36.8 C
Athens
Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

Ένα Radar οδήγησε και πάλι τον Αλμπέρ Καμύ στην Αθήνα για την «Παρεξήγηση»

«Ονειροπαρμένος βάδιζε αργά ανάμεσα στα πολύχρωμα λουλούδια, με τα μάτια μισόκλειστα, παραζαλισμένος από τ’ αστροποβόλημα της λιόλουστης μέρας. Μια ολόδροση νερατζιά τον τράβηξε κοντά της. Γοητευμένος άνοιξε την αγκαλιά του και σαν φλογερός εραστής τύλιξε τα μπράτσα του γύρω στο λυγερό κορμί της, έγειρε με άπειρη τρυφερότητα το κεφάλι του επάνω στους ανθούς της, ρούφηξε ηδονικά τη μεθυστική ευωδιά τους κι αφέθηκε σε νοσταλγικό ρεμβασμό… Ξάφνου σαν χτυπημένος από βόλι, τινάχτηκε πάνω, με το χέρι στην καρδιά του! Εκεί ψηλά, ανάμεσα απ’ τις φυλλωσιές είχε αντικρίσει το θάμα. Την Ακρόπολη καμαρωτή στα περίσσια κάλλη της…».

Απρίλιος του 1955. Ο Αλμπέρ Καμύ φτάνει στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, στο Χασάνι, όπως το έλεγαν τότε. Καλεσμένος από τον πρόεδρο της Ελληνογαλλικής Πνευματικής Ένωσης, τον ψυχίατρο και νευρολόγο Άγγελο Κατακουζηνό να συμμετάσχει στη συζήτηση για «Το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού». Παίρνοντας τον δρόμο για την Αθήνα ο Καμύ όταν πλησιάζουν ζητά να ανέβουν σε ένα λόφο που βλέπει. Θέλει να δει από εκεί τον ιερό βράχο της Ακρόπολης. Σταματούν και ανεβαίνουν στον λόφο ακριβώς δίπλα από την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του κυνηγού, στη λεωφόρο Βουλιαγμένης.

Η σκηνή του προλόγου διαδραματίστηκε επάνω στον λόφο και περιγράφεται στο βιβλίο που έγραψε η Λητώ Κατακουζηνού με τον τίτλο «Συντροφιά με τον Albert Camus» (Έκδοση από το Ίδρυμα Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού – Αθήνα 2011).

Εκεί, στην ίδια πλατεία, δίπλα στον ίδιο γύρισε ο Αλμπέρ Καμύ μετά από 60 και χρόνια… Γύρισε στο Θέατρο Radar για να παρακολουθήσει το έργο του «Παρεξήγηση», ένα μυθιστόρημα που έγραψε το 1943, όταν ήταν 30 ετών. Στα 44 του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και στα 47 τον συνάντησε ο θάνατος σε ένα τρομερό τροχαίο.

Στην επέτειο του θανάτου του και στην παράσταση «Παρεξήγηση» (1982) ο Άγγελος Κατακουζηνός μίλησε για τον συγγραφέα.

Εδώ θα διαβάσουμε αποσπάσματα από αυτή την ομιλία:

