Cat Is Art

Κλειώ Γκιζελή: Στην Ελλάδα εξάγουμε ήλιο και αρχαία, και το υπόλοιπο υλικό μας κοντεύει να βυθιστεί

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Οι μικρόκοσμοί της είναι γεμάτοι από δημιουργικότητα, χιούμορ και προσωπικότητα. Λεπτεπίλεπτα τεχνουργήματα, που παριστάνουν ουράνιες θεότητες, ανθρώπινες μορφές, ξωτικά, νεράιδες, άλιεν, ήρωες παραμυθιών, θραύσματα μιας άλλης πραγματικότητας, φιγούρες ρέουσες στον χρόνο, στο παρελθόν και στο τώρα.

Το λιλιπούτειο σύμπαν της, που κρύβει μύθους, σάρκα από πηλό, φλέβες από νήματα και πλούσια φαντασία, μας αποκαλύφθηκε εκπληκτικό και γριφώδες στην ονειρική παράσταση του Παντελή Δεντάκη “Η μικρή μέσα στο σκοτεινό δάσος“, που παρακολουθήσαμε τον χειμώνα στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων. Οι κούκλες – μινιατούρες της, πλάι στους ηθοποιούς Πολύδωρο Βογιατζή και Κατερίνα Λούβαρη – Φασόη, έγιναν το σταθερό σημείο που αιχμαλώτιζε το κυρίαρχο συναίσθημα.

Η Κλειώ Γκιζελή αγαπάει τη λεπτομέρεια. “Νομίζω μέσα εκεί, στα μικρά, βρίσκεις και τα μεγάλα. Απουσίες, παρουσίες, στιγμιότυπα, αντιφάσεις, μικρές κινήσεις μεταξύ μας, που αν δεν πάρουν σχήμα και μορφή, φοβάμαι θα χαθούν, θα πάνε απαρατήρητες ενώ είναι λίγο μαγικές”, εξομολογείται στο catisart.gr.

Δεν είναι η πρώτη φορά που μας απασχολεί η εικαστικός Κλειώ Γκιζελή. Πριν από πέντε χρόνια στις Νύχτες Πρεμιέρας είχαμε θαυμάσει «το μυστικό» της, που αποτελείτο από έξι μικρο-εγκαταστάσεις. Επίσης, έργα της έχουν κερδίσει τις εντυπώσεις σε ομαδικές εκθέσεις. Οι παράξενες γλυπτικές της δημιουργίες, όπου κι αν τις δεις, κλέβουν αβίαστα την παράσταση με τη λεπτοδουλειά που κρύβει η κατασκευή τους, ενώ οι μικροσκοπικές τους διαστάσεις τις κάνουν εντελώς συναρπαστικές. Ένα μυστηριακό σύμπαν το οποίο προκαλεί την αίσθηση του δέους, αλλά όχι του φόβου.

Στιγμές, κομμάτια χρόνου στο σήμερα, σκηνές καθημερινού βίου, εικόνες εσωτερικής ζωής, αινιγματικά αντικείμενα και σύμβολα, κούκλες σαν είδωλα, τοτέμ με υγρά μάτια, που υπογραμμίζουν ότι οι άνθρωποι είμαστε ταυτόχρονα δημιουργοί αλλά και μαριονέτες στο συμπαντικό παιχνίδι.

Υπάρχουν έργα της όπου η παρουσία και η απουσία του ανθρώπου δηλώνεται μέσα από μια ανάμνηση που ίσως να είναι κι ένα όνειρο ή ένα μήνυμα για να ξεκλειδώσεις τη γνώση.

Η Κλειώ με την περισσή πλαστικότητα, τη χρωματική πανδαισία, την εκφραστικότητα των έργων της, καταδεικνύει την πολλαπλότητα της φύσης και των χρήσεων των υλικών, δημιουργώντας φανταστικά, μεταμορφωτικά και εννοιολογικά παιχνίδια. Η εικαστική παραγωγή της θα μπορούσε άλλωστε να ιδωθεί και ως παιχνίδι και το παιχνίδι ως έργο τέχνης, αινιγματικό και τελετουργικό. Μέσα από μια πολυμορφία μέσων, τα έργα της αποτελούν ερεθίσματα για στοχασμό, χαρά και απόλαυση.

 

Φωτογράφος: Αλέξανδρος Κορομηλάς

 

*Μεγάλωσα στην Κυψέλη, σε μια πολυκατοικία με μπαλκόνια, πάνω απ’ την Πατησίων. Έφυγα, ταξίδεψα, επέστρεψα. Στο ίδιο μπαλκόνι όπου έστηνα μικρή τα πλέιμομπιλ, ανάμεσα στις γλάστρες και κάτω από μια ροτόντα άσπρη φορμάικα. Φτιάχναμε μικρόκοσμους, η αδερφή μου κι εγώ, μας έπαιρνε όλη μέρα. Τα βράδια οι γονείς καθόντουσαν με φίλους κι είχαν να προσέχουνε τη λιλιπούτεια πολιτεία, που με τόσο κόπο είχαμε στήσει κάτω από τα πόδια τους.
Άλλα μεσημέρια αγαπημένα, ξεχυνόμασταν με φίλους Πατησίων παίζοντας τους ντετέκτιβς. Παίρναμε από πίσω κόσμο και φτιάχναμε ιστορίες μυστηρίου που ακράδαντα πιστεύαμε και σταδιακά ξεδιαλύναμε σε ένα αποθηκάκι στη βεράντα και με άκρα μυστικότητα. Είχε και αρχικά η ομάδα μας, Μ.Ε. από τους αγαπημένους μας Μυστικούς Εφτά, παρότι εμείς μόνον έξι. Τέλος, τα καλοκαίρια στο Πήλιο, υπέροχα ατελείωτα.

 

The Greenhouse” – Μινιατούρα / μικροκατασκευή μέσα σε παλιά οθόνη υπολογιστή. Λεπτομέρεια εγκατάστασης για την έκθεση Κέλυφος, επιμέλειας Κ. Πράπογλου – 2018

 

Με τι καλλιτεχνικά ερεθίσματα μεγάλωσες;

*Με μουσική, ταινίες και καραγκιόζη απ’ τον μπαμπά. Έφτιαχνε φιγούρες και μας έκανε παράσταση, θέατρο σκιών. Έπαιζε με τους φίλους του τζαζ και αγανακτούσαν οι γείτονες κι εγώ ζήλευα τον πιανίστα που ήταν χοντρός κι είχε τέμπο κι είπα θέλω κι εγώ (να ‘χω τέμπο) και κάπως έτσι έμαθα πιάνο.
Έμαθα να αγαπάω τις ιστορίες και από τη μαμά την αφηγήτρια και αμετανόητη βιβλιοφάγο. Το πόσα χωράει μια φράση, το πώς δένουν οι λέξεις, πώς φτιάχνουν εικόνες και κόσμους που δε χορταίνω. Ευγνωμονώ.

Πότε για πρώτη φορά σου πέρασε η ιδέα από το μυαλό ότι θα ασχοληθείς με τα εικαστικά;

*Στο σχολείο, τότε που ζωγραφίζαμε τα θρανία, κι είχα έφεση, κι ένα παιδάκι με ρώτησε αν θα γίνω ζωγράφος και μ’ έπιασε πανικός. Θυμάμαι είπα όχι, κι απόρησαν τ’ άλλα παιδάκια, και είπα δε θέλω να κάνω επάγγελμα αυτό που αγαπάω, γιατί πώς θα το αγαπάω μετά. Αργότερα σκέφτηκα πως μπορώ τουλάχιστον να το σπουδάσω αυτό που αγαπάω και ίδωμεν, και το ένα έφερε τ’ άλλο κι είμαι ακόμα εδώ. Και ίδωμεν…

 

“Cherry stained”, μινιατούρα από πηλό, 2014

 

Τι είναι για σένα η τέχνη;

*Λιγάκι σαν ανοιχτό παράθυρο. Καταφύγιο ή άσυλο. Μπορείς να μπεις ή να βγεις. Όχι για να αποφύγεις την πραγματικότητα, αλλά για να τη βρεις ακόμα πιο βαθιά, να πάρει σχήμα, λόγο, να την αγαπήσεις, να τη μοιραστείς, να πάει παραπέρα. Ένας χώρος που επιτρέπει στην «πραγματικότητα» να υπάρχει και να καρποφορεί όπως της αξίζει κι όχι όπως μπορεί να ασφυκτιά μέσα στις συμβάσεις, τα πρέπει ή τις ντροπές, τα μη και τα μετά. Η τέχνη έχει ελευθερίες και αλήθειες και μικρές ποιητικές, που αν τις ομολογούσαμε εκτός αυτής, απροετοίμαστοι, μπορεί και να τρομάζαμε. Ή και να χλευάζαμε. Και από την άλλη, χωρίς αυτές, δε θα υπήρχαμε. Θα συναντιόμασταν μισοί, σαν τα ζόμπι, μέχρι που θα ‘σκαγε και κάπου πάλι θα ξεφύτρωνε. Πάντα ξεφυτρώνει.

Τι είναι για σένα το θέατρο;

*Ένα μυστήριο! Λιγάκι άλυτο… Σαν τη Συννεφούλα, μ’ αγαπάει τη μια, την άλλη με ξεχνάει. Και κατά κάποιο τρόπο το ξεχνάω κι εγώ, σχεδόν με φοβίζει. Προτιμάω να δουλεύω μέσα σε αυτό παρά να το βλέπω από τη μεριά του θεατή. Σαν από την πίσω πλευρά του, την παρασκηνιακή, του θιάσου, να το καταλαβαίνω καλύτερα. Και να ταξιδεύω περισσότερο. Έχει και μια αμεσότητα σχεδόν αφοπλιστική. Ίσως γι’ αυτό. Τις φορές που την άντεξα (ως θεατής), αφήνοντας πίσω τις ντροπές μου, βρήκα ζωή μες στη ζωή! Ναι, για ‘μένα μυστήριο.

 

«Το μυστικό» – Νύχτες Πρεμιέρας

 

Δίπλα σε ποιους δασκάλους μαθήτευσες και τι συμβουλές κράτησες από αυτούς;

*Είναι αρκετοί. Και λειτουργήσανε συμπληρωματικά, κι ακόμα λειτουργούν, σαν μωσαϊκό. Ξεκίνησα σχέδιο δίπλα στον Ηρακλή Τσάγκα κι έμαθα τι θα πει εργαστήριο, αφοσίωση κι επιμονή. Συνέχισα στο εργαστήριο τότε του Στέφου στην Κυψέλη, και από εκεί στην Καλών Τεχνών Αθήνας, στο εργαστήρι ζωγραφικής του Τρ. Πατρασκίδη, με τον Β. Βλασταρά να μη μ’ αφήνει σε χλωρό κλαρί (να ‘ναι καλά!). Αλλά κέρδισα κι από την Αλίκη που μου ’κανε πιάνο και μ’ έμαθε πως δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος, αρκεί να είναι δικός σου, ειλικρινής, και από μια φιλόλογο που με πήρε αγκαλιά όταν έγραφα ωραίες εκθέσεις αλλά δεν είχα φίλους, από μια δασκάλα που μ’ άφηνε να κάνω κούνια όταν όλοι κάνανε μάθημα, από έναν μαθηματικό που μου ‘πε μη διαβάζεις λογοτεχνία, θα πάρουν τα μυαλά σου αέρα. Και πήρανε! Από έναν μεγάλο τραγουδοποιό που μου φανέρωσε τη λαχτάρα του για όλα αυτά που γράφει, για το πώς τα «δίνει» αλλά και για αυτά που βλέπει κι αφουγκράζεται κι ας κρατάνε μόνο λίγο.
Απ’ όλους μαθαίνεις. Και σου κάνουνε παρέα από μακριά, όταν έρχονται τα δύσκολα. Και τα ωραία όταν έρχονται.

 

 

Ποια είναι η τεχνική που ακολουθείς, τα υλικά που χρησιμοποιείς και ποια τα θέματα που κυρίως σε ενδιαφέρουν;

*Δουλεύω μικρής κλίμακας παραστατικά γλυπτά και τρισδιάστατους χώρους ή σκίτσο. Με μουσική ή χωρίς, με κίνηση από μοτέρ ή μοντάζ σε οθόνη, με κάποιον τίτλο ή λέξη-φράση να διαπερνάει την εικόνα, συνθέτω μια ιστορία. Μικρής κλίμακας και αυτή, σχεδόν παγωμένη στα μισά, μετέωρη. Ναι, νομίζω είτε δουλεύω πηλό, ύφασμα, ξύλο, ηλεκτρικά, είτε μολύβι σε χαρτί, η βάση είναι μια σύντομη αφήγηση. Μπορεί να ξεκινήσει από το τίποτα, από μια φράση ή μια φωτογραφία, αλλά και να αλλάξει στην πορεία, αφού η χειροτεχνία καθεαυτή έχει το δικό της λόγο κι ιστορία. Στο τρισδιάστατο μπορεί να πάρει μήνες να ολοκληρωθεί όσο μικρή και αν είναι. Αγαπάω τη λεπτομέρεια. Νομίζω μέσα εκεί, στα μικρά, βρίσκεις και τα μεγάλα. Απουσίες, παρουσίες, στιγμιότυπα, αντιφάσεις, μικρές κινήσεις μεταξύ μας, που αν δεν πάρουν σχήμα και μορφή, φοβάμαι θα χαθούν, θα πάνε απαρατήρητες ενώ είναι λίγο μαγικές.

Η Ελλάδα έχει σήμερα μεγάλους ζωγράφους και εικαστικούς;

*Πολλούς κι αγαπημένους. Τους ανακαλύπτω αργά αργά, κάποιοι ήταν πάντα εκεί και κάποιοι λένε μικρά θαύματα σχεδόν στα μυστικά. Θέλω να πω δε θα τους δεις εύκολα, κάποιοι θα χαθούν, κάποιοι θα φύγουν έξω, κάποιοι θα επιμείνουν εδώ στα μουλωχτά και θα απορείς γιατί. Θέλει φως η δουλειά για να φανεί, θέλει να τη μοιραστείς, να αναδειχτεί. Αυτό φέρει και μια ευθύνη, για το μετά, να πάει παραπέρα, θέλει και η πολιτεία να νοιαστεί. Στην Ελλάδα φοβάμαι εξάγουμε ήλιο και νησί και αρχαία, και το υπόλοιπο υλικό μας κοντεύει να βυθιστεί. Δεν αρκεί κι ούτε ξέρω κι αν ακούει κανείς.

 

 

Τα έργα σου τα θαυμάσαμε σε μια ξεχωριστή παράσταση, τη “Μικρή μέσα στο σκοτεινό δάσος”. Τι είναι αυτό που πιστεύεις ότι τα κάνει τόσο ιδιαίτερα;

*Η ενεργή συμμετοχή μικρογλυπτών στην παράσταση ήταν από μόνη της μια ιδιαιτερότητα αλλά και μια ευκαιρία να ζωντανέψουν επί σκηνής. Κλήθηκαν να λειτουργήσουν ως μικροσκοπικοί πρωταγωνιστές του έργου, πλάι στους ηθοποιούς, πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να φέρουν ζωή, σάρκα, εκφραστικότητα. Θέλαμε να μοιάζουν άχρονα και η στατικότητά τους να μη σταθεί εμπόδιο σε σκηνές διαφορετικής έντασης ή δράσης. Αντίθετα να υπηρετούν στο μέγιστο το ρόλο τους, σε κάθε στιγμή της αφήγησης, είτε αυτή ξεδιπλώνει βία είτε αθωότητα. Είναι σαν να καλείς έναν ηθοποιό να βγάλει όλο το έργο με μία μόνο έκφραση, χειρονομία, και να πείσει. Τρομερό στοίχημα! Ελπίζω να το κερδίσαμε. Νομίζω η επιμονή στη λεπτομέρεια και στην έκφραση ήταν καταλυτική, καθώς βοήθησε στο να σπάσει η άκαμπτη φύση τους, της γλυπτικής. Υπήρξαν αρκετοί θεατές που ρώτησαν πώς πετύχαμε εναλλαγή εκφράσεων και η απάντηση είναι ότι δεν υπήρξε εναλλαγή. Συμφωνήσαμε σε μία μόνο έκφραση και στάση, ευέλικτη, παραπλανητική, που να αποδίδει τις διαφορετικές πτυχές του ρόλου ανεξαρτήτως σκηνής, υποστηριζόμενη και από όλο συνολικά το περιβάλλον πλαίσιο: Τη σκηνοθεσία του Παντελή Δεντάκη, το βίντεο του Αποστόλη Κοτσιανικούλη, τη μουσική του Σταύρου Γασπαράτου, τη φωνή και την ερμηνεία των Κατερίνα Λούβαρη – Φασόη και Πολύδωρου Βογιατζή που κυριολεκτικά δώσανε στα γλυπτά πνοή. Άπαξ και δένει το παραπάνω ως σύνολο, έρχεται μετά και συμπληρώνει ο θεατής.

 

 

Πώς προέκυψε η συνεργασία σου με το σκηνοθέτη Παντελή Δεντάκη;

*Με βρήκε στο Διαδίκτυο. Είδε δουλειά μου θέλω να πω. Είχα κάνει τότε μία σειρά από 50 μωρά του ενός εκατοστού για μια θεατρική μακέτα του Πάρη Μέξη και εικόνες τους είχαμε αναρτήσει από κοινού στο facebook (κοινή κηδεμονία τα μωρά!). Ο Παντελής ήδη δούλευε την ιδέα να φτιάξει την παράσταση «Η Μικρή Μέσα στο Σκοτεινό Δάσος» και αντί για ηθοποιούς ήθελε μινιατούρες. Πλέιμομπιλ ήθελε αρχικά αλλά είδε τα μωρά, την υπόλοιπη δουλειά μου και ξεκινήσαμε τη συνεργασία! Τα δουλέψαμε καιρό, στενά, πίστεψε σε αυτά όσο κι εγώ, τους έδωσε χώρο και ζωή. Όνειρο.

 

 

Ποια η σχέση σου με τα παραμύθια;

*Επίμονη, επίπονη, λυτρωτική. Τα βρίσκω ευτυχώς παντού, κι αν δεν τα βρω τα φτιάχνω. Η πραγματικότητα στερείται αλήθειας χωρίς αυτά. Παραμύθια μπορεί να βρεις και σε μια γειτονιά σαν την Κυψέλη, σε μια διασταύρωση της Πατησίων, σε μια σχέση που ακυρώθηκε, σε κάτι που είδες ή θυμήθηκες, στα πάντα βρίσκεις παραμύθι.
Λίγο μοντάζ χρειάζεται, και όρεξη να αφηγηθείς, να ακούσεις.

Τι αρετές πρέπει να διαθέτει ένας εικαστικός για να πετύχει ως καλλιτέχνης;

*Πείσμα, επιμονή και υπομονή. Αφοσίωση διαβολεμένη, ειλικρίνεια τρομακτική και όρεξη. Και ματιά. Προς τα έξω και προς τα μέσα. Νομίζω χωρίς ματιά δεν γίνεσαι σκηνοθέτης. Και λέω σκηνοθέτης γιατί κατά κάποιο τρόπο και ο εικαστικός σκηνοθετεί. Κάτι βλέπει, κάτι αφουγκράζεται, και έχει λαχτάρα να το πει. Να το συνθέσει με τρόπο τέτοιο που να μπορεί να το μοιραστεί. Από μία τέτοια κίνηση μπορεί να ξεκινήσει ένα ντόμινο που συνεχίζει αυτόνομο και πέρα από τον ίδιο. Εάν αυτό το καταφέρει, έχει κάτι πετύχει. Εξαρτάται βέβαια και από το πώς ο καθένας μας εννοεί την επιτυχία.

 

 

Έχεις επηρεαστεί από τους κλασικούς;

*Πολύ, ευτυχώς. Άργησα να το καταλάβω, τους πέρναγα στα μουσεία τρέχοντας. Κοίταζα πιο πολύ τους επισκέπτες που θαυμάζανε παρά το τι θαυμάζανε. Τώρα όλο και πιο συχνά ανατρέχω και τους μαθαίνω απ’ την αρχή και με βοηθάνε να πάω τη δουλειά μου παραπέρα. Δεν ξέρω πώς έκανε το κεφάλι μου να νομίζω πως θα πορευτώ χώρια τους. Υπάρχει βέβαια μια ώρα για το κάθε τι, και καμιά φορά θέλει να το ανακαλύψεις μόνος σου κάτι για να το εκτιμήσεις. Μυστικά. Εξάλλου αλλάζεις μαζί με τη δουλειά, αλλάζουν οι ανάγκες σου και μαζί και οι προσλαμβάνουσες.

Πώς και πότε σκέφτηκες να ασχοληθείς με μικρογλυπτά και μικρόκοσμους;

*Όταν κάποιο απόγεμα στη Σχολή, προσπαθούσα να ζωγραφίσω μια κουζίνα σε χαρτόνι, και μου φάνηκε το τραπέζι της λειψό. Ήθελα να ζωγραφίσω κάτι να στέκει σαν πραγματικό, όχι σαν απομίμηση, να μπορούσα να άφηνα και τον καφέ μου απάνω, να τον κράταγε. Κόλλησα ένα ξύλο, δεν μου αρκούσε, το προέκτεινα να βγαίνει εκτός κάδρου, του ’φτιαξα πόδια για στήριξη, μάζεψα ένα κάρο ρετάλια, υλικά, βγήκα στο χώρο και ξέχασα πίσω το χαρτόνι. Αλλά με ενόχλησε που βρέθηκα κι εγώ μέσα. Ήθελα πάντα να «διαβάζω» τους χώρους χωρίς να τους περπατάω απαραίτητα. Ίσως και να έπαιξε ρόλο που τα έργα τέχνης μέσα από βιβλία τα πρωτογνώρισα (10 εκατοστά η Guernica!), θυμάμαι το σοκ μου όταν αργότερα και μέσα στα μουσεία, είδα τα πρωτότυπα σαν ξαφνικά τεράστια! Γιατί και τα μικρά, από κοντά όταν τα κοιτάζεις, μοιάζουνε μεγάλα. Η αφήγηση θέλω να πω, δε βλέπει κλίμακες, σε ταξιδεύει μέσα και πέρα από αυτές, όσο εσύ θες να πας. Αν θες.

 

 

Υπάρχουν έργα σου που κρύβουν προσωπικές ιστορίες;

*Ναι. Πολλά. Δεν το καταλαβαίνω πάντα την ώρα που τα φτιάχνω. Την ώρα που είμαι βουτηγμένη μέσα. Περνάει καιρός, και μου φανερώνονται απροσδόκητα, σαν παλιό
ημερολόγιο, να φωτίζουν πτυχές και ιστορίες που νόμιζα πως έκρυβα αλλού. Και είναι όλα εκεί. Σε ένα μικρό σκίτσο, έναν τίτλο, μια επιμελώς δουλεμένη ή περίτεχνη κατασκευή. Και τότε βλέπεις, πως κάποιοι αποδέκτες, το ’χαν δει απ’ την αρχή. Δεν περιμένανε από εσένα, ολοκληρώθηκε το έργο χάρη και στη δική τους ελεύθερη ανάγνωση, συμμετοχή. Υπέροχο και καμιά φορά ωραία αμήχανο.

Πόσο πιστεύεις ότι έχει επηρεάσει το Διαδίκτυο το σύγχρονο κοινό στο πώς αντιμετωπίζει και αναζητά την Τέχνη;

*Ίσως είναι νωρίς για συμπέρασμα. Υπάρχει μια ευκολία στην αναζήτηση και πρόσβαση στην τέχνη αλλά κατά πόσο αυτό μας φέρνει ουσιαστικά πιο κοντά στο έργο και στον δημιουργό ή μας διατηρεί σε κάποια φυσική απόσταση, δεν το ξέρω. Είναι εντυπωσιακό ότι μπορείς να περιηγηθείς σε ένα μουσείο σε άλλη ήπειρο από την κουζίνα σου, να δεις ταινία από το μαξιλάρι σου και να τραγουδάς το αγαπημένο σου live πηγαίνοντας οδοντίατρο. Αφήνω στην άκρη πνευματικά δικαιώματα γιατί είναι πικρή ιστορία και τη λένε με τρομερή υπομονή και τόλμη κάποιοι καλύτερα από μένα. Να πω μόνο ότι από τη μία το Διαδίκτυο δεν αντικαθιστά την άμεση συμμετοχή κι ούτε μπορεί, από την άλλη μας φέρνει κοντά σε θαύματα που ακόμα και αν στα καλώδια του δικτύου κάπου «χάσανε», τουλάχιστον φτάσανε, συστηθήκαμε. Και εν μέρει εξοικειωθήκαμε, τα αισθανθήκαμε δικά μας, τα αγαπήσαμε χωρίς τον τίτλο – διαβατήριο του «φιλότεχνου» ανθρώπου, που για πολλούς ήταν ο λίγο ξένος, ο προνομιούχος.

 

 

Πώς θα συμβόλιζες τη σημερινή κατάσταση;

*Παράξενη, κατά τόπους ζοφερή, σαν ταινία επιστημονικής φαντασίας και δυστοπία γραμμένη από την Άτγουντ. Αλλά και τρομερή! Δεν ξέρω αν θα ξεχειλίσει το καζάνι ή αν θα καταφέρουμε τώρα που ανακατεύονται τόσο τα υλικά, να πάρουμε αλλιώς τη συνταγή. Να την αλλάξουμε. Επείγει, αλλά μοιάζει να κοιτάνε αλλού, οι που κρατάνε τις κουτάλες. Ας βρούμε πού κοιτάμε εμείς, και ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος μας. Και σε ποιον δίνουμε τις κουτάλες αν μου επιτρέπεται.

Τι πολιτιστικό δρώμενο θα ταίριαζε στους καιρούς που ζούμε;

*Κάτι ειλικρινές. Και άμεσο. Να μιλάει στον κόσμο, να τον αφορά. Να λειτουργήσει σαν παράθυρο, από αυτά που έχουνε θέα έξω κι όχι από τ’ άλλα που σε καθηλώνουν σε ό,τι μέχρι τώρα ήξερες. Να σε βοηθάει να δεις καθαρά, να δεις απ’ την αρχή, να υποψιαστείς εκ νέου. Και ει δυνατόν να ενθουσιαστείς και πάλι, να τολμήσεις, να διεκδικήσεις, να χτίσεις.

 

“Γιαγιάδες”

 

Ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; Έχεις κατοικίδιο;

*Μ’ αρέσει να τα χαζεύω! Μου παίρνει καιρό να τα αγαπήσω, μεσολαβεί κι ένα διάστημα «αμηχανίας» αναμεταξύ μας, λιγάκι όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Το δέσιμο έρχεται και με τον καιρό και τη φροντίδα. Το πλησιέστερο που είχα σε κατοικίδιο ήταν η γάτα η Μινέρβα. Έζησα ένα χρόνο μέσα σε μια παμπ στην Αγγλία και η Μινέρβα ήτανε η μασκότ μας. Η παμπ έκλεισε, εγώ γύρισα, κρατήσαμε μια σχέση εξ αποστάσεως, της μίλαγα στο skype. Από το skype και την αποχαιρέτησα, εν μέσω
καραντίνας. Την αγάπησα πολύ και μου λείπει. Έχουμε την κουβέντα της συχνά, γελάω ακόμα.

 

 

  • Αρχική εικόνα – Φωτογράφος: Αλέξανδρος Κορομηλάς
Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΚλειώ Γκιζελή: Στην Ελλάδα εξάγουμε ήλιο και αρχαία, και το υπόλοιπο υλικό μας κοντεύει να βυθιστεί

Related Posts