27.8 C
Athens
Τετάρτη 22 Μαΐου 2024

Κάζα Μαλαπάρτε – Η βίλα της περιφρόνησης…

Σ’ έναν δυσπρόσιτο βράχο του Κάπρι στέκεται το σπίτι που ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ έκανε διάσημο – κι αυτή είναι η παράξενη ιστορία του.

Η βίλα της περιφρόνησης...

Στην «Περιφρόνηση» του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, την αληθινά αξεπέραστη ταινία του 1963, η αρχιτεκτονική παίζει τόσο σημαντικό ρόλο, όσο η γυμνή πλάτη της BB, όσο η larger than life παρουσία του Φριτς Λανγκ, όσο η γοητευτική σβελτάδα του Μισέλ Πικολί, όσο η πεισματική τεστοστερόνη του Τζακ Πάλανς και τα αρχαιοελληνικά αγάλματα με τα βαμμένα μάτια.

casa malaparte le mepris 607

casa malaparte le mepris 607

casa malaparte le mepris 607

Η ταινία ξεκινά στην Τσινετσιτά, το εμβληματικό στούντιο του ιταλικού σινεμά, πια ξεφτισμένου και παρηκμασμένου, σαν τον επικό κινηματογράφο που ο Γκοντάρ αγάπησε τόσο. Εκεί, ο παραδόπιστος, χυδαίος σχεδόν, Αμερικανός παραγωγός Προκός γυρίζει τη δική του, εμπορική διασκευή της Οδύσσειας. Σκηνοθετεί ο Φριτς Λανγκ, με τις ανεπανάληπτες ατάκες πείρας και σοφίας του – αλλά δεν ικανοποιεί τον Προκός. Εκεί καλείται ο συγγραφέας Πολ Ζαβάλ, για να δώσει στο σενάριο την τροπή που απαιτεί ο παραγωγός.

Χαρίστε στον εαυτό σας το χρόνο να δείτε το πρώτο, αυθεντικό τρέιλερ της ταινίας, όπου ο Πικολί και η Μπαρντό, παίζοντας ξεδιάντροπα με το «mainstream» κοινό όπου σκόπιμα απευθύνθηκε ο Γκοντάρ, «εξηγούν» την πλοκή και τα συστατικά της:

Το φιλμ συνεχίζεται στο σπίτι του Πολ, αυτό που μοιράζεται με τη γυναίκα του, Καμίγ. Οι δυο τους ζουν σ’ ένα διαμέρισμα μοντέρνο, ακόμα υπό κατασκευή και διακόσμηση – σε μια τριαντάλεπτη σεκάνς που εξακολουθεί να συναρπάζει, ο γάμος του αποδεικνύεται σε όμοια διάλυση, καθώς ο Πολ κι η Καμίγ μιλούν, ανταγωνίζονται, αναζητούν την αλήθεια στη σχέση τους, χωρίς, σχεδόν, να συναντιούνται, καθώς οι τοίχοι αυτής της σύγχρονης κυψέλης απομονώνουν τον καθένα τους σ’ ένα κουτάκι.

casa malaparte le mepris 607

casa malaparte le mepris 607

casa malaparte le mepris 607

Το τρίτο μέρος της ταινίας ξετυλίγεται σ’ έναν τόπο ενός αλλόκοτου παραδείσου που κανείς θεατής δεν ξεχνά ποτέ. Είναι η Κάζα, ή Βίλα Μαλαπάρτε, αγκιστρωμένη σ’ ένα βράχο στο κάπρι, φτιαγμένη από αλαζονεία και μαγεία: εκεί θα συγκεντρωθούν όλοι οι «παίκτες» της ιστορίας, μαζί κι ο Οδυσσέας και η «Περιφρόνηση» θα βρει το μοιραίο τέλος της. Αυτό το σπίτι, βαμμένο στο κόκκινο της Πομπηίας, έχει μια ιστορία άξια να γίνει κι αυτή ταινία.

casa malaparte le mepris 607

Το σπίτι ανήκε στον Κούρτσιο Μαλαπάρτε, Ιταλό συγγραφέα, διπλωμάτη, πολεμικό ανταποκριτή και, στην πορεία, σκηνοθέτη, αστό, με μπαμπά Γερμανό και μαμά από τη Λομβαρδία. Στην πραγματικότητα λεγόταν Κουρτ Ερικ Ζούκερτ, αλλά υιοθέτησε μόνος του το όνομα Μαλαπάρτε, σε αντιπαραβολή μ’ εκείνο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, Μποναπάρτε, αντικαθιστώντας το bon, καλός, με το mal, κακός, η «κακή πλευρά» της ανθρώπινης φύσης.

Ο Μαλαπάρτε προσχώρησε νεότατος στο φασιστικό κόμμα της Ιταλίας – στην πορεία, ωστόσο, διαφώνησε με τον Μπενίτο Μουσολίνι και, κατά συνέπεια, φυλακίστηκε επανειλημμένως, από το 1933 ως το 1943. Ήταν σ’ εκείνο το διάστημα που ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε αποφάσισε να χτίσει τη βίλα του στο Κάπρι, αυτό θα ήταν, όπως έλεγε, «ένα σπίτι σαν εμένα».

casa malaparte le mepris 607

Η βιλα χτίστηκε στην Πούντα Μασούλο, με θέα τον κόλπο του Σαλέρνο, σε ύψος 31 μέτρων από τη θάλασσα. Δεν είχε και δεν έχει πρόσβαση με δρόμο. Για να την προσεγγίσει κανείς (το ίδιο και το συνεργείο του Γκοντάρ κι οι 35άρες κάμερες), πρέπει είτε να διανύσει ένα μονοπάτι τεσσάρων χιλιομέτρων, είτε να φτάσει από θαλάσσης και ν’ ανέβει 90 σκαλοπάτια. Ο Μαλαπάρτε ανέθεσε, αρχικά, το 1937, το σπίτι του στον αρχιτέκτονα Ανταλμπέρτο Λίμπερα, έναν σημαντικό ρασιοναλιστή μοντερνιστή, που πίστευε ότι το κάθε κτίσμα έπρεπε να αποτελεί σημείο αναφοράς και να είναι άμεσα και δυνατά αναγνωρίσιμο.

casa malaparte le mepris 607

Το σπίτι χτίστηκε από τις πέτρες των γύρω λόφων, με σπαρτιατική λιτότητα. Προς το τέλος της διαδικασίας, ο Μαλαπάρτε απέλυσε τον Λίμπερα και ολοκλήρωσε το σχέδιο μόνος του και την κατασκευή μαζί μ’ έναν ντόπιο οικοδόμο, πετρά. Τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία του κτίσματος, τα ατελείωτα πλατιά σκαλοπάτια που οδηγούν στην ταράτσα με την απεριόριστη θέα και το καμπύλο τοιχείο στην ταράτσα, λευκό σα φουσκωμένο πανί, μοναδική δυνατότητα προστασίας από τα φυσικά στοιχεία και τα αδιάκριτα βλέμματα, ήταν εμπνεύσεις του Μαλαπάρτε. Όπως όταν κατασκευάστηκε, έτσι και τώρα, το σπίτι δεν έχει υδροδότηση, το νερό μεταφέρεται σε ντεπόζιτα, ούτε και ηλεκτροδότηση, παρά μόνο γεννήτρια.

casa malaparte le mepris 607

casa malaparte le mepris 607

Ο Μαλαπάρτε διάλεξε μόνος του τα έπιπλα του σπιτιού, λίγα, απλά και ογκωδέστατα (σαν τη μαρμάρινη, ενδοδαπέδια μπανιέρα που κατασκεύασε στο δωμάτιο της συντρόφου του), τόσο μεγάλα και βαριά που ουδέποτε επιχείρησε κανείς να τα μεταφέρει ή αλλάξει. Ανέθεσε, επιπλέον, στον Αλμπέρτο Σαβίνιο να σχεδιάσει τα κεραμικά πλακάκια που ντύνουν το εσωτερικό του σπιτιού και τη διάσημη ταράτσα. Τα τελευταία χρόνια της φυλάκισής του, ο Μαλαπάρτε κατάφερε να τα μετατρέψει σε κατ’ οίκον περιορισμό: σ’ αυτόν τον… οίκο. Ήταν η σχέση του με τον γαμπρό κι επίδοξο διάδοχο του Μουσολίνι, Γκαλεάτσο Τσιάνο, που του έδωσε αυτή τη δυνατότητα.

casa malaparte le mepris 607Ζαν-Λικ Γκοντάρ και Μπριζίτ Μπαρντό στον άνεμο, στην ταράτσα

Το κατακόκκινο χρώμα στον εξωτερικό τοίχο του σπιτιού, μια κάθετη αντίθεση με το πράσινο των δέντρων και το μπλε της θάλασσας, ήταν ιδέα του Λίμπερα, στην πορεία, όμως, ο Μαλαπάρτε ισχυριζόταν ότι παρέπεμπε στο κόκκινο της αριστεράς. Γιατί, ναι, στην πορεία ο Μαλαπάρτε έγινε κομμουνιστής και, από πεισματικά άθεος, πιστός Καθολικός. Λίγο πριν πεθάνει, φρόντισε στη διαθήκη του ν’ αναφέρεται ότι δωρίζει τη βίλα του στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας – αλλά η επιθυμία του δεν έμελλε να πραγματοποιηθεί.

casa malaparte le mepris 607

casa malaparte le mepris 607

Ο μικρανιψιός του κι η ίδια η ιταλική κυβέρνηση διεκδίκησαν και πέτυχαν το μνημείο να μείνει, τουλάχιστον, σε ιταλικά χέρια κι έτσι το μεταβίβασαν στο Ιδρυμα Τζιόρτζιο Ρόντσι. Από το θάνατο του Μαλαπάρτε, το 1957, ως και τη μεταβίβαση, το 1972, η βίλα, έκθετη στο δυνατό αλμυρό αέρα, είχε μεγάλες φθορές, εμφανείς και στα πλάνα του Γκοντάρ στην «Περιφρόνηση». Στην πορεία, ωστόσο, ανακαινίστηκε, διατηρώντας στο ακέραιο το προφίλ της αλλά και την εσωτερική διακόσμηση και, σήμερα, είναι επισκέψιμη, ή νοικιάζεται για εκδηλώσεις.

casa malaparte le mepris 607

casa malaparte le mepris 607Οι φωτογραφίες του Καρλ Λάγκερφελντ

Φυσικά, δεν ήταν μόνο ο Γκοντάρ που μαγεύτηκε από τον παραλογισμό, τη μοναξιά, την προκλητική διαφορετικότητα της Βίλας Μαλαπάρτε. Ο Καρλ Λάγκερφελντ περιπλανήθηκε για μέρες στο άδειο σπίτι κι έβγαλε μια σειρά από πανέμορφες φωτογραφίες που εξέδωσε στο βιβλίο «Casa Malaparte», ενώ το σπίτι χρησιμοποιήθηκε από τον οίκο Yves Saint Laurent για ένα ασπρόμαυρο βίντεο με την Κέιτ Μος, από τον Ζένια για το διαφημιστικό του ανδρικού αρώματος Uomo και, πιο πρόσφατα, από τη Louis Vuitton για το άρωμα Coeur Battant, σ’ ένα σποτ με την Έμα Στόουν – δείτε τα παρακάτω. Το 2016, το Φεστιβάλ των Κανών απαθανάτισε την έμπνευση του Ζαν-Λικ Γκοντάρ και την αισθητική ανάμνηση της «Περιφρόνησης», κάνοντας ένα επεξεργασμένο καρέ της ταινίας, αφίσα του: ο Μισέλ Πικολί ανεβαίνει τη σκάλα για να συναντήσει, πίσω από το λευκό τοίχο – πανί την ολόγυμνη Μπριζίτ Μπαρντό και τόσα ακόμα μυστικά.

casa malaparte le mepris 607

casa malaparte le mepris 607

Η Κάζα Μαλαπάρτε (ιταλικά: Casa Malaparte‎· αναφέρεται και ως Βίλα Μαλαπάρτε, ιταλ. Villa Malaparte) είναι κατοικία στο Punta Massullo, στην ανατολική πλευρά της νήσου του Κάπρι της Ιταλίας. Το 1937 ανατέθηκε ο σχεδιασμός της στον Ιταλό αρχιτέκτονα Ανταλμπέρτο Λίμπερα από τον Κούρτσιο Μαλαπάρτε.

Η Κάζα Μαλαπάρτε εδράζεται στην κορυφή ενός απότομου βράχου, 32 μέτρα πάνω από τη θάλασσα, με θέα στον κόλπο του Σαλέρνο. Είναι ουσιαστικά ένα κόκκινο “κουτί” τοίχων με μια χαρακτηριστική ανάποδη πυραμιδική σκάλα που οδηγεί στο δώμα του τελευταίου ορόφου. Εκεί, υπάρχει ένα γραμμικό καμπύλο λευκό στοιχείο του οποίου το ύψος μειώνεται σταδιακά. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η Βίλα Μαλαπάρτε είναι ένα υβρίδιο κλασικής και μοντέρνας αρχιτεκτονικής: διαθέτει τον μνημειακό χαρακτήρα του κλασικισμού σε συνδυασμό με τη μοντέρνα λειτουργικότητα και την ένταξη στο περιβάλλον.

Η Βίλα εντάσσεται στο ήδη ιδιαίτερο περιβάλλον. Δημιουργεί μια αρμονική σχέση με τη φύση και δεν διαταράσσει το τοπίο. Η ευαισθησία αυτή ενισχύεται επίσης με την επιλογή των υλικών: η χρήση τοπικής πέτρας που προέρχεται από τον ίδιο τον βράχο αντικαθιστά τη χρήση σκυροδέματος που χαρακτηρίζει άλλα σύγχρονα κτήρια της περιόδου, δίνοντας έτσι την εικόνα ότι έχει προκύψει από το τοπίο πάνω στο οποίο τοποθετείται. Οι σκάλες αποτελούν μία τεχνητή συνέχεια του βράχου, δημιουργώντας ένα νέο ύψος σε αυτόν.

Η κατοικία διαιρείται σε τρία επίπεδα που διαφέρουν σε μήκος. Η κύρια είσοδος γίνεται από τη νοτιοδυτική όψη του μεσαίου επίπεδου στο οποίο υπάρχουν η κουζίνα και οι ξενώνες, οι οποίοι βρίσκονται παρατεταγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο. Στο κατώτερο επίπεδο υπάρχουν βοηθητικοί χώροι, όπως το πλυσταριό, οι αποθήκες και το κελάρι. Το επίπεδο αυτό επικοινωνεί με τον χαμηλότερο υπαίθριο χώρο της Βίλας, λόγω της απότομης κλίσης του βράχου. Ο τελευταίος όροφος αναφέρεται ως «Διαμέρισμα Μαλαπάρτε». Το μισό του οποίου αποτελείται από ένα μεγάλο χώρο καθιστικού, που περιβάλλεται από τα τέσσερα μεγαλύτερα παράθυρα της κατοικίας, ενώ το άλλο μισό από τα δύο κύρια δωμάτια εκ των οποίων το ένα (το δωμάτιο του ίδιου του Μαλαπάρτε) συνδέεται με έναν χώρο γραφείων που βρίσκεται στο μπροστινό μέρος του σπιτιού.

Από τη βάση της κατοικίας ξεκινά η μεγάλη σε μήκος σκάλα που οδηγεί στο βατό δώμα της Βίλας, αναφερόμενο και ως “σολάριουμ”. Ο χώρος αυτός είναι ανεξάρτητος από το υπόλοιπο σπίτι, καθώς δεν μπορεί να τον προσεγγίσει κανείς από τους εσωτερικούς χώρους, αλλά αποκλειστικά από την εξωτερική σκάλα. Είναι μία ευθεία κλίμακα με σταδιακά αυξανόμενο πλάτος, χωρίς κάποιου είδους προστασία στα άκρα της. Όταν ο επισκέπτης την ανέβει και φτάσει πάνω στο δώμα, έχει τη δυνατότητα θέασης προς το περιβάλλον τοπίο. Χαρακτηριστικά, ο interior designer Steven Volpe αναφέρει για αυτή τη σκάλα: “Μέχρι εκεί ήταν σαν όνειρο. Νιώθεις σαν να είσαι στον ουρανό”.

Στην ταινία “Η Περιφρόνηση” (Le Mépris), που γυρίστηκε το 1961 από τον Jean-Luc Godard, η Βίλα Μαλαπάρτε αποτελεί το σκηνικό στο οποίο αυτή διαδραματίζεται, όπου η αρχιτεκτονική συνδέεται άμεσα με το σενάριό της.

Η πρόσβαση στην Κάζα Μαλαπάρτε είναι δύσκολη, καθώς βρίσκεται στην άκρη ενός απόκρημνου βράχου και μακριά από το κέντρο του νησιού. Για να καταφτάσει κανείς στην οικεία αυτή, θα πρέπει να διανύσει απόσταση περίπου μιάμισης ώρας από την Piazzetta του Κάπρι, καθώς η Βίλα δεν βρίσκεται κοντά σε δρόμο. Διαβαίνοντας κανείς αυτό το μονοπάτι, το μόνο κτίσμα που συναντάει είναι ένα εστιατόριο. Άδεια και χρήματα για τη δημιουργία του έδωσε ο ίδιος ο Μαλαπάρτε σε έναν φίλο του, ο γιος του οποίου σήμερα ο διευθύνει. Το τελευταίο τμήμα του μονοπατιού προς τη Βίλα, που για να το διανύσει κανείς θα περπατήσει είκοσι λεπτά, αποτελεί ιδιωτική ιδιοκτησία, που ανήκει στο Ίδρυμα Giorgio Ronchi.

Από τη θάλασσα το σπίτι προσεγγίζεται με δυσκολία και μόνον όταν το επιτρέπουν οι καιρικές συνθήκες. Παλαιότερα, η επιβίβαση γινόταν από τη βάρκα κατευθείαν επάνω στα βράχια, μέχρι που φτιάχτηκε η προβλήτα που υπάρχει σήμερα στο σημείο αυτό. Από το σημείο αυτό, θα πρέπει κανείς να ανέβει 99 σκαλοπάτια για να φτάσει στο σπίτι.

Το εσωτερικό της Κάζα Μαλαπάρτε

Μετά τον θάνατο του Κούρτσιο Μαλαπάρτε το 1957, η Βίλα εγκαταλείφθηκε και παραμελήθηκε. Τα φυσικά φαινόμενα και οι βανδαλισμοί τής προκάλεσαν σοβαρές ζημιές. Ο ανιψιός του Μαλαπάρτε, Niccolo Rositani, ανέλαβε την αποκατάστασή της και την επαναφορά της σε μία βιώσιμη κατάσταση. Μεγάλο μέρος των αρχικών επίπλων είναι ακόμα εκεί, καθώς το μεγάλο τους μέγεθος δεν επέτρεπε την απομάκρυνσή τους. Η μαρμάρινη βυθισμένη μπανιέρα στο υπνοδωμάτιο της συντρόφου του εξακολουθεί να υφίσταται και λειτουργεί. Το υπνοδωμάτιο του Μαλαπάρτε και η βιβλιοθήκη του παραμένουν άθικτα. Το κτήριο δωρήθηκε στο Ίδρυμα Giorgio Ronchi το 1972 και η πρώτη σοβαρή ανακαίνιση ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές του 1990. Δεν ήταν λίγες οι ιταλικές βιομηχανίες που δώρισαν υλικά για τη συντήρηση της κατοικίας. Σήμερα το σπίτι προσφέρεται για μελέτες και πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Curzio Malaparte

Ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε, ιδιοκτήτης της ομώνυμης Βίλας, ήταν συγγραφέας. Άνθρωπος των γραμμάτων, διώχθηκε από τον Μουσολίνι το 1933 και εξορίστηκε σε ένα νησί της Μεσογείου. Η εξορία είχε μια παράδοξη επίδραση στον Μαλαπάρτε: Μετά την απελευθέρωσή του, ο Μαλαπάρτε επιθυμούσε ακόμη περισσότερη απόσταση και απομόνωση. Μετά την αγορά έκτασης γης στην ανατολική ακτή του Κάπρι, ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Adalberto Libera να σχεδιάσει ένα σπίτι, αλλά αργότερα τον απέλυσε ώστε να υλοποιήσει το δικό του όραμα: ένα κτήριο που προεξέχει στην άκρη του βράχου με ένα λυρικό στοιχείο στην κορυφή και μια εξωτερική σκάλα που μικραίνει σταδιακά. “Ένα σπίτι σαν εμένα” έλεγε συχνά ο Μαλαπάρτε. Ήθελε το σπίτι του να αντανακλά το δικό του προσωπικό χαρακτήρα και να γίνει ένα μέρος για στοχασμό και συγγραφή. Ο ίδιος είπε κάποτε: “Τώρα ζω σε ένα νησί, σε ένα λιτό και μελαγχολικό σπίτι, το οποίο εγώ ο ίδιος έχτισα σε ένα μοναχικό βράχο πάνω από τη θάλασσα. Είναι η εικόνα της επιθυμίας μου».

Το βιβλίο για την κατοικία του Μαλαπάρτε “Casa come me” (Ένα σπίτι σαν εμένα) που εκδόθηκε από τον Michael McDonough, περιλαμβάνει σχέδια και δοκίμια από πολλούς εξέχοντες καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες, όπως ο James Wines, ο Tom Wolfe, ο Robert Venturi, ο Emilio Ambasz, ο Ettore Sottsass, ο Michael Graves, ο Γουίλεμ Νταφόε, ο Peter Eisenman, ο Wiel Arets και πολλά άλλα ονόματα των τεχνών και των γραμμάτων.

Η Κάζα Μαλαπάρτε παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σχετικά με την τομή της. Τέμνοντάς την εγκάρσια στο μέσον της, παρατηρούμε ότι οι δύο τομές που προκύπτουν είναι σχεδόν πανομοιότυπες. Στο σημείο που δημιουργείται η τομή τέμνεται ο διάδρομος σε όλα τα επίπεδα, εκατέρωθεν από τον οποίο αναπτύσσονται τα διάφορα δωμάτια. Πιο συγκεκριμένα, το κτήριο μας δίνει την αίσθηση ότι έχει προκύψει από τον αντικατοπτρισμό της μίας τομής. Παρουσιάζει απόλυτη συμμετρία, αν εξαιρεθεί το λευκό στοιχείο που υπάρχει στην οροφή του κτηρίου και ένα τμήμα του κατώτερου επιπέδου. Το πρόγραμμα της κατοικίας αναπτύσσεται με έναν ευθύγραμμο τρόπο διανομής, ευνοώντας τις απόψεις εγκάρσιας τομής των εσωτερικών χώρων. Κάθε μία απ’ αυτές διαφέρει στα μεγέθη και τις αναλογίες των χώρων και ταυτόχρονα το έδαφος ακολουθεί τις ιδιαιτερότητες της βάσης της κατοικίας. Γενικά η γραμμικότητα του κτηρίου δημιουργεί μία διαδρομή στο εσωτερικό. Ακόμη, στο ανώτατο επίπεδο υπάρχει μια ροή που οδηγεί από τους πιο κοινόχρηστους χώρους στους πιο ιδιωτικούς. Εάν κάνουμε μια διαμήκη τομή μπορούμε να δούμε ότι γενικά το σπίτι είναι συμμετρικό με εξαίρεση το λευκό στοιχείο της οροφής που μορφολογικά σπάει την αυστηρότητα του κτηρίου. Μάλιστα, αυτή η τομή είναι που περιγράφει καλύτερα το σύνολο του κτηρίου, αφού κι αυτό αναπτύσσεται γραμμικά. Φαίνεται ακόμη η σχέση της μεγάλης σκάλας με την κλίμακα του σπιτιού και τις κλίσεις του περιβάλλοντος.

Πηγές πληροφοριών:

  • http://www.architecturaldigest.com/story/casa-malaparte-capri-italy
  • http://www.archdaily.com/777627/architecture-classics-villa-malaparte-adalberto-libera

 

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -