Cat Is Art

Κατερίνα Παπανδρέου: Ο ηθοποιός στη Γερμανία δεν αντιμετωπίζεται ως ελαφροήσκιωτος χομπίστας…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Εσείς οι Έλληνες είστε πολύ δημιουργικοί και πρωτοπόροι»! Φανταστείτε την έκπληξή μου όταν άκουσα, από χείλη Γερμανών φίλων, αυτή τη δήλωση. Δεν άργησε να διαλευκανθεί το μυστήριο, καθώς μου εξήγησαν πως πρόσφατα είχαν θαυμάσει μια Ελληνίδα να υποδύεται σε μεγάλο γερμανικό θέατρο την Αγία Ιωάννα της Λωραίνης, ήτοι την «Παρθένα της Ορλεάνης» του Σίλερ. Η εθνική μου υπερηφάνεια εκτοξεύτηκε σε ύψη δυσθεώρητα όταν πληροφορήθηκα πως η ταλαντούχα Κατερίνα Παπανδρέου, μια νεαρή Θεσσαλονικιά, βρισκόταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος για το γερμανικό θεατρόφιλο κοινό. Ανακάλυψα κατόπιν πως οι κριτικές που γράφτηκαν για την παράσταση «Die Jungfrau Von Orleans» του Theater und Philharmonie Thüringen της γερμανικής πόλης Altenburg εκθείαζαν την ερμηνεία της και τη χαρακτήριζαν «μαγευτική». Η Κατερίνα -ως φαίνεται- στήνει τη δική της επική ιστορία στο θέατρο, χαράσσοντας το δικό της δρόμο και το σίγουρο είναι ότι κερδίζει. Τελείωσε τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου το 2013 και μαζί με τους συμφοιτητές της τότε ανέβασαν την «Πενθεσίλεια» του Κλάιστ σε σκηνοθεσία του Ακύλα Καραζήση. Κατόπιν της δόθηκε η ευκαιρία να παίξει την Κασσάνδρα σε μια διεθνή παραγωγή στο Altenburg με Γερμανούς και Τούρκους ηθοποιούς, βασισμένη στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, για τρεις μήνες την άνοιξη του ’14. Πριν από ένα χρόνο την κάλεσαν ξανά προτείνοντάς της αυτή τη φορά ένα συμβόλαιο δύο ετών. Εργάζεται πλέον στο κρατικό Θέατρο της Θουριγγίας ως σταθερό μέλος του θιάσου. Συμμετείχε στην παράσταση «Das zweischneidige Schwert» (Το δίκοπο μαχαίρι) των Bernhard Stengele και Petra Paschjnger σε σκηνοθεσία Bernhard Stengele. Τώρα είναι η αντιφατική Ιωάννα. Η ευάλωτη Ιωάννα με την οποία ο Σίλερ εκφράζει τη δύναμη αλλά και τις αδυναμίες μιας ενθουσιώδους πολιτικής ένταξης. Μια ηρωίδα που ξεκινάει με την ορμή και την αφέλεια μιας έφηβης και σταδιακά μετατρέπεται σε μια αδίστακτη, φανατισμένη ηγέτη, μια απάνθρωπα βίαιη πολεμική μηχανή. Στο μεγαλύτερο μέρος του έργου μάλλον δεν έχει τίποτα το συμπαθητικό. Ως τη στιγμή που ερωτεύεται και μαγικά εξανθρωπίζεται. Εκεί μεγαλώνει απότομα, σχεδόν γερνάει και ξαναγίνεται ένα ανυπεράσπιστο παιδί. Σε μια χώρα που μπορεί ο ηθοποιός να ζήσει από τη δουλειά του, που δε χρειάζεται να κάνει διαρκώς εκπτώσεις και υπαναχωρήσεις, που ο καλλιτέχνης δεν αντιμετωπίζεται ως αλαφροήσκιωτος χομπίστας αλλά ως σοβαρός επαγγελματίας, η Κατερίνα Παπανδρέου ανθεί. Με το λευκό κοντό φόρεμα, τα λυτά μαλλιά, τα λεπτά μακριά πόδια, την έντονη αυτοσυγκέντρωση, την υποκριτική δεινότητα, τα μαύρα στρατιωτικά μποτάκια και το αρμονικό πρόσωπο είναι μια αιχμή δόρατος, μια ασυγκράτητη θύελλα, μια στοιχειωμένη στιγμή ομορφιάς. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε πρόβες για τη «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ. Θα παίξει την Υβέτ, μια πόρνη που επιβιώνει στον πόλεμο πουλώντας τον εαυτό της. Πρόκειται για το εναρκτήριο έργο της επόμενης σεζόν στο Theater und Philharmonie Thüringen. Για την Κατερίνα το θέατρο είναι ο πιο όμορφος τρόπος να προχωράς παράλληλα με την καθημερινότητα, να την παρατηρείς σε βάθος και ταυτόχρονα να ξεφεύγεις ανά πάσα στιγμή από αυτήν. Αγαπάει τα δώρα της ζωής, τις απολαύσεις που επιβραβεύουν τους κόπους, τη φύση, τη ζέστη, το κρύο, τη θάλασσα, τον ήλιο, τον αέρα και το φεγγαρόφωτο. Είναι ένα παιδί «στ’ ανοιξιάτικο δείλι», μια ιαχή φλογερή, «τ’ αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη ψιθυρίζει και μένει»…

Διαβάστε τη συνέντευξη.

Κατερίνα, ποιες όμορφες αναμνήσεις έχεις κρατήσει από την παιδική σου ηλικία;

* Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη και είχα την τύχη να περνάω τα καλοκαίρια μου στη Χαλκιδική. Οι πιο ξεχωριστές αναμνήσεις μου όμως είναι οι Πρωτοχρονιές. Ένα σπίτι γεμάτο φίλους και ένα μάτσο παιδιά, με κολλημένα τα πρόσωπά τους στο παράθυρο να τραγουδάνε στον Άγιο Βασίλη που έρχεται από μακριά με το έλκηθρό του.

Το να ασχοληθείς με την υποκριτική υπήρξε αναπόφευκτο;

* Δεν ξέρω αν ήταν αναπόφευκτο, δεν ξέρω αν το μήλο έπεσε κάτω από τη μηλιά, όπως λένε. Γεννήθηκα σε μια θεατρική οικογένεια, το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής μου ηλικίας το θυμάμαι στο καμαρίνι της μαμάς μου. Αυτό τον κόσμο γνώρισα κι αυτός ο κόσμος με γοήτευσε. Δεν ξέρω αν θα διάλεγα αυτό το δρόμο αν οι γονείς μου ήταν γιατροί, πραγματικά δεν ξέρω.(*)

Υπάρχουν δάσκαλοι που τους θυμάσαι με ευγνωμοσύνη;

* Η Μαρία Κεχαγιόγλου, η Αμάλια Μπένετ, η Χαρά Κεφαλά… και πιο πολύ ο Ακύλας Καραζήσης. Του χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη γιατί πρώτα απ’ όλα με έπεισε ότι η χαρά είναι πιο δημιουργικός δρόμος στο θέατρο από τη διαρκή αγωνία τού να είσαι καλός. Μετά για την αγάπη και την πίστη του στο λόγο και στη λογοτεχνία. Έχω τη μεγάλη χαρά να συνεργάζομαι μαζί του μετά τη Σχολή τόσο στην Ελλάδα, όσο και στη Γερμανία.

Κρατάς τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράσταση «Die Jungfrau Von Orleans» στο Theater und Philharmonie Thüringen της γερμανικής πόλης Altenburg. Πώς προσεγγίζετε στην παράσταση την προσωπικότητα της Ιωάννας της Λωραίνης;

* Σίγουρα όχι ως ένα πλάσμα άγιο πάντως – παρόλο που την προσφωνούν διαρκώς Αγία. Η Ιωάννα ξεκινάει με την ορμή και την αφέλεια μιας έφηβης και σταδιακά μετατρέπεται σε μια αδίστακτη, φανατισμένη ηγέτη, μια απάνθρωπα βίαιη πολεμική μηχανή. Θα λέγαμε ότι στο μεγαλύτερο μέρος του έργου δεν έχει τίποτα το συμπαθητικό. Ως τη στιγμή που ερωτεύεται και μαγικά εξανθρωπίζεται. Εκεί μεγαλώνει απότομα, σχεδόν γερνάει και ξαναγίνεται ένα ανυπεράσπιστο παιδί.

Ποια είναι η ατμόσφαιρα που επικρατεί στο έργο και σε ποια εποχή τοποθετείται;

* Σκοτάδι. Πόλεμος, ερείπια, σκιές και ένα εκτυφλωτικά λευκό φως που ακολουθεί παντού την Ιωάννα. Το έργο ιστορικά τοποθετείται κάπου στο 1430, την περίοδο που εκτυλισσόταν ο Εκατονταετής Πόλεμος μεταξύ των Γάλλων και των Άγγλων. Η Ιωάννα της Λωραίνης γεννήθηκε στο χωριό Domrémy της Γαλλίας το 1412 και στα 17 της χρόνια οδήγησε τα στρατεύματα των Γάλλων στη νίκη.

Τι κοινό έχει με το σήμερα και τι θα έκανε σήμερα, κατά τη γνώμη σου, η Ιωάννα;

* Η ιστορία επαναλαμβάνεται, αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Ο πόλεμος υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Λαοί καταπιέζονται, εξαθλιώνονται και κάπου κάπου, κάθε 100, 200 χρόνια ίσως και να βρίσκεται μια Ιωάννα που σηκώνει στους ώμους της το βάρος των πολλών. Κάποιοι λένε ότι θα μπορούσε με σημερινούς όρους να είναι μια Τζιχαντίστρια. Ίσως και να μπορούσε, δεν ξέρω αν είμαι απόλυτα σύμφωνη με το χαρακτηρισμό αυτό. Σίγουρα έχει το φανατισμό και τη βία ένος άνθρωπου που παθιάζεται και τυφλώνεται από ένα στόχο, ένα Θεό ή μια ιδεολογία. Έχει όμως παράλληλα και μια αθώα αφέλεια και άγνοια που εμένα με συγκινεί. Η Ιωάννα σήμερα νομίζω θα είχε το θάρρος να βγει μόνη της μπροστά, με όποιο κόστος.

Πώς βρέθηκες στη Γερμανία;

* Από σύμπτωση. Το καλοκαίρι του 2013 τελείωσα τη Σχολή του Εθνικού και μαζί με τους συμφοιτητές μου παίξαμε στη Σάμο την «Πενθεσίλεια» του Κλάιστ σε σκηνοθεσία του Ακύλα Καραζήση. Εκεί βρισκόταν τυχαία ο Bernhard Stengele, διευθυντής του θεάτρου που δουλεύω σήμερα. Είδε την παράσταση και μας πρότεινε με τη Χαρά-Μάτα Γιαννάτου να παίξουμε σε μια διεθνή παραγωγή με Γερμανούς και Τούρκους ηθοποιούς βασισμένη στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη. Ήρθαμε στο Altenburg για τρεις μήνες την άνοιξη του ’14. Τότε δε μιλούσα γερμανικά, έπαιξα την Κασσάνδρα στα ελληνικά. Όταν επέστρεψα στην Αθήνα άρχισα να μαθαίνω τη γλώσσα πιο πολύ από περιέργεια. Πέρυσι τέτοια εποχή -περίπου ένα χρόνο μετά τις «Τρωάδες»- μου πρότειναν να έρθω πάλι ως σταθερό μέλος του θιάσου με ένα συμβόλαιο 2 ετών. Στην αρχή δεν τους πήρα στα σοβαρά. Είχα τρομερή αγωνία πώς θα λειτουργήσει όλο αυτό με τόσο ελλιπείς γνώσεις γερμανικών. Διάβασα όμως πολύ και κυρίως μου έδειξαν τρομερή εμπιστοσύνη και αγάπη οι άνθρωποι εδώ από την πρώτη στιγμή. Τώρα μπορώ να πω ότι το να παίζω σε μια ξένη γλώσσα σίγουρα έχει πολλές πρακτικές δυσκολίες και είναι φορές που παρακαλάω να μπορούσα να πω δυο κουβέντες στα ελληνικά χωρίς να μπουρδουκλώνεται η γλώσσα μου προσπαθώντας να βγάλει φθόγγους που δεν ξέρει, μου έχει χαρίσει όμως παράλληλα μια ελευθερία και μια αθωότητα στη σκηνή που στα ελληνικά δεν έχω νιώσει μέχρι στιγμής.

Ποια είναι η θέση του ηθοποιού στη Γερμανία σε σχέση με την Ελλάδα;

* Μπορείς να ζήσεις από τη δουλειά σου. Αυτή είναι μια ειδοποιός διαφορά που καθορίζει σχεδόν τα πάντα. Ακριβώς επειδή μπορείς να ζήσεις από αυτό δε χρειάζεται να κάνεις διαρκώς εκπτώσεις και υπαναχωρήσεις. Δε νιώθεις την τρομακτική έλλειψη σεβασμού που νιώθει κυρίως ένας νέος ηθοποιός σήμερα στην Ελλάδα. Ο ηθοποιός στη Γερμανία δεν αντιμετωπίζεται ως ένας λίγο τρελούλης, λίγο ελαφροήσκιωτος χομπίστας όπως συμβαίνει στην Ελλάδα -και για αυτό δε μας φταίει κατά τη γνώμη μου η κρίση. Από την άλλη το σύστημα των σταθερών συμβολαίων στη Γερμανία δίνει κατά μία έννοια μια δημοσιοϋπαλληλίστικη λογική στο θέατρο, η οποία εμένα προσωπικά με δυσκολεύει και ενίοτε με τρομάζει. Όλο αυτό το πρόγραμμα και η συστηματοποίηση του θεάτρου από τη μία χαρίζει ασφάλεια και σταθερότητα -πράγματα διόλου αμελητέα- από την άλλη όμως αφαιρεί πού και πού τη δημιουργικότητα και την ανάγκη αναζήτησης για κάτι καινούργιο. Είμαι εδώ 8 μήνες και έχω κάνει 8 διαφορετικά έργα. Αυτό από τη μία είναι υπέροχο από την άλλη είναι λιγάκι υπερβολικό -κάπου στερεύεις και θέλεις λίγο χώρο και χρόνο ώστε να μπορείς να δοθείς πραγματικά σε κάθε έργο και να μη λειτουργείς απλώς ως μια καλή εκτελεστική μηχανή. Επίσης η έννοια της ομάδας νιώθω ότι διαφέρει πολύ. Στην Ελλάδα, με όλα μας τα στραβά, έχουμε μια άλλη σχέση με το διπλανό μας. Μάλλον ο ήλιος, το φως, το κλίμα. Στη Γερμανία το άτομο ως μονάδα έχει άλλη ισχύ. Αυτό περνάει αναπόφευκτα και στο θέατρο. Για μένα όπως και να έχει είναι τρομερή ευκαιρία και εμπειρία το να βρίσκομαι εδώ. Απολαμβάνω όλα αυτά τα προνόμια που μου επιτρέπουν να δουλεύω και να ζω αξιοπρεπώς -πράγμα που στην Ελλάδα θα ήταν σχεδόν ακατόρθωτο σήμερα- και παράλληλα έχω τη δυνατότητα να συνδυάζω ό, τι αποκαλούμε μεσογειακό ταμπεραμέντο μέσα σε ένα πιο ορθολογιστικό πλαίσιο δουλειάς.

Εκτός από σένα, που είσαι Ελληνίδα, υπάρχουν κι άλλοι μη Γερμανοί στο θίασο;

* Ναι. Ο Bernhard Stengele έχει καταφέρει -όχι αυτονόητα απ’ όσο έχω καταλάβει- να χτίσει ένα θίασο πολυπολιτισμικό. Οι περισσότεροι ηθοποιοί είναι Γερμανοί φυσικά, αλλά υπάρχουν ως σταθερά μέλη εκτός από μένα ένας ηθοποιός από την Μπουρκίνα Φάσο και μια ηθοποιός από την Τουρκία. Παράλληλα έρχονται πολύ συχνά ως guest ηθοποιοί και σκηνοθέτες από άλλες χώρες.

Ποια θεωρείς ότι είναι τα αίτια και οι ρίζες της ρατσιστικής συμπεριφοράς κάποιων ανθρώπων εις βάρος ευάλωτων ή ηττημένων συνανθρώπων τους;

* Η έλλειψη παιδείας, ο φόβος μπροστά σε κάτι που δεν ξέρουμε και κυρίως που δε μας μοιάζει, η βλακεία επίσης…

Πιστεύεις ότι εξακολουθούν να υπάρχουν προκαταλήψεις στην κοινωνία μας σχετικά με τη φυλή, τη διαφορετικότητα, τα φύλα, τις κοινωνικές τάξεις; Οι προκαταλήψεις αυτές περνούν και στην παιδεία;

* Φυσικά και υπάρχουν. Κατά τη γνώμη μου δεν περνούν στην παιδεία, αλλά ξεκινούν από την παιδεία. Πιστεύουμε κατά καιρούς -ως λαοί, ως Ευρώπη, ως Δύση- ότι αυτά τα ζητήματα τα λύσαμε και τα ξεπεράσαμε χρόνια πριν. Η πραγματικότητα όμως μας έδειξε -φέτος ειδικά- με πολύ σκληρό τρόπο ότι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας.

Το κωμικό ενέχει τραγικότητα και το αντίθετο, κατά τη γνώμη σου;

* Νομίζω είναι σχεδόν νόμος της φύσης πάντα κάτι να ενέχει και το αντίθετό του.

Ποιο είναι το δικό σου σύνθημα που θα ήθελες να ακουστεί;

* Ο Μπέκετ είπε: Να προσπαθήσεις ξανά, να αποτύχεις ξανά, να αποτύχεις καλύτερα.

Στην “Πενθεσίλεια

Το θέατρο ως εμπειρία είναι από μόνο του μια αμοιβή;

* Ως θεατής πιστεύω ναι, μπορεί και να γίνει αμοιβή. Έτσι έχω νιώσει εγώ τουλάχιστον. Ως ηθοποιός δεν ξέρω αν θα χρησιμοποιούσα αυτή τη λέξη. Είναι για μένα ο πιο όμορφος τρόπος να προχωράς παράλληλα με την καθημερινότητα, να την παρατηρείς σε βάθος και ταυτόχρονα να ξεφεύγεις ανά πάσα στιγμή από αυτήν.

Οι επιλογές είναι ένας τομέας που επίσης απαιτεί ταλέντο;

* Απαιτεί -κατά τη γνώμη μου- καθαρό μυαλό, ανοιχτή καρδιά και ρίσκο.

Ποιοι ρόλοι ασκούν έλξη επάνω σου;

* Αυτό που με γοητεύει είναι οι ρωγμές των χαρακτήρων. Το σημείο που κάνουν «κρακ». Νομίζω ότι ένας καλογραμμένος ρόλος έχει πάντα ρωγμές, οφείλει να έχει.

Όταν ο ηθοποιός καλείται να ενσαρκώσει έναν αρνητικό χαρακτήρα, πόσο εύκολο είναι να απενεργοποιήσεις τον προσωπικό σου ηθικό κώδικα και να τον προσεγγίσεις χωρίς να τον κρίνεις;

* Όσο εύκολο ή δύσκολο είναι να το κάνουμε όταν μας συμβαίνει και στη ζωή. Δεν τίθεται θέμα κρίσης, όσο θέμα αποδοχής. Εμείς οι ίδιοι κάνουμε πιστεύω πολύ συχνά πράγματα που ξεφεύγουν από τους προσωπικούς μας ηθικούς κώδικες, γιατί να μην το κάνουν και οι ρόλοι;

Πώς θα χαρακτήριζες τους καλλιτέχνες της γενιάς σου;

* Συγκινητικούς, σε πείσμα των καιρών.

Λειτουργείς με το συναίσθημα ή με τη λογική;

* Δεν έχω ιδέα. Πότε δεν κατάλαβα πώς οι άνθρωποι απαντούν τόσο εύκολα αυτή την ερώτηση. Πραγματικά δεν έχω ιδέα.

Πώς θα ήθελες να είσαι επαγγελματικά, καλλιτεχνικά και προσωπικά σε δέκα χρόνια από τώρα;

* Κάπως, κάπου όμορφα, με παρέα. Χωρίς παράπονα, γκρίνια και μιζέρια.

Τι ωραίο θα ήθελες να δανειστείς;

* Λίγο φως και ήλιο από την Ελλάδα για τις γκρίζες μέρες της Γερμανίας.

Ο καλλιτέχνης συχνά παίρνει ρίσκα. Δεν το φοβάσαι αυτό;

* Πώς δε το φοβάμαι! Και την ανασφάλεια φοβάμαι. Προσπαθώ όσο μπορώ να κάνω πλάκα και να το αποδεχτώ ως κάτι που θα μου κάνει παρέα εφ’ όρου ζωής.

«Das zweischneidige Schwert» (Το δίκοπο μαχαίρι) – o θίασος

Πώς είναι η καθημερινότητά σου στην πόλη που ζεις;

* Με πολλή δουλειά! Ο ηθοποιός εδώ έχει πρόγραμμα, πολύ πρόγραμμα. Είμαστε ένας σχετικά μικρός θίασος που τρέχει παράλληλα πολλές παραγωγές. Συνήθως έχω πρόβα καθημερινά 10 με 2 και 6 με 10 ενώ δύο με τρεις φορές την εβδομάδα κατά μέσο όρο παίζω δύο με τρεις διαφορετικές παραστάσεις. Μόλις ανεβαίνει ένα έργο ξεκινάει αμέσως πρόβες το επόμενο. Δεν υπάρχει πολύς χώρος για κάτι άλλο δυστυχώς. Στην περίπτωσή μου αυτή η τρέλα έχει και κάτι θετικό γιατί η πόλη είναι μικρή -βρίσκεται στην πρώην ανατολική Γερμανία, πράγμα που ακόμα και σήμερα κάνει μεγάλη διαφορά- και έχει δυστυχώς μεγάλη έλλειψη σε νέους ανθρώπους και εναλλακτικές. Ευτυχώς με τα παιδιά του θιάσου τα βράδια όλο και κάπου θα φάμε ή θα πιούμε. Είναι όλοι μεγάλοι φαν του τσίπουρου και της τούρκικης ρακής!

Στις πτυχιακές της εξετάσεις

Τι διαβάζεις αυτή την εποχή;

* Μίκι Μάους στα γερμανικά, με βοηθάνε πολύ με τη γλώσσα!

Τι απεχθάνεσαι;

* Τις ελιές.

Τι θαυμάζεις;

* Τους ανθρώπους που δεν φοράνε ρολόι.

Με τι διασκεδάζεις;

* Με ρακή και μεζεδάκια. Μου έχει λείψει πολύ αυτός ο συνδυασμός.

Τι σε συγκινεί;

* Το βλέμμα των μικρών παιδιών και των σκυλιών.

Τι σε έχει κάνει (κάποτε) να… ντραπείς;

* Όλες αυτές οι εικόνες των προσφύγων σε καταυλισμούς, σε σύνορα, σε δρόμους, σε σκηνές. Τα χιλιάδες σωσίβια στις ακτές. Ντρέπομαι που το καλοκαίρι θα κάνω διακοπές αμέριμνη και θα κολυμπάω σε αυτή τη θάλασσα. Ο τρόπος που αντιμετωπίζονται αυτοί οι άνθρωποι από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πάρε έναν εσύ να κρατήσουμε έναν εμείς, λες και μιλάμε για τσουβάλια. Νιώθω ότι θα έπρεπε να είμαστε όλοι στο δρόμο και να τσιρίζουμε.

Ποιους θαυμάζεις στη λογοτεχνία, στη ζωγραφική, στον κινηματογράφο αλλά και στο θέατρο;

* Ω είναι πολλοί. Ο Ελύτης, ο Σεφέρης… Με συγκινεί τρομερά η γραφή της Λένας Κιτσόπουλου. Και οι παραλογές, τα δημοτικά τραγούδια. Οι πίνακες του Monet και του Gauguin, οι ταινίες του Cassavetes.

Μίλησέ μας για τα προσεχή σου σχέδια!

* Τώρα βρίσκομαι σε πρόβες για τη «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ, όπου παίζω την Υβέτ, μια πόρνη που επιβιώνει στον πόλεμο πουλώντας τον εαυτό της. Θα είναι το εναρκτήριο έργο την επόμενη σεζόν και τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει ο Turgay Dogan, Τούρκος ηθοποιός και σκηνοθέτης γεννημένος και μεγαλωμένος στη Γερμανία. Από τον Ιούλιο το πρόγραμμα έχει Ελλάδα. Δύο μήνες διακοπές – ήλιος, θάλασσα, ήλιος, θάλασσα! Το Σεπτέμβριο θα ξεκινήσω πρόβες για τα υπόλοιπα έργα της σεζόν. Μέχρι τον Ιούλιο του ’17 θα είμαι στη Γερμανία. Μετά θα δείξει. Ό, τι βρέξει ας κατεβάσει.

Μίλησέ μας και για το κατοικίδιό σου αλλά και για τη σχέση σου με τα ζώα!

* Κατοικίδιο δεν έχω δυστυχώς. Ο αδελφός μου όμως έχει τον Γιούβε! Έναν αθώο, αγαπησιάρικο γίγαντα που τρελαίνεται να κάνει μπάνιο στη θάλασσα και που περιμένω πώς και πώς να τον ξαναδώ. Φλερτάρω κατά καιρούς με την ιδέα ενός σκύλου. Κάποια στιγμή θα γίνει πιστεύω.

Πτυχιακές

(*) Mητέρα της Κατερίνας Παπανδρέου είναι η ηθοποιός Έφη Σταμούλη (έπαιζε φέτος τη Σωτηρία Μπέλλου στην παράσταση “Σωτηρία με λένε”, στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος) και πατέρας της ο θεατρολόγος Νικηφόρος Παπανδρέου, ιδρυτής της Πειραματικής Σκηνής της Τέχνης στη Θεσσαλονίκη και του Τμήματος Θεάτρου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

* Η Ιωάννα της Λωραίνης ή Ζαν ντ’Αρκ (Jeanne d’Arc, γνωστή και ως Παρθένος της Ορλεάνης, Ντομρεμύ 6 Ιανουαρίου 1412 – Ρουέν 30 Μαΐου 1431) ήταν Γαλλίδα ηρωίδα επικεφαλής των γαλλικών στρατευμάτων στον Εκατονταετή Πόλεμο κατά των Άγγλων στην Γαλλία.
Σε ηλικία 13 ετών είδε στον κήπο του πατρικού σπιτιού της το πρώτο από τα οράματά της, όπου παρουσιαζόταν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, η Αγία Μαργαρίτα και η Αγία Αικατερίνη και την καλούσαν να δράσει προκειμένου να απαλλάξει τη Γαλλία από την ταπείνωση που της είχαν επιβάλει οι Άγγλοι με τη Συνθήκη του Τρουά στην πιο κρίσιμη φάση του Εκατονταετούς Πολέμου, και να βοηθήσει τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου Κάρολο Z΄ να επανακτήσει το στέμμα. Όμως, μόνο το 1429, αφού υπερνίκησε πολλές δυσκολίες, η Ιωάννα κατόρθωσε να γίνει δεκτή από τον Κάρολο και να πάρει την άδεια να ηγηθεί μιας μικρής στρατιωτικής δύναμης που είχε συγκροτηθεί για να ενισχύσει την Ορλεάνη, μία από τις λίγες πόλεις που είχαν μείνει πιστές στον διάδοχο, την οποία πολιορκούσαν οι Άγγλοι. Μετά την απελευθέρωση της Ορλεάνης, η Ιωάννα συνόδευσε τον Κάρολο στις κατοπινές επιχειρήσεις του απελευθερωτικού πολέμου (Τουρ, Οσέρ, Τρουά) έως την είσοδο στη Ρενς, όπου ο δελφίνος στέφθηκε επίσημα βασιλιάς (17 Ιουλίου 1429). Αφού τραυματίστηκε κάτω από τα τείχη του Παρισιού, η Ιωάννα αιχμαλωτίστηκε σε μια επιχείρηση κοντά στην Κομπιένη από στρατιώτες του δούκα Φίλιππου της Βουργουνδίας (Μάιος 1430), ο οποίος την παρέδωσε στους Άγγλους. Στη Ρουέν δικάστηκε από εκκλησιαστικό δικαστήριο, που το είχε ορίσει το πανεπιστήμιο του Παρισιού και ενεργούσε σύμφωνα με τις διαταγές των Άγγλων. Κατηγορήθηκε για «κοντή κόμη», ότι «ντυνόταν με ανδρικά ρούχα», για «μαγεία» και ως αιρετική επειδή «ισχυριζόταν ότι ήταν απευθείας υπόλογη στον Θεό» και καταδικάστηκε να καεί ζωντανή (auto da fe) ως αιρετική. Την ώρα που καιγόταν ζήτησε να σηκώσουν το σταυρό για να μπορεί να τον δει μες από τις φλόγες. Κατά την εκτέλεσή της μόνο ένας Άγγλος στρατιώτης τόλμησε να φωνάξει «Είμαστε χαμένοι, κάψαμε μια αγία». Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, όταν η Γαλλία είχε πια κερδίσει τον πόλεμο και αναγνώρισε τη συμβολή της Ζαν ντ’ Αρκ στους νικηφόρους αγώνες, ένα νέο εκκλησιαστικό δικαστήριο αποκατέστησε την τιμή της Παρθένας της Ορλεάνης, η οποία στις 16 Μαΐου 1920 ανακηρύχθηκε αγία από την Καθολική Εκκλησία, ενώ ανακηρύχθηκε αγία και προστάτιδα της Γαλλίας.

Εκτύπωση
diaxeiristisΚατερίνα Παπανδρέου: Ο ηθοποιός στη Γερμανία δεν αντιμετωπίζεται ως ελαφροήσκιωτος χομπίστας…