“Ιβάνοφ” του Τσέχοφ από την Άντζελα Μπρούσκου

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ο “Ιβάνοφ” του Άντον Τσέχοφ (1887-1901), πρωτόλειο θεατρικό έργο του μεγάλου δραματουργού, γραμμένο την εποχή της «κρίσης του ‘δράματος’», τοποθετείται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην κλασική δραματουργία του τέλους του 19ου αιώνα και στη μοντέρνα, «ανοιχτή» δραματουργία των αρχών του 20ού αιώνα.

Το έργο πρόκειται να ανεβάσει τους πρώτους μήνες του 2019 η Άντζελα Μπρούσκου, με το Θέατρο Δωματίου. Η πρωτοποριακή και καινοτόμος σκηνοθέτις αυτή τη φορά θα αναμετρηθεί με τη χαμηλότονη ποίηση του καθημερινού.

Πρωταγωνιστούν οι Ανδρέας Κωνσταντίνου, Παρθενόπη Μπουζούρη, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου, Βάλια Παπαχρήστου, Κρις Ραντάνωφ, Τσιμάρας Τζανάτος, Ίλια Αλγκάερ, Αλμπέρτο Εσκενάζυ, Αλέξανδρος Μαράκης. Ενδεχομένως σε ένα ρόλο – έκπληξη να δούμε και την ίδια τη σκηνοθέτιδα. Τη μουσική έχει αναλάβει η Nalyssa Green, που τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται σταθερά με την Άντζελα Μπρούσκου. Η παράσταση είναι συμπαραγωγή του Θεάτρου Δωματίου και της εταιρείας Constantly Productions.

***

Να σημειωθεί ότι αυτή είναι η τρίτη συνεργασία της Άντζελας Μπρούσκου και του Θεάτρου Δωματίου με την εταιρεία Constantly Productions του Ευάγγελου Κώνστα, μετά την “Έντα Γκάμπλερ” (Μπάγκειον, 2018) και τον “Άγγελο Εξολοθρευτή” (Φεστιβάλ Αθηνών, 2018).

***

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση θα ανακοινωθούν σύντομα.

***

Ο “Ιβάνοφ” είναι ένα έργο για τη φθορά, το χρόνο και τη φθορά του χρόνου. Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας άνθρωπος που ξοδεύτηκε με τόσο πάθος, που στα 38 του χρόνια νιώθει κιόλας ξοφλημένος. Μια τραγική μορφή ανθρώπινης απόγνωσης με όλη την επίγνωση του μάταιου, του δίχως λύση. Ωστόσο, μέσα από το πέπλο ομίχλης που μοιάζει να καλύπτει τους ήρωες διαφαίνονται το χιούμορ και η λεπτή ειρωνεία του συγγραφέα.

Πολλοί μελετητές του θεάτρου συγκρίνουν τον «Ιβάνοφ» με τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογέφσκι. Ο ήρωας βασανίζεται να βρει τις απαντήσεις. Ο έρωτας και η αγάπη, η πίστη και η θρησκεία, η ελευθερία και ο θάνατος είναι θέματα που απασχολούν και αυτό το έργο του Τσέχοφ. Υπάρχει συνεχώς ένα κατά και ένα υπέρ στο έργο. Μια εμμονή θανάτου κινείται στην ατμόσφαιρα. Άλλωστε με το τέλος που επιλέγει ο Ιβάνοφ, γίνονται όλα ξεκάθαρα.

 

 

 

Ένας αντιήρωας

Παντρεμένος με την Άννα, που εγκατέλειψε την οικογένειά της και την πίστη της για χάρη του και που τώρα πεθαίνει από φυματίωση, ο Ιβάνοφ προσπαθεί να δραπετεύσει με οποιονδήποτε τρόπο, από την ασφυκτική ατμόσφαιρα του περιβάλλοντός του.

Στον «Ιβάνοφ» ο Τσέχοφ δημιουργεί έναν αντιήρωα. Το επίθετο Ιβάνοφ είναι συνηθισμένο στη ρωσική αυτοκρατορία και ο Τσέχοφ το συνδέει με τη διάψευση των ελπίδων όταν η πρώτη νιότη τελειώνει, το κενό, την απάθεια, τη συναισθηματική αδράνεια και τελικά το θάνατο. Ο Ιβάνοφ είναι ο «καθένας» που νέος έκανε όνειρα αλλά η ζωή τον διέψευσε, δεν του έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία και το μόνο του καταφύγιο είναι η διαδρομή προς την απόλυτη σιγή. Το έργο πραγματεύεται με εξαιρετικό τρόπο για την εποχή του, αλλά και για τη δική μας εποχή, προβλήματα κοινωνικά, υπαρξιακά και ηθικά, γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια διεθνώς είναι το πιο πολυπαιγμένο έργο του Τσέχοφ.

