξε μια πραγματική γέννηση όπου δεν χρειάστηκε να θανατωθεί κανένα γατί γιατί τους βρήκαμε οικογένεια κι όλο αυτό που συμβαίνει είναι ένας καλός οιωνός για μας.
– Παναγιώτης: Καλά τα πήγαμε πιστεύω, ε;
– Κωνσταντίνος: Ε, ναι. Να δούμε μόνο πώς θα βγάλετε άκρη τώρα από όσα είπαμε.
– Παναγιώτης: Εύκολο είναι. Δεν θα έχω πρόβλημα. Σας είπα από την αρχή τι πιστεύω. Θα είναι πολύ εύκολο να ξεχωρίσω τα διαμάντια μέσα στις στάχτες. Καλή συνέχεια. Πάντα με επιτυχίες.
– Ηλίας, Ζωή, Κωνσταντίνος: Το ίδιο και σε σας…

* Το www.catisart.gr ευχαριστεί τον Δημήτρη Πιτσάκη για τη φωτογράφηση.

“Κήπος στάχτες”
Δραματοποιημένη Λογοτεχνία
Σκηνοθεσία: Ηλίας Κουνέλας
Ερμηνεύουν: Ζωή Τούντα, Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης, Ηλίας Κουνέλας.
Σκηνικά-κοστούμια: Κ.-Χρ. Μανωλάκου.
Βασίζεται στην αυτοβιογραφική τριλογία του Σερβοούγγρου συγγραφέα Ντανίλο Κις «Το οικογενειακό μας τσίρκο», στην οποία ένας άντρας που προσπαθεί να βρει τη ζωτική του δύναμη έρχεται αντιμέτωπος με τις απώλειες που βίωσε στο παρελθόν
Σε νεοκλασικό σπίτι: Θυάμιδoς 7, Κολωνός
Παραστάσεις: Βραδινή: Από Παρασκευή έως και Τρίτη στις 9 μ.μ.
Είσοδος ελεύθερη με προαιρετική συνεισφορά. Κρατήσεις: 6955 – 560.403.

 

Εκτύπωση
diaxeiristisΗλίας, Ζωή, Κωνσταντίνος (“Κήπος Στάχτες”): Έπιασαν σκόνη και την έκαναν χρυσό…