Cat Is Art

Κώστας Βοστατζόγλου: Αγαπώ τους ανθρώπους

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο θρυλικός Μποστ

Αγαπώ τους ανθρώπους. Αγαπώ πολύ τους ανθρώπους που νοιάζονται. Είναι αυτοί που με μικρές τους πράξεις με κάνουν να ελπίζω πως στο τέλος ο ζόφος και το σκοτάδι θα νικηθούν. Πως το δίκαιο, η καλοσύνη, η αγάπη, η εντιμότητα, η γνώση και ο πολιτισμός θα κερδίσουν κάποια στιγμή την παρτίδα και την πατρίδα. Χρωστάω ό,τι είμαι στους ανθρώπους. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Αυτοί δεν χρωστάνε – δεν χρωστάγανε ποτέ – σε μένα. Γι’ αυτό άλλωστε δεν τους ζητάω ποτέ τίποτα. Απλά τους ευχαριστώ που υπάρχουν.

Κανένας δεν τους ανάγκασε να είναι καλοί άνθρωποι. Μόνον η έμφυτη αίσθηση αξιοπρέπειας και ηθικής που πηγάζει από την παιδεία τους, τους κάνει να είναι τέτοιοι. Αυτοί που δεν είναι καλοί – και είναι πολλοί – με κάνουν να απελπίζομαι. Ξέρουν πως “για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή” και αρνούνται να “παιδευτούν” για να γίνουν καλύτερα τα πράγματα. Βολεύονται με ένα απαξιωτικό “εγώ θα αλλάξω τον κόσμο”; και ξεμπερδεύουν διαιωνίζοντας αυτόβουλα την υποταγή. Τη δική τους και των άλλων.

Κι όμως. Ο κόσμος μπορεί να αλλάξει από τον καθένα μας. Μια έγχρωμη, η Ρόζα Παρκς, αρνούμενη να σηκωθεί από τη θέση της στο λεωφορείο των λευκών – επειδή ήταν κουρασμένη – γύρισε τούμπα το παγιωμένο και θεσμοθετημένο καθεστώς του ρατσισμού στον Αμερικάνικο Νότο. Μια μικρή Παλαιστίνια που είχε συλληφθεί γιατί χαστούκισε έναν Ισραηλινό στρατιώτη που της γκρέμισε το σπίτι, στην ερώτηση μιας στρατοδίκη λοχαγού “πώς τόλμησε να χαστουκίσει έναν Ισραηλινό στρατιώτη” απάντησε απλά: “να σας δείξω;”.

Κάποιος “λαπάς” ποιητής, στο ηθικό δίλημμα που του έθεσε ένας δικαστής – τρομάρα του – γιατί δεν υπογράφει δήλωση αποκήρυξης όσων πίστευε – πράγμα που θα του έδινε το δικαίωμα να δει επιτέλους το παιδί του, είπε: εκατομμύρια χρόνια έκανε ο άνθρωπος να σταθεί στα δυο του πόδια. Δεν μπορώ εγώ να τον ξαναγυρίσω στα τέσσερα. Αυτοί και άλλοι τέτοιοι στάθηκαν και στέκουν – όσοι ζουν ακόμα, γιατί μόνον αυτοί “ζουν” – με ορθό το κεφάλι απέναντι σε εκβιασμούς, διώξεις, βασανιστήρια, ακόμα και στη βιολογική τους εξόντωση. Αυτοί και άλλοι εκατομμύρια άλλοι, αλλάζουν με τη στάση και την ηθική τους τον κόσμο.

Άλλαξαν τον κόσμο. Νίκησαν τον τρόμο και τον φόβο. Είναι οι σύγχρονοι “άγιοι”. Δεν ήταν πιο γενναίοι από εμένα ή από σας. Φοβόντουσαν και αυτοί. Πονάγανε όπως πονάει ο καθένας. Νοιάζονταν όμως. Όχι μόνον για τον εαυτό τους. Νοιάζονταν για όλους. Και δίνουνε. Δίνουνε. Συνέχεια δίνουν. Δίνουνε, μουσικές, τραγούδια και χορούς, έργα, πολιτισμό και γνώση. Μας διδάσκουν. Μας μαθαίνουν να αγαπάμε τον τόπο μας, τούτο τον ξερότοπο που μαχαιρώνουν κυπαρίσσια τον ουρανό του, τον τόπο που αρκεί να τον σκάψεις με το νύχι για να ξεθαφτούν αγάλματα, μάγια, αίματα και κόκαλα μεγάλων ανθρώπων.

Για να ξεθάψεις την ιστορία, τις ιστορίες των ταπεινών, τους τεχνίτες, τους ξωμάχους, αυτούς που πελεκάνε στην πέτρα και το μάρμαρο αγρίμια κι αγριμάκια, τους δασκάλους των χωριών που είναι άγνωστοι και τους θεραπευτές, τους ζωγράφους της ομορφιάς σαν τον Χατζημιχαήλ, αυτούς όλους που σώζουν τις παραδόσεις της ανθρωπιάς. Όλοι ετούτοι δεν δίστασαν στιγμή όταν τους ρώτησαν με ποιους θα παν και ποιους θα αφήσουν. Διάλεξαν. Απλά διάλεξαν. Πήγαν με το μέρος της καρδιάς. Δεν πήγαν με τους ισχυρούς. Με τους κατακτητές. Με τους αρχόντους. Τους “άριστους”. Τους “νικητές” που αλλάζουν γνώμες σαν λερωμένα πουκάμισα. Με αυτούς που γράφουν την ιστορία και την ηθική μεταξύ του ρεαλισμού, του κυνισμού – τα πάντα τελικά – μεταξύ του αφαλού και των γονάτων.

Διάλεξαν να είναι δίπλα μας όσοι νοιάζονταν πραγματικά, για να ονειρεύονται μαζί μας, να μας χτυπάνε χαϊδευτικά στην πλάτη όταν πονάγαμε, να τραγουδάνε για τις όμορφες, για να μας παρηγορήσουν όταν κλάψαμε, όταν είπαμε τους καημούς μας, όταν σεργιανούσαμε στα σοκάκια με τα χαμόσπιτα, όταν σκοντάφταμε στα βρεγμένα καλντερίμια των επαρχιακών πόλεων, όταν χορέψαμε μονάχοι μπροστά σε ένα τζούκμποξ, όταν μας στήριξαν προσφέροντάς μας ένα ποτηράκι κρασί κι ακούγοντάς μας όταν δεν είχαν να μας δώσουνε τίποτα άλλο. Από τους άλλους απ’ αυτούς που “σκίζονταν” για να μας κυβερνήσουν “για το καλό μας”, προκόψαμε. Γράψαμε από κάσα που λένε οι χαρτοπαίκτες.

Αγαπώ λοιπόν τους ανθρώπους. Τους ανθρώπους που νοιάζονται. Είναι αυτοί που με μικρές τους πράξεις με κάνανε να ελπίζω πως στο τέλος ο ζόφος, το σκοτάδι και η αρρώστια θα νικηθούν. Πως το δίκαιο, η καλοσύνη, η αγάπη η εντιμότητα, η γνώση και ο πολιτισμός θα κερδίσουν κάποια στιγμή την παρτίδα και την πατρίδα. Χρωστάω ότι είμαι στους ανθρώπους. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Αυτούς που με “μεγάλωσαν”. Που με μάθανε να σέβομαι τους άλλους. Να σέβομαι τις γυναίκες και να ντρέπομαι για την κατάντια όσων τις πληγώνουν. Για όσους τις βιάζουν. Που με μάθανε πως η βία που στρέφεται εναντίον τους, είναι βία εναντίον μου.

Δεν χρειαζόταν η Μπεκατώρου που είναι επώνυμη και αναμφισβήτητα γενναίος άνθρωπος για να τραβήξει την κουρτίνα του “όμορφου κόσμου, αγγελικά πλασμένου” για να μου το αποκαλύψει. Το ήξερα από πάντα. Από χιλιάδες άλλες ανώνυμες που σηκώσανε τον σταυρό τους κι ανεβήκανε τον Γολγοθά. Μόνες. Στιγματισμένες. Ολομόναχες στην πικρή πατρίδα. Στην πατρίδα που ο φασιστικός ολοκληρωτισμός καλπάζει αλλόφρων δέρνοντας ανηλεώς σταθμάρχες διότι “προσεβλήθη”. Στην πατρίδα που η βία τείνει να γίνει ενδημικό φαινόμενο. Που η οπλοχρησία, το σπορ της δολοφονίας δια “ασήμαντο αφορμή”, για “κτηματικές διαφορές”, γιατί είναι σκούρος και “μας παίρνει τη δουλειά”, γιατί είναι “κομμούνι και αναρχοάπλυτος” και το ρεφρέν “τη σκότωσα γιατί την αγαπούσα” είναι θεσμοί και βρίσκουν ακόμα και στα “κόμματα” πρόθυμους υπερασπιστές και συνηγόρους.

Ο ανορθολογισμός και η απανθρωποποίηση σ’ όλο τους το μεγαλείο είναι εδώ. Η κατάσταση φυσικά δεν διορθώνεται με περισσότερη αστυνομία και λιγότερους γιατρούς, ούτε με περισσότερη καταστολή και λιγότερους δασκάλους. Με περισσότερα πρόστιμα και την αυτάρκη λογική “όλα τα κάνω σωστά” που εκπέμπει ο πομπός Μωυσής που συν τοις άλλοις είναι γκόμενος και έχει γυναίκα υπέρκομψη.

Παρόλα αυτά και μ’ όλα ταύτα, τα θεόστραβα, εγώ θα εξακολουθώ να αγαπάω τους ανθρώπους. Τους ανθρώπους που νοιάζονται. Που νοιάζονται για το δίκαιο και την αλήθεια. Που χωρίς παρωπίδες κάνουν μικρά πράγματα για να ξορκιστεί το κακό και η άγνοια που μας δέρνει σαν κοινωνία. Θα είμαι μ’ αυτούς και θα το παλεύω. “Ρομαντικός έως θανάτου” όπως με κατηγόρησε κάποτε κάποια που είχα αγαπήσει.

  • Ο Κώστας Βοσταντζόγλου ήταν εικαστικός, θεατρικός συγγραφέας και πολίστας του Παναθηναϊκού. Γιος του θρυλικού Μποστ.

Κώστας Βοσταντζόγλου. Ο «πεταλούδας» υπήρξε «ρομαντικός έως θανάτου» και σε όλα πρωταθλητής…

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΚώστας Βοστατζόγλου: Αγαπώ τους ανθρώπους

Related Posts