Τον “Ιβάνοφ” -μεταξύ άλλων- είχε ανεβάσει και ο Ντίμιτερ Γκότσεφ σε μια παραγωγή του θεάτρου Volksbühne Am Rosa Luxemburg Platz (2005) στο Βερολίνο, παράσταση που παρακολουθήσαμε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, το 2007. Ο Βούλγαρος σκηνοθέτης ακολούθησε την παράδοση της μπρεχτικής ιστορικοποίησης, της επαναδιατύπωσης δηλαδή κλασικών έργων προκειμένου να έρθει στο προσκήνιο η σύγχρονη δυναμική τους. Για το σκοπό αυτό, ο Γκότσεφ σε συνεργασία με τον δραματουργό Πέτερ Στάατσμαν είχε επιλέξει να ενισχύσει δύο βασικές μη-δραματικές παραμέτρους του κειμένου, τη μονολογικότητα και τη χορικότητα, οι οποίες λειτούργησαν συμπληρωματικά με το διάλογο.

 

Σχέδιο της Άντζελας Μπρούσκου για την παράσταση

 

Υπόθεση

O Ιβάνοφ, ένας άντρας που έχει υπερβεί 30 (δηλαδή στην αρχή της ωριμότητάς του), παντρεύεται τη Σάρα, μια πλούσια Εβραία που βαφτίζεται χριστιανή -και γι’ αυτό αποκληρώνεται από τους γονείς της- με σκοπό να καταχραστεί την περιουσία της, αλλά σύντομα απογοητεύεται όταν κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Η Σάρα αρρωσταίνει με φυματίωση και ο Ιβάνοφ μην μπορώντας ν’ ανταπεξέλθει οικονομικά, αρχίζει να ενδιαφέρεται για τη Σάσα, την κόρη της οικογένειας Λιεμπέντεφ, δηλώνοντας πως δεν είναι πια ερωτευμένος με τη γυναίκα του που αργοπεθαίνει. Ο Ιβάνοφ προσποιείται πως ζει μια αδικημένη πλην ηθικά ενάρετη ζωή ώστε να κερδίσει την εύνοια των Λιεμπέντεφ.

Ο Τσέχοφ «καθρεφτίζει» με υπόκρυφη ειρωνεία, την παραπαίουσα, αδιέξοδη, αυτοκαταστροφική ρωσική κοινωνία του καιρού του, με επίκεντρο τη νωθρή, άεργη, παραλογισμένη, σε αποσύνθεση άρχουσα μεγαλοαστική τάξη, με τους υποταγμένους, και εν τέλει άχρηστους διανοούμενους, τους μικροαστούς «δορυφόρους».

Αναδεικνύει τον κοινωνικά παρηκμασμένο, οικονομικά ετοιμόρροπο, ιδεολογικά αδιέξοδο, ηθικά ανερμάτιστο, εργασιακά νωθρό, ψυχολογικά νοσούντα κόσμο των ξεπεσμένων αριστοκρατών, όπως και την αήθεια των αρπακτικά αναρριχώμενων αστών και των κάθε λογής “υπηρετών” τους. Συνθέτει γύρω από το κεντρικό πρόσωπο, του “ξοφλημένου”, οικονομικά, κοινωνικά, οικογενειακά, ηθικά, ψυχολογικά, συναισθηματικά, αυτοκαταστροφικού Ιβάνοφ, μια κοινωνική τοιχογραφία, και καθοδηγεί τους ηθοποιούς, με λόγο χαμηλότονο, βιωματικό, σκεπτόμενο, αυτοελεγχόμενο, να εμβαθύνουν στο χαρακτήρα των ρόλων τους.

Ο Ιβάνοφ στο έργο ορίζεται ως ο καταθλιπτικός κι ανένταχτος σε ένα σαθρό κοινωνικό σύστημα τοκογλυφίας, ανηθικότητας και μοναξιάς. Παράλληλα όμως αποδίδονται σχεδόν οι ίδιοι χαρακτηρισμοί και στα άλλα πρόσωπα του έργου που με νύχια και με δόντια προσπαθούν να κρατηθούν στη ζωή. Μια ακμάζουσα νεοπλουτίστικη κοινωνία που καταπιέζεται στους ρόλους της, κυρίες που τρέχουν σε κοσμικές βραδιές προς άγραν εραστών και συζύγων, ηθικολόγοι γιατροί, γυναίκες που πεθαίνουν από έρωτα, ιδεολόγοι που ελλείψει οποιασδήποτε πια ιδεολογίας διαβρώνονται.

 

***

 

Ο «Ιβάνοφ» είναι το πρώτο έργο που έγραψε ο Τσέχοφ, μέσα σε δύο εβδομάδες. Ως τότε ήταν κυρίως γνωστός από τα διηγήματά του. Η πρεμιέρα του έργου, στη Μόσχα του 1887, ήταν καταστροφική. Ξαναγράφτηκε από τον συγγραφέα το 1902 και παίχτηκε με μεγάλη επιτυχία στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας το 1905, δηλαδή ένα χρόνο από το θάνατό του.

  • Στην Ελλάδα ο “Ιβάνοφ” έχει παρασταθεί από το Εθνικό Θέατρο το 1966, σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά και πρωταγωνιστές τους Δημήτρη Χορν, Ελένη Χατζηαργύρη. Επίσης, από το “Θέατρο του Νότου” στο “Αμόρε” σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγεβιτς το 1998, το 2005-2006 από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, από την Πειραματική Θεατρική Ομάδα grasshopper το 2010 σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά.

 

***

Η Άντζελα Μπρούσκου γεννήθηκε στην Αθήνα. Ασχολήθηκε με την έρευνα πάνω στην μέθοδο και την τεχνική του ηθοποιού με άξονα την αρχαία τραγωδία. Έκτοτε σκηνοθέτησε πολλά έργα από το σύγχρονο και κλασικό ρεπερτόριο. Συνεργάστηκε επίσης με το Εθνικό Θέατρο, το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, το Θέατρο Τέχνης και τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου.

Το Θέατρο Δωματίου αποτελείται από πυρήνα ηθοποιών και άλλων συνεργατών που δουλεύουν συστηματικά υπό μορφή εργαστηρίων με στόχο τη διεύρυνση των υποκριτικών μεθόδων και πρακτικών για την κατάκτηση ενός κοινού κώδικα απέναντι στις απαιτήσεις της σύγχρονης θεατρικής αναζήτησης. Ο χαρακτήρας της ομάδας είναι καθαρά ερευνητικός και πειραματικός με την ευρύτερη έννοια του όρου καθώς βασική ανάγκη της είναι να συνδέσει το θέατρο με την ακραία πραγματικότητα πού βιώνεται καθημερινά, τόσο από τα μέλη της όσο και από το κοινό. Ο συμβατικός χώρος της παράστασης μέσα από αυτή την προσέγγιση μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης, ανοιχτού διαλόγου και σκέψης ανάμεσα σε ηθοποιούς και θεατές, καθώς η τέχνη τοποθετείται στο κέντρο μίας βίαιης επικαιρότητας.

 

***

 

Ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχοφ (1860 – 1904) ήταν Ρώσος συγγραφέας πολλών διηγημάτων, θεατρικών έργων και μυθιστορημάτων. Γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1860 στην κωμόπολη Ταγκανρόγκ, στη νότια Ρωσία. Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειάς του και μεγάλωσε σε πολύ αυστηρό και θρησκευτικό περιβάλλον. Ο Τσέχοφ από την 6η τάξη του γυμνασίου αναγκάστηκε μόνος του να βγάζει το ψωμί του παραδίδοντας μαθήματα κατ’ οίκον. Το 1879 μπαίνει στο ιατρικό τμήμα του πανεπιστημίου της Μόσχας, το οποίο τελείωσε το 1884. Από τον καιρό της σπουδής του στο γυμνάσιο, ο Τσέχοφ άρχισε να γράφει χιουμοριστικές σκηνές, αφηγήσεις, μονόπρακτα. Από το 1880 τα έργα του αρχίζουν να δημοσιεύονται στα περιοδικά “Ξυπνητήρι”, “Θεατής”, “Μόσχα”, “Φως και σκιά”, “Θραύσματα” κ.ά. με το ψευδώνυμο Αντόσια Τσεχοντέ. Το 1884 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο διηγημάτων “Τα παραμύθια της Μελπομένης”. Το 1884-85 γράφει την ιατρική του διατριβή που δεν τελείωσε, εξαιτίας των ασχολιών του. Ως γιατρός βοηθούσε τους ανήμπορους και παρείχε τις ιατρικές υπηρεσίες του δωρεάν. Μερικά από τα πιο γνωστά έργα του είναι: “Ο γλάρος”, “Ο θείος Βάνιας”, “Οι τρεις αδελφές”, “Ο βυσσινόκηπος”, “Στέππα” κ.ά.

-Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού

 

  • Οι φωτογραφίες είναι της Νικολέττας Γιαννούλη για το catisart.gr από την παράσταση “Hedda Gabler”.