«Σαν άνθρωπος ο Camus ήταν ένας ενδόστροφος καταπιεσμένος στη ζωή. Πέρασε τα νιάτα του μέσα σε σωματικές και ψυχικές συμφορές, μέσα στη φτώχεια, την αρρώστια και τη φυματίωση, που τον σημάδεψε από τα δεκαεφτά του ήδη χρόνια. Χάρις όμως στην ξεχωριστή πνευματική του ιδιοσυστασία και τη βαθειά του παιδεία, που καθόριζε την ψυχική του πορεία, κατάφερε να ξεφύγει από τις απωθήσεις μιας βαριάς ψυχολογικής καταπίεσης που ωστόσο του άφησε μια πικρή γεύση της ζωής […] Η πνευματική Γαλλία τον τραβούσε σαν μαγνήτης, ενώ ο μεσογειακός ήλιος, το φως που πρωτοείδε στην Αλγερία και τα μεθυστικά αρώματα της Τίπαζα τον κρατούσαν αιχμάλωτο. Οι ψυχικές προσπάθειες, που κατέβαλε για να λυτρωθεί από αυτό το αδιέξοδο, άφησαν βαθιές πληγές μέσα του, που τον τυραννούσαν σε όλη του τη ζωή […] Η πλούσια φαντασία του και ο βαθύς στοχασμός του, άνοιγαν κάθε τόσο νέους διάπλατους δρόμους που του επέτρεπαν να ξεφεύγει από τα στενά, δυσπνοϊκά μονοπάτια της ταλαιπωρημένης ζωής του για να λυτρωθεί, να ελευθερωθεί από την ψυχική φυλακή του. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί και το πάθος του για το θέατρο. Είναι γνωστό πως από τα εφηβικά του χρόνια έπαιζε σε έναν θίασο που είχε ο ίδιος οργανώσει στο Αλγέρι. Το θέατρο ήταν για τον Camus μια φυγή από την καταπιεστική ζωή της καθημερινότητας που τον έπνιγε. Ήταν μια ποικιλία μέσα στη μονοτονία της ζωής, που του πρόσφερε την δυνατότητα να ζει, με τους ρόλους που υποδυόταν πολλές ζωές. Χαρακτηριστικό είναι πως του άρεσε να παίζει μόνος του τον ρόλο σε ένα κλειστό, άδειο θέατρο. […] Εκείνο που χαρακτηρίζει τον Camus και την φιλοσοφία του είναι ο βαθύς σεβασμός του για τον άνθρωπο. Ο Camus δεν στέκεται στα περιθώρια της ανθρώπινης ζωής για να τον μελετήσει θεωρητικά, μπαίνει μέσα στη ζωή του ανθρώπου και συμμερίζεται τους καημούς και τους πόνους του. Γι’ αυτό είναι ο μόνος από τους υπαρξιστές φιλοσόφους, που πλησίασε τόσο κοντά τον άνθρωπο και σαν πιο ανθρώπινος, τον συγκίνησε βαθειά […] Ο Camus θεωρεί την Ελλάδα σαν θετή πνευματική του μητέρα. Η ελληνική αυτή παιδεία αποτελεί ένα είδος σπονδυλικής στήλης σε όλη τη δημιουργία του Camus. […] ήξερε καλά τις ελληνικές κλασσικές απόψεις. Τις είχε μελετήσει σε βάθος και σε πλάτος και ήταν απόλυτα επηρεασμένος από αυτές. Είναι φανερό πως η όλη εκδήλωση της φιλοσοφικής σκέψης του, είχε διαμορφωθεί από την Ελληνική Παιδεία […]

Όταν πρωτοήλθε καλεσμένος μας τον Απρίλη του 1955 ήταν σαν ένας άνθρωπος που βρίσκεται ονειροπαρμένος.

Στον Ναό της Αφαίας, στην Αίγινα, ξάπλωσε κατά γης και έμεινε εκεί τρεις ώρες ακίνητος. Δεν το έκανε για να παίξει θέατρο. Το αισθανόταν βαθιά συγκλονισμένος. Μέσα του είχε μια έντονη ευαισθησία όταν ερχόταν σ’ επαφή με κάθε τι το ελληνικό. Τον χώρο, το φως, το χρώμα, την πέτρα, το μάρμαρο, το χώμα, τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα τη θάλασσα…». (Εδώ, η φωτογραφία στο ναό της Αφαίας. Στη μέση ο Αλμπέρ Καμύ).

Λίγα λόγια για το έργο

Στην κεντρική Τσεχία του Μεσοπολέμου και ενώ ο τρόμος της γερμανικής κατοχής απειλεί ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη, δύο γυναίκες, η Μητέρα και η κόρη της Μάρθα, διατηρούν ένα πανδοχείο. Στους πελάτες που φτάνουν εκεί, προσφέρουν τσάι με υπνωτικό, τους ληστεύουν και τους ρίχνουν στο ποτάμι με συνεργό τον παράξενο υπηρέτη τους. Στόχος τους είναι να συγκεντρώσουν χρήματα ώστε να μπορέσουν να φύγουν από τον σκοτεινό και καταθλιπτικό Βορρά και να ταξιδέψουν στο Νότο, για να συναντήσουν τη θάλασσα και το φως του ήλιου.

Τι γίνεται όμως όταν στο πανδοχείο φτάνει ο Γιαν, γιος της Μητέρας και αδερφός της Μάρθας, που έλειπε τριάντα χρόνια και εκείνες δεν τον αναγνωρίζουν; Ο Γιαν αποφασίζει να κρατήσει την ταυτότητά του κρυφή.

Είναι πλούσιος κι έρχεται από τον Νότο: το τέλειο θύμα.

Η Μαρία, η γυναίκα του Γιαν, διαισθανόμενη τον κίνδυνο, αναζητά τον άντρα της. Θα αποτραπεί όμως το μοιραίο;

Ο Καμύ μιλάει για την «Παρεξήγηση»

«Η «Παρεξήγηση» είναι χωρίς αμφιβολία ένα σκοτεινό έργο. Γράφτηκε το 1943, και εγώ βρισκόμουν σε μια χώρα περικυκλωμένη και υπό κατοχή, μακριά από καθετί που αγαπούσα. Φέρει τα χρώματα της εξορίας. Παρόλα αυτά, δεν πιστεύω ότι είναι ένα έργο απαισιόδοξο. Η δυστυχία δεν έχει παρά ένα μέσον μόνο να ξεπεράσει τον εαυτό της, κι αυτό είναι η μεταμόρφωσή της στο τραγικό. «Το τραγικό, λέει ο Λόρενς, πρέπει να είναι ένα μεγάλο λάκτισμα στη δυστυχία». Η «Παρεξήγηση» επιχειρεί να αναπαράγει εκ νέου, σε έναν σύγχρονο μύθο, το αρχαίο θέμα του μοιραίου. Εναπόκειται στο κοινό να κρίνει αν πέτυχε ο συνδυασμός. Μετά το τέλος του έργου όμως, θα ήταν λάθος να πιστέψει ότι το έργο υποστηρίζει την υποταγή στο μοιραίο. Αντιθέτως, είναι ένα έργο επαναστατικό, και θα μπορούσε μάλιστα να περιέχει και την ηθική της ειλικρίνειας. Εάν ο άνθρωπος θέλει να αναγνωρίζεται, πρέπει απλά να λέει ποιος είναι. Αν σιωπά ή ψεύδεται, πεθαίνει μόνος και το σύμπαν γύρω του βουλιάζει στη δυστυχία. Αν, αντιθέτως, μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας, χωρίς αμφιβολία και πάλι θα πεθάνει, αλλά αφού θα έχει βοηθήσει τους άλλους και τον εαυτό του να ζήσουν».

Σκηνοθετικό σημείωμα από την Αναστασία Παπαστάθη

«Αντιλαμβάνομαι το έργο ως σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κόσμους. Το Φως και το Σκοτάδι. Στην ουσία είναι σύγκρουση ανάμεσα σε ανθρώπινες ψυχές.

Αυτές με ενδιαφέρει να ερευνήσω γιατί μόνον έτσι αποκτούν υπόσταση οι αφηρημένες έννοιες. Το σκοτάδι εκπροσωπεί η Μητέρα και η Μάρθα. Είναι ένας κόσμος που δολοφονεί, κλέβει, εξαπατά και στραγγαλίζει κάθε είδους συναίσθημα. Το φως εκπροσωπεί η Μαρία, γέννημα θρέμμα του Νότου, του ήλιου και της θάλασσας. Η Μαρία διαισθάνεται αυτό που θα συμβεί, εκφράζει τα συναισθήματά της με καθαρότητα και αλήθεια, αγαπά και έχει πάθος για τη ζωή. Ο Γιαν που κινείται ανάμεσα στους δύο κόσμους, απορροφάται τελικά από το σκοτάδι που συνήθως είναι πιο δυνατό.

Όσο για τον υπηρέτη, εξυπηρετεί το μοιραίο, το αναπόφευκτο, άλλοτε με τη μορφή του Θεού και άλλοτε με τη μορφή του δαίμονα.

Επιλέγω να διατηρήσω την εποχή της «Παρεξήγησης», δηλαδή τον Μεσοπόλεμο, γιατί πιστεύω ότι έτσι αναδεικνύεται καλύτερα η διαχρονικότητα του έργου. Κατά τη γνώμη μου οι ιδέες και οι έννοιες αποκτούν την πραγματική τους διάσταση μέσα στον χώρο και τον χρόνο που γεννήθηκαν.

Όσο πιο καθαρά φωτίζεται το κείμενο, τόσο καλύτερα θα μπορέσει να επικοινωνήσει μαζί του ο σύγχρονος θεατής».

Όσα είδα από τη σειρά 4 και τη θέση 6

Μια ζεστή αγκαλιά με το που μπαίνεις στο θέατρο Radar. Οικογενειακή, σπιτική ατμόσφαιρα. Η ίδια αίσθηση και στην αίθουσα. Από τη σειρά 4 και τη θέση 6, παρακολούθησα την παράσταση.

– Το σκηνικό (Ειρήνη Παγώνη) σε κερδίζει με μιας. Απλό και σαφές. Χωρίς περιττά στολίδια. Καθαρές γραμμές, ιδανική επιλογή των αντικειμένων που μας οδηγούν άμεσα στην εποχή που διαδραματίζεται το έργο.

– Ακριβώς το ίδιο πετυχαίνει και η μουσική επιμέλεια (Πάνος Φορτούνας), η οποία δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα για να στηρίξει τις δραματικές καταστάσεις που εξελίσσονται από την πρώτη κιόλας σκηνή.

– Οι φωτισμοί (Αναστασία Παπαστάθη) και η ενδυματολογική φροντίδα των ηθοποιών (Ειρήνη Παγώνη), δεν αφήνουν αδιάφορο τον θεατή αφού δημιουργούν συνθήκες παρόμοιες με το γύρισμα κινηματογραφικής ταινίας.

– Αυτό το τελευταίο ασφαλώς οφείλεται και στη σκηνοθετική άποψη (Αναστασία Παπαστάθη) η οποία έχει δώσει γρήγορους ρυθμούς χωρίς αυτό να μειώνει στο ελάχιστο την επικέντρωση στο λόγο και στα μηνύματα του συγγραφέα. Η σκηνοθέτις είχε την εξαιρετική τύχη να συνεργάζεται με έμπειρους αλλά και με νέους ηθοποιούς. Έτσι το μίγμα αυτής της συνεύρεσης δεν θα μπορούσε να είναι παρά μόνο εξαιρετικό.

– Στο όλο εγχείρημα καίρια ήταν η συμβολή της μετάφρασης (Αναστασία Παπαστάθη) δια της οποίας ο λόγος του Camus γίνεται περισσότερο οικείος ενώ παράλληλα φωτίζονται οι απόψεις του για τη ζωή και τον άνθρωπο.

Στη σκηνή του Radar όλοι οι ηθοποιοί χάρισαν μοναδικές στιγμές:

– Η Αλεξάνδρα Κουλούρη, ως Μαρία, ανταποκρίνεται με εξαιρετική ερμηνευτική δεινότητα και άνετη σκηνική παρουσία στον απαιτητικό της ρόλο.

– Ο Βαγγέλης Ψωμάς είναι ο βασικός πρωταγωνιστής που χειρίζεται με δεξιοτεχνία το μεγάλο ερωτηματικό που τον βασανίζει. Καταφέρνει δε να δώσει αισιόδοξα χρώματα στο πορτρέτο του Γιαν, την ώρα που αυτός δίνει τη μάχη με τον εαυτό του.

– Ο Νίκος Μπουσδούκος, ως υπηρέτης, παραδίδει μαθήματα υποκριτικής. Μπορεί ο ρόλος του να είναι μόνο ελάχιστες λέξεις, όμως η διαρκής σιωπηλή παρουσία του στη σκηνή είναι οπωσδήποτε άξια προσοχής.

– Η Αναστασία Παπαστάθη σηκώνει με απόλυτη επιτυχία το ψυχολογικό βάρος ως Μάρθα και δίνει σκληρό αγώνα να φτάσει στο τέλος με όπλο τη σκληρή γλώσσα της αλήθειας.

– Η Μαρία Σκούντζου, τώρα ως μητέρα. Παλιότερα είχε ερμηνεύσει το ρόλο της Μαρίας. Και μόνο η παρουσία της στη σκηνή είναι μεγάλο δέλεαρ για να πάει κάποιος να δει την «Παρεξήγηση». Δεν επαναπαύεται στην τεράστια εμπειρία της. Αντιθέτως με νεανικό πάθος μας χαρίζει μια από τις καλύτερες ερμηνείες της, ενώ κυριολεκτικά μας κάνει δώρο τη σκηνή της αναγνώρισης. Είναι ανεπανάληπτη…

Βραβεία για την «Παρεξήγηση»

– Βραβείο μετάφρασης 2016 στην Αναστασία Παπαστάθη από την Ελληνική Εταιρεία Μεταφραστών Λογοτεχνίας.

– Βραβείο Καλύτερης Παράστασης 2015-2016 από την Ακαδημία Κορφιάτικων Βραβείων Τέχνης.

Παραστάσεις

Κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 9 μ.μ. και Κυριακή στις 7 μ.μ.

Εισιτήρια: 12 ευρώ κανονικό και 10 ευρώ μειωμένο

Διάρκεια: 110 λεπτά μαζί με διάλειμμα 10 λεπτών

Μέχρι και την Κυριακή των Βαΐων

Η «Παρεξήγηση», που παίζεται φέτος για δεύτερη χρονιά, λόγω μεγάλης επιτυχίας θα συνεχιστεί μέχρι και την Κυριακή των Βαΐων 9 Απριλίου 2017.

Συντελεστές

«Παρεξήγηση»

Του Αλμπέρ Καμύ

Μετάφραση, Σκηνοθεσία, Φωτισμοί:

Αναστασία Παπαστάθη

Σκηνογραφία, Ενδυματολογία: Ειρήνη Παγώνη

Μουσική επιμέλεια, Ήχοι: Πάνος Φορτούνας

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία Παυλοπούλου

Φωτογραφίες: Παναγιώτης Τσίκος

Προβολή / Επικοινωνία: BrainCo S.A.

Ερμηνεύουν με σειρά εμφάνισης οι ηθοποιοί

Μητέρα: Μαρία Σκούντζου

Μάρθα: Αναστασία Παπαστάθη

Υπηρέτης: Νίκος Μπουσδούκος

Γιάν: Βαγγέλης Ψωμάς

Μαρία: Αλεξάνδρα Κουλούρη

Πληροφορίες

Θέατρο Radar

Πλατεία Αγίου Ιωάννη και Πυθέου 93

Απέναντι από τον Σταθμό Μετρό «Άγιος Ιωάννης»

Τηλέφωνο: 210 – 97.69.294.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -