Του Παναγιώτη Μήλα
Η καθημερινή και επί χρόνια συνεργασία με κάποιον μπορεί να μη σε αφήνει να δεις καθαρά τις δυνατότητες σε κάθε τομέα. Αυτό συνέβη σε μένα που είχα απέναντί μου την Καρίνα Λάμψα και στο «Έθνος» και στη «Ναυτεμπορική».
Ο επαγγελματισμός και η ποιότητα του γραπτού της ήταν δεδομένα, οπότε και αρκετά για να μη με βάλουν –δυστυχώς– στον πειρασμό της αναζήτησης άλλων δεξιοτήτων της.
Η αντίστροφη πορεία όμως άρχισε όταν το 2010 έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο της με τον τίτλο «Η ζωή από την αρχή». Άρχισα σιγά σιγά να γνωρίζω μια άλλη Καρίνα που ξέφευγε από τα στενά πλαίσια του δημοσιογραφικού λόγου και βρισκόταν τώρα στο χώρο της λογοτεχνίας μέσω –όπως πάντα– του ρεπορτάζ.
Πριν από λίγο καιρό η Καρίνα Λάμψα βρέθηκε πάλι στην επικαιρότητα με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου «Απομνημονεύματα της Μπεάτε και του Σερζ Κλάρσφελντ». Αυτή τη φορά δεν είχα άλλα περιθώρια αργοπορίας. Γι’ αυτό της ζήτησα να κάνουμε μια συνέντευξη. Συναντηθήκαμε στο φιλόξενο σπίτι της στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Η συζήτηση κύλησε φιλικά και αβίαστα, κράτησε δε αρκετές ώρες.

Ήταν μια καταπληκτική… βαρκάδα σε ήρεμα νερά. Η Καρίνα πήρε τα κουπιά στα χέρια και με ταξίδεψε στο χρόνο και στο χώρο.
Οι ερωτήσεις που της έκανα ήταν 7+1 ρήματα με πρώτο συνθετικό την πρόθεση ΣΥΝ.
***
Όταν ολοκλήρωσα την απομαγνητοφώνηση της συνομιλίας μας, διαπίστωσα πως η δική μου παρουσία, σε αυτό το κείμενο, δεν θα ήταν απαραίτητη και πως θα ήταν πραγματικό κέρδος να διαβάσουμε σε πρώτο πρόσωπο όλα όσα μου είπε εκείνο το απόγευμα η Καρίνα Λάμψα. Ας την απολαύσουμε λοιπόν…
Ας την ακούσουμε λοιπόν…
*ΣΥΓΚΙΝΟΥΜΑΙ μόνο από κάποιες αναμνήσεις, αλλά και από διάφορα που συμβαίνουν γύρω μου. Μια φίλη μού διηγήθηκε ότι έβαλε σχεδόν τα κλάματα όταν κάποιος της πήρε τη θέση σε μια ουρά και της ζήτησε τα ρέστα όταν πήγε να διαμαρτυρηθεί. Εγώ πάλι συγκινούμαι όταν άνθρωποι που δεν γνωρίζω μου φέρονται με ευγένεια…
…Επίσης, κάθε φορά που το πλοίο μπαίνει στο λιμάνι, κατά προτίμηση της Σίφνου, γλιστράει ανάμεσα στα δυο βουνά, περνάει μπροστά από τη σπηλιά (κάποιος κάνει τώρα μια βουτιά), και ετοιμάζεται να δέσει… Λίγο πιο πριν, δεξιά μου, το στενό, μοναχικό μονοπάτι που οδηγεί στο φάρο, αριστερά μου η Αγία Αικατερίνη και πιο ψηλά ο Άγιος Συμεών. Στο βάθος, η άμμος που από τότε που ήμουν παιδί μέχρι τώρα μου αρέσει να την περπατάω με όλους τους καιρούς, από την προκυμαία ως τον παλιό βάλτο και την Αγία Μαρίνα (τι να κάνουμε, κάπου τριακόσια εξήντα εκκλησάκια έχει η Σίφνος) μου φαίνεται ίδια – ενώ δεν είναι. Το χθες και το σήμερα μπερδεύονται… Μα πώς πέρασαν τόσα χρόνια; Όμως, αν είναι σούρουπο, μπορώ ακόμα να δω τα φωτάκια να ανάβουν το ένα μετά το άλλο στα τσουκαλαριά. Να ακούσω τον ήχο μιας βάρκας.

Τις φωνές σε ένα παιδί που δεν λέει να βγει απ’ τη θάλασσα. Το μουρμουρητό της ζωής από κάποια απόσταση…
Δεν είναι ίσως τυχαίο που κατάγομαι… από τη θάλασσα: από λιμάνια όπως η Αλεξάνδρεια και λίγο η Οδησσός, από νησιά όπως η Χίος, τα Κύθηρα, η Σίφνος, η Ιθάκη… Από οικογένειες ταξιδιάρικες… Και από την Αθήνα, που κάποτε είχε ωραίες θάλασσες τριγύρω. Και σήμερα με πληγώνει. Περπατώ κοιτώντας κάτω μην σκοντάψω. Πού και πού όμως σηκώνω το βλέμμα: ας είναι καλά ο ουρανός της, το φως, οι νεραντζιές της… Η αλήθεια είναι, δεν θα μπορούσα να ζήσω πολύ καιρό μακριά από θάλασσα. Συνέβη κι αυτό, με μια ψευδαίσθηση: μια λίμνη, ένα ποτάμι… Άλλη αίσθηση.
Τα παιδικά μου χρόνια ήταν αρκετά ευχάριστα… Μου άρεσαν -και μου αρέσουν- οι γεύσεις και τα αρώματα, τα λουλούδια… και η γνώση! Όλα τα ωραία πράγματα αυτού του κόσμου, που δεν με άφησαν να βαρεθώ ποτέ… Μεγάλωσα σε ένα σπίτι με πολλές γυναίκες, κόσμο να μπαινοβγαίνει και σεβασμό ο ένας για τον άλλον. Με δυο αδελφές που αγαπώ και εκτιμώ πολύ, έχουμε μεταξύ μας μεγάλη αλληλεγγύη… Ο μόνος μου καημός ήταν που ο μπαμπάς μου δεν ήταν ζαχαροπλάστης ή βιβλιοπώλης, νόμιζα πως θα μπορούσα έτσι να έχω όσα γλυκά και όσα βιβλία ήθελα. Και σε ό, τι αφορά τα γλυκά, υπήρχε μια αυστηρότητα, σε ό, τι αφορά τα βιβλία, καμία. Στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου διάβαζα χωρίς περιορισμό, με τρομερή ταχύτητα, τα πάντα. Διαβάζω πάντα πολύ. Και πάντα γρήγορα, δυστυχώς.
Είχα την τύχη να έχω μια μητέρα ήρεμη, με ανοιχτό μυαλό και διόλου προκαταλήψεις. Τα χρόνια που ζήσαμε έξω άνοιξαν τους ορίζοντές της ακόμα περισσότερο. Ήταν πολύ μαχητική κι έδωσε μεγάλο αγώνα για τα δικαιώματα των γυναικών -αν ζούσε τώρα θα στενοχωριόταν… Και οι δυο αισιόδοξοι γονείς μου θα στενοχωριόντουσαν, αν ζούσαν…
Στη διάρκεια της βδομάδας έβλεπα λίγο τον πατέρα μου, το μεσημέρι. Έφερνε μια στοίβα εφημερίδες κι έναν πάκο κίτρινο δημοσιογραφικό χαρτί, από το οποίο είχα κι εγώ μερτικό, και του έκανα παρέα στο τραπέζι. Ήταν νέος στην ψυχή και είχε την τέχνη να μεταδίδει γνώσεις με διασκεδαστικό, καθόλου βαρετό τρόπο. Αργότερα είχαμε μεγάλες συζητήσεις και αρκετές συγκρούσεις. Όταν κάποια στιγμή αποφάσισα να μην εκφράζω τις διαφωνίες μου, δεν του άρεσε. «Με θεωρείς πια πολύ γέρο για να τσακώνεσαι μαζί μου», μου είπε.
Ποτέ δεν προσπάθησε να μου επιβάλει την άποψή του, όσο κι αν διαφωνούσε με ορισμένες επιλογές μου. Μου έμαθε την ελευθερία. Κι αυτό του στοίχισε αρκετές λαχτάρες. Όπως και σε μένα… Ο θάνατος της μητέρας μου τον έφερε πιο κοντά στο δικό του τέλος. Κι όταν εκείνος πέθανε, επειδή εκείνη πέθανε, βρήκα ωραία λογοτεχνικά κείμενά του, που δεν θέλησε να δημοσιεύσει… Ήθελε πάντα πολύ να γράψω. Κι εδώ και κάποια χρόνια, γράφω. Μόνο που δεν είναι εδώ για να με διαβάσει.
*ΠΟΛΛΑ ΕΙΝΑΙ τα στοιχεία που ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΑΝ την προσωπικότητά μου, όπως και πολλοί είναι και οι αστάθμητοι παράγοντες. Για μένα, η μεγάλη τομή ήταν η δικτατορία. Με ρωτάς για επιλογές. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπήρξε καμία. Ήμουν πολύ μικρή γι’ αυτό. Ακολούθησα τις επιλογές άλλων και είχα μια διαπλαστική εμπειρία που άλλαξε ριζικά τη ζωή μου -και τον τρόπο που έβλεπα μέχρι τότε τον κόσμο… Από τη μια μέρα στην άλλη, βρέθηκα σε μια ξένη χώρα, με γονείς πολιτικούς πρόσφυγες και οικονομικές δυσκολίες. Έπρεπε να μιλώ σε ξένη γλώσσα και να προετοιμαστώ για εξετάσεις, αρκετές φορές σε μαθήματα που δεν είχα καν διδαχτεί. Και το χειρότερο, ουδείς μπορούσε να μου πει αν θα ερχόταν ποτέ η μέρα που θα μπορούσα να επιστρέψω στη χώρα μου. Όμως, απ’ το ελληνικό σχολείο με τον εκκλησιασμό, τη στείρα αυστηρότητα και τον διαχωρισμό των φύλων, την ποδιά και την παπαγαλία, βρέθηκα σε εντελώς διαφορετικό περιβάλλον: σε ένα διεθνές σχολείο, με μαθητές απ’ όλο τον κόσμο και μεγάλη ελευθερία σκέψης και έκφρασης. Χρειάστηκε μεγάλη ικανότητα προσαρμογής.
Ήταν όμως η εποχή της αμφισβήτησης, των κινημάτων και των ιδεών. Ζούσαμε σε μια πιο δημοκρατική Ευρώπη, φιλική και φιλόξενη για τους Έλληνες πρόσφυγες. Πολλοί ήταν γνωστοί πολιτικοί, διανοούμενοι και καλλιτέχνες, που αρθρογραφούσαν, έδιναν συνεντεύξεις και αγωνίζονταν, με όλα τα μέσα, για την πτώση της χούντας. Τότε υπήρχε βοήθεια, υπήρχε αλληλοβοήθεια και κάτι που… δεν ξανάδα ποτέ πια: ομοψυχία!
Από την εμπειρία αυτή, που με την πάροδο του χρόνου είχε και πολύ δυσάρεστες ή κι επικίνδυνες στιγμές, βγήκα νομίζω κερδισμένη. Μου έδωσε τη δύναμη να αντιμετωπίσω αργότερα κάθε λογής καταστάσεις, που όσο δύσκολες κι αν ήταν, μου φαίνονταν συγκριτικά ανώδυνες. Με αυτά που ζούμε τα τελευταία χρόνια, σκέφτομαι αρκετά συχνά εκείνη την περίοδο. Και τότε, όπως και τώρα, δεν βλέπαμε το τέλος του τούνελ. Οι περιπτώσεις της Ισπανίας και της Πορτογαλίας μας τρόμαζαν με τη διάρκειά τους. Τον πρώτο καιρό, κάθε φορά που γύριζα απ’ το σχολείο, η πρώτη μου ερώτηση ήταν «έπεσε η χούντα»; Κι όμως, μια μέρα, η χούντα έπεσε! Ήταν, νομίζω, μια από τις ωραιότερες μέρες της ζωής μου.
Σήμερα, ζούμε ξανά μια «ελληνική τραγωδία», μόνο που και η γενική συγκυρία δεν είναι ευοίωνη. Όλα αυτά με τα οποία μεγαλώσαμε, τίθενται σε αμφισβήτηση. Ο καινούργιος κόσμος που οι γονείς μας έκτισαν μετά τον πόλεμο… Η ευρωπαϊκή ενοποίηση… Τα ανθρώπινα δικαιώματα… Όλα… Το προσφυγικό ζήτημα δημιουργεί επίσης μια νέα πραγματικότητα… Θέλω όμως να πιστεύω πως με πολλή υπομονή και λίγη τύχη, κάποια στιγμή θα δούμε φως στην άκρη του τούνελ. Και όταν βγούμε, θα είμαστε, ελπίζω, διαφορετικοί άνθρωποι…
Μια άλλη, πολύτιμη εμπειρία, αν κι εντελώς διαφορετική, ήταν για μένα το Παρίσι. Η πόλη αυτή ήταν μια αποκάλυψη. Πρωτοπήγα με ελάχιστα φράγκα στην τσέπη, ξαναπήγα με τον άντρα μου, σπούδασα, δούλεψα, γνώρισα ενδιαφέροντες ανθρώπους που μου άνοιξαν «παράθυρα», όπως λέω. Πάνω απ’ όλα, είχα πολλά ερεθίσματα. Έζησα εκείνα τα χρόνια, και δεν ήταν λίγα, ονειροβατώντας -πριν προσγειωθώ στην ελληνική πραγματικότητα.
Προσπαθώ να σταθμίσω το ρόλο που έπαιξε στη «συγκρότησή» μου το επάγγελμά μου. Για μένα, η δημοσιογραφία ξεκίνησε σαν παθιασμένος έρωτας και εξελίχτηκε σε έναν βαρετό, αρκετά απογοητευτικό, γάμο. Ξεκίνησα από ένα είδος που δεν υπάρχει πια, το ελεύθερο ρεπορτάζ, δουλεύοντας εφτά μέρες τη βδομάδα και οργώνοντας μεγάλο μέρος της ελληνικής επικράτειας: Όπου υπήρχε πρόβλημα, ήμουν εκεί.

Ύστερα, πέρασα στο διπλωματικό και το πολιτικό ρεπορτάζ… Βρέθηκα στο μεταίχμιο δύο εποχών, με καταιγιστικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα- δυστυχώς όχι προς το καλύτερο. Θα μπορούσα να πω ότι η δημοσιογραφία μου πρόσφερε, κατά καιρούς, πλούσιες εμπειρίες και συγκινήσεις, που δύσκολα θα μου έδινε ένα άλλο επάγγελμα -αλλά και μεγάλες απογοητεύσεις. Μου κληροδότησε αρκετά χαρίσματα και κάποια κουσούρια. Συχνά τη βλέπω σαν έναν αρκετά μακρύ παράδρομο που ύστερα από τις περιπέτειες της διαδρομής, με οδήγησε τελικά με ασφάλεια στον δικό μου δρόμο.
*ΣΤΗ ΛΙΣΤΑ αυτών που δεν θα ξεχάσω ποτέ δεν θα έλεγα ότι ΣΥΓΚΑΤΑΛΕΓΩ κάποιους. Απλώς θυμάμαι πάντα τους ανθρώπους που αγάπησα, που με βοήθησαν ή μου άνοιξαν ένα «παράθυρο» στον κόσμο. Ακόμα κι αν δεν υπάρχουν πια στη ζωή μου -είτε επειδή πέθαναν, είτε επειδή οι δρόμοι μας χώρισαν.
Ξεχωριστή θέση στη μνήμη μου έχει η γιαγιά μου. Μια ωραία γυναίκα από την Αλεξάνδρεια, πολύ μπροστά από την εποχή της. Μιλούσε πολλές γλώσσες, διάβαζε, ενημερωνόταν για όλα, βοηθούσε τους ανθρώπους και… μαγείρευε υπέροχα! Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν τα φαγητά της ήταν πράγματι τόσο ωραία ή αν η παιδική μνήμη μου τα ωραιοποιεί…
Πολύ καλή μαγείρισσα, με πιο περιορισμένη γκάμα, ήταν και η μητέρα μου. Το πρόβλημα όμως με τις καλές μαγείρισσες είναι ότι σπανίως αφήνουν τις συνταγές τους γραπτώς! Μου αρέσει πολύ να μαγειρεύω για τους άλλους, αυτοσχεδιάζω αρκετά. Την παράδοση της γιαγιάς μου συνεχίζει ακόμα, σε ένα βαθμό, μια θεία μου, η γυναίκα του γιου της, και όταν τη ρωτάς δεν μπορεί ποτέ να σου πει «ακριβώς»…
*ΣΥΓΚΡΟΥΟΜΑΙ λιγότερο όσο περνούν τα χρόνια. Θεωρώ τις συγκρούσεις χαμένη ενέργεια -τουλάχιστον, στην καθημερινή ζωή. Για τις ιδέες μου, όμως, δεν έχω πρόβλημα να συγκρουστώ, αν χρειαστεί… Συνέδεσες Παναγιώτη τη λέξη αυτή με το εβραϊκό ζήτημα. Δεν μπορώ να πω ότι έχω «συγκρουστεί» γι’ αυτό το θέμα. Υπάρχει όμως μεγάλη άγνοια και πολλοί δεν μπορούν να δεχτούν ότι η ελληνική πολιτεία και μεγάλη μερίδα πολιτών όχι μόνο δεν είχαν στην Κατοχή τη στάση που έπρεπε, αλλά εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση και συμπεριφέρθηκαν άσχημα. Για πολλές δεκαετίες μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κανείς δεν ασχολήθηκε με αυτό το θέμα, ίσως λόγω του εμφυλίου πολέμου και των μετέπειτα εξελίξεων.

ΜΕ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ χρόνια καθυστέρηση, άρχισε εδώ και λίγο καιρό να συζητείται… Την εποχή που γράψαμε με τον Ιακώβ Σιμπή τη «Διάσωση», δεν υπήρχε κανένα βιβλίο που να αναφέρεται αποκλειστικά -και σφαιρικά- στο Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων (εκτός από το «In Memoriam» του Μιχαήλ Μόλχο, που γράφτηκε όταν τα γεγονότα ήταν ακόμα νωπά και πριν έρθουν στο φως έγγραφα και αρχεία). Υπήρχαν μόνο σκόρπιες αναφορές, εδώ κι εκεί. Πιστεύω λοιπόν ότι πολλοί Έλληνες αισθάνονται τώρα αμηχανία. Από το λακωνικό «σώσαμε τους Εβραίους μας», κλήθηκαν ξαφνικά να δεχτούν ότι «όχι, δεν τους σώσαμε». Ε, δεν είναι εύκολο…
ΤΟ ΕΒΡΑΪΚΟ ΖΗΤΗΜΑ με ενδιέφερε πολύ πριν αρχίσω να γράφω γι’ αυτό. Από τις συζητήσεις στο σπίτι, από τα διαβάσματά μου, από τις σπουδές μου στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο. Καθοριστικές ήταν βέβαια οι πολύτιμες συζητήσεις που έκανα -και κάνω- με τον Ιακώβ… Κάποιοι άνθρωποι ξαφνιάζονται που ασχολούμαι τόσο πολύ με το εβραϊκό ζήτημα. Είναι ένα θέμα που αγγίζει την καρδιά μου και προσβάλλει τη λογική μου. Ένα θέμα οικουμενικό. Μέσα από αυτό καταλαβαίνεις πολλά για τη φύση του ανθρώπου, για τις προκαταλήψεις, τους διαχωρισμούς, τον ρατσισμό, που κυριαρχούν πάντα στον κόσμο -όπως και για την ιστορία του κόσμου, και ιδιαίτερα της Ευρώπης. Και είναι πραγματικά ανεξάντλητο, κι αυτό είναι κάτι που με συναρπάζει. Με κάθε έρευνα που κάνουμε για ένα βιβλίο, μας βγαίνει υλικό για το επόμενο… διότι το εβραϊκό ζήτημα δεν περιορίζεται στο Ολοκαύτωμα, που αποτέλεσε την κορύφωσή του. Προηγήθηκαν διώξεις πολλών αιώνων, μια ντροπή για την ανθρωπότητα, η οποία δεν φαίνεται να αντλεί τα αναγκαία διδάγματα. Εάν ο 20ος αιώνας ήταν ο αιώνας των γενοκτονιών, στον 21ο αιώνα, πέρα από τους περιφερειακούς πολέμους και τις μειονότητες που βρίσκονται υπό διωγμό, ο ναζισμός σηκώνει ξανά κεφάλι, ο αντισημιτισμός καλά κρατεί και πολλοί Εβραίοι εγκαταλείπουν σήμερα την Ευρώπη…
Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ στο εβραϊκό ζήτημα δεν είναι η καλύτερη! Οι μύθοι ακόμα καλά κρατούν, έχουμε γράψει και στη «Διάσωση» σχετικά. Και, φυσικά, υπάρχει «αριστερός αντισημιτισμός», που κρύβεται πολλές φορές κάτω από τον μανδύα του «αντισιωνισμού». Το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα υιοθέτησε στο θέμα αυτό τις θέσεις της Μόσχας, όπως διαμορφώθηκαν μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, την οποία η Σοβιετική Ένωση αρχικά υποστήριξε -όσο ακόμα έλπιζε ότι θα έβγαζε τους Εγγλέζους, και στη συνέχεια τους Αμερικάνους, από τη μεσανατολική σκηνή.
ΣΥΓΚΡΙΝΩ τα όσα έγιναν για το εβραϊκό θέμα, ύστερα από μεγάλους αγώνες στη Γαλλία, στην περίοδο της Γερμανικής Κατοχής – σε σχέση με όσα δεν έγιναν εδώ. Μοιραία, έκανα αυτή τη σύγκριση, όσο μετέφραζα τα «Απομνημονεύματα της Μπεάτε και του Σερζ Κλάρσφελντ», που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Καπόν. Όταν οι Κλάρσφελντ ήρθαν στην Αθήνα, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου τους, η έμφαση δόθηκε σε ένα μέρος της δράσης τους. Εκτός όμως από «κυνηγοί των ναζί», έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα με τη διατήρηση της μνήμης των Γάλλων Εβραίων θυμάτων του Ολοκαυτώματος, υποχρεώνοντας παράλληλα τη Γαλλία να αναλάβει τις ευθύνες της απέναντι στους επιζώντες και τους απογόνους των θυμάτων.
ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ δύσκολο να συγκρίνουμε εδώ τη στάση της ελληνικής και της γαλλικής κυβέρνησης στη διάρκεια της Κατοχής, διότι η Ελλάδα και η Γαλλία αποτελούσαν διαφορετικές περιπτώσεις.
Στη Γαλλία, η Αντίσταση ήταν πολύ ανεπτυγμένη και ο πληθυσμός υποβοηθητικός, ενώ η γειτνίαση με την ουδέτερη Ισπανία βοήθησε επίσης. Επιπλέον, οι Εβραίοι που ζούσαν ή βρέθηκαν τότε εκεί ήταν διεσπαρμένοι και αφομοιωμένοι -δεν αποτελούσαν μια συμπαγή, διακριτή κοινότητα, όπως στη Θεσσαλονίκη. Αποτέλεσμα ήταν να σωθεί το 75% των Εβραίων της Γαλλίας, ενώ στην Ελλάδα το 86% δεν επέστρεψε ποτέ! Επίσης, αρκετοί από τους ναζί εγκληματίες και τους ντόπιους συνεργάτες τους που έδρασαν στη Γαλλία, τιμωρήθηκαν μετά τον πόλεμο – στην Ελλάδα, ουδείς!
*Η Ελλάδα δεν έχει ζητήσει ακόμα συγγνώμη για το γεγονός ότι άφησε τους Εβραίους της απροστάτευτους (η Αλβανία, για παράδειγμα, δεν επέτρεψε να χαθεί ούτε ένας), πράγμα που στη Γαλλία έκαναν τόσο ο Ζακ Σιράκ όσο και ο Φρανσουά Ολάντ.

* Με ενοχλεί επίσης που η ελληνική πολιτεία δεν έχει δώσει ούτε ένα φράγκο για ένα μνημείο ή μια εκδήλωση -όλα γίνονται με χρήματα της εβραϊκής κοινότητας. Ιδίως όταν, όπως περιγράψαμε στη «Ζωή απ’ την Αρχή», φερθήκαμε βάναυσα στους ελάχιστους επιζώντες. Σαν να μην έφτανε που είχαν χάσει τους δικούς τους, ανακάλυψαν επιστρέφοντας ότι είχαν χάσει και τα υπάρχοντά τους. Κι έτσι πολλοί απ’ αυτούς αναγκάστηκαν να πάρουν τον απαγορευμένο τότε δρόμο της Παλαιστίνης…
Υποθέτω ότι οι σχέσεις κάθε χώρας με τους επιζώντες Εβραίους υπηκόους της, έχουν να κάνουν και με το μέγεθος κάθε εβραϊκής κοινότητας. Η Γαλλία έχει μια μεγάλη, ζωντανή κοινότητα περίπου 500.000 Εβραίων, αρκετοί από τους οποίους τελευταία φεύγουν, εξαιτίας του αυξανόμενου αντισημιτισμού. Η Ελλάδα είναι ζήτημα αν έχει πια 3.000 Εβραίους, οι νεότεροι από τους οποίους φεύγουν επίσης.
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΝΩ μονίμως νέο υλικό για το επόμενο βιβλίο μου… Κάθε βιβλίο, γεννάει ένα άλλο… Τον τελευταίο καιρό, δουλεύουμε δύο, παράλληλα. Το ένα έχει ουσιαστικά τελειώσει. Τώρα δουλεύουμε το άλλο, το οποίο θα έρθει, νομίζω, να καλύψει ένα κενό στην ελληνική ιστοριογραφία. Παράλληλα, ετοιμάζω κάτι άλλο, για ένα θέμα που δεν έχει να κάνει με το εβραϊκό ζήτημα… Να δούμε…
Δεν ξέρω αν έχω κάποια τεχνική… Αγαπώ την ιστορία και τη λογοτεχνία εξίσου. Όταν έχω να κάνω με ένα ιστορικό βιβλίο σαν τη «Διάσωση», είμαι πολύ μεθοδική και οργανωμένη. Έχουμε τα αρχεία, τις πηγές, κι από κει κι ύστερα είναι τα κεφάλαια, η σύνθεση και πολύ σημαντικός παράγοντας για μένα… το γράψιμο! Σε άλλου είδους γραψίματα, τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα.
*Εάν κάτσω στο τραπέζι μου, μπορώ νομίζω να γράψω για οτιδήποτε – ακόμα και για ένα ποτήρι νερό… Το θέμα είναι να το αποφασίσω – και να μην έχω περισπασμούς. Να μην αρχίσω τα τηλέφωνα, να μη σκεφτώ ότι είναι ώρα να φτιάξω το τάδε ντουλάπι ή ότι είναι ωραίος καιρός σήμερα και πώς θα ήθελα να έπινα έναν καφέ με έναν φίλο! Το γράψιμο είναι πολύ μοναχική δουλειά, κι αυτό πολλές φορές είναι δύσκολο. Ιδίως, αν είσαι άνθρωπος που του αρέσει η επικοινωνία, όπως και οι μικρές χαρές της ζωής…
ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ δίνω μεγάλη σημασία. Το κακό, όπως με όλα τα γραπτά μου, είναι πως ξέρω ακριβώς πότε το αποτέλεσμα είναι καλό και πότε… θα μπορούσε να είναι καλύτερο! Κοιτάζω το κείμενο πολλές φορές, κι ας πρόκειται για εκατοντάδες σελίδες. Σ’ αυτό το θέμα, δεν τσιγκουνεύομαι. Ίσως διότι νιώθω ακόμα μεγαλύτερη ευθύνη όταν το κείμενο δεν είναι δικό μου. Τέλειο βέβαια δεν υπάρχει! Όσες φορές κι αν το διαβάσεις, κάτι θα ξεφύγει!

* Με ρωτάς Παναγιώτη τι προσόντα πρέπει να έχει ένας καλός μεταφραστής. Κάποιος το έχει πει πολύ ωραία, δεν θυμάμαι ακριβώς πώς, γι’ αυτό θα το πω με δικά μου λόγια: χρειάζεται ένας συνδυασμός πίστης και ελευθερίας! Πόσο εφικτό είναι αυτό; Εδώ είναι το στοίχημα.
Ιδίως στα λογοτεχνικά βιβλία, όπου πολλές φορές κάθε λέξη μετράει… Πολλοί δεν φαντάζονται πόσο μεγάλο ρόλο παίζει η καλή γνώση της γλώσσας προς την οποία γίνεται η μετάφραση και η άνεση στο στυλ, να ρέει που λένε. Θα πρόσθετα ότι χρειάζεται κι ένα υπόβαθρο γνώσεων, μια γενική κουλτούρα, πώς να το πω, η οποία είναι είδος προς εξαφάνιση (όπως και οι επιμελητές…).

Τα βιβλία που μετέφρασα τελευταία είχαν μια επιπλέον ιδιαιτερότητα: σε ένα κείμενο στα γαλλικά, τα αγγλικά ή τα γερμανικά, υπήρχαν λέξεις ή φράσεις σε άλλες γλώσσες! Κάπως έτσι έφτασα να μεταφράζω ακόμα και φράσεις και ποιηματάκια από τα ισπανικά…
Η μετάφραση του «Νομίζω την έλεγαν Έστερ» (εκδόσεις Καπόν) -για το οποίο βραβευτήκαμε με την Παυλίνα Δηράνη– δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Η συγγραφέας, Κάτια Πετρόφσκαγια, καλεί τον αναγνώστη σε ένα συναρπαστικό οδοιπορικό: σε ένα βαρύ παρελθόν, που σημαδεύτηκε από το ναζιστικό και το σταλινικό καθεστώς, αφήνοντας ελάχιστα ίχνη. Γεννημένη στο σοβιετικό Κίεβο, η Κάτια ζει στη Γερμανία όταν συνειδητοποιεί ότι αγνοεί την ιστορία των Εβραίων προγόνων της, που έζησαν στην Πολωνία και τη Ρωσία.
Ανακαλώντας τις μνήμες των γονιών της, θα ταξιδέψει στη Βαρσοβία, αλλά και σε πρώην στρατόπεδα συγκέντρωσης που είναι τώρα κρατικά μνημεία. Θα επιχειρήσει με μαεστρία να ξεμπλέξει τις μνήμες -σκόρπιες, σπάνιες, αταίριαστα νήματα σε ένα μπλεγμένο κουβάρι. Και θα ανασυνθέσει με τρυφερότητα και χιούμορ, μέσα από εξονυχιστική έρευνα στα αρχεία και το Ίντερνετ, την οικογενειακή ιστορία τριών γενιών, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις μεγάλες καταστροφές του 20ου αιώνα. Στην προσπάθειά της, η Πετρόφσκαγια επιδίδεται σε μια άσκηση γραφής που αποτελεί πρόκληση για τον μεταφραστή. Άλλοτε παίζει με τη γερμανική γλώσσα, κι άλλοτε για να συνδέσει συμβολικά το οικογενειακό παρελθόν με το δικό της παρόν, χρησιμοποιεί λέξεις από τις γλώσσες των προγόνων της (πολωνικά και γίντις) ή από τις γλώσσες που η ίδια γνωρίζει (ρωσικά, αγγλικά, γαλλικά).
Νιώσαμε λοιπόν αρκετά περήφανες που ενώ είχε διοργανωθεί ειδικό σεμινάριο της συγγραφέως με μεταφραστές από διάφορες χώρες, στο οποίο εμείς δεν μπορέσαμε να λάβουμε μέρος, τα βγάλαμε πέρα μόνες μας και πήραμε από το Ινστιτούτο Γκαίτε το βραβείο της καλύτερης λογοτεχνικής μετάφρασης από τα γερμανικά!
ΣΥΓΧΩΡΩ. Ναι, πάντα συγχωρώ… Επειδή η ζωή είναι πολύ σύντομη, θέλω όσο προχωρώ, να έχω όσο δυνατόν λιγότερες αποσκευές. Τα αρνητικά, δυσάρεστα συναισθήματα βαραίνουν την καρδιά και ανακόπτουν την πορεία. Ο χρόνος είναι πλέον πολύτιμος και αυτοί που με πείραξαν ή μου έκαναν κακό δεν με ενδιαφέρουν. Τους σβήνω λοιπόν από τον χάρτη μου και δεν τους σκέφτομαι πια.
Ορισμένα πράγματα βέβαια δεν ξεχνιούνται. Γίνονται διδάγματα, για να μην επαναληφθούν… Όμως, τους ανθρώπους που αγαπώ, ακόμα κι αυτούς που παραδόξως εξακολουθώ να αγαπώ, τους συγχωρώ -ίσως με συγχωρούν κι αυτοί- και συνεχίζουμε…

ΕΑΝ ΕΓΩ στενοχώρησα κάποιον, δεν έχω πρόβλημα να ζητήσω συγγνώμη. Συχνά, όχι προφορικά, αλλά έμπρακτα… Με τη μητέρα μου είχα μια δύσκολη σχέση. Όχι από έλλειψη αγάπης, μάλλον από ασυμφωνία χαρακτήρων. Δεν καταλαβαίναμε καλά η μία την άλλη. Στο τέλος, ήρθαμε πιο κοντά. Κι ελάφρυναν, νομίζω, οι καρδιές μας…
ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΩ και με σκύλους, και με γάτες, και με πουλιά, και με όλα τα ζωάκια -για τα οποία νιώθω μεγάλη τρυφερότητα. Μου δίνουν χαρά, με κάνουν να γίνομαι ξανά παιδί. Επικοινωνώ καλά μαζί τους. Αλλά μου αρέσει και απλώς να τα χαζεύω. Ένα πουλάκι στο μπαλκόνι μου, ένα γαϊδουράκι στο κάτω χωράφι, στη Σίφνο…
ΘΥΜΑΜΑΙ τα σκυλιά μας: την Πούφυ, που μας ακολούθησε στην εξορία, μας έφερνε στην κουζίνα κότες που κυνηγούσε στο πάρκο κι επέστρεψε με τους γονείς μου στη μεταπολίτευση.
Τον πανέμορφο Ντιούκ που υποχρεωθήκαμε να αφήσουμε πίσω.
Την Κλέα, αγαπημένη του πατέρα μου.
Τον σκανταλιάρη Σνούπυ που το έσκαγε για να αλητέψει και μια μέρα έφυγε και δεν επέστρεψε ποτέ.
Τον μικρό Μικέ, που ήταν νομίζω ο πιο ήσυχος…
Και, πρόσφατα, τη γλυκιά Ούμα της ξαδέλφης μου… Και… και…
Υπήρχαν σκυλιά που τα είχαμε μισά μισά, κάποια αδελφή με την άλλη ή με τον άντρα της, ανάλογα με τη φάση. Κάπως έτσι, όταν σπουδάζαμε στο Παρίσι με την αδελφή μου, είχαμε τη Σάρα, που πήρε το όνομά της κατά γράμμα και έζησε όσο η Σάρα της Βίβλου.
Όμως, τα ταξίδια με το αεροπλάνο τής δημιούργησαν (δικαίως) ψυχολογικό πρόβλημα, κι ύστερα ήταν κι οι γείτονες. Γυρνώντας το βράδυ, βρίσκαμε κάτω απ’ την πόρτα σημειώματα, «παρακαλώ, λυπηθείτε μας».
Έτσι, την… παρκάραμε στην Αθήνα, στη μάνα μας, που δεν είχε πρόβλημα να φιλοξενεί οποιονδήποτε άνθρωπο ή ζώο. Η Σάρα, στην οποία είχα ιδιαίτερη αδυναμία, έζησε πολλά χρόνια ακόμα, κι όταν επέστρεψα την έπαιρνα συχνά σπίτι μου. Καθόταν στητή και περήφανη στη θέση του συνοδηγού, της άρεσε πολύ το αυτοκίνητο. Έφτασε όμως κάποτε η στιγμή που υποχρεώθηκα να την πάω για ευθανασία. Και είπα πως αυτό, εγώ, δεν μπορώ να το περάσω ξανά. Για να με παρηγορήσει, ο σύντροφός μου έφερε σπίτι ένα πολύ χαριτωμένο κουταβάκι. Δεν μπόρεσα να το κρατήσω.

ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ αδυναμία έχω στο σκύλο της αδελφής μου, τη Ρόζυ (στη φωτογραφία). Έχουμε ένα ζωντανό διάλογο διαρκείας και τους καλοκαιρινούς μήνες που πηγαινοερχόμαστε όλοι στη Σίφνο θαυμάζουμε τις κολυμβητικές επιδόσεις της. Είναι μια μικρή πρωταθλήτρια με πολλούς θαυμαστές και τρελαίνεται όταν της πετάμε πέτρες και κάνει μακροβούτι για να τις πιάσει.
Το θέμα είναι βέβαια πότε μπορεί η Ρόζυ να πάει στη θάλασσα, καθώς υπάρχουν άνθρωποι, κυρίως Έλληνες, που δημιουργούν θέμα -λες κι ένα καθαρό, εμβολιασμένο σκυλί θα μολύνει την πεντακάθαρη, κατά τα άλλα, θάλασσά τους… Η κακή συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι στα ζώα είναι από τα πράγματα που με εξοργίζουν -ιδιαίτερα όταν βλέπω παιδιά να φέρονται σε γάτες ή σκύλους σαν να είναι παιχνίδια, να τραβούν τις ουρές τους και άλλα ωραία!
Στη Σίφνο, τα ζώα και τα ζωάκια όλων -ή και αδέσποτα- είναι μέρος της καθημερινής ζωής μας. Εκείνος ο κοκκινοτρίχης γάτος που περιφέρεται σαν παγόνι, επειδή όλο το χωριό ξέρει πως έχει καταφέρει όλες τις θηλυκές… Εκείνη η γκριζόασπρη μάνα, μονίμως έγκυος, που βρίσκει καταφύγιο στην αυλή μας… Και που η Ρόζυ, πονόψυχη στο βάθος, προσποιείται για λόγους γοήτρου πως δεν τη θέλει, την αφήνει όμως να λιάζεται εν ηρεμία…
ΚΑΡΙΝΑ σε ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή τη συνομιλία. Ήταν αποκαλυπτική…
*ΚΙ ΕΓΩ ευχαριστώ το Catisart που μου έδωσε αυτή την ευκαιρία να μονολογήσω…
***
Εδώ ολοκληρώθηκε η συνέντευξη με την Καρίνα Λάμψα που εξελίχθηκε σε ένα μυθιστορηματικό μονόλογο, μέσω του οποίου χαρήκαμε τις σκέψεις, τις απόψεις και τις γνώσεις μιας σωστής δημοσιογράφου. Ένας μονόλογος μάθημα ζωής και παράλληλα «οδηγίες χρήσης» για έναν μελλοντικό συγγραφέα ή μεταφραστή.
***
Οι φωτογραφίες ανήκουν στη Μάντυ Λάμψα και στο αρχείο της Καρίνας Λάμψα.
***
Η Καρίνα Λάμψα γεννήθηκε στην Αθήνα. Τελείωσε την Εcole Internationale της Γενεύης και σπούδασε Ιστορία και Κοινωνικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Paris I της Σορβόννης. Δημοσιογράφος με ειδικότητα στο διπλωματικό ρεπορτάζ, έχει εργαστεί σε εφημερίδες και περιοδικά κι έχει μεταφράσει πολλά λογοτεχνικά και ιστορικά βιβλία.
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
-Η διάσωση (2012), Καπόν.
-Η ζωή απ’ την αρχή (2010), Αλεξάνδρεια
Μεταφράσεις
-«Απομνημονεύματα της Μπεάτε και του Σερζ Κλάρσφελντ» (2016), Καπόν
-Petrowskaja, Katja (2014), Νομίζω την έλεγαν Έστερ, Καπόν
-Habibi, Emile, Η γη της διπλής επαγγελίας (1998), Γαβριηλίδης
-Habibi, Emile, Ο Οπσιμιστής (1998), Γαβριηλίδης
-Αλεξάκης, Βασίλης, (1994), Πριν, Εξάντας
-Mitterrand, François, Για πρόοδο και δημοκρατία (1993), Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη.



