34.8 C
Athens
Κυριακή 23 Ιουνίου 2024

«Η Κασέτα» της Λούλας Αναγνωστάκη. Παράσταση που όλοι πρέπει να δουν και να προβληματιστούν

Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Η Λούλα Αναγνωστάκη, μια από τις πιο σημαντικές και δυναμικές μορφές της νεοελληνικής δραματουργίας, γράφει το1982 τη σπαρακτική και σπαρταριστή «Κασέτα». Περίπου 40 χρόνια μετά τη θρυλική παράσταση του Κάρολου Κουν και 20 χρόνια μετά το τελευταίο ανέβασμά του στην Αθήνα, «Η Κασέτα», το ανατρεπτικό και αναρχικό έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, επιστρέφει στη σκηνή του Θεάτρου Σταθμός σε σκηνοθεσία του Μάνου Καρατζογιάννη.

Ο Μάνος Καρατζογιάννης σκηνοθετεί το έργο – στο πλαίσιο της διδακτορικής του διατριβής στο πανεπιστήμιο του Ηull με τίτλο «Η πνευματική παρακαταθήκη της Λούλας Αναγνωστάκη» – έχοντας στο ενεργητικό του τη μακρόχρονη εργασία του πάνω στη δραματουργία της Αναγνωστάκη. (Η Κασέτα, Η Παρέλαση, Ο ήχος του όπλου, Ο Ουρανός κατακόκκινος, Σ’ εσάς που με ακούτε, Δωμάτια Μνήμης, Ενέδρες της Ζωής – Λούλα Αναγνωστάκη mixage, Στην Πόλη της Λούλας Αναγνωστάκη, Εντευκτήριο: Αφιέρωμα Λούλα Αναγνωστάκη).

Την εξαιρετική διανομή απαρτίζουν ηθοποιοί της παλαιότερης αλλά και της νεότερης γενιάς δίνοντας έτσι την ευκαιρία να ανταλλάξουν οι μεν και οι δε τα φώτα τους και να επικοινωνήσουν δομικά πάνω στη σκηνή του θεάτρου Σταθμός.

Η Παράσταση

«Η Κασέτα γράφεται στο μεταίχμιο μιας νέας πολιτικής, ιστορικής και κοινωνικής εποχής, όπου το χάσμα με το παρελθόν διογκώνεται, καθώς σιγά σιγά τα μεταπολεμικά τραύματα γίνονται Ιστορία. Όμως δυστυχώς ο πολιτικός διχασμός και ο φανατισμός, είναι ακόμα και σήμερα εμφανής στην πολιτική σκηνή της χώρας.

Κεντρικό πρόσωπο της Κασέτας ο Παύλος (Μάνος Καρατζογιάννης), ο μεγάλος γιος μιας οικογένειας, που γράφει σταθερά τις σκέψεις του με ένα κασετόφωνο, σε μια κασέτα, που πρόκειται να προωθήσει στον φίλο του, τον μουσουλμάνο παιδικό του φίλο Αμάρ από την Ξάνθη, που τον θεωρεί επαναστάτη και βρίσκεται, καθώς λέει, στη φυλακή. Τον ταυτίζει με τον Tούρκο Μεχμέτ Αλί Αγκτσά, ο οποίος έκανε απόπειρα δολοφονίας κατά του Πάπα Ιωάννη Παύλου ΙΙ στη Ρώμη μπροστά σε πλήθος. Φαντασιώνεται την πράξη αυτή, την ηρωοποιεί, φαντάζεται τον Πάπα Παύλο με το λευκό του ρούχο και την κηλίδα αίματος πάνω σε αυτό, γεγονός που κάνει τον Τούρκο εκτελεστή και φίλο του διάσημο, καθώς έχει επιτελέσει ένα ιστορικό γεγονός που τον «ανυψώνει» στα μάτια όλου του κόσμου. Περνά από την αφάνεια στη δημοσιότητα.

Ο Παύλος ταυτίζεται με τον Αμάρ και τον Τούρκο εκτελεστή και μέσα από αυτόν βρίσκει τον τρόπο να φύγει από τον απελπιστικό εγκλεισμό της οικογένειας και το ανυπέρβλητο τείχος των κοινωνικών του περιορισμών.

Μια οικογένεια σε μια κομβική για την Ελλάδα και το μέλλον της χρονική περίοδο. Ένα πολιτικό χωνευτήρι, μια περίοδος, που ενώ ξεκινά φιλικά προσκείμενη στην Αριστερά, μεταμορφώνεται στον μεγαλύτερο πολέμιό της.

Ο Παύλος από μόνος του καταλαβαίνει ότι είναι ιδιαίτερος. Έχει πολλές ευαισθησίες και θέλει πολύ να διαβεί το κατώφλι αυτής της ταπεινής οικογένειας από την οποία κατάγεται. Έχει συγκεντρώσει όλον αυτόν τον σιωπηλό θυμό μιας γενιάς που ήδη είναι χαρακτηρισμένη κοινωνικά και θεωρεί ότι της χρωστούν, ενώ δεν βρίσκει τρόπο να αντιμετωπίσει το αδιέξοδό της. Θα ήθελε να απομακρυνθεί και να βρει την ησυχία του σε ένα κτηματάκι, που του έχει αφήσει η συγχωρεμένη η μάνα του στη Θράκη. Σκέφτεται να ζει από το κυνήγι και από ό,τι βγάζει η γη, μέσα στην ησυχία του, μακριά από τη βαβούρα και την ισοπέδωση της πόλης. Όλοι οι άλλοι, θέλουν να νοικοκυρευτεί. Να κάνει μια συμβατική, «κανονική» ζωή, σαν όλων των ανθρώπων τις ζωές. Η Κατερίνα, η όμορφη γειτόνισσά του, που τον αγαπά, γίνεται πιεστική και εκείνος αντιδρά σε αυτήν και την ασφυκτική τρυφερότητα και αγάπη που του δείχνει, όπως θα ήθελε να αντιδράσει σε όλους «Μου την σπας ρε γαμώτο!».

Ο μπάρμπα- Τάσος, ο πατέρας του (Γιώργος Ζιόβας) και αυτός δημιούργημα των καιρών του, διαβάζει στην εφημερίδα Εστία για έναν νεαρό που βρέθηκε στο διαμέρισμά του νεκρός από ναρκωτικά. Η προσήλωσή του διακόπτεται από τον ήχο στη διαπασών της τηλεόρασης των γειτόνων, εξανίσταται, τους καθυβρίζει και συνεχίζει μιλώντας για τη νέα γενιά και τη συγκρίνει με εκείνον, που στην ηλικία αυτή, κουβαλούσε πολεμοφόδια μέσα στο χιόνι, και σκότωνε τους εχθρούς της πατρίδας του, καθώς με περηφάνια λέει και ξαναλέει. Η νέα γενιά για αυτόν είναι όπως ο μικρός του γιος, ο Γιώργος, που σπαταλά τον χρόνο του καθώς νομίζει, σε «μπάλα, γκομενιλίκια και χασίσια».

Η ηλικία των παιδιών είναι η ηλικία του «επαναστάτη χωρίς αιτία», αν και εδώ ο επαναστάτης έχει αιτία. Είναι εγκλωβισμένος. Η διαφυγή του Γιώργου (Γιάννης Τσουμαράκης) είναι η μοτοσικλέτα του μεγάλου του αδελφού. Γι’ αυτό εξάλλου την αγόρασε και ο Παύλος, για να την καβαλήσει και να φύγει, να ξεφύγει. Όμως γρήγορα κατάλαβε ότι δεν ήταν τόσο εύκολο, ένιωσε ακόμα πιο χειραγωγημένος και την παράτησε στην αυλή. Ο μικρός του αδελφός την καβαλά χωρίς να το ξέρει εκείνος και κάνει σχέδια, όταν θα νικήσει η ομάδα του να βγει θριαμβολογώντας με τη μηχανή στους δρόμους και να συνεπάρει τα πλήθη, να αποθεωθεί από τους φίλους του. Είναι φοβερό με τι ένταση και πάθος το περιγράφει ο Γιώργος στον αδελφό του. Εκείνος δεν τον αφήνει από φόβο μην και τραυματιστεί και όπως αποδεικνύεται κάνει πολύ καλά.

Η λατρεία και η θριαμβολόγηση με τη μηχανάρα του αδελφού του για τη νίκη της ομάδας του, η φιγούρα στην κούκλα φιλενάδα του φίλου του, κάτι που του φαίνεται άπιαστο, οι ζητωκραυγές, τον ωθούν σε ένα άλλο επίπεδο, ακόμα κι αν αυτό οδηγεί τελικά στον θάνατο. Όλα αξίζουν για αυτές τις ελάχιστες στιγμές απόλυτης ελευθερίας, αυτοδικαίωσης, όπως ο ίδιος νομίζει και δόξας. Είναι τόσο περιχαρακωμένος κοινωνικά και προσωπικά, που και μόνο αυτό δικαιώνει τη ζωή του. Εξαιρετικά μελετημένη η ερμηνεία του Γιάννη Τσουμαράκη, αποδίδει απόλυτα τον χαρακτήρα.

Μέσω του μπάρμπα -Τάσου, μεταξύ λογικής και παραφροσύνης λόγω του εγκεφαλικού του, έρχονται στην επιφάνεια η Κατοχή και ο Εμφύλιος, σε μια προσπάθεια να επουλωθούν οι πληγές και να γεφυρωθεί η σύγκρουση με το παρελθόν διαμέσου της Καίτης (Ερμίνα Κυριαζή), συντρόφου του Σπύρου, αλλά και της φιλόξενης Μαρίτσας (Σμαράγδα Σμυρναίου), που τους τραπεζώνει πάντα με γεύματα αγάπης και κεράσματα.

Η Ελλάδα ζει την εποχή κατά την οποία εκλέγεται πρωθυπουργός ο Ανδρέας Παπανδρέου (1981) και μια από τις πρώτες συζητήσεις που απασχολούν τη νέα μεταπολιτευτική εποχή είναι η «εθνική συμφιλίωση», η οποία περιλαμβάνει την κατάργηση των πιστοποιητικών πολιτικών φρονημάτων και την απόσυρση των επίμαχων φακέλων. Οι διαφωνίες του Σπύρου με τον μπάρμπα-Τάσο, είναι απόρροια της σύγχρονης πολιτικής συνθήκης, των διαμαχών του παρελθόντος, που αν και παραγράφηκαν δεν ξεπεράστηκαν καθώς φαίνεται ποτέ.

Ο Σπύρος (Γιώργος Δεπάστας) με τον μπάρμπα – Τάσο (Γιώργος Ζιόβας) διαφωνούν πάνω στον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων μετά την εξορία τους. Διαβάζει ο μπάρμπα-Τάσος στην εφημερίδα για τους πολιτικούς πρόσφυγες της Τασκένδης, οι οποίοι έχουν αρχίσει πλέον να επαναπατρίζονται μετά τη δικτατορία και δηλώνει αντίθετος με την πολιτική του επαναπατρισμού και της επανάκτησης των δικαιωμάτων τους, διαδικασίες που έχουν εντατικοποιηθεί ύστερα από την αλλαγή του πολιτεύματος. Και οι δύο ηθοποιοί αποδίδουν υπέροχα με ύψος και ύφος τους ρόλους τους, αυτό το καταιγιστικό δίπολο.

Όμως και οι δύο έχουν προέρθει από κάποιο είδος μετανάστευσης. Εσωτερικής μετανάστευσης ο μπάρμπα-Τάσος και εξωτερικής ο Σπύρος, οικονομικός ή πολιτικός μετανάστης που επέστρεψε στην πατρίδα αφού πρώτα περιηγήθηκε άσκοπα στη Γερμανία, τη Γαλλία και το Βέλγιο. Καθώς φαίνεται δεν τα κατάφερε εκεί και γύρισε άφραγκος στην πατρίδα.

Η μητέρα και ο πατέρας του Παύλου εγκατέλειψαν την επαρχία, τη Θράκη, αναζητώντας καλύτερη τύχη στην πόλη, το ίδιο και η μητριά του, η Μαρίτσα με την αδελφή της τη Βαγγελιώ.

Ο μπάρμπα – Τάσος κουβαλά ένα άλλο φορτίο του αντάρτικου, τότε που η εντεταλμένη υπηρεσία του από το κράτος ήταν να κυνηγά τους αντάρτες και ακόμα αναπολεί τις μέρες που σκότωνε τους «εχθρούς της πατρίδος», «αντάρτες» και «συμμορίτες».

Η Αναγνωστάκη δεν παίρνει θέση απέναντι στις απόψεις του Τάσου, πέρα του γεγονότος ότι ο ίδιος έχει πάθει εγκεφαλικό, κατακρίνεται από τα παιδιά του, που μάλλον ντρέπονται για τον πατέρα τους, και από τον φίλο του Παύλου, τον Σπύρο, που είναι αριστερός και αυτός και η σύντροφός του η Καίτη, μαζί και ο θεοποιημένος αδελφός του, που δεν καταδέχεται καν να πατήσει στο σπίτι του Τάσου, εξαιτίας των παλιών φρονημάτων του.

Η Καίτη (Ερμίνα Κυριαζή) δίνει ακριβώς την εικόνα της διασπασμένης αριστεράς, που βλέπει τον αγώνα των απλών ανθρώπων για επιβίωση και δικαιολογεί τον Τάσο, καθώς ό,τι έκανε δεν ήταν επιλογή του. Αντιτίθεται στον Σπύρο και τον αδελφό του και κατευνάζει την ένταση λέγοντάς: «Σε ρωτάω, ταγματασφαλίτης ήταν ο μπαρμπα-Τάσος; Έκαμε ποτέ σε τάγματα ασφαλείας; Ένας χωριάτης ήταν επιστρατευμένος από το κράτος. Εκεί βρέθηκε, αυτό έμαθε. […] Κι ο πατέρας σου κι ο πατέρας μου μπορούσαν να είναι στη θέση του. Αγράμματοι χωριάτες ήταν όλοι τους — τι θαρρείς;».

Η Καίτη, μαχήτρια της ζωής, έμεινε ορφανή, ο πατέρας της πολεμούσε στον ΕΛΑΣ και αναγκάστηκε να δουλέψει για να επιβιώσει μόνη της. Θεωρεί τον εαυτό της πιο «αριστερό» από τον μορφωμένο αδελφό του Σπύρο και την κοπέλα του, που είναι διανοούμενοι και εκπροσωπούν τη θεωρητική αριστερά, ενώ εκείνη την έμπρακτη.

Η ερμηνεία της Ερμίνας Κυριαζή, πράγματι, όπως βέβαια και όλων των άλλων ηθοποιών είναι παραδειγματική για την καταπιεσμένη αριστερά, τον απλό άνθρωπο που κάνει τον δικό του αγώνα, χωρίς να επιδιώκει δημοσιότητες και φιγούρες. Αποδεικνύει καθημερινά πώς μπορεί να επιβιώσει ο φτωχός βιοπαλαιστής σε ένα καπιταλιστικό καθεστώς.

Η δεύτερη σύζυγος του πατέρα του Παύλου, η Μαρίτσα (Σμαράγδα Σμυρναίου), είναι μια γυναίκα, που τον έχει περιθάλψει και που αγαπά τα παιδιά του, είναι πάντα δίπλα τους, ενώ στη διπλανή πόρτα μένει και η αδελφή της, η Βαγγελιώ (Βάσω Καμαράτου), προσωποποίηση της δυστυχίας, με την κόρη της, την Κατερίνα (Αναστασία Ραφαέλα Κονίδη), αγαθό κορίτσι τρελά ερωτευμένο με τον Παύλο, του οποίου κιόλας κυοφορεί το παιδί.

Η μάνα της της λέει να το ρίξει ή να το γεννήσει και να το δώσει για υιοθεσία. Η Βαγγελιώ είναι φαρμακωμένη, όλο κατηγορεί τον Παύλο και θεωρεί μαύρη την ώρα που τον ερωτεύτηκε η κόρη της. Θέλει μάλιστα να φύγουν μακριά του για να ξεμπλέξει η κόρη της. Θεωρεί τον Παύλο σατανά μεταμφιεσμένο. Θέλει να φύγουν μακριά να γεννήσει η Κατερίνα το μωρό και να το δώσουν σε ίδρυμα ή για υιοθεσία. Ούτε λόγος για γάμο με τον Παύλο. Αυτός θέλει μόνο να της καταστρέψει τη ζωή. Η Μαρίτσα τον υπερασπίζεται λέγοντας ότι είναι πολύ έξυπνος, αλλά περίεργο μυαλό. Ούτε το σχολείο δεν θέλει να βγάλει, μόνο θέλει να πάει να μείνει στο χωριό της μάνας του στη Θράκη.

Η Κατερίνα είδε τον αλκοολικό πατέρα της να καίγεται μαζί με το σπίτι τους. Έχει και αυτή ένα παρελθόν που την ταλαιπωρεί. Θυμάται να χτυπά μέσα στο μεθύσι του ο πατέρας τη μητέρα της. Και εκείνη θέλει να ξεφύγει από τα φαντάσματά της και γι’ αυτό αγκιστρώνεται πάνω στον Παύλο. Η Κατερίνα πιέζει τον Παύλο, τον ζηλεύει και σα μοχλό χρησιμοποιεί το παιδί στην κοιλιά της. «Τι θα γίνει με το παιδί; Θα το πετάξω».

Για μια στιγμή σκέφτηκε να το κρατήσει. Τον λατρεύει και τον θαυμάζει παράλληλα, ενώ εναντιώνεται πολύ στη μάνα της, που την αποτρέπει να βλέπει τον Παύλο. Καθώς φαίνεται είναι δύσκολο κάποιος να μη στοιχειώνεται από τους δαίμονές του.

Εκπληκτική η Αναστασία Ραφαέλα Κονίδη, συνεργάτης του Θεάτρου Σταθμού, εξελίσσεται από το δειλό χαμομηλάκι με πυρήνες θυμού, σε μια υστερική μητέρα, που υβρίζει τη μάνα της γιατί κλαίει το μωρό της, ενώ έχει στην κοιλιά δεύτερο μωρό. Είναι έτοιμη να εξελιχθεί σε κακέκτυπο της μητέρας της, μια οικτρή διαιώνιση.

Ο Σπύρος (Γιώργος Δεπάστας) βαριέται να βγαίνει μόνος με την Καίτη, που τον έχει στηρίξει και οικονομικά και πάντα γυρεύει να είναι μαζί τους ένα τρίτο άτομο. Η Καίτη είναι αυθεντικός, λαϊκός άνθρωπος, που δεν κάνει συμβιβασμούς. Έχει παλέψει πολύ στη ζωή της. Δεν δέχεται εύκολες δηλώσεις και αναγνωρίζει τον προσωπικό αγώνα του άλλου και την κατάθεση της ζωής του. Τον εγκαλεί και τον επαναφέρει, που μόνο θαυμάζει τον αδελφό του, γιατί τον στηρίζει κιόλας οικονομικά.

Όσο μιλούν για πρόοδο, για οικογένεια και όλες αυτές τις συμβάσεις, τα λόγια τους ακούγονται φονικά στα αυτιά του Παύλου. Εκείνος στωικά καθαρίζει το όπλο του. Με αυτό θα κυνηγούσε στη Θράκη, αν πήγαινε εκεί, αν δεν πούλαγε τη μηχανή του, αν δεν αγόραζε αμάξι, αν δεν γινόταν οδηγός για να συντηρεί τη δική του πια οικογένεια, αν δεν είχε πια εμπλακεί τόσο σε προσωπικές και κοινωνικές δεσμεύσεις. Αυτό το όπλο, που στα χέρια του Παύλου, που θέλει να κυνηγήσει, ο μπάρμπα Τάσος, το χαρακτηρίζει ανόητο σπορ, είναι το μόνο που βγάζει από την αφάνεια τον φίλο του και δολοφόνο του Πάπα και το μόνο που μπορεί να ανοίξει μια διέξοδο και για τον ίδιο.

Τα πρόσωπα είναι τόσο καθημερινά και προσιτά, τόσο γνώριμα σε ένα μεγάλο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, όπου παλιοί και νέοι ηθοποιοί συνεργάστηκαν και μέσα από αυτή την ένωση μόνο κερδισμένο μπορεί να βγει το θέατρο και οι θεατές.

Εξαιρετική η πρωτοβουλία του Μάνου Καρατζογιάννη, με μια μοναδική ερμηνεία στο ρόλο του Παύλου και ουσιαστική η σκηνοθεσία του. Την εμπνευσμένη επιλογή έργου υποστήριξαν τα σκηνικά και κοστούμια του Άγγελου Αγγελή, η μουσική του Γιώργου Ανδρέου και οι φωτισμοί του Άγγελου Παπαδόπουλου.

Μια παράσταση για ένα πρόσωπο της Ελλάδας, που είναι ακόμα παρόν γύρω μας. Μια παράσταση που οπωσδήποτε πρέπει να τη δουν όλοι και να προβληματιστούν.

***

«Η Κασέτα» της Λούλας Αναγνωστάκη από τον Μάνο Καρατζογιάννη στο Θέατρο «Σταθμός»

 

 

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -