30.2 C
Athens
Τρίτη 9 Αυγούστου 2022
 

Γιατί δεν ξέρουμε το Ισλαχανέ;

Ισλαχανέ: Ένα νεότερο μνημείο, τεκμήριο της τεχνικής εκπαίδευσης ως εργαλείο επαγγελματικής αποκατάστασης των ορφανών παιδιών

Λίγα λόγια για τον χώρο και την Ιστορία του

Ο Πολυχώρος Πολιτισμού Ισλαχανέ (Πρώην Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων Χαμιδιέ) αποτελεί έναν μουσειακό χώρο με μόνιμη έκθεση κι ένα πολιτιστικό κέντρο που φιλοξενεί εκδηλώσεις, εκθέσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα. Το κτήριό του κατασκευάστηκε το 1902 και αποτελούσε τμήμα του οθωμανικού ορφανοτροφείου-τεχνικού σχολείου Ισλαχανέ, το οποίο ιδρύθηκε το 1874 από τη μουσουλμανική κοινότητα της πόλης, για ορφανά αγόρια κάθε θρησκείας. Η Σχολή αρχικά στεγαζόταν σε ένα μεγάλο τριώροφο κτήριο, ενώ σταδιακά απέκτησε άλλα τρία, το διδακτήριο, το τυπογραφείο και τα εργαστήρια. Στο τελευταίο, το μόνο που σώζεται σήμερα, λειτούργησε ξυλουργείο, μηχανουργείο και σιδηρουργείο, για την εκμάθηση των συγκεκριμένων τεχνών στα ορφανά αγόρια. Μετά το 1912, οπότε η Θεσσαλονίκη περιήλθε στο ελληνικό κράτος, το κτήριο του Ισλαχανέ περιήλθε στο Δημόσιο, το οποίο από το 1920 και μετά το εκμίσθωνε σε ιδιώτες προκειμένου να στεγαστούν βιοτεχνικές χρήσεις, ανάλογες με τα αρχικά εργαστήρια που υπήρχαν στη Σχολή. Το 1992 το πρώην κτήριο των εργαστηρίων χαρακτηρίστηκε από το ΥΠ.ΠΟ.Α. ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο συμπεριλαμβανομένου του εξοπλισμού του. Το 2011, το έργο της αποκατάστασης και επανάχρησης του μνημείου ως Πολυχώρος Πολιτισμού εντάχθηκε στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μακεδονία-Θράκη» του ΕΣΠΑ 2007-2013 και ολοκληρώθηκε το 2015. Ανήκει στην Εφορεία Νεοτέρων Μνημείων Κεντρικής Μακεδονίας.

Το Ισλαχανέ της Θεσσαλονίκης βρισκόταν στο ανατολικό άκρο της σημερινής οδού Αγίου Δημητρίου, μεταξύ των οδών Αποστόλου Παύλου και Ελένης Ζωγράφου, στο μέσο περίπου των ανατολικών τειχών της πόλης, κοντά στη Νέα Χρυσή Πύλη. Επρόκειτο για το πρώτο συγκρότημα ορφανοτροφείου – τεχνικής σχολής της πόλης και χτίστηκε κατά την τελευταία περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στη Θεσσαλονίκη, ενδεικτικό παράδειγμα των μεταρρυθμίσεων που επιχείρησε η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά την περίοδο του Τανζιμάτ (1839-1876), αλλά και των ευρύτερων εκσυγχρονιστικών εκπαιδευτικών τάσεων της εποχής. Το συγκρότημα απαρτιζόταν από τρεις κτηριακές ενότητες, δύο από τις οποίες είχαν οικοδομηθεί εντός των ανατολικών τειχών της πόλης και μία εκτός.

Οι ηλικίες των παιδιών που φιλοξενούνταν στα Ισλαχανέ ήταν μεταξύ πέντε και δεκατριών ετών. Έτσι πολλά ορφανά και άπορα παιδιά μεγάλωσαν σε ένα ασφαλές και υγιές περιβάλλον υπό την εποπτεία του κράτους, αποκτώντας ταυτόχρονα ένα επάγγελμα που θα του εξασφάλιζε την επιβίωσή τους. Τα Ισλαχανέ είχαν σημαντική θεσμική υποστήριξη, καθώς παρείχαν εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό στην αυτοκρατορία, εξυπηρετώντας έτσι την προσπάθεια για ανάπτυξη της αστικής βιομηχανικής δραστηριότητας. Η εκπαίδευση που προσφερόταν ήταν σε πρωτοβάθμιο επίπεδο, ενώ οι τέχνες που διδάσκονταν προσαρμόζονταν σύμφωνα με τις ανάγκες της κάθε περιοχής. Η οικονομική ενίσχυση των ιδρυμάτων προερχόταν από δωρεές και δημόσιους φορείς, όμως το 1/3 των δαπανών τους καλυπτόταν με δικά τους μέσα, από τη δική τους παραγωγή. Ο όρος Ισλαχανέ συχνά μεταφράζεται ως Maison de Correction δηλαδή Σωφρονιστήριο – Αναμορφωτήριο. Ωστόσο, δεν υιοθετείται με τη σημερινή έννοια της τιμωρίας σε ένα κατάστημα εγκλεισμού, καθώς οι τρόφιμοι δεν ήταν ανήλικοι παραβάτες, αλλά ορφανά και άπορα παιδιά.
Ο χαρακτήρας των ιδρυμάτων αυτών ήταν κυρίως εκπαιδευτικός και παράλληλα εξυπηρετούσαν στη διατήρηση της τάξης στα αστικά κέντρα, καθώς απέτρεπαν πολλά ορφανά παιδιά από την επαιτεία και την αλητεία με την εξασφάλιση στέγης και εκπαίδευσης σε ένα τεχνικό επάγγελμα.

Ο Al. Van de Brule, σχολιάζοντας την ίδρυση του Ισλαχανέ της Θεσσαλονίκης, γράφει ότι είχε στόχο «να χαρίσει στα ορφανά ένα επάγγελμα που να τους επιτρέπει να κερδίζουν έντιμα τη ζωή τους» και ότι αποτελούσε μέρος μιας σειράς σημαντικών εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που συνέβησαν στην πόλη της Θεσσαλονίκης τα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας.

Στη σχολή διδάσκονταν διάφορες τέχνες, όπως η τυπογραφία, η λιθογραφία, η ξυλουργική, η λεπτουργική (δηλαδή ξυλογλυπτική), η υφαντουργική, η υποδηματοποιία, η ραπτική και προγραμματιζόταν η δημιουργία και πρόσθετων τμημάτων για τη διδασκαλία και άλλων τεχνών, ενώ η φοίτηση – προφανώς – ήταν εντελώς δωρεάν. Οι μαθητές παρακολουθούσαν επίσης τα εξής μαθήματα: κοράνι, στοιχεία θρησκευτικών επιστημών, ανάγνωση τουρκικών, ορθογραφία και καλλιγραφία, αριθμητική, οθωμανική γραμματική, γεωμετρία, γεωγραφία, ζωγραφική, αλλά και γαλλικά, αραβικά και περσικά.
Γνωρίζουμε ακόμα ότι η σχολή διέθετε και τη δική της μουσική μπάντα.

Σε ό,τι αφορά τη χρονολόγηση του κτηρίου Ισλαχανέ -εκτός των τειχών-, το βέβαιο είναι ότι λειτουργούσε το 1904, όταν ο περιηγητής Αlfred Van de Brule επισκέπτεται τις εγκαταστάσεις της Σχολής. Εντυπωσιάζεται από τη Σχολή Τεχνών κι Επαγγελμάτων, καθώς υπερτερεί σε σχέση με τις αντίστοιχες σχολές στο Μοναστήρι και στα Σκόπια, που είχε ήδη επισκεφτεί. Η Σχολή της Θεσσαλονίκης δεν παρείχε μόνο γνώσεις σε ραπτική, υποδηματοποιΐα και ξυλουργική, όπως οι άλλες, αλλά διέθετε και ένα πλήρως εξοπλισμένο μηχανουργείο, σιδηρουργείο και ξυλουργείο, τα οποία, όπως αναφέρει, είχαν αρχίσει να λειτουργούν λίγα χρόνια πριν από την άφιξή του. Από τον ίδιο περιηγητή, πληροφορούμαστε ότι στο μηχανουργείο φοιτούσαν εξήντα μαθητές, ενώ στο σιδηρουργείο, που διέθετε τέσσερις μεταλλουργικές καμίνους, εκπαιδεύονταν τριάντα μαθητές, στο ξυλουργείο περίπου σαράντα και οι υπόλοιποι ασχολούνταν με την υφαντική, την τυπογραφία και τη λιθογραφία. Επίσης, αναφέρει ότι τη λειτουργία των εργαστηρίων και τα μαθήματα σχεδίου τα είχαν αναθέσει σε έναν Γάλλο, τεχνικό διευθυντή, απόφοιτο των γαλλικών σχολών τεχνών και επαγγελμάτων. Ακόμη, ο Van de Brule διαπιστώνει με ενθουσιασμό, ότι υπάρχει πρόθεση για περαιτέρω ανάπτυξη της “Σχολής, ώστε στο μέλλον να συμπεριληφθεί ακόμη μεγαλύτερος αριθμός ορφανών και ότι υπήρχαν στην πόλη φιλάνθρωποι μουσουλμάνοι, που με υψηλό αίσθημα ανθρωπιάς προήγαγαν το καλό, δίχως να νοιάζονται για τη θρησκεία των προστατευομένων. Τέλος, διαπιστώνει ότι η ύπαρξη αυτής της σχολής είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα που θα μπορούσε να παράγει η συνεργασία Ευρωπαίων τεχνικών, πέρα από πολιτικές βλέψεις, στην περιοχή της Μακεδονίας. Έτσι το Ισλαχανέ γνωρίζει μεγάλη επιτυχία και καθιερώνεται ως ένα από τα σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της πόλης. «Η Θεσσαλονίκη είναι υπερήφανη που διαθέτει ένα ίδρυμα για την εκπαίδευση ορφανών, από όλες τις κοινωνικές τάξεις, και την εξάσκησή τους στα βιομηχανικά επαγγέλματα, που μόνον ευημερία και ευτυχία φέρνουν στη ζωή».

«Μέσα στο δαίδαλο μπερδεμένων δρόμων υπήρχαν ευχάριστες εκπλήξεις, να ανοίγονται ξαφνικές δίοδοι μεταξύ της πρασινάδας, στην πόλη και τη θάλασσα, τουρκικά σχολεία που αντηχούσαν όλα από την αργή μελοποιία του Κορανίου που ψέλνονταν από παιδικές φωνές, σκοτεινά εργαστήρια απ’ όπου έβγαινε ο ρυθμικός θόρυβος των σφυριών που κτυπούσαν το χάλκωμα ή σφυρηλατούσαν το σίδερο…». | περιγραφή του Charles Diehl.

Απ’ όλες τις επιχειρήσεις που στεγάστηκαν στο κτήριο αυτό, μακροβιότερη υπήρξε αυτή του Μηχανουργείου Αξυλιθιώτη, ενώ παράλληλα παρουσιάζει ιδιαίτερο τεχνολογικό και ιστορικό ενδιαφέρον, καλύπτοντας ένα σημαντικό μέρος της βιομηχανικής ιστορίας της πόλης της Θεσσαλονίκης από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι και τη δεκαετία του 1990, με ολοκληρωμένη γραμμή παραγωγής, που ξεκινά από την τήξη του μετάλλου και τη χύτευση, μέχρι την τελική μορφοποίηση του προϊόντος στο μηχανουργείο. Με το όνομα αυτό θα γίνει εξάλλου γνωστό το εν λόγω κτήριο των εργαστηρίων του Ισλαχανέ στα νεότερα χρόνια.

Στα χρόνια της μικρασιατικής καταστροφής, η πόλη δέχεται μεγάλο αριθμό προσφύγων.

Από τον Αύγουστο του 1922 ως τον Μάρτιο του 1923, περίπου 120.000 πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη προστίθενται στον πληθυσμό της Θεσσαλονίκης. Με τη συμφωνία για την ανταλλαγή των πληθυσμών, στη διετία 1923 – 1924 οι μουσουλμάνοι θα αποχωρήσουν από τη Θεσσαλονίκη, ενώ νέα κύματα προσφύγων θα έρθουν να πάρουν τη θέση τους. Το αίτημα για στεγαστική αποκατάσταση των τεράστιων αριθμών προσφύγων πυροδοτεί την άμεση παρέμβαση του κράτους. Όπως όλες οι τουρκικές ιδιοκτησίες, το συγκρότημα του Ισλαχανέ περιέρχεται στην κυριότητα του ελληνικού κράτους. Το Κεντρικό Γραφείο Ανταλλαξίμων που αναλαμβάνει τη διαχείριση του Ισλαχανέ, όπως ήταν φυσικό, εγκαθιστά στο κεντρικό κτήριο του ορφανοτροφείου ελληνικές προσφυγικές οικογένειες. Σύμφωνα με έγγραφα που βρέθηκαν στο αρχείο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου (Κ.Υ.Δ), προκύπτει ότι πολλοί πρόσφυγες είχαν εγκατασταθεί και στο τζαμί του Νουμάν Πασά, στο ομώνυμο χαμάμ, ακόμα και στο μαυσωλείο. Ο Θ. Ζαχαριάδης εξακολουθεί να είναι κάτοχος του κτηρίου των εργαστηρίων, πληρώνει όμως πλέον τα μισθώματα στο ελληνικό δημόσιο. Τα νέα πληθυσμιακά δεδομένα, θα οδηγήσουν, το 1925, στην ίδρυση του Γ ́ Γυμνασίου Αρρένων, το οποίο ελλείψει κατάλληλου κτηρίου, θα εγκατασταθεί, στο εξαθλιωμένο πλέον δεύτερο κτήριο του συγκροτήματος το οποίο, αφού φιλοξένησε κι αυτό για λίγο διάστημα πρόσφυγες, αποδίδεται και πάλι σε εκπαιδευτική χρήση. Το διώροφο αυτό κτήριο, θα λειτουργήσει αρχικά ως ημιγυμνάσιο, παράρτημα του Β ́ Γυμνασίου, για την αποσυμφόρηση του οποίου θα μεταφερθούν οι μαθητές των δύο πρώτων τάξεων, που κατοικούσαν πάνω από την οδό Εγνατία. Την επόμενη χρονιά, προστέθηκαν στο ημιγυμνάσιο και άλλες τάξεις και το ολοκληρωμένο πια γυμνάσιο θα προσφέρει μάθηση στα προσφυγόπουλα της περιοχής. Από τους μαθητές του θα αναφέρουμε, μεταξύ άλλων, τον λογοτέχνη Γιώργο Ιωάννου και τον λαογράφο, μελετητή και συγγραφέα Ηλία Πετρόπουλο. Το 1992, το κτήριο των εργαστηρίων, όπου τα τελευταία χρόνια στεγαζόταν το μηχανουργείο Αξυλιθιώτη, χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία… μαζί με τον εξοπλισμό του, γιατί αποτελεί, ως σύνολο, ένα πολύ αξιόλογο δείγμα της νεοελληνικής βιομηχανικής κληρονομιάς με συνεχή λειτουργία από το 1915 έως σήμερα. Η χωροθέτηση του κτηρίου αυτού, στην περιοχή έξω από τα ανατολικά τείχη, όπου εντάσσονται αρκετά αξιόλογα νεότερα μνημεία, όπως τα κοιμητήρια της Ευαγγελίστριας, των Διαμαρτυρομένων και της Αρμενικής Κοινότητας, τα νοσοκομεία Άγιος Δημήτριος (πρώην Δημοτικό Νοσοκομείο) και Γ. Γεννηματά (πρώην Κεντρικό Νοσοκομείο), οι Κήποι του Πασά, καθώς και η οικία – μουσείο του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ (εντός των τειχών), σε συνδυασμό με τα ανατολικά τείχη της πόλης και τον σημαντικό βυζαντινό ναό του Άγιου Νικόλαου Ορφανού, παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον, ενδυναμώνοντας το μνημειακό απόθεμα της περιοχής.

•Την Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου στις 9 το βράδυ, μετά το τέλος της παράστασης “Ισλαχανέ, ένας τόπος συνάντησης πολιτισμών”, θα πραγματοποιηθεί συζήτηση με θέμα “Γιατί δεν ξέρω το Ισλαχανέ”.

Συμμετέχουν
Ισίδωρος Ζουργός – συγγραφέας
Αρετή Κονδυλίδου – Ιστορικός, Κοιν. Ανθρωπολόγος, ΥΝΜΤΕΚΜ-ΥΠΠΟΑ
Γιώργος Κορδομενίδης – λογοτέχνης
Ελένη Κυραμαργιού – Εντεταλμένη Ερευνήτρια ΙΙΕ/ΕΙΕ
Νίκος Μαρατζίδης – πολιτικός επιστήμονας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Πέπη Μαρκή – αρχαιολόγος
Γιάννης Μπουτάρης – πρώην δήμαρχος Θεσσαλονίκης
Σοφία Νικολαίδου – συγγραφέας
Χρήστος Παρίδης – δημοσιογράφος
Γιώργος Σκαμπαρδώνης – συγγραφέας
Φωτεινή Τσιμπιρίδου – Καθηγήτρια στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών

Συντονίζει ο Νίκος Διαμαντής – σκηνοθέτης

∼•∼

  • Διαβάστε επίσης:

Ο Νίκος Διαμαντής μετατρέπει το Ισλαχανέ σε πολιτιστικό γεγονός, με αφορμή την επέτειο του 1922

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
693ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -

Τελευταία άρθρα

Cat Is Art