Καντίμ Χουσεΐν: Σύμβολο των πικρών καιρών

Στέλιος Μαφρέδας, Οι ρόζοι του χεριού

Όταν βγαίναμε απ’ το σπίτι
τον κρατούσα πάντοτε από το
μικρό δάχτυλο του χεριού του.
Ο πατέρας μου! ψιθύριζα
καθώς συγχρόνιζα το βήμα μου με το δικό του
και του χάιδευα τους ρόζους.
Καμάρωνα που ήταν τόσο σκληροί.
Σκληροί, σαν τη ζωή μας…

***

Καντίμ Χουσεΐν: Μια τραγική μορφή, σύμβολο και σημείο των πικρών καιρών, μια ιστορία ζωντανή πόνου και φτώχειας, αργασμένη στο πρόσωπο, στο βλέμμα, στην καρδιά του. Ένας γιος θυσία, μια παράλογη θυσία κι ένας πατέρας, που πορεύεται στους καιρούς της μνήμης παλεύοντας να σταθεί όρθιος, ν’ αντικρίσει δικαίωση, ήλιο κι ελπίδα για να δώσει στην οικογένειά του.

Ο Καντίμ Χουσεΐν, πατέρας ενός αδικοχαμένου νέου ανθρώπου, ταξίδεψε από το μακρινό Πακιστάν προκειμένου να παραστεί στη δίκη των δολοφόνων του παιδιού του, ενώπιον των δικαστών του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Περιέγραψε τον γιο του ως ήρεμο, ψύχραιμο και ευσυνείδητο, που ήρθε στην Ελλάδα στα τέλη του 2008 – αρχές του 2009 για να δουλέψει, στέλνοντας χρήματα στην πολυμελή οικογένειά του.

Ο Σαχζάτ Λουκμάν (Shehzad Luqman) ήταν 27 χρονών όταν δολοφονήθηκε από μέλη της Χρυσής Αυγής τα ξημερώματα της 17ης Ιανουαρίου 2013 στα Πετράλωνα, στην Αθήνα.

Ο Σαχζάτ Λουκμάν ήταν ένας άνθρωπος του μεροκάματου που εκείνο το ξημέρωμα πήγαινε με το ποδήλατό του από το Περιστέρι στα Πετράλωνα για να πιάσει δουλειά στη λαϊκή. Το τάγμα εφόδου της Χρυσής Αυγής τον εντόπισε στις 3 η ώρα τη νύχτα στην οδό Τριών Ιεραρχών στα Πετράλωνα. Η μέθοδος δολοφονίας του Σαχζάτ είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτά της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα. Οι δύο Χρυσαυγίτες βγήκαν παγανιά ως τάγμα εφόδου οπλισμένοι με πτυσσόμενο μαχαίρι «πεταλούδα». Τον άφησαν στον τόπο με ένα “επαγγελματικό χτύπημα”, όπως αυτό του Ρουπακιά.

Μόνον εξαιτίας του γεγονότος ότι τη δολοφονία είδαν περίοικοι, οι οποίοι αμέσως ειδοποίησαν την αστυνομία, έφτασαν οι δύο δολοφόνοι να συλληφθούν κάπου στο Σύνταγμα. Χωρίς να νιώθουν ότι υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να συλληφθούν, είχαν ακόμα πάνω τους το ματωμένο μαχαίρι. Ο ένας ήταν 25 ετών ιδιωτικός υπάλληλος και ο άλλος 29 ετών πυροσβέστης. Στα σπίτια τους βρέθηκαν άλλες τρεις «πεταλούδες», ρόπαλα, σφαίρες πολεμικού όπλου, σφεντόνες και αεροβόλο, καθώς και μεταλλικά σφαιρίδια, αλλά και προεκλογικά φυλλάδια της Χρυσής Αυγής.

Οι δύο δράστες προφυλακίστηκαν και οδηγήθηκαν στον εισαγγελέα όπου τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, οπλοφορία, οπλοχρησία και οπλοκατοχή, χωρίς όμως στο κατηγορητήριο να συμπεριληφθούν τα ρατσιστικά κίνητρα. Μάλιστα μέσα στο βούλευμα συμπεριλαμβάνεται ο γελοίος ισχυρισμός των δύο Χρυσαυγιτών ότι επιτέθηκαν στο Λουκμάν γιατί “τους έκοψε το δρόμο με το ποδήλατο”.

Η δολοφονία του Σαχζάτ Λουκμάν είναι ένα ακόμα ρατσιστικό έγκλημα της Χρυσής Αυγής.

Η δολοφονία του Πακιστανού μετανάστη Σαχζάτ Λουκμάν δεν περιλαμβάνεται στα κακουργήματα που συνδικάζονται στο πλαίσιο της δίκης για εγκληματική οργάνωση, ωστόσο η απόφαση του δικαστηρίου για τους δράστες αποτέλεσε ορόσημο για τα μετέπειτα ρατσιστικά εγκλήματα.

Δολοφόνοι του είναι οι Χρήστος Στεργιόπουλος και Διονύσιος Λιακόπουλος.

Και οι δύο κρίθηκαν ένοχοι για τέλεση ανθρωποκτονίας κατά συναυτουργία και με άμεσο δόλο.

Στη δίκη της Χρυσής Αυγής ο Διονύσης Λιακόπουλος κρίθηκε ένοχος για ένταξη και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.

Το δικαστήριο έκρινε ότι οι δράστες είχαν συναποφασίσει να βγουν και να σκοτώσουν πριν από τη συνάντηση με το θύμα, το οποίο επέλεξαν λόγω της καταγωγής του και χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε συμπλοκή.
Πρόκειται για την πρώτη τελεσίδικη απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που αναγνωρίζει ρατσιστικό κίνητρο σε έγκλημα κατά ζωής, δημιουργώντας έτσι νομολογία (δικαστικό προηγούμενο δηλαδή).

«Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι το θύμα είναι αλλοδαπός όταν συναποφάσισαν την ανθρωποκτονία, την οποία εκτέλεσαν με διαδοχικές πράξεις», εξήγησε ο πρόεδρος της έδρας.

«Η επιλογή του δράστη έγινε λόγω των φυλετικών χαρακτηριστικών και της καταγωγής του και γι’ αυτό επιτέθηκαν σε βάρος του».

Υπενθυμίζεται ότι ο εισαγγελέας του Μονομελούς Ορκωτού Εφετείου έχει προτείνει την ενοχή των Διονύσιου Λιακόπουλου και Χρήστου Στεργιόπουλου, οι οποίοι πρωτόδικα έχουν καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη. Κατά την εισαγγελική εισήγηση, δεν υπήρξε καμία συμπλοκή το μοιραίο βράδυ, αντίθετα η επίθεση ήταν «αναίτια και απρόκλητη», αφού «δεν προκλήθηκε κανένα ζιγκ ζαγκ από την πλευρά του Λουκμάν, ούτε κεφαλοκλειδώματα όπως ισχυρίζονταν οι κατηγορούμενοι».

Σύμφωνα με τον εισαγγελέα, υπήρχε συναυτουργία, αφού «οι δύο συναποφάσισαν, πήραν ίδια στιλέτα και πέρασαν από τα Πετράλωνα».

Η δολοφονία και η σχέση με τη Χρυσή Αυγή

Μάρτυρες της δολοφονίας ήταν περίοικοι και γείτονες οι οποίοι ειδοποίησαν την αστυνομία με τους δύο δολοφόνους να συλλαμβάνονται κοντά στο Σύνταγμα. Είχαν ακόμα πάνω τους το ματωμένο μαχαίρι. Ο ένας ήταν 25 ετών ιδιωτικός υπάλληλος και ο άλλος 29 ετών πυροσβέστης. Στα σπίτια τους βρέθηκαν άλλες τρεις «πεταλούδες», ρόπαλα, σφαίρες πολεμικού όπλου, σιδηρογροθιά, σφεντόνα και αεροβόλο, καθώς και μεταλλικά σφαιρίδια, αλλά και προεκλογικά φυλλάδια της Χρυσής Αυγής. Οι δύο δράστες προφυλακίζονται και οδηγούνται στον εισαγγελέα.

Πρώτη καταδίκη

Τον Απρίλιο του 2014 με τις επτά ψήφους των τεσσάρων ενόρκων και των τριών τακτικών δικαστών κρίθηκαν τελικά ομόφωνα ένοχοι χωρίς κανένα ελαφρυντικό ο Διονύσης Λιακόπουλος και ο Χρήστος Στεργιόπουλος, οι οποίοι καταδικάστηκαν σε ισόβια.

Ο εισαγγελέας στην εισήγησή του είχε αναφέρει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν θα σφάλει αν εκτιμήσει ρατσιστικό κίνητρο.

Στον δεύτερο βαθμό

Στις 26.11.2018 άρχισε η δίκη σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο Αθηνών.

«Κάναμε ένα λάθος», είπε μεταξύ άλλων στην απολογία του στις 12.02.19 ο Λιακόπουλος, ενώ ο Στεργιόπουλος υποστήριξε πως απλώς ακούμπησε το μαχαίρι στον Σαχζάτ Λουκμάν μόνο και μόνο για να τον εκφοβίσει.

Συγκεκριμένα, στην απολογία του, ο Στεργιόπουλος, ανέφερε: «Κατέβηκε ο Λιακόπουλος από το μηχανάκι και πιάστηκε στα χέρια με το θύμα. Δεν έβλεπα τι γίνονταν. Τους είδα μαζί. Το θύμα ήταν από πάνω από το Λιακόπουλο σκυμμένος. «Άφησε τον», του λέω αλλά δεν τον άφηνε. Βγάζω το μαχαίρι από τη σέλα της μηχανής. Τον ακουμπάω με το μαχαίρι χωρίς καθόλου δύναμη… Το θύμα το αφήσαμε τελευταία φορά να προχωράει. Φύγαμε, δεν κρυφτήκαμε. Δεν εξαφανιστήκαμε ούτε εξαφανίσαμε τα μαχαίρια. Ξεκινήσαμε τη βόλτα μας».

Ο ίδιος ανέφερε στην απολογία του πως είχε πιστέψει πως ο άτυχος Λουκμάν δεν είχε πάθει τίποτα. «Θεώρησα ότι από τα τραύματα τα δικά μου δεν είχε πάθει τίποτα. Δεν είδα να τον χτυπάει ο συγκατηγορούμενός μου, δεν είδα πουθενά αίματα», είπε.
Οι δύο κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν μάλιστα ότι ο Σαχζάτ ξεκίνησε «συμπλοκή», με αφορμή το κλείσιμο από μέρους του, με το ποδήλατό του, της πορείας της μηχανής των δραστών. Με τα αναφερθέντα όμως στις απολογίες τους οι κατηγορούμενοι υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, τόσο με αυτά που είχαν πει προανακριτικά όσο και με αυτά που κατέθεσαν οι μάρτυρες. Έτσι, ο Λιακόπουλος εφηύρε “κεφαλοκλείδωμα” του Λουκμάν σε βάρος του, που εξελίχθηκε σε “πάλη”, κάτι που δεν είχε αναφέρει στην πρώτη κατάθεσή του. Ο Στεργιόπουλος από την πλευρά του δήλωσε δεν είχε δει την πρώτη μαχαιριά του Λιακόπουλου στην καρδιά, κάτι όμως το οποίο είχε ρητά αναφέρει στην πρώτη κατάθεσή του.

«Και Έλληνας να ήταν, το ίδιο θα έκανα»

Κατά την απολογία για στη δίκη της Χρυσής Αυγής, ο Λιακόπουλος επιχείρησε να πείσει το δικαστήριο ότι δεν έχει καμία σχέση με το ναζιστικό μόρφωμα.

«Δεν έχω σχέση με τη Χρυσή Αυγή, δεν είμαι ρατσιστής (…) και Έλληνας να ήταν, το ίδιο θα έκανα».

Απολογούμενος, σήμερα Τετάρτη, ο Διονύσης Λιακόπουλος, αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση του με τη Χρυσή Αυγή.

Μάλιστα, υποστήριξε ότι ήταν το θύμα αυτό που κινήθηκε απειλητικά εναντίον του ίδιου και του συγκατηγορούμενού του, Χρήστου Στεργιόπουλου.

Όπως τόνισε ο Λιακόπουλος, δεν υπήρχε κανένα ρατσιστικό κίνητρο εκ μέρους τους, καθώς δεν κατάλαβαν από την αρχή ότι επρόκειτο για αλλοδαπό, αφού, όπως είπε, «μας έβριζε στα ελληνικά».

Σε επισήμανση του εισαγγελέα ότι προανακριτικά είχε πει πως στους έβριζε «σε γλώσσα που δεν καταλαβαίναμε», ο Λιακόπουλος απάντησε πως αρχικά ήταν στα ελληνικά, και μετά στην άγνωστη σε αυτούς γλώσσα.

Ο διάλογος προέδρου – κατηγορουμένου αναλυτικά

Πρόεδρος: Γιατί είχατε φυλλάδια της Χρυσής Αυγής στο σπίτι σας;

Λιακόπουλος: Τα μοίραζαν προεκλογικά και πήρα.

Πρόεδρος: Και γιατί τα κρατήσατε από τις εκλογές του 2012 μέχρι το 2013; Άλλων κομμάτων είχατε;

Λιακόπουλος: Όχι, μόνο της Χρυσής Αυγής.

Πρόεδρος: Τα μαχαίρια;

Λιακόπουλος: Με εξυπηρετούν στο ψάρεμα.

Πρόεδρος: Η σφεντόνα;

Λιακόπουλος: Για κυνηγετική χρήση.

Πρόεδρος: Οπότε ασχολείστε και με την αλιεία και με το κυνήγι… Το αεροβόλο;

Λιακόπουλος: Πήγαινα για σκοποβολή νυχτερινές ώρες στον Βύρωνα.

Πρόεδρος: Γιατί δεν πηγαίνατε μέρα; Άνεργος ήσασταν, λέτε, είχατε χρόνο.

Πρόεδρος: Η απόφαση (σ.σ.: του ΜΟΕ) λέει ότι είχατε ρατσιστικό μένος. Γιατί;

Λιακόπουλος: Δεν κινηθήκαμε έτσι, δεν υπάρχει κάποιος μάρτυρας.

Πρόεδρος: Το Δικαστήριο λέει ότι έτσι νιώσατε. Γιατί;

Λιακόπουλος: Εγώ ούτε ρατσιστής είμαι ούτε έχω σχέση με τη Χρυσή Αυγή, ούτε ήξερα στην αρχή ότι ήταν αλλοδαπός. Και Έλληνας να ήταν, το ίδιο θα έκανα.

Πρόεδρος: Δηλαδή, αν κάποιος είναι μπροστά με ποδήλατο και κάνει ζιγκ-ζαγκ ο ενδεικνυόμενος τρόπος ήταν αυτός, να βγάλετε μαχαίρι;

Λιακόπουλος: Ήταν λάθος, το έχω πει πολλές φορές, δεν μπορώ να το γυρίσω πίσω, έχω ζητήσει συγγνώμη από την οικογένεια επανειλημμένες φορές. Δεν είμαι ρατσιστής και δεν έχω σχέση με τη Χρυσή Αυγή. Ήταν λάθος.
Ο κατηγορούμενος, απαντώντας σε ερωτήσεις της Έδρας για προεκλογικό υλικό της Χρυσής Αυγής που είχε βρεθεί στο σπίτι του από την αστυνομία μετά τη δολοφονία Λουκμάν, είπε πως τα είχαν μοιράσει σε καφετέρια που καθόταν με φίλους του και αυτός τα μάζεψε και τα κράτησε για γραφική ύλη.

Αντίστοιχα σε ερωτήσεις για μαχαίρια, αεροβόλο, σφαίρες, αμπούλες αερίου κ.ά., που βρέθηκαν στο σπίτι του, ο κατηγορούμενος είπε ότι ασχολείτο με το κυνήγι και το ψάρεμα. Για ένα ρόπαλο είπε πως το αγόρασε απλά μόνο γιατί του αρέσει το μπέιζμπολ «αν και δεν υπάρχει στην Ελλάδα το άθλημα», ενώ για τα φυσίγγια ότι ήταν ενθύμια από τον στρατό.

Πρόεδρος: Ενθύμιο το ρόπαλο, ενθύμιο και αυτά. Είχατε μαχαίρι μαζί σας τη μέρα της δολοφονίας, γιατί;
Λιακόπουλος: Για εκφοβισμό, αν μου επιτεθεί κάποιος. Μου είχαν κλέψει κάποτε το κινητό.

Πρόεδρος: Θεωρείτε λογικό κάθε πολίτης να κυκλοφορεί με μαχαίρι μήπως του κλέψουν το κινητό;
Λιακόπουλος: Είχα πάθει φοβία.

  • Με πληροφορίες από: ΤΑ ΝΕΑ, ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, Εργατική Αλληλεγγύη, Διαδίκτυο