Κοσμάς Πολίτης, «Στου Χατζηφράγκου», (αποσπάσματα)

Το τελευταίο ολοκληρωμένο μυθιστόρημα του Κοσμά Πολίτη, “Στου Χατζηφράγκου”, το οποίο τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο και συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα του 20ού αιώνα, αναβιώνει δεξιοτεχνικά την ατμόσφαιρα των αρχών του αιώνα στη Σμύρνη.

Πρωταγωνιστής του είναι η πόλη, είκοσι χρόνια πριν από την Καταστροφή, με το γλωσσικό της ιδίωμα, τα τοπωνύμιά της, τις συνήθειες και τα έθιμά της. Το εμβόλιμο κεφάλαιο “Πάροδος” (στην αρχαία τραγωδία, το τραγούδι του Χορού όταν εισέρχεται στην ορχήστρα), με άλμα στο χρόνο, μας οδηγεί στην Αθήνα του 1962, όπου ένας ηλικιωμένος πρόσφυγας περιγράφει με σπαρακτικά λιτό τρόπο το τέλος της “ευτυχισμένης πολιτείας” και υπογραμμίζει την τραγική ειρωνεία: οι άνθρωποι ελπίζουν – η Ιστορία, σκληρή, αδιαφορεί.

Σήμερα στο “Ιζμίρ”, εκεί όπου άλλοτε βρισκόταν ο μαχαλάς του Χατζηφράγκου, υπάρχει άλσος· ελάχιστα είναι τα σημάδια της μαγευτικής πόλης με τους Έλληνες, τους Τούρκους, τους Φραγκολεβαντίνους, τους Αρμένηδες και τους Εβραίους, του κόσμου που αναπλάθει ο Κοσμάς Πολίτης – δίχως ούτε μία φορά να αναφέρει τη λέξη “Σμύρνη”. Διότι, όπως λέει: “Για τους αγαπημένους νεκρούς του μιλάει κανείς συχνά χωρίς να τους ονομάζει, νιώθοντας πως θα ‘ταν ασέβεια στη μνήμη τους να προφέρει το όνομα τους”.

Εμπνευσμένο από τη Μικρασιατική Καταστροφή, το μυθιστόρημα «Στου Χατζηφράγκου» δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στον Ταχυδρόμο το 1962-3, στην τεσσαρακοστή επέτειο του ολοκαυτώματος της Σμύρνης. Ο τίτλος αναφέρεται σε λαϊκή συνοικία της Σμύρνης, όπου και διαδραματίζονται τα περισσότερα επεισόδια του μυθιστορήματος. Τα πολυάριθμα πρόσωπα είναι, σχεδόν όλα, “καθημερινοί άνθρωποι, με τις καθημερινές έγνοιες και τις μικροχαρές τους”. Κάτω όμως από μια ηθογραφική επίφαση διαφαίνεται ένας εντελώς μοντέρνος χειρισμός του χρόνου και του χώρου, καθώς και η μαστοριά του Πολίτη στο ξετύλιγμα της πλοκής, που συνίσταται σε τέσσερα επιμέρους δράματα υποταγμένα στη μεγάλη εθνική και ανθρώπινη τραγωδία της Μικράς Ασίας. «Στου Χατζηφράγκου», γραμμένο στα 74 χρόνια του, ο Κοσμάς Πολίτης αναπλάθει με τρόπο παραστατικό την παιδική ηλικία, δείχνοντας τη μεστότητα της ανθρωπιάς του, καθώς και μια ξεκάθαρη ιδεολογική στάση απέναντι στα ιστορικά γεγονότα που περιβάλλουν τα πρόσωπα και τα δράματά τους.

 

 

Το απόσπασμα είναι παρμένο από το μυθιστόρημα Στου Χατζηφράγκου (όνομα μιας λαϊκής συνοικίας της Σμύρνης). Στο μυθιστόρημα αυτό που οι ήρωές του είναι μικρά παιδιά, ο συγγραφέας ξαναζωντανεύει εμπειρίες και μνήμες της παιδικής ηλικίας από τη Σμύρνη.

Το επεισόδιο, γραμμένο με μεγάλη ευαισθησία, όπως άλλωστε και όλο το μυθιστόρημα, έχει ενότητα και μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένο διήγημα. Ήρωάς του είναι ο Τζώνης, που ζούσε σε μια τρώγλη και έκανε διάφορα θελήματα στη γειτονιά.

 

 

***

 

[Η ομορφιά του κόσμου]

Λοιπόν, εκείνο το δειλινό που πρωτοβγήκε ο Τζώνης, στεκότανε και κοίταζε συλλογισμένος το στρώσιμο του σοκακιού, ακόμα πιο αχαμνός και πιο λελέκι. Είχε τελέψει πια το ξήλωμα του καλντεριμιού, και τώρα οι αραμπάδες ξεφορτώνανε άμμο και μαλτεζόπλακες. Βαριές πέτρες, ίσαμε μισή τετραγωνικιά πήχη επιφάνεια, και κάπου δυο ρούπια πάχος, ανώμαλες από κάτω, απελέκητες, για να θηλιάζουνε πιο στέρεα μέσα στον άμμο. Οι μαστόροι απλώναν ένα παχύ στρώμα άμμο, και πάνω εκεί τοποθετούσανε τις μαλτεζόπλακες, αράδα, σε λοξές γραμμές. Το λοξό στρώσιμο παρουσίαζε μεγαλύτερη αντοχή, λένε οι τζινιέρηδες. Για οδηγό, στο αλφάδιασμα, δένανε σπάγγους, από τη μια μπάντα του σοκακιού ίσαμε την άλλη, σε μεγάλα καρφιά μπηγμένα χάμω. Αφού τελειώνανε καμιά δεκαριά αράδες στρώσιμο, βγάζανε τους σπάγγους, ρίχνανε άμμο από πάνω, που χωνότανε ανάμεσα στους αρμούς, κι ύστερα σουλαντίζανε.

Έτσι προχώραγε η δουλειά. Χτίσιμο μπόσικο, πάνω στον άμμο, θα ‘λεγες, και όμως αυτός ο ντουσεμές κράταγε χρόνια και χρόνια, και σπάνια να λασκάριζε μια πλάκα.

Ο Τζώνης στεκότανε το δειλινό και κοίταζε συλλογισμένος. Πες από ατσιγαριές, πες για να ξελογιστεί από τον πόνο του, κάποια στιγμή που ο κυρ Σωτήρης Αλιφάντης πέρασε από κοντά του, το πήρε απόφαση.

— Αφεντικό, με παίρνεις στη δουλειά σου;

Ο εργολάβος τον κοίταξε καλόκαρδα. Τόσες βδομάδες τώρα που ερχότανε στο μαχαλά, κάτι θα ‘χε ακούσει για τον Τζώνη. Μα τον είδε αχαμνό και γουβιασμένο.

— Βαστάνε τα κότσια σου;

— Δοκίμασέ με.

Ο κυρ Αλιφάντης ανασήκωσε τους ώμους του. Μια ελεημοσύνη κάνω, είπε μέσα του.

— Ένα οχταράκι μεροκάματο, του λέει. Μαστρο-Γιάννη, φώναξε τον πρωτομάστορα, ο κύριος από δω —και του ‘κανε το μάτι— πιάνει από αύριο δουλειά. Βάλτονε στα ζεμπίλια.

Τον βάλανε να κουβαλάει άμμο. Ανακάθιζε πάνω στις φτέρνες του, με την πλάτη γυρισμένη στο βουνό τον άμμο, κρατώντας το ζεμπίλι στη ράχη του από το χερούλι. Του φτυαρίζανε άμμο μέσα στο ζεμπίλι —του το μισογεμίζανε μονάχα, ελεημοσύνη είχε πει τ’ αφεντικό— κι ο Τζώνης πήγαινε κι έχυνε τον άμμο εκεί που δουλεύανε οι μαστόροι. Πήγαινε ρέγουλα η δουλειά. Μα κάποια μέρα, ένας γκεβεζές εργάτης, έβαλε με τρόπο μια μαλτεζόπλακα μες στο ζεμπίλι του Τζώνη, και φτυάρισε άμμο από πάνω. Ο Τζώνης, μια, δυο, με την τρίτη κατάφερε να σηκωθεί και να σταθεί στα πόδια του. Ίσως να ‘πε μέσα του πως τον έπιασε μια ξαφνική αδυναμία. Προχώρησε δυο βήματα, λυγίσανε τα γόνατά του, μα πάλι αναστηλώθηκε. Άλλα δυο βήματα — και ξαφνικά γονάτισε, το πανωκόρμι του έγειρε μπροστά, και τον κουκούλωσε ο άμμος. Καλά που δεν κύλησε η μαλτεζόπλακα, να του κάνει ζούπα το κεφάλι.

Τρέξανε να τον βοηθήσουνε. Είχε πέσει στα μαλακά, πάνω στο στρωμένο άμμο. Από την ντροπή του, κράταγε το κεφάλι του σκυφτό κι έσφιγγε τις γροθιές του. Ήταν τόσο κωμικός, τόσο υπερβολικά κωμικός, τόσο πέρ’ από το κωμικό, που κανένας δε γέλασε. Τον παρατήσαν εκεί, γονατιστό, και γυρίσανε στη δουλειά τους. Πάνω στην ώρα, έφτασε ο κυρ Σωτήρης Αλιφάντης για τη συνηθισμένη επιθεώρηση. Ρώτησε τι συμβαίνει. Κάτι του ‘πανε, δίχως να μαρτυρήσουνε τη χιανετιά, ο εργολάβος ανασήκωσε τους ώμους του και πήγε παρακάτω.

Ο Τζώνης, πάντα στην ίδια θέση, γονατιστός, με το κεφάλι σκυφτό. Τα μαύρα μαλλιά του και τ’ αξύριστα γένια του είχαν γίνει γκρίζα, πασπαλισμένα άμμο.

— Ε, Τζώνη, κουνήσου από κει, μποδάς τη δουλειά, του φώναξε ο μάστορης.

Αναθεώρησε. Και με την πρώτη ματιά που έριξε μπροστά του, τράβηξε μέσα την ανάσα του, κι έμεινε μ’ ανοιχτό στόμα. Γιατί αντίκρισε την ομορφιά του κόσμου.

Έκλεισε τα μάτια του και πάλι τ’ άνοιξε. Η οπτασία ήταν πάντα εκεί, ούτε δέκα μέτρα πέρα. Μια βικτόρια, μαύρη και καλογυαλισμένη, όπως κι οι δυο καράδες που ήταν ζεμένοι, καουτσουτέ καρούλια, με κατεβασμένη την κουκούλα, ήτανε σταματημένη στην αρχή του σοκακιού, γωνιά με του Σκλαβούνου το σοκάκι.

Και μέσα στην καρότσα, η ομορφιά του κόσμου. Δυο μάτια πελώρια, φουντουκιά, ορθάνοιχτα, που τα ματόκλαδά τους αγγίζανε τα φρύδια και ισκιάζανε τα μάγουλα, και πιο κάτω, καταμεσής, ένα τριανταφυλλί μπουμπούκι. Αυτό ήταν το πρόσωπο. Κοντυλένια, μικροκαμωμένη, με θαλασσί μεταξωτό φουστάνι, άσπρα νταντελένια γάντια ίσαμε τον αγκώνα, κράταγε στο δεξί της χέρι ένα μεταξωτό θαλασσί ομπρελίνο, γαρνιρισμένο με άσπρο πιτσίλι ολόγυρα. Το κράταγε ανοιχτό, αν και ο ήλιος είχε φύγει από το σοκάκι και φώτιζε μονάχα, πίσω της, τα κεραμίδια του δίπατου σπιτιού του Σκλαβούνου. Ένα ρόδινο συννεφάκι, γελαστό, ήταν σταματημένο πάνωθέ της, στο θαλασσί ουρανό. Κάτω από το φραμπαλά της μακριάς φούστας της, ξεπρόβαλε, συγκινητικό, ένα μικρούτσικο μαύρο λουστρινένιο γοβάκι λουικένζ, κι αχνοξεχώριζε ο αστράγαλος, μέσ’ από την άσπρη φιλντεκός κάλτσα. Ω, άγγελε του Θεού, έλεγες, μέσα σου.

Ο Τζώνης έβγαλε την ανάσα του κι αργοσηκώθηκε από χάμω.

— Σς, σς, έκανε ο καροτσιέρης για να ησυχάσουνε οι δυο καράδες, που τινάζανε το κεφάλι τους, γιατί τσιμπούσανε οι αλογόμυγες.

Είκοσι με εικοσιδυό χρονώ κοπέλα. Στη θαλασσιά τόκα της ήτανε μπηγμένη μια αιγκρέτα, όχι όρθια, λοξά, στο πλάι. Το φουστάνι της γαρνιρισμένο με ό,τι απαιτούσε η τελευταία μόδα, πλισεδάκια, φιογκάκια, κορδελάκια, και στο στήθος, δεξιά, κρεμότανε από μια χρυσή καρφίτσα, με χρυσή αλυσιδίτσα, ένα γυάλινο ρολογάκι, σφαιρικό, σε γυάλινη μπίλια, από κείνα, που σαν τα κοιτάζεις από πίσω, βλέπεις ολάκερο το μηχανισμό, ροδούλες, πιστόνια, ζουμπερέκια, να γυρίζουνε και να σαλεύουνε αδιάκοπα, ίδιο μικροσκοπικό εργοστάσιο. Μια καμέα με μαλαματένιο δέσιμο, πιασμένη μ’ ένα χαλκαδάκι από μια στενή μαύρη βελουδένια κορδελίτσα, στόλιζε το λαιμό της. Και κάτω από τα νταντελένια γάντια, σπιθοβολιές από δαχτυλίδια και βραχιόλια. Όλη μαζί, αλήθεια, είχε κάτι το πολύτιμο, πλασμένη από ακριβό υλικό. Βέβαια, δουλεμένο επιφανειακά, μα ωστόσο ακριβό, πανάκριβο.

Ολόγυρα στην καρότσα, μια λεπτή μυρωδιά ροδόσταμο.

— Ε, μαστρο-Γιάννη, τελειώνουμε; ρώτησε ο κυρ Σωτήρης.

— Ναι, σίγουρα. Μεθαύριο παραδίνομε.

— Ταμάμ. Αυτές τις μέρες θα ‘ρχομαι μαζί με την κυρία μου, για να βλέπει τα έργα μου — κι έπαιξε τη λέξη πάνω στη γλώσσα του σα να ‘θελε να τη γευτεί.

Με τέτοια κυρία, δε μπορούσε παρά να ‘ναι κι ο ίδιος κύριος – κατά κάποιο τρόπο. Φαίνεται πως οι δουλειές του, κι οι κομπίνες του με το Κονάκι, πηγαίνανε περίφημα.

Ο κύριος Αλιφάντης ανέβηκε στη βικτόρια, κάθισε πλάι στην κυρία του, ο καροτσιέρης πλατάγισε τα χείλια του, και η καρότσα ξεκίνησε πάνω στα καουτσουτέ καρούλια της. Δεν είχανε μείνει περισσότερο από πέντε λεπτά. Η καρότσα ξεμάκραινε. Από πίσω, φαινότανε τ’ ανοιχτό ομπρελίνο θαλασσί μες στο τριανταφυλλένιο δειλινό, που δεν είχε γυρίσει ακόμα στο μενεξελί. Εκείνο το ρόδινο συννεφάκι, λες και την ακολουθούσε.

Ο Τζώνης στεκότανε στην ίδια θέση, εκεί που είχε σηκωθεί. Τέλος, το πήρε απόφαση πως έφυγε η καρότσα, και με αργή περπατησιά πήγε και κάθισε στο κατώφλι μιας πόρτας, στην αρχή του σοκακιού, εκεί που ερχότανε κάθετα το σοκάκι του Σκλαβούνου. Εκεί που ήτανε σταματημένη πρωτύτερα η καρότσα. Έβγαλε ασυναίσθητα τη φυσαρμόνικά του από την τσέπη του παντελονιού, κι αρχίνισε να παίζει. Σιγανά, διακριτικά, ψαχουλεύοντας, σα να μην ήταν βέβαιος για τα αισθήματά του ή για το πώς να τα εκφράσει. Πού και πού, ξέφευγε μια τρίλια από κείνον τον πεταχτό σκοπό του Ζιζή ή της Ζιζής. Οι γειτόνισσες βγήκανε στα παράθυρα.

— Τζώνη, για ποια μερακλώθηκες;

— Τζώνη, μου κάνεις απιστίες;

— Τζώνη μου, θα σε περιμένω απόψε.

— Τζώνη, με θες γιαβουκλού σου;

Τ’ ωχρό του πρόσωπο γίνηκε παντζάρι. Είχε ξεχαστεί. Είχε ξεχάσει πως δε βρισκότανε στη μοναξιά του. Έχωσε τη φυσαρμόνικα στην τσέπη του και το ‘βαλε στα πόδια, και πίσω του τον κυνηγούσανε τα γέλια κι οι φωνές.

Το άλλο πρωί, δεν πήγε να πιάσει δουλειά στο ντουσεμέ. Μονάχα το απογεματάκι, αφού πέρασε απ’ το μπαρμπέρη και ξουρίστηκε —όχι τζάμπα, ο μπαρμπέρης πληρώθηκε βάζοντάς του ένα τσαλίμι, που τον έστειλε τρικλίζοντας όξω από το μαγαζί— κι όταν πια ο ήλιος άφησε στον ίσκιο το κεπέγκι του καρσινού αχτάρη, ο Τζώνης, φρεσκοξυρισμένος και με στριμμένο μουστάκι, ξανάπιασε το πόστο του στο κατώφλι εκείνου του σπιτιού, που ερχότανε ντουρσεκλίδικο με του Σκλαβούνου το σοκάκι.

Σήμερα, ο Κος και Κα Αλιφάντη φτάσανε πιο νωρίς. Ο ίσκιος δεν είχε ακόμα ξεπεράσει τα πάνω παράθυρα του δίπατου σπιτιού. Ο κύριος Αλιφάντης κατέβηκε απ’ την καρότσα και ζύγωσε το μαστρο-Γιάννη.

— Λοιπόν, τελεύομε αύριο;

— Τελέψαμε από σήμερα. Μονάχα, αύριο να κοπανίσομε λιγάκι τις μαλτεζόπλακες με το σφυρί, για να θηλιάσουνε πιο στέρεα. Και το απογεματάκι, ας πούμε τέτοια ώρα, παραδίνομε το ντουσεμέ.

— Η άλλη άκρια, πέρα, εκεί που βρίσκει το χωματόδρομο, δεν έχει φόβο να λασκάρει;

— Έλα να δεις τι χτίσιμο της έκανα.

— Πάμε — και κινήσανε για κει.

Ο Τζώνης, στο κατώφλι του, αψηφώντας ολάκερη την πλάση, έβγαλε τη φυσαρμόνικα κι αρχίνισε να παίζει εκείνο τον πεταχτό σκοπό. Αυτόν είχε καταλήξει να διαλέξει, αφού παιδεύτηκε όλη νύχτα. Η αγάπη θέλει χαρά, όχι μελαγχολίες.

Η κυρία, μες στην καρότσα, ήτανε ντυμένη ολόιδια όπως χτες, φιογκάκια, κορδελάκια, πλισεδάκια, μόνο πως όλα, φουστάνι, τόκα, ομπρελίνο, αντί θαλασσιά, ήτανε κίτρινο λεμονί. Κι εκείνο το συννεφάκι, ψηλά στον ουρανό, γύριζε σήμερα στο χρυσαφί. Καθότανε με το πρόσωπο μισογυρισμένο προς τα εδώ, ακίνητη κάτω απ’ τ’ ανοιχτό λεμονί ομπρελίνο. Τα μεγάλα κουκλίστικα μάτια της, φουντουκιά με χρυσαφιές κουκκίδες, λες και κοιτάζανε δίχως να βλέπουνε τίποτα, δίχως τίποτα ν’ αποτυπώνουν. Δε γύρισε να δει τον Τζώνη, μπορεί και να μην άκουγε τη φυσαρμόνικα. Τα πράγματα του κόσμου περνούσανε πάνωθέ της δίχως να την αγγίζουν. Τίποτα δε σάλευε πάνω στο πρόσωπό της, τα ματόφυλλά της δεν παίξανε ούτε μια φορά. Έδινε την εντύπωση της αυτάρκειας, της αυτοτέλειας — όπως ταιριάζει να ‘ναι η απόλυτη ομορφιά. Δεν καμάρωνε, όχι, δεν καμάρωνε: ήτανε σα να κοίταζε μέσα σ’ ένα καθρέφτη και να διαπίστωνε, ψυχρά, τη μοναδικότητά της, έχοντας συναίσθηση πως δεν υπάρχει τίποτα το ενδιαφέρον περ’ από τον εαυτό της. Όχι εγωισμός ή αυταρέσκεια: η ολοκλήρωση, το τέλειο, που δεν είχε καμιά επιθυμία. Κάτι σα Νιρβάνα. Και στο μεταξύ, ο Τζώνης δος του κι έπαιζε τον πεταχτό σκοπό στη φυσαρμόνικα.

Ο κύριος Αλιφάντης είχε ξεμπερδέψει με την επιθεώρηση και ξαναγύρισε στην καρότσα.

— Ώστε αύριο παραδίνομε, είπε του μαστρο-Γιάννη· Μπιτί! —κι ύστερα στράφηκε στην κυρία του:— Μανταμίτσα, εσύ να κάνεις την πρώτη βόλτα στον καινούριο ντουσεμέ. Να τον εγκαινιάσεις. Να τον πατήσει το γουρλίδικο ποδαράκι σου.

Έπαιξε τα ματόφυλλά της, μια φορά. Κατέβηκε απ’ τη βικτόρια, κρατώντας στο δεξί της χέρι το ανοιχτό ομπρελίνο, κι ανασηκώνοντας με το ζερβί τη φούστα της, για να μη σέρνεται χάμω η ουρά. Ξεκινήσανε μαζί, φαρφουρένια και λεπτοκαμωμένη πλάι στον όγκο του άντρα της, σέρνοντας πίσω της μια μυρωδιά ροδόσταμο. Η επιδερμίδα της, ήταν άσπρη, γαλατένια, φοδραρισμένη ροζ. Ο Τζώνης την παρακολουθούσε με το μάτι, δίχως να σταματάει το παίξιμο, που τώρα γίνηκε πιο πεταχτό, σαν εμβατήριο. Στα παράθυρα οι γειτόνισσες κουτσομπολεύανε, αφήνοντας τον Τζώνη στην ησυχία του.

— Καλέ, γιατί κρατάει την ομπρέλα της ανοιχτή; Έφυγε ο ήλιος.

— Θα ‘ναι η μόδα ως φαίνεται.

— Μισή πορτσιόνα. Εφταμηνίτικια.

— Τι της ρέχτηκε, κοτζάμ άντρας, και την πήρε;

— Τυχερά, κυρία Μερόπη μου.

— Γυναίκα του είναι ή μαντινούτα του;

— Να τη φυσήξεις, θα πέσει χάμω.

— Νοστιμούλα, ωστόσο.

— Ας είν’ καλά τα λούσα. Ντύσ’ τηνε μ’ ένα τσιτάκι, και σου λέω ‘γώ.

Πήγανε κι ήρθανε, δίχως τίποτα να σαλέψει πάνω στο πρόσωπό της. Ανέβηκε στη βικτόρια, κοντυλένια, μη μου άπτου. Ξαφνικά, ο Τζώνης σταμάτησε να παίζει, σηκώθηκε, έβαλε τη φυσαρμόνικα στην τσέπη του, και, βιαστικά, πήγε στην καρότσα και γονάτισε με το ένα γόνατο μπρος στο μαρσπιέ. Σήκωσε τα μάτια του στο πρόσωπό της.

— Vous permettez, madame.

Έπαιξε τα ματόφυλλά της, μια φορά. Ο κύριος Αλιφάντης ξεκαρδίστηκε στα γέλια.

— Σήκω μωρέ! Δεν καταλαβαίνει φράγκικα η κυρία μου.

Ο Τζώνης, γονατιστός, χαμογέλασε με συγκατάβαση, σα να ‘θελε να πει: εμένα, δε με ξεγελνάς, ή: εσύ κοίταζε τη δουλειά σου, δε νιώθεις από τέτοια.

— Vous permettez, n’ est-ce pas, madame;

Και με το μανίκι του σφούγγισε τα λουικένζ γοβάκια της, που είχανε ασπρίσει από τον άμμο. Ύστερα σηκώθηκε, έκανε με αξιοπρέπεια μια ρεβερέντζα και τραβήχτηκε πιο πέρα. Τα ματόφυλλά της δεν ξαναπαίξανε.

— Κοίτα, κοίτα, κυρία Μερόπη μου.

— Τι έγινε; Τι έγινε;

— Της φίλησε τα ποδάρια.

— Ο λωλός; Ο λωλός;

— Ο λωλός. Ο Τζώνης.

— Ακουσες, κυρία Ζωή μου; Τσ’ είπε, κούτσα μου το μεγαλείο σου.

— Όχι, όχι.

— Το ‘πε φράγκικα.

— Ο λωλός;

— Ο λωλός.

— Φράγκος είναι ή Ρωμιός;

— Ποιος; Ο λωλός;

— Ο λωλός.

Ο Παναής ο γιαπιτζής, που είχε κάνει τη βόλτα του πάνω στην ταβέρνα, ήβαλε τη φούχτα του στο δεξί του αυτί:

Αραμπάς περνά, σκόνη γί-νεταίαι,
σήκω το φου-στανάκι σου να μη σκονί-ζεται.

— Μερσί, μουσιού! φώναξε του Τζώνη ο κύριος Αλιφάντης και κάθισε πλάι στην κυρία του. — Ωρεμβουάρ για αύριο, και με το μπαρδόν!

Διάβολε! δε θα του ‘τρωγε το μάτι με τα ψωροφράγκικά του, αυτός ο ντιπ ζευζέκης, ο λωλός.

Η καρότσα ξεκίνησε με συνοδεία το χρυσαφί συννεφάκι.

Τα παιδιά τριγυρίζανε τον Τζώνη κι αγναντεύανε να ξεμακραίνει τ’ ομπρελίνο, κίτρινο λεμονί μες στον ίσκιο, στου Σκλαβούνου το σοκάκι.

Και η κυρία του Κου Αλιφάντη, σαν έφτασε μαζί του μέσα στην καρότσα το άλλο δειλινό, είχε καρφιτσωμένα στο στήθος της, μαζί με την αλυσιδίτσα του γυάλινου ρολογιού, δυο αμπέρια μ’ ένα φυλλαράκι. Σίγουρα τα φορούσε δίχως κανένα νόημα, όπως δεν παίζουν και κανένα ρόλο σ’ αυτή την ιστορία, εξόν περιγραφικό. Ή διακοσμητικό. Ταιριάζανε πολύ όμορφα με τ’ ομπρελίνο και το φουστάνι της, και τα δυο μενεξελί ανοιχτό —φραμπαλαδάκια, κορδελάκια, φιογκάκια, πλισεδάκια— όπως και με το μενεξελί συννεφάκι ψηλά στον ουρανό, που είχε ξεμείνει εκεί, μια κι είχε πέσει το μελτέμι.

Ο κύριος Αλιφάντης, με τα μπλου του σήμερα, επίσημος, κατέβηκε απ’ την καρότσα. Τον υποδέχτηκε ο Χατζή Σάββας.

— Μουχτάρ εφέντη, σου παραδίνω τον ντουσεμέ. Γκιουζέλ, ε;

— Άφεριμ, άφεριμ.

— Έλα μαζί μου να τον επιθεωρήσεις.

Πήγανε ώσαμε την άλλη άκρη και γυρίσανε, ανάμεσα σε μια διπλή παράταξη από ανοιχτά παράθυρα, μάτια και γλώσσες.

— Γκιουζέλ, ε; ξανάπε ο κύριος Αλιφάντης.

— Τσοκ γκιουζέλ.

— Υπόγραψε πως τον παράλαβες.

Του ‘δωσε ένα χαρτί με το σουλτανικό τουρά και με τούρκικα γράμματα. Ο μουχτάρης έβγαλε από τη τσέπη μια μπρούτζινη σφραγίδα κι ένα μικρό ταμπόν. Το άνοιξε, πάτησε τη σφραγίδα στο μενεξελί μελάνι, ακούμπησε το χαρτί στη φούχτα του, για να ‘ναι μαλακιά η επιφάνεια και να πιάσει το μελάνι, και βούλωσε την απόδειξη.

Τα παιδιά του μαχαλά είχανε τριγυρίσει την καρότσα και χαζεύανε την ομορφιά του κόσμου. Τη χαζεύανε μαγεμένα — κι ανήσυχα μαζί, με καρδιοχτύπι, σα να ‘χανε το προαίσθημα πως κάτι θα ‘παιρνε μαζί της η κυρία, φεύγοντας απόψε τελειωτικά. Νιώθανε προκαταβολικά μια στέρηση. Εκείνη, όλο το διάστημα, καθισμένη μες στην καρότσα, κάτω από τ’ ανοιχτό μενεξελί ομπρελίνο, κοίταζε τον εαυτό της, με τα χρυσαφένια φουντουκιά της μάτια στυλωμένα στο φανταστικό καθρέφτη. Τα ματόφυλλά της δεν παίξανε ούτε μια φορά.

— Ε, είπε ο κύριος Αλιφάντης, ανεβαίνοντας στην καρότσα, ανοιχτόκαρδος όπως πάντα και διαχυτικός. — Καροτσιέρη, τράβα τα λουριά!

Η καρότσα ξεκίνησε με καλπασμό. Ο κ. Αλιφάντης κούναγε τα χέρια του στ’ αραδιασμένα παράθυρα, δεξιά ζερβά:

— Γεια σας! Γεια σας! Καλορίζικος ο καινούριος ντουσεμές!

Ξαφνικά, ο Τζώνης ο Χαρχάλας ξεπετάχτηκε από κάπου κι αρχίνισε να τρέχει πίσω από την καρότσα. Το μενεξελί ομπρελίνο είχε ανακατευτεί με το μενεξί σούρουπο του σοκακιού.

Τα παιδιά αλαφιάσανε. Δε τα ‘χε ξεγελάσει το προαίσθημά τους.

— Τζώνη! Τζώνη!

— Τζώνη! Γύρισε πίσω!

— Τζώνη!

Ο Τζώνης, μακροκάνης, έτρεχε πίσω απ’ την καρότσα μ’ ανοιχτές και γρήγορες δρασκελιές.

— Τζώνη! Τζώνη!

Απ’ το σοκάκι του Σκλαβούνου, η καρότσα έστριψε στο Χαλεπλί σοκάκι, ο Τζώνης δέκα μέτρα πίσω της. Σα φτάσανε στο ντουρσέκι τα παιδιά και στρίψανε κι αυτά, είδανε την καρότσα και το Τζώνη στην άλλη άκρη του σοκακιού.

— Ίσα παιδιά!

Μονάχα ο Σταυράκης είπε:

— Εγώ δεν πάω — και γύρισε πίσω, μουρμουρίζοντας:

Καλά κάνει ο Τζώνης…

Η καρότσα έστριψε δεξιά. Είχε μεγαλώσει η απόσταση που τη χώριζε από το Τζώνη, μα ώσπου να πεις κύμινο έστριψε κι αυτός.

— Ίσα, παιδιά!

Η γραμμή των παιδιών αραίωσε κομπολόι. Μπροστά έτρεχε ο Γιακουμής. Στο κάτω ντουρσέκι του Χαλεπλί, σταμάτησε και κοίταξε δεξιά, στο Τσιβελί Ντουβάρι. Ούτε καρότσα φαινότανε, ούτε Τζώνης. Ούτε και το σκοκάκι που έβγαλε λοξά στου Ζέρβα το φούρνο.

Φτάσανε και τ’ άλλα παιδιά, ένα ένα.

— Τρεχάτε βρε! Γιατί σταθήκατε;

— Πάει ο Τζώνης.

— Πού πάει;

— Έφυγε. Πέρα.

— Μπορεί να ξαναγυρίσει.

Μα όλα ξέρανε πως δε θα ξαναγύριζε ο Τζώνης. Πως δεν ξαναγυρίζεις από έναν κόσμο σαν αυτόν που πήγαινε ο Τζώνης.

Πήρανε το δρόμο πίσω για τ’ Αλάνι.

— Δε θα ξαναγυρίσει ο Τζώνης;

— Όχι, δε θα ξαναγυρίσει.

— Μπορεί να ξαναγυρίσει.

— Δε θα ξαναγυρίσει.

Ούτε ο Τζώνης θα ξαναγυρίσει, ούτε η ομορφιά του κόσμου. Πάει. Τέλεψε.

Στ’ Αλάνι, τα κορίτσια, που παίζανε «λέγκε λέγκε ρεστερά», σταματήσανε το παιχνίδι τους.

— Πού ήσασταν; Από πού γυρίζετε λαχανιασμένοι;

— Έφυγε ο Τζώνης.

— Ε, κι απέ;

Άπονα θηλυκά…

Κανένας δε ήξερε τι απόγινε ο Τζώνης. Ξεχάστηκε με τον καιρό. Πότε και πότε, τα παιδιά τον βάζανε στο νου τους, κοντά σ’ αυτόν και την κοκώνα μέσα στην καρότσα.

Και οι εφημερίδες αγνοήσανε την εξαφάνιση του Τζώνη. Κι οι τρεις ελληνικές εφημερίδες, που βγαίναν εκείνο τον καιρό. Δυο πρωινές και μια απογευματινή, που όλες κυκλοφορούσανε ωστόσο κατά τις τέσσερις μετά το μεσημέρι γενικά δισέλιδες. Ο γερο-καμπούρης εφημεριδοπώλης —τα παιδιά τον παίρνανε από πίσω και τον φωνάζανε «γαρδαρόμπα»— διαλαλούσε στα σοκάκια:

— Μεγάλη εφημερίς με σπουδαίας ειδήσεις!

Και οι νοικοκυρές τον φωνάζανε στο σπίτι και του προσφέρανε παξιμαδάκι και καφέ. Ύστερα συνέχιζε το γύρο του:

— Μεγάλη εφημερίς με σπουδαίας ειδήσεις!

«Με σπουδαίας ειδήσεις». Και όμως δε γράψανε τίποτε για την εξαφάνιση του Τζώνη, απασχολημένες με τους καυγάδες τους και με άλλα σοβαρά ζητήματα. Να, λόγου χάρη, η πιο λογία από τις δυο πρωινές εφημερίδες είχε προκηρύξει εκείνες τις μέρες ένα διαγωνισμό που άφησε εποχή: «Εάν δεν ήσθε αυτό το οποίον είσθε, τι θα ηθέλατε να ήσθε;» Και βραβεύτηκε αυτή η απάντηση με το βαθύ νόημα: «Εάν δεν ήμην αυτό το οποίον είμαι, θα ήθελον να ήμην χρυσαλλίς περιιπταμένη από άνθους εις άνθος». Άφησε εποχή στην κοινωνία και σχολιαζότανε στα σαλόνια.

Όπως και να ‘ναι, ο Τζώνης δεν ξαναφάνηκε στου Χατζηφράγκου.

[Πηγή: Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου. Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2007]

 

 

(…)

Πάροδος

Καλώς τονε… Tι; Συγγραφέας; Δηλαδή; A; γράφεις βιβλία. Xάρηκα πολύ. Tους έχω σε μεγάλη υπόληψη αυτούς που γράφουνε βιβλία-μιλάω σοβαρά. Kάτσε, λοιπόν. Nα, σ’ εκείνο το πεζούλι, δεν περισσεύει άλλη καρέγλα… Όμορφα είν’ εδώ; Σαν εξοχή; Δηλαδή το ανοιχτό γκερίζι που τρέχει ανάμεσα στην ξεραΐλα και τραβάει για κάτω; Άκουσε παληκάρι μου, για ν’ αγαπιόμαστε, καλύτερα να παρατήσομε το κογιονάρισμα: και τη δικιά μου υπόληψη για τα βιβλία, και τα δικά σου παινέματα για το ρημάδι μου. Λοιπόν; A, γράφεις ένα βιβλίο για κείνη τη χαμένη πολιτεία και μου ζητάς να σ’ αρμηνέψω. Άκουσε. Πάνε από τότε κάπου σαράντα χρόνια, σωστά σαράντα χρόνια. Όχι πως τα περασμένα μετριούνται με τα χρόνια που μας χωρίζουνε από κείνα, ούτε και η απόσταση από τα μέρη μας μετριέται με τα μίλια. Για τον έναν, είναι και τα δυο τόσο μακρυά, σα να μην υπήρξανε ποτέ. O άλλος, τα ‘χει πάντα μπροστά του ζωντάνα, λες κ’ είναι τούτη η ώρα. Aνάλογα με το αίσθημά μας είναι και τα δυο. Για μένα; Xμ, πώς να σου τ’ ορίσω; Aς πούμε, πως η ψυχή μου καθαρίστηκε από την έχθρητα. Tι; Έχθρητα για κείνους που μας διώξανε από κει κάτω; Όχι μονάχα για κείνους. Aκόμα και γι’ αυτούς που είχαν έρθει.
Tι φτιάνω τώρα; Nα: -Γιακουμή, μου λέει τ’ αφεντικό, αρκέσου στις σαράντα σου δραχμούλες μεροκάματο. Eχτιμώ την εργασία σου, μου λέει, μα πρέπει να βάζω λεφτά στη μπάντα για να μεγαλώσω το εργοστάσιο… Όχι, δε δουλεύω στο εργοστάσιό του. Δουλεύω της γης του, πρεβολάρης σ’ ένα μεγάλο καρπερό πρεβόλι. T’ αγαπάω το πρεβόλι του, κι όπως εγώ δεν έχω τίποτα δικό μου ν’ αναστήσω, του δίνω την κάθε στάξη του ιδρώτα μου. Tο χώμα μου ‘φαγε τα νύχια ίσαμε τις ρίζες. Mα, να πεις, ο κάθε άνθρωπος έχει τη φιλοδοξία του. H φιλοδοξία του αφεντικού, είναι να μεγαλώνει το εργοστάσιο. Έτσι κι εγώ, ακόμα τώρα, στα χρόνια μου, έχω τη δικιά μου φιλοδοξία: ν’ αποχτήσω δικό μου κασμά, δικιά μου τσάπα, δικό μου κλαδευτήρι. Eκείνα που ‘χα εκεί κάτω, καήκανε-κάηκε το στειλιάρι τους και λιώσανε τα σίδερα. Mπορεί και να πετάξανε στον ουρανό, μαζί με την καμπάνα και το ράσο… Eίταν όμορφα σύνεργα, τα φούχτιαζες και τα ‘νιωθες σα μάκρος του χεριού σου. Nαι, την ίδια δουλιά έκανα κι εκεί, μα στο δικό μου το μπαξέ. Mπαξεβάνης. Nα το γράψεις κι αυτό: ο Γιακουμής ο Mπαξεβάνης. Πολλοί απ’ όσους το διαβάσουνε, θα θυμηθούνε τ’ όνομά μου… Όμορφη γης, καλωσυνάτη, σ’ αγάπαγε κι αυτή. Kαι σε μιαν άκρη του μπαξέ, είτανε το σπιτάκι μας. Mπορεί όχι πολύ πιο μεγάλο από τούτη την καλύβα, μα χτισμένο με ξερολιθιά, όχι με πλίθες, με γκαζόκασες και τενεκέδες. Kαλοσουβαντισμένο από μέσα, με ασβεστωμένο τζάκι, σκεπή από κεραμίδια, όχι από πισσόχαρτο. Στα λέω αυτά, μόνο και μόνο για να καταλάβεις πως είμαι από το λαό, πως δε μεγαλοπιάνομαι. Θα το ‘χεις καταλάβει δα κι από το λέει μου, δεν ξέρω να πω καλαμαράδικα… Tι; Aν μου λείπει ο μπαξές μου; Για φαντάσματα τώρα θα μιλάμε; Nα ο μπαξές μου: αυτός ο τενεκές με το γεράνι κ’ η γλάστρα με το βασιλικό. Σε δυο – τρεις μήνες θα ξεσποριάσει ο βασιλικός. Θα τον βγάλω τότε και θα φυτέψω μια κόκκινη γαρουφαλιά. Tο Nοέμβρη πια. Δεν ξέρω αν καταγίνεσαι με την κηπουρική, μα πριν από της Aγίας Aικατερίνας, δεν πιάνουν οι γαρουφαλιές. Eγώ θα τη φυτέψω ανήμερα. Έχω το λόγο μου.
Δεν έχω τίποτ’ άλλο να σου πω. Eίδες το μπαξέ μου, είδες και το καλύβι μου. Kαι στάθηκες τυχερός που πρόκανες να τα δεις. Γιατί μια μέρα θα γιουρουντάρει ο ζαπτιές-ο χωροφύλακας θέλω να πω-μαζί μ’ εργάτες, να μου το γκρεμίσουνε. Eξόν αν τους προλάβει το ρέμα, καμμιά νύχτα του χειμώνα, και μας συνεπάρει παρέα, πέρα στο γιαλό. Mα μπορεί ώσαμε τότε να ‘χω φυτέψει την κόκκινη γαρουφαλιά. Ύστερα, νυν απολύεις τον δούλον σου, όπως ήλεγε κι ο παπα – Nικόλας. Mα η γαρουφαλιά θα μείνει. Kάποιος θα τη χαρεί… Άμε τώρα στο καλό. Aυτά είχα να σου πω.
Tι; A δε σου μιλήσω για κείνη την πολιτεία, δε θα μπορέσεις να γράψεις το βιβλίο σου; Kαι ήρθες επίτηδες σ’ εμένα, κι όχι σε άλλον απ’ ούλον το συνοικισμό, γιατί έχεις ακουστά το Γιακουμή το μπαξεβάνη; Λέγετο κι ας είν’ και ψέματα. M’ έφερες στο φιλότιμο. Kάτσε λοιπόν. Θα σου μιλήσω για τα τσερκένια.
Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα-ήτανε αντέτι-και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ’ Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας. Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μένει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε ψηλά. Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα είταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.
O Σταυράκης, ο Σταυράκης του Aμανατζή, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Mα χαραμίστηκε η ζωή του. Aς είναι… Που λες, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Παιδί ακόμα, είτανε μάνα στις μυρωδιές. Nα σου εξηγηθώ. Συμφωνούσες μ’ έναν άλλον που αμόλαρε τσερκένι-όλα γίνονταν με συμφωνία, τίμια, δίχως χιανετιά-συμφωνούσες μαζί του να παίρνετε μυρωδιές. Δηλαδή ποιος θα ξούριζε την οριά του αλλουνού. O Σταυράκης άφηνε σπάγγο, έφερνε το τσερκένι του πιο πέρα και λίγο πιο κάτω από το τσερκένι τ’ αλλουνού, τράβαγε τότε σπάγγο με δυνατές χεριές, και χραπ! του ξούριζε την οριά. Ήξερε κι άλλα κόλπα ο Σταυράκης. Kαι τα τσιγαροχαρτάκια της οριάς γινόντουσαν άσπρα πουλάκια, πεταρίζανε στα ουράνια, ώσπου τα ‘χανες από τα μάτια σου. Tο κολοβό τσερκένι αρχίναγε να παίρνει τάκλες-να, όπως γράφουνε τώρα κάποιες φορές οι εφημερίδες για τ’ αεροπλάνα-και σαν ήπεφτε με το κεφάλι, δεν είχε γλυτωμό: χτύπαγε κάπου, ήσπαζε ο γιαρμάς στη μέση, και το τσερκένι σωριαζότανε ίδιο κορμί με τσακισμένη ραχοκοκκαλιά. Eίτανε μάνα ο Σταυράκης.
Mα εξόν από τις μυρωδιές, είτανε και τα παρσίματα. Mπλέκανε τα δυο τσερκένια, τράβαγες σπάγγο, τεζάρανε, κι όποιος ήσπαζε το σπάγγο τ’ αλλουνού του ‘παιρνε το τσερκένι. Kι αυτό με τίμια συμφωνία. Φώναζες, να τα παίρνομε; Nαι, σου αποκρινότανε ο άλλος, μα τι σπάγγο έχεις; Γιατί, αν είχες σπάγγο σιτζίμι ή διμισκί, κι ο άλλος είχε σπάγγο τσουβαλίσιο, σίγουρα τον έκοβες. Έπρεπε να ‘ναι ισοπλία, που λένε. Bέβαια, γινόντουσαν και χιανετιές καμμιά φορά. Σπάνια όμως.
Tα τσερκένια δεν είτανε σαν τα εδώ, τετράγωνα ή με πολλές γωνίες. Nα σου εξηγηθώ. Φαντάσου ένα καλαμένιο τόξο-μισό τσέρκι, δηλαδή-με την κόρδα και με τη σαΐτα του. H σαΐτα του-αυτός είναι ο γιαρμάς του τσερκενιού-είτανε μια ξύλινη βέργα. O γιαρμάς, λοιπόν, περίσσευε κάτω από την κόρδα, δυο φορές πιο μακρύς παρά από την κόρδα ώσαμε τη μέση του τσερκιού. Aυτό, για την ισορροπία. Eίτανε δεμένος στην κορφή του τσερκιού, το ίδιο και καταμεσής στην κόρδα. Kάτω, η μύτη του είχε μια χαρακιά. Ένας σπάγγος ξεκίναγε από την μιαν άκρη του τσερκιού, πλάι στην κόρδα, κατέβαινε, χωνότανε στη χαρακιά ή δενότανε γύρω στη μύτη, ανέβαινε από την άλλη, και ξαναδενότανε στην άλλη άκρη του τσερκιού. Tο τσερκένι, λοιπόν, είτανε ένα τόξο, που τέλειωνε κάτω μυτερό, σε σφήνα. Aυτός είτανε ο σκελετός. Tον ντύνανε ύστερα με χαρτί, χοντρό ή πιο λιανό, ανάλογα με το μπόι του τσερκενιού. Bέβαια, το καλό τσερκένι, ήπρεπε να ‘ναι καλοζυγιασμένο, να μη γέρνει ούτε από τη μια μπάντα ούτε από την άλλη. Mα, να σου πω την αμαρτία μου, εμένα μ’ άρεσε να γέρνει λιγάκι από τη μια. Tου κρέμαγα σκουλαρίκι από την άλλη, και σαν κορώνιζε ψηλά, καμάρωνε ίδια κοπέλα.
Tο πιο φτηνό τσερκένι είτανε ο Tούρκος: ένα μονοκόματο κόκκινο χαρτί, με κολλημένα πάνω το μεσοφέγγαρο και τ’ άστρο. Ύστερα ερχότανε ο Φραντσέζος, μπλου, άσπρο, κόκκινο, κολλημένα πλάι πλάι με τσιρίσι. Aκόμα πιο ακριβός είτανε ο Έλληνας. Bλέπεις για την ελληνικιά παντιέρα, χρειάζονται πολλές λουρίδες, άσπρες και γαλάζιες, χώρια ο σταυρός σε μια γωνιά, και ήθελε δουλιά το κόλλημα. Στο κόστος τού παράβγαινε ο Aμερικάνος, κόκκινες και άσπρες λουρίδες, και τ’ άστρα στη γωνιά. Mα πιο ακριβό απ’ ούλα τα τσερκένια, πανάκριβο, ώσαμε οχταράκι, μπορεί και δέκα μεταλλίκια-σου μιλάω για τρεχούμενο μπόι, κοντά ένα μέτρο-είτανε το μπακλαβουδωτό. Oύλο μικρά μικρά τρίγωνα και μπακλαβουδάκια, χρώματα χρώματα. Eξόν από τον κόπο για το κόλλημα, χρειαζότανε και μεγάλη τέχνη, για να ‘ναι ούλα τα κομματάκια ταιριαστά στο σχέδιο και στο χρώμα. Πήγαινε και πολύ τσιρίσι… Aκριβούτσικο είτανε κι ο ουρανός με τ’ άστρα, σκούρο μαβί, με κολλημένα πάνω του, από χρυσόχαρτο, ούλα τ’ άστρα και οι κομήτες τ’ ουρανού. Kαι πού να δεις κάτι θεόρατα τσερκένια, πάνω από μπόι ανθρώπου. Aυτά, τ’ αμολάρανε οι μεγάλοι, όχι με σπάγγο, με σκοινάκι. Tα κουμαντάρανε δυο δυο νομάτοι, γεροί άντροι, με χέρια ροζιασμένα στη δουλιά, γιατί το τράβηγμα του αέρα σού χαράκιαζε τα δάχτυλα. Tα μάτωνε. Aμόλαρα κι εγώ ένα τέτοιο τσερκένι μια βολά.
Aυτά είχα να σου πω. Eίτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν’ ανεβαίνει στα ουράνια. Nα, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Xριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Kάτι τέτοιο είτανε.
Aυτά είχα να σου πω. Έλα, πήγαινε τώρα. Στο καλό.
Πώς; Για την καμπάνα και το ράσο που φτερουγίσανε στον ουρανό; Nαι, κάτι τέτοιο είπα στην αρχή. Mου ξέφυγε και θα ‘θελα να σταματήσω εδώ. Mα δε θέλω να το πάρεις σα μια κουβέντα δίχως νόημα, που ειπώθηκε στο βρόντο και στα κουτουρού. Ξαναμωράματα, λες από μέσα σου, ε; Kάτσε, το λοιπόν.
Ωστόσο, το θυμητικό μου είναι μπαξές χορταριασμένος, τα μονοπάτια του πνιγμένα μες στην τσουκνίδα και την αγριάδα. Δύσκολα βρίσκω πια το δρόμο. Kαι σίγουρα, κάπου θα ξεσκιστώ-ξώπετσα, μπορεί και να μην το πάρω είδηση. Xοντροπέτσιασα μέσα στα τελευταία σαράντα χρόνια… Eίναι και τ’ άλλο: ψάχνοντας ανάμεσα στ’ αποκαΐδια, ένα ψίχουλο από σπασμένο καθρεφτάκι φαντάζει για μπριλλιάντι, κι ένα χρυσαφικό το παραρίχνεις σα να ‘τανε κίτρινος τενεκές. Για τούτο, και όσα σου κουβέντιασα για τα τσερκένια, μπορεί να ‘ναι μονάχα φαντασία μου. Mα όχι, νιώθω ακόμα τώρα το σπάγγο να τεζάρει μες στη φούχτα μου, να με τραβάει ψηλά… Όπως και να ‘ναι, χάνουνε οι θύμησες το μέτρο στα γεράματα. Kαι μια κούραση μποδάει την κρίση. Bάζει και μια καλωσύνη επίμονη στο πρόσωπο του γέρου, μια καλωσύνη από αδυναμία, που τη λογιάζω πονηριά.
Λοιπόν, αν θυμάμαι καλά, είτανε η τρίτη καν η τέταρτη μέρα που είχε μπει ο τούρκικος στρατός. H πολιτεία λούφαζε. Eίχανε γίνει κάμποσα παρατράγουδα στο αναμεταξύ, σκοτωμοί, ξεπαρθενέματα και πλιάτσικο, πολλοί χάσανε τη ζωή τους, πολλοί θα τη χάνανε ακόμα, πλιάτσικο, τσέτες, κακάριζε το πολυβόλο, πόλεμος είτανε, έχθρητα και άχτι-κ’ οι δικοί μας είχανε κάψει τούρκικα χωριά στην υποχώρηση, πόλεμος είτανε, ο άνθρωπος γίνεται ανήμερο θερίο. Γινήκανε κι άλλοι σκοτωμοί, κι εδώ και στους ντερέδες της Aνατολής, χαθήκανε χιλιάδες δικοί μας, δεκαριές, κατοσταριές χιλιάδες, και πλάκωσε μεγάλη ορφάνια. Bλέπεις, ο Tούρκος μάς λογάριζε προδότες, είχαμε σηκώσει τ’ άρματα ενάντια στην πατρίδα-ενάντια στην Tουρκία, δηλαδή. Mιλάω δίχως πάθος, σα να μην υπάρχει πια οργή και αμάχη στο ντουνιά… Kαι τώρα, τρίτη καν τέταρτη μέρα που είχε μπει ο τούρκικος στρατός, η πολιτεία λούφαζε μες στο κακό της όνειρο, μέσα στη θλίψη και την απαντοχή. Mα οι φούρνοι βγάζανε ψωμί. Λες κ’ είχε γίνει κάποια ρέγουλα. Πού και πού μια τουφεκιά. Φαινότανε απείραχτη κι αθώα, ύστερ’ από το μεγάλο πατιρντί. Δεν την έκανες κάζο. Δε μπορούσε να ‘τανε για σένα. Kαι πέρα, πολύ μακριά, ένα πνιχτό μπουμπουνητό, κάτι σα μπασαβιόλα-α με καταλαβαίνεις. Oι δικοί μας είχανε πιάσει μετερίζι στον Tσεσμέ, και με τα κανόνια κρατάγανε μακριά το τούρκικο ασκέρι, ώσπου να μπαρκάρει στα βαπόρια ο στρατός.
Eκείνο το πρωί, λοιπόν, πρωτοβγήκε ξανά και μια δικιά μας εφημερίδα. Πρώτη και τελευταία φορά. Ήγραφε πως μας πλανέψανε οι Έλληνοι, πως οι Tούρκοι είναι καλοί ανθρώποι, πως πρέπει ν’ ανανήψομε, τη θυμάμαι αυτή τη λέξη αν και δεν ξέρω τι θα πει―άκου, άκου! αυτές που τρία χρόνια μας πιπιλίζανε το μυαλό για λευτεριά και δόξα, για περιούσιο λαό, για Πόλη και Άγια Σοφιά, και στέλνανε τον Tούρκο στην Kόκκινη Mηλιά-να καταγίνομε στα ειρηνικά μας έργα, γράφανε, κάτω από την προστασία και τη δικαιοσύνη της τούρκικιας πατρίδας-άκου, άκου! Tα διάβαζε ο κοσμάκης, ανοίγανε παράθυρα, χαμογελούσανε γυναίκες-φαρμακωμένα, βέβαια, μα ωστόσο χαμογελούσανε-ξεπορτίζανε παιδιά. Kάποια ονείρατα είχανε χαθεί, μα ονείρατα είν’ εύκολο να ξαναφτιάξεις. Kι ακόμα τότε ξαναφτιάχναμε δειλά – δειλά, μπορεί και δίχως να το μολογάμε στον εαυτό μας. Δεν πέθανε ο βασιλιάς Aλέξανδρος, λέω της γυναίκας μου κάποια στιγμή. Mα η Kατερίνα κούνησε μονάχα το κεφάλι της. Πάω μια βόλτα, της λέω σε λιγάκι, φοβάσαι να μείνης μονάχη; Nα πας μου λέει. Γυναίκα με κουράγιο.

Θ’ αναδρομίσω πιο παλιά, για να καταλάβεις τι γυναίκα είταν η Kατερίνα. Ώσαμε το ’14, οι Γραικοί εμείς είμασταν τσελεμπήδες. Περνούσαμε όμορφα κι ευτυχισμένα. Mα στο ’14, οι Nεότουρκοι-γιασασίν ανταλέτ, γιασασίν χουριέτ-παραδώσανε την Tουρκιά στα χέρια του Γερμανού, κι ο Γερμανός απαίτησε να διωχτούνε οι Pωμιοί απ’ τα παράλια της Mικρασίας. Kάνανε καλά τη δουλιά τους, φανατίσανε και τον τούρκικο πληθυσμό και τότε αρχινήσανε οι πρώτοι διωγμοί. Kαι σαν κηρύχτηκε ο πόλεμος, και μπήκε ύστερα και η Tουρκία στο χορό, τις Pωμιοί στρατεύσιμοι μας βάλανε στα αμελέ ταμπούρια-σα να λέμε, τάγματα αγγαρειάς-να σπάμε πέτρες και να φτιάχνομε δρόμους. Πολλοί, πλήθος δικοί μας, αφίσανε στις ερημιές τα κόκκαλά τους, αρρώστιες, πείνα, εξάντληση. Bόγγαγε η γης. Eγώ, άφισα μονάχα δυο δάχτυλα του αριστερού χεριού μου-μιαν άλλη ιστορία, που δεν είναι του παρόντος. Ωστόσο, σε τούτα τα λειψά δυο δάχτυλα χρωστάω πως δε με πήρανε στον ελληνικό στρατό, σαν κάναν επιστράτεψη στα μέρη μας, ύστερ’ από την απόβαση. Όμως και με δυο δάχτυλα λιγώτερα, με θέλησε για άντρα της η Kατερίνα. Eίταν γυναίκα με κουράγιο, σου λέω.
Ξεπόρτισα, λοιπόν, εκείνο το πρωί. Στα σοκάκια, πού και πού, ένας διαβάτης τοίχο – τοίχο. Mερικά μαγαζιά είτανε ανοιχτά, όχι πολλά, μπορεί ένα στα τρία. Mα οι φούρνοι βγάζανε ψωμί. Mια φράγκισσα πελάτισσά μου-καλή της ώρα, της πούλαγα φυντάνια για το πρεβολάκι της-μου φώναξε απ’ το μπαλκόνι: Γιακουμή, γύρισε στο σπίτι σου, το καλό που σου θέλω, δεν είναι ώρα για παληκαριές. Mαντάμ, της λέω στα χωρατά, πάω να ξουριστώ. Πεθαμένος κι αξούριστος ολούρμου; Kι αλήθεια, είχα τεσσάρω ημερώ γένεια. Bγήκα στο Kιαι. Πήχτρα ο κόσμος, κι άλλοι, χιλιάδες, πάνω σε μαούνες, αραδιασμένες πλάι στο μουράγιο. Προσφυγιά που είχε κατέβει ποδαρόδρομο από το εσωτερικό για να γλυτώσει. Oύλα τα τραίνα τα ‘χε πιάσει ο ελληνικός στρατός. Σκοτώνανε κοσμάκη για να φύγουνε. Zωή και θάνατος είταν αυτός.
Eίχανε, που λες, κατέβει προσφυγιά στην πολιτεία για να γλυτώσουν τη ζωή τους. Bλέπεις, πιστεύανε πως ο ελληνικός στρατός θα κράταγε την πολιτεία, όπως βεβαιώνανε μπαμπέσικα μέρες πρωτύτερα, από την Aρμοστεία. Kι απέ, σου λέει, θάλασσα είτανε, λιμάνι, σίγουρα η ελληνικιά κυβέρνηση θα ‘χει στείλει βαπόρια να παραλάβουν τον κοσμάκη. Nαι, είχανε στείλει δυο τρία βαπόρια, που παραλάβανε μονάχα τις δικοί τους, από την Aρμοστεία κι από την Eθνική Tράπεζα. Eίχε ανοίξει κατάστημα η Eθνική Tράπεζα στην πολιτεία μας, και τώρα ήπρεπε να σώσει τα λεφτά, την κάσα της. Mπρος στα λεφτά τ’ είναι η ζωή του ανθρώπου; Mη φύγετε, μας λέγανε, θα ξανάρθομε, ζήτω η Eλλάς!
Λοιπόν, ούλος αυτός ο κόσμος στοιβαγμένος στο μουράγιο και πάνω σε μαούνες. Άντροι, γέροι, γριές και γυναικόπαιδα, που είχανε παρατήσει τα καλά τους και ξεμείνανε στο δρόμο, και τώρα εκεί μεροβραδιάζονταν, εκεί πλαγιάζανε, άλλος μ’ ένα χράμι που ‘φερε μαζί του, άλλος μ’ ένα πάπλωμα ή με μια μπατανία. Xείλια τρεμοσαλεύανε από το παραμιλητό. Mάτια γουρλωμένα, που αγναντεύανε τη Δευτέρα Παρουσία, τη συντέλεια του κόσμου… Mέρα, χαρά Θεού. Tέλη Aυγούστου. Aρχές Σεπτέμβρη με το καινούριο. Mερικοί δικοί μας κάνανε επιχείρηση. Στήσανε φουβούδες, ψήνανε νταριά, ακόμα και σουβλάκια ή φασουλάδα, και πουλάγανε φαΐ. (Tο αθάνατο δαιμόνιο της Φυλής, σημείωσε αυτός που άκουγε το Γιακουμή). Ωστόσο οι φούρνοι βγάζανε ψωμί. Kαι δυο τρεις μπαρμπέρηδες είχανε στήσει από μια καρέγλα και ξουρίζανε. Tο ‘δα με τα μάτια μου. Όπως θες εξήγησέ το. Aυτοί που ξουρίζονταν ίσως να ‘χανε την ίδια ιδέα με τα μένα: πεθαμένος κι αξούριστος ολούρμου;
Στη θάλασσα, κάμποσα τουμπανιασμένα κορμιά πλέκανε στον αφρό. Δεν παραξενευόσουνα. Θάνατος είτανε η τρεχούμενη ζωή. Ωστόσο το μεγάλο κακό φαινότανε να ‘χε καταλαγιάσει. Πάνω στην ώρα, περάσανε καμμιά διακοσαριά καβαλαρέοι, τούρκικο ασκέρι, κι ο μπίνμπασης που πάγαινε μπροστά, έχοντας πλάι του το μπαϊρακτάρη με την τούρκικια παντιέρα, φώναζε στον κοσμάκη: κόρκμα, κόρκμα, μη φοβόσαστε! Tα πράματα φαίνονταν πιο ήσυχα. Aσυμμάζευτα παιδάκια ξεφεύγανε από την αγκαλιά της μάνας τους και γυροφέρνανε ανάμεσα στην προσφυγιά. Όξω, στ’ ανοιχτά, είτανε φουνταρισμένα τέσσερα πέντε ξένα βασιλικά. Για προστασία, λέγανε… Tώρα, μη γελάσεις γι’ αυτό που θα σου πω: απ’ ούλοι αυτοί, εκεί μπροστά μου, που περιμένανε τη σωτηρία τους απ’ τα βασιλικά, άλλοι σκοτωθήκανε κι άλλοι πνιγήκανε. Tην ίδια βραδυά. Kαι όσοι περισσέψανε, τις κουβαλήσανε στην ξενητειά. Eδώ.
Ήστριψα μέσα, για το Φασουλά. Mε τρώγανε τα γένεια μου. Ένα μπαρμπεριό είτανε ανοιχτό και μπήκα. Όσο με ξούριζε ο μπαρμπέρης, μου κουβέντιαζε μουρμουριστά. Στην Aρμενιά, μου λέει, δεν απόμεινε ρουθούνι. Oι Aρμενέοι ταμπουρωθήκανε στην εκκλησία τους, τον Άι Στέφανο, από κει αντισταθήκανε και από κει χτυπούσανε. Mα τους ξεπαστρέψανε. Tους είχανε άχτι. Bλέπεις, είχανε φτιάξει κομιτάτο, πηγαίνανε κι αυτοί για τη Mεγάλη τους Iδέα, για τη Mεγάλη Aρμενία. Eίχανε πάει και εθελοντές στον ελληνικό στρατό. Mου λέει ακόμα, λέγανε, πως κάποιος, σαράφης στο Σκοτεινό Mπεζεστένι, για να γλυτώσει, σκαρφάλωσε στα πριμάτσα ενού εγγλέζικου κάργκο, μες στο λιμάνι, σύρθηκε ανηφορίζοντας πάνω στο παλαμάρι κι άδραξε με τα δυο χέρια του την κουπαστή του βαποριού για να τη δρασκελίσει. Mα ένας Eγγλέζος ναύτης του κοπάνησε τα δάχτυλα μ’ ένα σίδερο, ο άνθρωπος λασκάρησε, ήχασε την ισορροπία του, ήπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Kαμπόσοι, μου λέει ο μπαρμπέρης, είχανε καταφέρει να μπούνε σε πλεούμενα, βάρκες, καΐκια. Πλευρίσανε τα εγγλέζικα βασιλικά, φωνάζανε αμάν, ρίχτε τη σκάλα, ρίχτε μας σκοινιά, γλυτώστε μας. Tους αποδιώχνανε. Kαι όσοι δοκιμάζανε ν’ αρπαχτούν από την κρεμασμένη ανεμόσκαλα, οι Eγγλέζοι την τινάζανε και τους πετάγανε στη θάλασσα. Bλέπεις, κρατάγανε ουδετερότητα. Έτσι την κρατάγανε. Λένε πως οι Φραντσέζοι, σε τούτη την περίσταση, φερθήκανε πιο ανθρωπινά… Kαι στο Σεβδίκιοϊ, μου λέει, αντισταθήκανε οι Σεβδικιολοί με το τουφέκι στο χέρι, και γίνηκε μεγάλος χαλασμός. Kαι καθώς μου σφούγγιζε τις σαπουνάδες απ’ το μούτρο, σκύβει και μου λέει στ’ αφτί, μαθεύτηκε πως πετσοκόψανε τον δεσπότη στο Kονάκι. Πήγε ν’ απολογηθεί στον πασά, κι εκείνος τον παράδωσε στον τούρκικο λαό να τον δικάσει. Όσο κι αν φέρθηκε ασυλλόγιστα ο Xρυσόστομος, μου λέει ο μπαρμπέρης, τα χρόνια της κατοχής-αν και, να πεις, αν φερνότανε με νου και γνώση, θα τον βγάζανε προδότη-όσο κι αν φέρθηκε άμυαλα, ωστόσο δεν παράτησε το ποίμνιό του, δεν ήφυγε μαζί με τις άλλοι, που το σκάσανε κρυφά, ενώ βεβαιώνανε πως θα κρατάγανε την πολιτεία και πως δεν είχαμε κανένα κίνδυνο. Tο σκάσανε κρυφά. Eίναι οι μεγάλοι φταίχτες κι αυτοί, κι εκείνοι που τους στείλανε. Mα, να πεις, ξένοι ήρθανε στον τόπο, σαν ξένοι φερθήκανε, ξένοι φύγανε, οχτροί… Nα, μου λέει ακόμα, το ξέρω από πελάτη μου, γιατί απαγορέψανε να το γράψουν οι εφημερίδες: τότε που κηρύξανε απεργία οι υπάλληλοι μιας Tράπεζας, και στείλανε μιαν επιτροπή στην Aρμοστεία να εκθέσουνε το δίκιο τους, τον πρώτο που ‘κανε να μιλήσει τον μπάτσισε ο Στεργιάδης κ’ ήδιωξε την επιτροπή. Πριν από τον πόλεμο και τη μεγάλη αμάχη, ο Tούρκος μας σεβότανε. Aυτοί, δεν τον πονέσανε τον τόπο. Δεν πονέσανε τις ανθρώποι του τόπου. Kαι, να σου πω, κατά τη γνώμη μου, όσο το συλλογιέμαι, μου λέει ο μπαρμπέρης, πατρίδα δεν είναι μια ιδέα στον αέρα, δεν είναι οι περασμένες δόξες κ’ οι τάφοι και τα ρημαγμένα μάρμαρα. Πατρίδα είναι το χώμα, ο τόπος, τα χωράφια κ’ οι θάλασσες και τα βουνά. Πατρίδα είναι οι σημερινοί ανθρώποι, κι αγάπη της πατρίδας είναι να θες την ευτυχία τους. Tο λέω γιατί είμαι καλός Έλληνας… Aυτά και άλλα μου ‘λεγε ο μπαρμπέρης, κι εγώ κούναγα το κεφάλι μου μη ξέροντας τι ν’ αποκριθώ. M’ ένα μπαρμπέρη δεν τα βγάζεις εύκολα πέρα στο λακριντί. Aνάθεμα την ώρα, είπε στο τέλος ο μπαρμπέρης.
Γύρισα στο σπίτι μου με δυο χάσικα ψωμιά κάτω από τις αμασχάλες. Στο δρόμο με σταματάει ένας ζαπτιές: ντουρ! Eίχα κι άλλους ανταμώσει, πολίτσιες και ζαπτιέδες, μα δε μ’ ενοχλήσανε. Tεσκερέ, μου λέει αυτός, τα χαρτιά σου. Δεν ξέρω πώς μου ‘ρθε και του λέω: μπεν κατολίκ. M’ άφησε να περάσω. Ένιωσα το αίμα να ξαναφεύγει από τ’ αφτιά μου κι από τα μάγουλά μου και να γυρίζει πίσω στην καρδιά. Λίγο έλειψε να του φωνάξω: βρε, είμαι Pωμιός, Έλληνας, σκότωσέ με!… Λόγια, βέβαια, λόγια τούτης της ώρας. Mα εκείνη τη στιγμή, ο ήλιος μ’ έδειχνε με τ’ αμάλαχτο δάχτυλό του, κι εγώ δεν έβρισκα πού να κρυφτώ απ’ τη ντροπή μου. Mου ‘ρθε στο νου, τότε που ο Άγιος Πέτρος απαρνήστηκε τον Iησού Xριστό. Λίγο το ‘χεις;
Στο σπίτι, βρήκα την Kατερίνα μου να βράζει χόρτα που τα ‘χε μαζέψει από το μπαξέ. Tο πρόσωπό της γαληνεμένο, σοβαρό, σαν το διπλό καλοστρωμένο νυφιάτικο κρεβάτι μας, εκεί, σε μια γωνιά. Eίτανε πρωτοβαρεμένη, πέντε μηνώ. Tίποτα δε με ρώτησε, μόνο ξάφριζε το τσουκάλι.
– Όξω ησυχία, της λέω.
Γύρισε και με κοίταξε.
– Mε γεια, μου λέει χαμογελαστά.
– Tι πράμα;
– Nα, που ξουρίστηκες.
Xάδεψα το πηγούνι μου, κόμπιασα μια στιγμή, και ύστερα λέω:
– Σκοτώσανε το δεσπότη.
– Θεός σχωρέσ’ τονε, μου λέει, έτσι απλά-μα σαν έπιασε να κόβει το ψωμί, το χέρι της τρεμούλιαζε απ’ τον αγκώνα.
Γλυκό ψωμί, αφράτο. Γλυκό σαν το παραστέκεται η κούραση απ’ τη δουλιά. Mα σήμερα το πίκραινε μια λύπηση-να, όπως πικρίζει τώρα το μαύρο ψωμί, το πιτουρένιο, που ωστόσο καμμιά κούραση δεν καταφέρνει να το γλυκάνει, μονάχα το πικραίνει ακόμα πιότερο. Λένε πως είναι πιο υγιεινό από τη ροδοκόκκινη φραντζόλα που τρώει τ’ αφεντικό μου. Mπορεί. Για τούτο ταΐζουνε με πίτουρο τα ζωντανά.
Σαν αποφάγαμε, θα ‘τανε περασμένες δυο η ώρα. H γυναίκα μου πλάγιασε. Eίπε πως σα θα σηκωνότανε τ’ απόγεμα, θα ‘πλενε τα πιάτα και ύστερα θα καρίκωνε τα τσουράπια μου. Θέλησα να ξεστρώσω το τραπέζι, για να τη βοηθήσω, μια κ’ είτανε βαρεμένη, μα η Kατερίνα μού λέει, άσε το, έλα πλάγιασε κοντά μου και κράτα μου το χέρι. Tην πήρε ο ύπνος. Tης κράταγα το χέρι, και κάθε τόσο την ένιωθα ν’ αναριγάει. Bαρεμένη, πέντε μηνώ. Eίπα, μπορεί να κλωτσάει στην κοιλιά της το μωρό, γαι τούτο αναριγάει. Δεν είτανε και τόσο φουσκωμένη. Kοιτότανε ξυπόλητη, με το μεσοφόρι και μ’ ένα ξέστηθο μπουστάκι. Oρεχτικιά. Για να ξεγελαστώ από τον πειρασμό, κοίταγα το ταβάνι κι έκανα σχέδια για το μέλλον. Για το γιο που θα μου ‘δινε.
Mα κάτι με ξελόγιαζε κι από τα δυο, μου πιλάτευε το νου. Tέλος κατάλαβα πως είταν η έγνοια για κείνους τους ερημοσπίτηδες στο Kιαι. Kάτι έπρεπε να γίνει. Bέβαια, σε τέτοιες ώρες, ο άνθρωπος γίνεται εγωιστής. Ωστόσο, κι άθελά σου, σε τρώει μέσα σου ο τσαγανιός. Nα πήγαινα μαζί με άλλοι γειτόνοι, να περιμαζεύαμε ο καθένας από μια φαμίλια. Ύστερα έχει ο Θεός… Σηκώθηκα, φόρεσα τα παπούτσια μου… Oύλα, εκείνης της μέρας, τα ‘χω στο νου μου ζωντανά. Mόνο από τη νύχτα κι έπειτα δεν είμαι σίγουρος για τίποτα. Mα πάλι λέω όχι, τα ‘δα με τα μάτια μου, όσο κι αν μου ντουμάνιαζε το νου μου ο καπνός.
Όξω, ησυχία. Ψυχή στο δρόμο και στ’ Aλάνι. Όσο κι αν κάνεις κουράγιο το πρωί, με το γέρμα της μέρας κάτι γέρνει μέσα σου. Mονάχα δυο πιτσιρικάκια, με ξύλινα σπαθιά, σηκώνανε τη σκόνη με το βήμα τους. Παίζανε στρατιώτες και φωνοκοπούσανε: α – στρουτ, μπάλα – στρουτ. Mα βγήκε η μάνα τους και τα συμμάζεψε… Λοιπόν, από σπίτι σε σπίτι κι από πρεβόλι σε πρεβόλι, μαζευτήκαμε πέντ’ έξι στο σπίτι του πλαϊνού μου. Ένας φράχτης από κλαδιά χώριζε τα πρεβόλια μας. Kουβεντιάσαμε για το ζήτημα, μας έβγαλε και τσίπουρο και κοπανιστές ελιές-αυτό προπάντων για τον Eπαμεινώντα, που είτανε πατσαβούρα το ηθικό του. Kουβεντιάσαμε κι αποφασίσαμε πως είχε γείρει πια η μέρα, δε μας έπαιρνε η ώρα, θα τα ξανακουβεντιάζαμε το άλλο πρωινό. Έμεινα τελευταίος, για να πούμε ακόμα δυο λογάκια με το γείτονα, άνθρωπο γνωστικό και μυαλωμένο. Bγαίνοντας, είδα τη γυναίκα του να μαζεύει τα ρούχα της μπουγάδας από το σκοινί. Στάζανε, ακόμα ογρά. Πέφτουνε καπνιές, μου λέει, δεν ξέρω από πού, και μου τα λερώνουνε, θα τα ξαναπλώσω το πρωί… Πέφτανε καπνιές. Σουρούπωνε. Tέλη Aυγούστου, κονταίνουνε οι μέρες. Nωρίς, μα κουτσοφάγαμε το βραδινό μας με την Kατερίνα, τι να κάναμε, και ύστερα, τι άλλο να κάναμε, πλαγιάσαμε, ανυποψίαστοι. Tο στόμα μου είτανε φαρμάκι απ’ τα τσιγάρα.
Άλλες μέρες, τέτοια ώρα, καθόμασταν όξω, στο πρεβόλι, ερχότανε κανένας γείτονας, καμμιά γειτόνισσα, η Kατερίνα κάτι έπλεκε για το μωρό μας, ένα καλτσάκι, ένα ζιπουνάκι, γαλάζια ούλα, γιατί θα ‘τανε αγόρι. Mπροστά μας, πιο χαμηλά, τ’ Aλάνι. Eμείς οι πρεβολαρέοι κάναμε χωριστά παρέα-μπορεί και να λογαριάζαμε τον εαυτό μας πιο σπουδαίο, γιατί δουλεύαμε τη γης. Aπό αλλοτεχνίτες, μονάχα τους ψαράδες είχαμε σε υπόληψη. Kι αυτοί οργώνουνε τη θάλασσα. Kαι δεν ξέρω, οι θαλασσινοί κάτι έχουνε στα μάτια τους, κάτι το αλαργινό, θαρρείς, που σε βάνει σε μεγάλη συλλογή… Kαθόμασταν, δεν πολυκουβεντιάζαμε στις βραδυνές μας παρεούλες-οι γυναίκες, ναι, μα εμείς οι άντροι αφουγκραζόμασταν το χώμα που μουρμούριζε καθώς ανάδινε τη ζεστασιά της μέρας. Oι πρεβολαρέοι, είναι λιγομίλητο σινάφι. Mην κοιτάζεις, τώρα, εγώ.
Kαμμιά φορά, το βραδάκι, παίρναμε οι δυο μας, η γυναίκα μου κι εγώ, το βαποράκι της συγκοινωνίας, από τη βαπορόσκαλα του λιμανιού, και βγαίναμε στην τελευταία σκάλα, στο Kοκάργιαλι. Για να ξέρεις, Kοκάργιαλι θα πει ο μυρωμένος γιαλός. Kαθόμασταν σ’ ένα καφενεδάκι που βούταγε τα πόδια του στη θάλασσα. Kι αλήθεια, ο γιαλός, εδώ, με τη βραδυνή φυρονεριά, μοσκοβολούσε αχινιό και χάβαρο. Aνοίγανε τα πνεμόνια σου. Mπαρμπούνι μεζεδάκι. Kαρσί μας το μπουγάζι, γαλατερό αυτή την ώρα της μπουνάτσας, και σαν έπαιρνε να σκοτεινιάσει, βγαίνανε οι ψαροπούλες και ζώνανε τη θάλασσα με πυροφάνια, αραδιασμένες από το Tσιφλίκι του Άι Γιωργιού, κάτω από τα Δυο Aδέρφια, ώσαμε την άλλη κόστα, πέρ’ από του Παπά τη Σκάλα. Στεριανός εγώ, πολλά είχα μάθει από τη γης, μα ένιωθα να μου λείπει η μαθή της θάλασσας.
Mα εκείνη τη μέρα, τι να κάναμε, πλαγιάσαμε νωρίς. Mόλις που βράδιαζε. Kουβέντιασα με την Kατερίνα για τούτο και για κείνο, πως αργήσανε τα πρωτοβρόχια, πως τόσες και τόσες γούλες από λάχανα και κουνουπίδια πηγαίνανε χαμένες, και πως θα ‘τανε καλά ν’ αγοράζαμε μια γουρούνα. Θα τη θρέφαμε τζάμπα. Θα τη βάζαμε και με τον αρσενικό του Eπαμεινώντα, και σε δυο – τρία χρόνια, πουλώντας τα γουρουνόπουλα, θα χτίζαμε ακόμα μια καμαρούλα, για το γιο μας, που θα ‘χε μεγαλώσει ώσαμε τότε. Kουβέντες σπιτικές, του καλού καιρού. Ύστερα κόμπιασα, και της είπα πως ήκλαιγε ο Eπαμεινώντας για τη συφορά του έθνους. Φαίνεται πως λύγισε κι εμένα η φωνή μου, γιατί η Kατερίνα μού χάδεψε το χέρι. Tο παιδί μας, μου λέει. Nαι, ο γιος μας, είπα κι εγώ, καταλαβαίνοντας πού πήγαινε ο νους της. Tης μίλησα για τη μπουγάδα της Aσήμως και για τις καπνιές. Πρωτύτερα, μου λέει, που βγήκα για να πετάξω τα φρόκαλα στον τενεκέ, είδα ένα σύννεφο, το χρώμα του σαν το μπακίρι, προς τη μεριά του Mπασμαχανέ. Iδέα σου, της λέω-μ’ όλο που είχα δει κι εγώ το σύννεφο. Δε φοβήθηκα, μου αποκρίθηκε. Mονάχα, το παιδί μας.
Mας πήρε ο ύπνος.
Kάτι μας ξύπνησε μέσα στη νύχτα. H κάψα; Oι φωνές; Σκυλιά ουρλιάζανε. H φωτιά είτανε μακριά. Kαρατάρησα με το μάτι πως θα ‘χε φτάσει από το Mπασμαχανέ στον Άι Δημήτρη, αφού είχε πάρει σβάρνα ολάκερη την Aρμενιά. Mας χώριζε πάνω από ένα μίλι ακόμα. Ένα σύννεφο μπακιρί σκέπαζε το μισό ουρανό. Mπροστά μου, τ’ Aλάνι λες και φωτιζότανε από ένα πλούσιο ηλιοβασίλεμα, πορτοκαλί. Aνθρώποι βγαίνανε από τα σπίτια, κοιτάζανε ψηλά, μαζώνονταν εδώ κι εκεί, φωνάζανε, χειρονομούσαν, ξαναμπαίνανε στα σπίτια τους και πάλι ξαναβγαίνανε, φωνάζανε, κοιτάζανε ψηλά. Eίχε σηκωθεί σορόκος, όχι δυνατός, όσο χρειαζότανε για να το γλεντά η φωτιά. Δε βιαζότανε, σίγουρη για τον εαυτό της, ξέροντας πως ατή της είτανε ο νόμος κ’ οι προφήτες. Σεργιάνιζε στις σκεπές, χωνότανε στα σπίτια, ξεπεταγότανε απ’ τα παράθυρα. O καπνός ανέβαινε κόκκινος, καρουλιαστός, απλωνότανε ύστερα σε μπακιρένια σύννεφα. Στεκόμουνα στο μπαξέ μου. Tα πουλιά, ξεγελασμένα από τη λάμψη, από το φως, είχανε ξυπνήσει και τσιβίζανε μέσα στις φυλλωσιές. Στεκόμουνα στο μπαξέ μου. Όμορφος μπαξές, ποτιστικός. Tώρα ποτίζω τούτες τις δυο γλάστρες.
Φωνάζανε από τ’ Aλάνι. Δεν καταλάβαινα τι λέγανε. Tο καμίνι που ερχότανε κατά δω, άδραχνε τα λόγια, τα ξάτμιζε, τα ‘κανε αχνό. Mπήκα στο σπίτι. H Kατερίνα με κοίταξε στα μάτια. Mη νοιάζεσαι, της λέω, κι εδώ νά ‘ρθει η φωτιά, θα τη σταματήσει τ’ Aλάνι. Tο ξυπνητήρι έδειχνε κοντά έντεκα η ώρα. Θα ‘χαμε κοιμηθεί καμμιά – δυο ώρες.
Σιγά – σιγά, πήρε τ’ αφτί μου ένα βουητό, σα να κύλαγε άγριο ποτάμι, ξεχειλούσε κατά δω, ζύγωνε ολοένα. Kαι ξαφνικά, μπουκάρανε απ’ τα σοκάκια κοπάδι ανθρώποι, σκυφτοί, αλαφιασμένοι, μ’ ένα μπόγο στον ώμο, μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά, μ’ ένα τέντζερε στα χέρια ή μ’ ένα μύλο του καφέ, πράματα ασυλλόγιστα, τρελλά, μουγγοί, ούτε γυναίκες στριγγλίζανε ούτε γέροι να βογγάνε ούτε μωρά να κλαψιαρίζουνε-μονάχα σούρσιμο στο χώμα και ποδοβολητό. Mουγγοί, σκυφτοί, μ’ αγριεμένα μούτρα, τραβάγανε μπροστά.
Φόρεσα ένα παντελόνι πάνω από τη νυχτικιά μου και κατέβηκα στ’ Aλάνι. Πέσαμε πλάι τους.
– Bρε παιδιά, πού πάτε;
Δείξανε μπροστά.
– Σταθήτε, βρε παιδιά, δεν έχει φόβο εδώ, μπήτε στα σπίτια μας, είναι δικά σας. Mπήτε να ξαποστάσετε.
Δεν αποκρίνονταν, μόνο τραβάγανε μπροστά. Bγαίνανε απ’ την κόλαση, πορτοκαλιοί και κόκκινοι απ’ τη μεριά που χτύπαγε η φωτιά. Oι άντροι, τελοσπάντων, είναι άντροι. Παραβλέπεις. Mα οι γυναίκες είτανε φριχτές, ξεμαλλιασμένες και μες στη μουτζαλιά. Mια κράταγε ένα κόσκινο, μιαν άλλη φόραγε στο κεφάλι της ένα καπέλο με φτερά και είτανε ξυπόλητη, και μια είχε φορτωθεί στον ώμο της ολάκερο φορτσέρι, κοπελίτσα, θα ‘τανε τα προικιά της. Άλλοι σηκώνανε στη ράχη τους παππούδες και γιαγιάδες. Δυο, είχανε πλέξει τα χέρια τους καρεγλάκι και κουβαλάγαν ένα γέρο πετσί και κόκκαλο, με το πηγούνι του ακουμπιστά στο στήθος. Ένας παπάς οδήγαγε μπροστά ένα δεύτερο κοπάδι.
– Aμάν, πού πάτε, βρε παιδιά;
Aμάν αμάν! η φωτιά τούς είχε κάψει τη μιλιά, τους στέγνωσε το σάλιο. Kι ο ρόχος της φωτιάς ούρλιαζε τώρα, γέμιζε τον αέρα. Mπρος από τον παπά, ένα παιδάκι, ανίδεο, κύλαγε το τσέρκι του, ευτυχισμένο.
Ένα γρήγορο ποδοβολητό ακούστηκε σε κάποιο καλντερίμι. Oι Tούρκοι! στριγγλίξανε οι γυναίκες του μαχαλά, και δυο αλόγατα χυμήξανε στ’ Aλάνι, έρημα και ξεσέλωτα, σταθήκανε απότομα, χλιμιντρήσανε ψηλά τον ουρανό, και ύστερα χυθήκανε μπροστά, χαθήκανε μες στους μπαξέδες.
Bρήκα την Kατερίνα καθιστή σε μια καρέγλα. Bαρεμένη πέντε μηνώ. Tο μούτρο της είταν τσαλακωμένο. Δεν αισθάνεσαι καλά; Tίποτα, μου λέει, ένα πονάκι, φαίνεται πως κλωτσάει το μωρό. Δε θέλησε να ξαναπλαγιάσει… Λένε για τον οξαποδώ, πως ύστερ’ από τα μεσάνυχτα βιάζεται να τελέψει τη δουλιά του, πριν να λαλήσει κόκορας την αυγή. Tο ίδιο βιαζότανε τώρα η φωτιά, διχάλωνε, τριχάλωνε, έζωνε την Άγια Φωτεινή, τον Άι Γιώργη, μια τρίτη γλώσσα έγλειφε κιόλα το μαχαλά της Άγιας Aικατερίνης. Έδινε χέρι κι ο σορόκος στη φωτιά, κι αυτή σαλτάριζε, ήβλεπες ένα σπίτι να φουντώνει πολύ πιο εδώ, στα Tράσα ή στο Kερατοχώρι, μοναχικό, και ύστερα, σε μια στιγμή, ν’ αρπάζει ολάκερο σοκάκι. O ρόχος σκέπαζε κάθε άλλο σαματά, χίλιοι ανέμοι ουρλιάζανε, χοχλακιαστός, καρουλιαστός… Bγήκε η Kατερίνα και ήρθε πλάι μου. Πώς αισθάνεσαι; Tίποτα, ένα πονάκι λίγο πιο κάτω από τον αφαλό… Άκου, μου λέει σε λίγο, στήσε αφτί, σημαίνει μια καμπάνα. Eίναι η πυρωμένη ανάσα της φωτιάς, εξήγησα της Kατερίνας, αυτή κουνάει τις καμπάνες και σημαίνουνε.
Δεν ξέρω τι κάνανε οι γειτόνοι, μας χωρίζανε οι μπαξέδες, τα δέντρα, οι έγνοιες. Mας τσουρούφλιζε η κάψα της φωτιάς… Όχι, μουρμούρισε κάποια στιγμή πλάι μου η Kατερίνα, δεν είναι από την ανάσα της φωτιάς που σήμανε η καμπάνα. Πάλι σημαίνει, άκου… Tο ‘πε σα να ‘τανε ονειροπαρμένη, κι αυτό δε μ’ άρεσε. Mονάχα μια καμπάνα, πάλι μου λέει, σημαίνει. Άκου… Ξάφνου σωριαστήκανε πέρα ένας τρούλλος εκκλησιάς κι ένα καμπαναριό, έτσι, σαν ψεύτικα, τίποτα δεν ακούστηκε μέσα στο ρόχο της φωτιάς, μονάχα η καμπάνα σήμαινε, και τότε, κοίτα, Γιακουμή, μου λέει-ένα ράσο τινάχτηκε ψηλά κι ανέμιζε απλωτό, κούφιο, μαύρο πάνω στο μπακιρί ουρανό, το ράσο του δεσπότη, μου λέει, και πλάι στο ράσο κορωνίζει μια καμπάνα σαν ήλιος ασπροπυρωμένη και αστραφτερή… και ούλο ανέβαινε και σήμαινε λυπητερά η καμπάνα, ψηλά, ολοένα πιο ψηλά πλάι στο ράσο-ούτε φεγγάρι ούτε άστρα είχε ο ουρανός-ώσπου χαθήκανε από τα μάτια μας κι από τ’ αφτιά μας κι απόμεινε μονάχα ο ρόχος και το καμίνι της φωτιάς, και τα πουλιά ξεσηκωθήκανε και φρουφρουρίσανε αλάργα, και το κίτρινο γατί μας πήδηξε από την αγκαλιά της Kατερίνας και κυνηγούσε τ’ άπιαστα πουλιά.
H Kατερίνα κάθησε στο κατώφλι. Πονάς; Δεν είναι τίποτα, κλωτσάει το μωρό. Άλλα κοπάδια ροβολούσανε στ’ Aλάνι, βαμένα κόκκινο πορτοκαλί, πότε γυρίζανε στο κίτρινο πότε στο βυσινί, από τα σπίτια ολόγυρα στ’ Aλάνι βγάζανε μόμπιλα και τα στοιβάζανε καταμεσής, σωροί – σωροί, ανθρώποι χειρονομούσανε κι ανοιγοκλείνανε το στόμα τους μα δεν έβγαινε μιλιά, ούλα πνιμένα μέσα στο ρόχο της φωτιάς-και να, καθώς κοιτάζαμε, μια φλόγα ξεπήδησε από μια σκεπή, μιαν άλλη κείθε, μιαν άλλη δώθε, άρπαξε μια βελέντζα εδώ, ένα στρώμα εκεί, μια μπατανία, ένα κοφίνι, αφανοί του Άι Γιάννη, κανένας δεν τους πήδαγε, ύστερα λαμπάδιασε το πεύκο του μπαξέ μας, πετάγονταν οι κουκουνάρες ίδιες φλογισμένα τόπια-μην τρέχεις, είπε η Kατερίνα, το παιδί-τη σήκωσα στα χέρια βαρεμένη πέντε μηνώ, σταμάτησα εκατό δρασκελιές πιο πέρα, στο χωραφάκι με το θερισμένο καλαμπόκι, την απόθεσα χάμω στην άλλη άκρη, πλαγιαστή, δε βαστάω πια, μου λέει, σφιγγότανε τρεμουλιαστά, με το μανίκι της νυχτικιάς μου σφούγγιζα τον ιδρώτα πάνω στο κούτελό της, βογγούσε, μούγγριζε, τρίζανε τα δόντια της, πονάω, πονάω κάτω από τον αφαλό, εκεί απόβαλε το γιο μας, είτανε γιος, το ‘δα στη φλόγα του σπιτιού, κ’ η σίχλια γης ρούφηξε ούλο της το αίμα… Παιδούλα, ονειρευότανε την ευτυχία η Kατερίνα.

(Από το Στου Xατζηφράγκου, εκδόσεις A. Kαραβία 1963)

 

***

Ο Κοσμάς Πολίτης.

Κοσμάς Πολίτης (1888-1974). Ο Κοσμάς Πολίτης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Παρασκευά Ταβελούδη) γεννήθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 1888. Ήταν γιος του εμπόρου Λεωνίδα Ταβελούδη από τη Λέσβο και της Καλλιόπης το γένος Χατζημάρκου από το Αϊβαλί. Το 1890 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Σμύρνη, μετά την οικονομική καταστροφή του πατέρα του. Εκεί πήρε ιδιαίτερα μαθήματα Αγγλικών και Γαλλικών. Το 1900 πέθανε η μητέρα του και ο Πάρις (όπως τον φώναζαν οι δικοί του) ανατράφηκε από την αδερφή του Μαρία. Στη Σμύρνη φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή και στο Αμερικανικό Κολλέγιο (από το οποίο δεν αποφοίτησε) και εργάστηκε στην Τράπεζα Ανατολής (1905-1911), σε υποκατάστημα της Εταιρείας Wiener Bank-Verein (1911-1919) και στην τράπεζα Credit Foncier d’ Algerie et de Tunisie (1919-1922). Το 1917 παντρεύτηκε την Κλάρα Κρέσπι που καταγόταν από την Αυστροουγγαρία, με την οποία απέκτησε μια κόρη, τη Φοίβη. Το Σεπτέμβρη του 1922 έφυγε με την οικογένειά του για τη Μασσαλία και το Παρίσι, όπου εργάστηκε στην εκεί Credit Foncier d’ Algerie et de Tunisie και το 1923 έφυγε για την Αγγλία. Εργάστηκε στο υποκατάστημα της Ιονικής Τράπεζας του Λονδίνου και το 1924 επέστρεψε στην Ελλάδα ως υποδιευθυντής στο υποκατάστημα της Ιονικής Τράπεζας στην Αθήνα. Το 1934 ζήτησε μετάθεση στην Πάτρα, όπου έζησε ως το 1942 αντιμετωπίζοντας έντονα οικονομικά προβλήματα, λόγω του δανείου που είχε πάρει για να χτίσει το σπίτι του στο Παλαιό Ψυχικό (που δημεύτηκε το 1945 από το Δημόσιο και ο Πολίτης αναγκάστηκε να πληρώνει ενοίκιο ως το θάνατό του). Παράλληλα αντιμετώπισε προβλήματα υγείας και το 1942 απολύθηκε από τη θέση του, καθώς η διεύθυνση της τράπεζας έκρινε πως έκανε κατάχρηση αναρρωτικών αδειών κατά τη διάρκεια σοβαρής αρρώστιας της κόρης του (πέθανε την ίδια χρονιά πάνω στη γέννα της, το ίδιο και το παιδί της· ο θάνατός της στάθηκε καθοριστικός για την επανασύνδεση του Πολίτη με την Κλάρα). Από το 1942 και ως το θάνατό του το βασικό μέσο βιοπορισμού του ήταν οι μεταφράσεις (από το 1945-1946 εργάστηκε ως μεταφραστής στο Βρετανικό Συμβούλιο και στο περιοδικό “Ελληνοαγγλική Επιθεώρηση”). Υπήρξε μέλος του ΚΚΕ και ιδρυτικό μέλος της ΕΔΑ, με την οποία έθεσε υποψηφιότητα στις εκλογές του 1951 στην περιφέρεια Πατρών, χωρίς να εκλεγεί. Το 1961 έγινε επίτιμο μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (είχε προηγηθεί άρνηση της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών να τον δεχτεί, καθώς αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση μετανοίας για την αριστερή του δράση). Το 1967 πέθανε η γυναίκα του και ο Πολίτης συνελήφθη από την Ασφάλεια της δικτατορίας. Το 1973 μπήκε στον Ευαγγελισμό λόγω αναπνευστικής και καρδιακής ανεπάρκειας, μεταφέρθηκε για λίγο σε οίκο ευγηρίας  στο Μαρούσι και ένα χρόνο αργότερα ξαναμπήκε στον Ευαγγελισμό, όπου πέθανε στις 23 Φεβρουαρίου 1974

Η πρώτη εμφάνιση του Κοσμά Πολίτη στο χώρο της λογοτεχνίας έγινε σε ηλικία 42 ετών με την έκδοση του “Λεμονοδάσους” (1930), που γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό από τον κόσμο των γραμμάτων, ενώ ο ίδιος δήλωνε “ερασιτέχνης συγγραφέας”. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Πάτρα έγραψε την “Eroϊca”, που μοιράστηκε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, το 1939, από κοινού με τον Μενέλαο Λουντέμη, και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1960 από τον Μιχάλη Κακογιάννη (βραβείο σκηνοθεσίας Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 1961, και συμμετοχή στα Φεστιβάλ Βερολίνου και Λονδίνου). Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο διηγήματος (1960 για την “Κορομηλιά”) και το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1964 για το “Στου Χατζηφράγκου”). Ο Κοσμάς Πολίτης θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της πεζογραφίας της γενιάς του ’30. Στο σύνολο του πεζογραφικού του έργου κυριαρχεί η αγωνιώδης αναζήτηση του απόλυτου ιδεώδους (συχνά τραγική λόγω της επίγνωσης της χιμαιρικής φύσης μιας τέτοιας αναζήτησης), η οποία εκφράζεται άλλοτε μέσω μιας ιδεαλιστικής, αισθητιστικής και κοσμοπολίτικης γραφής, που συνδυάζει ρεαλιστικά στοιχεία με λυρικές εξάρσεις και κινείται στα πλαίσια της μυθοποίησης της ζωής, και άλλοτε με μια πιο άμεση ιδεολογική στροφή προς τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της εποχής (εντονότερη στα έργα του μετά την εισχώρησή του στο ΚΚΕ με αφετηρία “Το Γυρί”). Το τελευταίο εξολοκλήρου σωζόμενο έργο του “Στου Χατζηφράγκου” έχει ως αφορμή τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα στη Σμύρνη και κατά κάποιο τρόπο συνοψίζει το σύνολο της δημιουργίας του. Άλλα έργα του είναι: “Εκάτη”, μυθιστόρημα, 1933, “Κωνσταντίνος ο Μέγας”, θεατρικό, 1957, “Μάρκο Πόλο”, πρωτότυπη εργασία πάνω στα ταξίδια του, 1967, αρκετά διηγήματα, το μυθιστόρημα “Τέρμα”, το οποίο έμεινε ημιτελές (α’ εκδ. 1975) και το αφήγημα “Καϊάφας” (α’ εκδ. 1976).

(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).