Cat Is Art

Jacob Lawrence: Ο ζωγράφος της “Μεγάλης Μετανάστευσης” των Αφροαμερικανών

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μέχρι το τέλος Οκτωβρίου του 2020, το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης παρουσιάζει την έκθεση «Jacob Lawrence: The American Struggle» με έργα του μοντερνιστή ζωγράφου από τη σειρά «Struggle: From the History of the American People».

Ο Τζέικομπ Λόρενς καταπιάνεται στα θέματά του με την Ιστορία από την εποχή της αποικιοκρατίας έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στα έργα του, ο ζωγράφος αποτυπώνει επίσης τους αγώνες των γυναικών και των μαύρων σε αυτή την ιστορική περίοδο.

Ο Λόρενς είναι κυρίως γνωστός για την απεικόνιση της ζωής των μεταναστών στην Αμερική και συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους Αφροαμερικανούς καλλιτέχνες του 20ού αιώνα.

Ο Jacob Armstead Lawrence ήταν ένας Αμερικανός ζωγράφος γνωστός για την απεικόνιση ιστορικών θεμάτων των Αφροαμερικανών και της ζωής τους, όπως την έζησε και ο ίδιος. Γεννήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1917, στο Ατλάντικ Σίτι του Νιου Τζέρσι και απεβίωσε στις 9 Ιουνίου 2000, στο Σιάτλ, Ουάσιγκτον.

Ο Λόρενς αναφερόταν στο ύφος του ως «δυναμικός κυβισμός», αν και η κύρια επιρροή του δεν ήταν τόσο η γαλλική τέχνη όσο τα σχήματα και τα χρώματα του Χάρλεμ.

 

 

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου παρατηρήθηκε μια μεγάλης έκτασης μετανάστευση Αφροαμερικανών από τις Πολιτείες του αμερικανικού Νότου. Από αριθμητικής πλευράς, περισσότεροι από έξι εκατομμύρια άνθρωποι μετακινήθηκαν από εκεί, στις πόλεις του Βορρά, της Δύσης και των μεσοδυτικών Πολιτειών, μεταξύ 1910 και 1970.

 

 

Το 1941, ο Τζέικομπ Λόρενς, σε ηλικία μόλις είκοσι τριών ετών, ολοκλήρωσε μια σειρά εξήντα έργων ζωγραφικής που αναφέρονται στη “Μεγάλη Μετανάστευση”, τη μαζική αυτή μετακίνηση των Αφροαμερικανών, ένα από τα μεγαλύτερα και δραματικότερα πραγματικά δημογραφικά γεγονότα του 20ου αιώνα. Το έργο του Λόρενς θεωρείται ορόσημο στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης και ένα βασικό και κλασικό παράδειγμα για τον παραστατικό ολοζώντανο τρόπο με τον οποίο η ζωγραφική απεικονίζει την Ιστορία στο πέρασμα των διαφόρων εποχών.

 

 

Από ιστορικής και κοινωνιολογικής τώρα άποψης, το βασικότερο κίνητρο σχεδόν όλων εκείνων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον Νότο, ήταν οι ευκαιρίες απασχόλησης, αλλά επίσης και οι φυλετικές ταπεινώσεις που βίωναν σε συνεχόμενη βάση από το βίαιο κράτος του καθεστώτος Τζιμ Κρόου. Με την πάροδο των ετών, όμως, η μετακίνηση των μαύρων μεταναστών προς Βορρά, υποχώρησε. Καθώς οι θέσεις εργασίας μειώνονταν λόγω του οικονομικού κραχ του 1929, το κύμα των μεταναστών υποχωρούσε προσωρινά, για να αυξηθεί σε ακόμη υψηλότερα νούμερα κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μετακίνηση των Αφροαμερικανών, άρχισε να υποχωρεί στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν, χάρη στο κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα, οι συνθήκες άρχισαν να βελτιώνονται αισθητά στο Νότο.

 

 

Η Μεγάλη Μετανάστευση άλλαξε φυσικά πλήρως το κοινωνικό τοπίο της χώρας. Έτσι το 1910, περίπου το ενενήντα τοις εκατό των Αφροαμερικανών του έθνους ζούσε στο Νότο, ενώ γύρω στο 1970, σχεδόν οι μισοί από αυτούς ζούσαν κάπου αλλού. Οι αρκετές ευκαιρίες απασχόλησης, η ανάπτυξη και η προσβασιμότητα στους σιδηροδρόμους, είχαν ως αποτέλεσμα ορισμένα αστικά μέρη όπως η Νέα Υόρκη, το Σικάγο, το Κλίβελαντ, το Ντιτρόιτ, η Φιλαδέλφεια, το Πίτσμπουργκ και το Σεν Λούις, να γίνουν όλα σημαντικοί προορισμοί. Ο πληθυσμός, σε κάθε πόλη, των μαύρων κατοίκων αυξήθηκε δραματικά από το 1910, ενώ παράλληλα διαφάνηκε ανάμεσά τους και κάποια πολιτιστική άνθηση σε πολλαπλά επίπεδα. Η ευρεία ανάπτυξη του αμερικανικού σιδηροδρομικού συστήματος με τη στροφή του εικοστού αιώνα έκανε τα τρένα ένα πρόσφορο μέσο για το πρώτο κύμα της Μεγάλης Μετανάστευσης. Οι σιδηρόδρομοι, παράλληλα, ήταν επίσης μια εύκολη πηγή θέσεων εργασίας για τους Αφροαμερικανούς εργάτες. Οι περαιτέρω παρατεταμένες ομοσπονδιακές επενδύσεις στο εθνικό οδικό δίκτυο ξεκίνησαν το 1921, και άνοιξαν σταδιακά την πόρτα σε ευρύτατη επικοινωνία μεταξύ των Πολιτειών με λεωφορείο. Το 1929, περισσότερες από εκατό περιφερειακές γραμμές λεωφορείων ενοποιήθηκαν με την ονομασία Greyhound Lines και με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκαν στο μεγαλύτερο σύστημα λεωφορείων της αχανούς χώρας. Μέχρι το 1935, η εθνική επιβατική κίνηση με λεωφορεία ξεπέρασε τα σιδηροδρομικά ταξίδια, για πρώτη φορά, και οι μετανάστες όλο και περισσότερο, έκαναν το ταξίδι από το Νότο πλέον με λεωφορείο.

 

 

Ο Λόρενς ξεκίνησε τη σειρά των εξήντα πάνελ του με την εικόνα της χαοτικής συγκέντρωσης πλήθους σ’ ένα σιδηροδρομικό σταθμό, με όλους τους απελπισμένους Αφροαμερικανούς να σπρώχνονται προς τα τρία παράθυρα έκδοσης εισιτηρίων με τις σχετικές ενδείξεις των πόλεων Σικάγο, Νέα Υόρκη και Σεν Λούις. Σχεδόν σε όλους τους πίνακες του συγκεκριμένου καλλιτέχνη, η εικόνα στην ουσία επαναλαμβάνεται. Σιδηροδρομικοί σταθμοί, βαγόνια, αίθουσες αναμονής, επιβάτες με βαριές και ογκώδεις τσάντες, συγγενείς, γνωστοί και φίλοι που τους αποχαιρετούν, δίνουν το ανάλογο στίγμα της κάθε χρονικής στιγμής σε κάθε τόπο.

 

 

“Έφυγαν σαν να τους φυγάδευε κάποια κατάρα”, έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής και βεβαίως αρκετά βιβλία σχετικά με το θέμα αυτό, αργότερα. Ήταν όλα αυτά που διάβασε και χρησιμοποίησε ο Λόρενς ώστε να δημιουργήσει αυτό το εμβληματικό εικαστικό έργο. Οι τρεις πόλεις που αναφέρθηκαν παραπάνω σε αυτή την εικαστική δημιουργία, ήταν οι βασικότεροι προορισμοί για τις εκατοντάδες χιλιάδες των μαύρων Νοτίων που εγκατέλειψαν τα σπίτια τους σε αναζήτηση οικονομικής ευμάρειας και κοινωνικής ισότητας στο βιομηχανοποιημένο Βορρά.

 

Εκτός από τη Νέα Υόρκη, το Σικάγο δέχτηκε τους περισσότερους μετανάστες από οποιαδήποτε άλλη αμερικανική πόλη και στη συνέχεια άνθησε ως σημαντικό κέντρο της αφροαμερικανικής κουλτούρας. Στο γύρισμα του αιώνα, οι μαύροι κάτοικοι της πόλης ανέρχονταν σε λιγότερο από δύο τοις εκατό του συνολικού πληθυσμού, αλλά μεταξύ 1910 και 1920 ο αριθμός τους διογκώθηκε τα μέγιστα. Πολλές από τις νέες αφίξεις μετακινήθηκαν και εγκαταστάθηκαν στη νότια πλευρά (South Side) της πόλης που ονομάστηκε Μπρόνζβιλ (Bronzeville) από τον τοπικό μαύρο Τύπο.

 

 

Το Σαιν Λούις στο Μιζούρι, ήταν το καταληκτικό σημείο πολλών σιδηροδρομικών γραμμών από το Μισισιπή, καθιστώντας το σημαντικό σημείο στάσης για πολλούς μετανάστες και μία από τις πρώτες πόλεις που θα αλλάξει δραματικά την όψη της από τη μετανάστευση. Όμως ο ανταγωνισμός των Αφροαμερικανών με τους λευκούς της περιοχής για τις πολυπόθητες θέσεις εργασίας, εξώθησε την κατάσταση σε φυλετική ένταση, η οποία γρήγορα κλιμακώθηκε εκεί καθώς και στο Ανατολικό Σεν Λούις, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το ποτάμι, στο Ιλινόις. Η πικρία οδήγησε στις ταραχές του 1917 στο Ανατολικό Σεν Λούις, μία από τις χειρότερες εκρήξεις ρατσιστικής βίας στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Περισσότερα από τριακόσια σπίτια και κτήρια στις μαύρες γειτονιές κάηκαν, και η “Εθνική Ένωση των Εγχρώμων Ατόμων” (National Association of Colored People) εκτίμησε ότι οι Αφροαμερικανοί που σκοτώθηκαν, κυμαίνονταν σε αριθμό μεταξύ εκατό και διακοσίων.

 

Την αρχική εισροή μεταναστών στη Νέα Υόρκη, ακολούθησε μεγάλη άνθηση των τεχνών. Μέχρι το 1920, τα δύο τρίτα των Αφροαμερικανών από τον πληθυσμό της πόλης ζούσαν στο Χάρλεμ, όπου οι εκ γενετής Νεοϋορκέζοι αναμειγνύονταν με τους μετανάστες από την Ευρώπη και Καραϊβική, καθώς και με τις νέες αφίξεις από το Νότο. Μια νέα γενιά συγγραφέων, καλλιτεχνών και ακτιβιστών εισήλθε και δημιούργησε αυτό που είναι γνωστό ως η Αναγέννηση του Χάρλεμ. Το Savoy Ballroom, ένα από τα πολλά νυχτερινά κέντρα της γειτονιάς που άνοιξε το 1926, ήταν πάντοτε γεμάτο από πλήθος κόσμου. Βρισκόταν στη Λεωφόρο Lenox, εκείνο το σημείο όπου χτυπούσε η καρδιά του Χάρλεμ, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο ποιητής Λάνγκστον Χιουζ.

 

 

Οι ιστορίες της Μεγάλης Μετανάστευσης ειπώθηκαν με πολλούς τρόπους και μορφές, συμπεριλαμβανομένων μυθιστορημάτων, έργων ζωγραφικής και απομνημονευμάτων. Ένα από τα μουσικά είδη που άγγιξε ανεξίτηλα το φαινόμενο αυτό ήταν το μπλουζ, μέσα απ’ το οποίο, οι μουσικοί ανακύκλωναν τις ιστορίες τους γεμάτες κακουχίες, αλλά και ελπίδα, μιλώντας για τις στερήσεις της ζωής τους στον Αμερικανικό Νότο, αλλά και το πόνο της φυγής από το σπίτι. Τα μπλουζ δεν θα υπήρχαν, πιθανότατα, χωρίς τους νόμους του Τζιμ Κρόου. Πρόκειται για το γνωστό αμερικανικό σύστημα φυλετικής ανισότητας που έκανε τη ζωή των Αφροαμερικανών στο Νότο, δύσκολη, γιατί ουσιαστικά με αυτόν, θεσμοθετήθηκε ο ρατσισμός. Ο όρος προέρχεται από ένα παλιό μουσικό τραγούδι του Τόμας Ράις (1808-1860) του δέκατου ένατου αιώνα.

 

 

Από κάθε πόλη οι νέγροι έφευγαν κατά εκατοντάδες για να πάνε βόρεια και να εισέλθουν στη βαριά βιομηχανία της περιοχής. Όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα, πυκνό πλήθος μεταναστών, φορτωμένο με τσάντες και κουτιά, σπρώχνεται βόρεια, και τα σώματά τους σχηματίζουν ένα τριγωνικό σχήμα που θυμίζει τον V-σχηματισμό των πουλιών στην πτήση πάνω από τα κεφάλια τους. Η εύκολη μετακίνηση των πουλιών μέσω του αέρα, όμως, εφιστά την προσοχή του θεατή στο δύσκολο ταξίδι των μεταναστών. Η εικόνα των πουλιών κατά τη διάρκεια της πτήσης τους, υπογραμμίζει την απεικόνιση της μετανάστευσης από τον Λόρενς ως μαζικό κοινωνικό φαινόμενο.

 

Σε αυτόν τον πίνακα, ο Λόρενς παραπέμπει σε μια μακρόχρονη πολιτιστική αλληγορία στην οποία οι Αφροαμερικανοί χαρακτηρίζονται ως κοτσύφια και κοράκια. Καθ’ όλη την αποκαλούμενη εποχή του Τζιμ Κρόου, που ουσιαστικά έληξε με την ψήφιση του νόμου περί Πολιτικών Δικαιωμάτων του 1964 και του νόμου περί Δικαιωμάτων Ψήφου του 1965, οι μαύροι άνδρες και γυναίκες συχνά απεικονίζονταν ως τέτοια πουλιά και πτηνά σε μιούζικαλ, ιστορίες, τραγούδια και ταινίες.

 

Ο Τζέικομπ Λόρενς χρησιμοποιεί το πουλί ως σύνθετο, αμφίσημο σύμβολο που αντιπροσωπεύει την ελευθερία και την ελπίδα, αλλά και που υποδηλώνει ότι οι νόμοι του Jim Crow εκδιώκουν τους ανθρώπους από τα σπίτια τους. Εικόνες του θυμίζουν τους στίχους του “Blackbird Blues”, το οποίο ο Λόνι Τζόνσον (Lonnie Johnson, 1899-1970) ηχογράφησε το 1927 (Okeh Records). Εκεί ο τραγουδιστής μας εξομολογείται ότι οι στενοχώριες του πέταξαν προς στιγμή ψηλά στο βουνό, κάτι που δυστυχώς δεν κράτησε για πολύ. Ο λόγος είναι απλός. Το μωρό του τον εγκατέλειψε χωρίς να του πει αντίο, αλλά αυτός της ζήτησε τουλάχιστον να του πει το γιατί.

“…Αν ήμουν κότσυφας, θα ήθελα να μαζέψω τα προβλήματα στην πλάτη μου. Θα άφηνα αυτόν τον κόσμο, και ποτέ δεν θα κοιτούσα πίσω…”, λέει.

 

 

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουJacob Lawrence: Ο ζωγράφος της “Μεγάλης Μετανάστευσης” των Αφροαμερικανών

Related Posts