Κάρολος Κουν: «Απόψεις για ένα καινούργιο θέατρο»

«Μου είναι πολύ δύσκολο, να βάλω πάνω στο χαρτί, λόγια, γύρω από ένα θέμα, που το ζω κάθε μέρα – και μου φαίνεται πως, γράφοντας, κάνω κάτι σαν ιεροσυλία. Γιατί οι αισθήσεις, ο νους, η ψυχή ενός τεχνίτη του θεάτρου –ενώ λειτουργούν αυθόρμητα κι’ αληθινά μέσα στο περιβάλλον τους: τη σκηνή, τα παρασκήνια, το εργαστήριο– μουδιάζουν και σωπαίνουν, σα ζητήσεις να σε βοηθήσουν να στρώσεις κάτω τις σκέψεις σου. Γι’ αυτό ως τα σήμερα –υποσυνείδητα ίσως– απέφευγα πάντα να γράψω ή να μιλήσω έξω από το περιβάλλον της σκηνής.

»Τώρα όμως, που η εποχή μας μάς επιβάλλει να προσφέρουμε με τη τέχνη μας όσα περισσότερα μπορούμε, κι’ όσο πιο τίμια μπορούμε, στη δημιουργία ενός αληθινού πολιτισμού, αισθάνομαι ότι θα ‘τανε εγωιστικό να μη[ν] επιχειρήσουμε μια προσπάθεια να βγούμε, αν όχι στο δρόμο, τουλάχιστο στο κατώφλι του σπιτιού μας, για να δώσουμε όλοι μαζί, πιο εύκολα, τα χέρια, σε μια τίμια εργασία – ο καθένας γύρω από αυτό που αγαπά και πιστεύει.

»Και σωστό θα ‘τανε η πρώτη πόρτα που θα ‘νοιγε, να ‘τανε η πόρτα του θεάτρου. Γιατί η Τέχνη αυτή, σαν πιο καθολική και πιο κοινωνική – έχει και περισσότερες υποχρεώσεις, και δημιουργεί, λόγω του χαρακτήρα της, μια πιο άμεση επαφή με το κοινό.
Και γι’ αυτό ακριβώς, σήμερα που προσφέρεται η ευκαιρία να πω δυο – τρία λόγια γύρω από το θέατρο, δε διαλέγω να μιλήσω για την Τέχνη του θεάτρου: για τη σκηνοθεσία, τη σκηνογραφία, την ηθοποιία – αλλά για τις υποχρεώσεις που έχει το θέατρο, στη δημιουργία ενός αληθινού πολιτισμού στον τόπο του, και γενικότερα στον κόσμο.

»Η άποψη αυτή, το ξέρω, είναι χιλιοειπωμένη, δεν παύει όμως μ’ αυτό, να ‘ναι και βασικά ουσιώδης. Και το κακό είναι πως δεν την έχουμε καν κατανοήσει, κι’ όσοι την διατυπώνουμε, την επαναλαμβάνουμε απλώς μηχανικά, σαν ένα αξίωμα που δύσκολα ολοκληρώνεται, ή πάλι, τη βλέπουμε στραβά, μέσα από το πρίσμα του ρουτινιέρικου θεάτρου.
Φυσικά, είναι πολύ πιο ευχάριστο να ασχολούμεθα με τις καλλιτεχνικές κατευθύνσεις του τάδε ή δείνα θεάτρου, με θεωρητικά γνωρίσματα, με σχολές σκηνοθεσίας, ηθοποιίας κ.λπ. Σαν όλα αυτά να είναι πράγματα που επιβάλλονται από εξωτερικούς παράγοντες, ή από το νου σκυμμένο πάνω στο γραφείο, ή από πεποιθήσεις που σχηματίζει κανείς, διαβάζοντας τα όσα έζησαν και πόνεσαν άλλοι.

»Ούτε πριν από δέκα χρόνια –πολύ δε λιγότερα σήμερα – θα ‘μουν σε θέση να ικανοποιήσω τον περίεργο, που θα ζητούσε τη γνώμη μου πάνω σε θέματα κατεύθυνσης και κατάταξης σχολών θεατρικών – που τόσο ζωηρά φαίνεται να διεγείρουν το ενδιαφέρον.

 

 

Κάρολος Κουν: Σήμερα, όσο πιο πλούσιος είναι εσωτερικά ο καλλιτέχνης, όσο πιο ανώτερα είναι τα ιερά του, τόσο και πιο μεγάλη είναι η τέχνη του.

»Ας νοιώσουμε πρώτα τις υποχρεώσεις του θεάτρου, ας δουλέψουμε πρώτα πιστά και τίμια να τις εκπληρώσουμε, και τότε, μέσα από τη δουλειά, μέσα από τις συνενωμένες ψυχές, θα ξεπροβάλει μοναχός του ο χαραχτήρας αυτού που αναζητάμε. Και χρειάζεται πολλή δουλειά, και προ πάντων κατανόηση, για να εκπληρωθούνε αυτές οι υποχρεώσεις. Γιατί βέβαια, ο προορισμός του θεάτρου δεν είναι να προσφέρει απλώς ένα τερπνό θέαμα – αυτό που συνήθως στους θεατρικούς κύκλους ονομάζεται «καλή παράσταση», και που στέκει από πάνω μας σχεδόν σε μορφή παράδοσης, σαν μια από τις τόσες και τόσες εφιαλτικές παραδόσεις, που έχουμε, εμείς οι ίδιοι, – λιγότερο ασυναίσθητα και περισσότερο ενσυνείδητα– δημιουργήσει. Η «καλή παράσταση», το τερπνό θέαμα είναι, για τους περισσότερους ανθρώπους του θεάτρου, η υπέρτατη προσφορά. Και κάπου – κάπου το θεωρούν επιβεβλημένο να θυσιάσουν και κανένα πνευματικότερο παιδί, για χάριν του γοήτρου του θεάτρου, ή για να ικανοποιηθεί η ματαιοδοξία κανενός πρωταγωνιστή.
»Και αναλογίζομαι τι αγώνας πρέπει να γίνει, πόσες θελήσεις πρέπει να συσπειρωθούν, για να γκρεμίσουν όλες τις σαθρές παραδόσεις, που σιγά – σιγά δημιουργήθηκαν γύρω από το θέατρο, για να μπορέσει έτσι λεύτερα η Τέχνη αυτή να βρει το δρόμο της και να συμβάλει στο χτίσιμο ενός αληθινού πολιτισμού στον τόπο μας.

»Κοινό, συγγραφείς, κριτικοί, ηθοποιοί, τεχνίτες του θεάτρου, όλοι πρέπει να δώσουν τα χέρια, για το γκρέμισμα και την αναδημιουργία. Από πού να πρωταρχίσει κάνεις; Ποιανού τις υποχρεώσεις να πρωταναφέρει; Όλα είναι τόσο αλληλένδετα. Για να μπορέσει ο ηθοποιός να φτάσει στο ύψος της δημιουργίας ηρώων, πόσα και πόσα παλέματα δε θα πρέπει να κάνει με τον εαυτό του, πόσες φτήνιες δε θα πρέπει να ξεπετάξει από πάνω του; Το ψυχικό πλάσιμο του ηθοποιού, η πνευματική του καλλιέργεια, το δόσιμό του στην επίπονη δουλειά, η κατανόηση της ιερότητας της αποστολής του, όλα αυτά είναι σχεδόν άγνωστα, και βέβαια δεν καλλιεργούνται στα σκοτεινά παρασκήνια, πολύ δε λιγότερο μ’ επιπόλαιες κουβέντες και γενικά σ’ ένα περιβάλλον όπου ο ηθοποιός αισθάνεται ότι ο επιούσιός του εξαρτάται από το αν θα καταφέρει να ξεφύγει την τρικλοποδιά του συνάδελφου του ή από το πόσο «έξυπνα» θ’ απατήσει τον εαυτό του και τον «επιχειρηματία». Χρειάζονται φως, ήλιος, καλλίτερες συνθήκες ζωής, και προπάντων πεποίθηση ότι η τίμια δουλειά, η πίστη κι’ η αφοσίωση στην Τέχνη, θα βρουν την αναγνώριση που τους πρέπει. Γιατί μόνον ανώτεροι «άνθρωποι – ηθοποιοί» θα μπορέσουν να συμβάλουν στη δημιουργία της πραγματικής Τέχνης. Η περίοδος του μποεμισμού πέρασε• σήμερα προβάλλει ένας πολιτισμός που έχει περισσότερες αξιώσεις από τον καλλιτέχνη.

»Σήμερα, όσο πιο πλούσιος είναι εσωτερικά ο καλλιτέχνης, όσο πιο ανώτερα είναι τα ιερά του, τόσο και πιο μεγάλη είναι η τέχνη του. Αυτό ισχύει για όλους τους τεχνίτες του θεάτρου, από συγγραφέα μέχρι οδηγό σκηνής, από σκηνοθέτη μέχρι μηχανικό και ηλεκτρολόγο. Κι’ είναι τεράστιος ο αγώνας που χρειάζεται να γίνει –ένας αγώνας που θα πρέπει να συμβάλουν όλοι, όπου όλοι πρέπει να ξεχάσουν– τουλάχιστον όσοι τους έλαχε να ‘ναι οι πρώτοι σ’ αυτή τη καμπή της ιστορίας του θεάτρου μας, να ξεχάσουν τις μικροφιλοδοξίες του μικροεαυτού του[ς], θέτοντας τον προορισμό του Θεάτρου πάνω από τις υπάρξεις τους. Και στον αγώνα αυτόν, θα πρέπει να εύρουν βοηθό κι’ οδηγητή τους, όλα τα πρόσωπα που αποτελούν τους συνδετικούς κρίκους ανάμεσα στο μεγάλο κοινό και στο θέατρο, κι’ ειδικότερα την κριτική. Μια κριτική όμως που να έχει επίγνωση και να στέκεται στο ύψος της αποστολής της στο έργο αυτό. Κι’ έχουν επίσης ανάγκη από συγγραφείς δημιουργικούς, που δε θα βρίσκουν για δικαιολογία της ρηχότητάς τους, το ότι ακολουθούν το γούστο του κοινού, για να μπορέσουν να ζήσουν κι’ οι ίδιοι. Και παράλληλα πρέπει να συμβάλει στον αγώνα και το κοινό, μαζί με το κράτος. Κι’ είναι επιταχτική υποχρέωση των πιο εύπορων πολιτών, να συμβάλουν κι’ αυτοί [σ’] όλα αυτά, αν θέλουμε ν’ αποχτήσουμε μια μέρα ένα θέατρο που να αντιλαμβάνεται τις ευθύνες που έχει στο πλάσιμο τόσων και τόσων υπάρξεων. Ένα θέατρο πρώτιστα απαλλαγμένο από το βραχνά του επιχειρηματία, των ματαιόδοξων πρωταγωνιστών, κι’ όλων των άλλων παραγόντων, που συχνά άθελά τους, ή κι’ από ανθρώπινη αδυναμία μπλέκονται και παρασύρονται σ’ ένα σαθρό κατασκεύασμα, που θέλει να λέγεται συμβατικά «θέατρο».

 

(*) Ορίζοντες, Ελληνικόν Ημερολόγιον, τμ. 2, Αθήνα 1943, σ. 649-652

 

***

 

Ο Κάρολος Κουν γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1908 [με το παλιό ημερολόγιο] ή στις 26 Σεπτεμβρίου 1908 [με το νέο ημερολόγιο που ισχύει σήμερα] στην Προύσα της Βορειοδυτικής Τουρκίας, μετακόμισε σε ηλικία μόλις έξι μηνών στην Κωνσταντινούπολη, όπου και παρέμεινε μέχρι τα 20 του.

Το 1929 ήρθε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε  ως καθηγητής της Αγγλικής Φιλολογίας στο Κολλέγιο Αθηνών.
Εκεί παρουσίασε και τις πρώτες του σκηνοθεσίες με μαθητές του Κολλεγίου σε έργα όπως «Όρνιθες», «Πλούτος», «Τρικυμία». Ο Κούν έφυγε εν τω μεταξύ από το Κολλέγιο Αθηνών και έχει ξεκινήσει ήδη την επαγγελματική του πορεία ως σκηνοθέτη.

Συνεργάστηκε με τον θίασο της Κατερίνας το 1939 σκηνοθετώντας την «Έντα Γκάμπλερ», ενώ συνέχεια είχε η συνεργασία του με το θίασο Κοτοπούλη, όπου ανέβασε 20 έργα στην περίοδο 1939-41.

Αμέσως μετά, το 1941-42 ξαναγύρισε στο θίασο της Κατερίνας, σκηνοθετώντας άλλα επτά έργα.
Το 1942 η Ελλάδα βρίσκεται υπό γερμανική κατοχή, αυτό βέβαια δεν φαίνεται να πτοεί ουδόλως τον μεγάλο θεατράνθρωπο που αποφασίζει να κάνει το μεγάλο βήμα και να ιδρύσει το «Θέατρο Τέχνης». Η πρώτη παράσταση δίνεται στις 7 Οκτωβρίου του 1942 στο Θέατρο «Αλίκης» με το έργο «Αγριόπαπια» του Ίψεν.

Ο ίδιος ανέφερε σε συνέντευξη του για την ίδρυση του θεάτρου:

«Το «Θέατρο Τέχνης» ιδρύθηκε το 1942 στην αρχή της Γερμανικής κατοχής. Η ανάγκη για ένα τέτοιο νέο θέατρο, ένα θέατρο συνόλου, είχε ωριμάσει μέσα μου πολύ πριν, τον καιρό που ιδρύθηκε η ημι-επαγγελματική «Λαϊκή Σκηνή». Η εποχή της κατοχής ήταν μια συναισθηματικά, πλούσια εποχή. Έπαιρνες και έδινες πολλά. Μας ζώνανε κίνδυνοι, στερήσεις, βία και τρομοκρατία. Γι’ αυτό σαν άνθρωποι αισθανόμασταν την ανάγκη πίστης, εμπιστοσύνης, συναδέλφωσης, έξαρσης και θυσίας».

 

***

 

Ο Κάρολος Κουν «έφυγε» από τη ζωή στις 14 Φεβρουαρίου 1987 κληροδοτώντας με τη διαθήκη του τον τίτλο «Θέατρο Τέχνης» στους Γιώργο Λαζάνη, Μίμη Κουγιουμτζή και Γιώργο Αρμένη με την προτροπή να συνεχίσουν τη συνεργασία τους στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν.