Cat Is Art

Ιωσήφ Μπρόντσκι – Ποίηση και πεζογραφία – Κάποιος πρέπει ν’ αγαπάει τους άσχημους

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Μπρόντσκι γεννήθηκε ως τέκνο του Αλεκσάντρ Μπρόντσκι, επαγγελματία φωτογράφου του σοβιετικού ναυτικού, και της διερμηνέως Μαρία Βόλπερτ-Μπρόντσκι. Από την πλευρά του πατέρα του, καταγόταν από την επιφανή και παλαιά ραββινική οικογένεια Σορ (Schorr ή Shor), απευθείας απόγονος του Γαλλοεβραίου ποιητή του 12ου αιώνα Ζοζέφ μπεν Ισαάκ Μπεχόρ Σορ. Ως μικρό παιδί ο Μπρόντσκι επέζησε από την Πολιορκία του Λένινγκραντ, κατά την οποία ο ίδιος και οι γονείς του λίγο έλειψε να πεθάνουν από ασιτία, όπως συνέβη με μία θεία του.

Αργότερα υπέφερε από διάφορα προβλήματα υγείας που προκλήθηκαν κατά την περίοδο αυτή. Ο Μπρόντσκι είχε σχολιάσει ότι αισθανόταν αντιφρονών από νεαρή ηλικία. Γράφει: «Άρχισα να καταφρονώ τον Λένιν, ακόμα και από την πρώτη δημοτικού, όχι εξαιτίας της πολιτικής του φιλοσοφίας ή πρακτικής… αλλά εξαιτίας των εικόνων του, που βρίσκονταν παντού».
Ως μαθητής, ο Μπρόντσκι ήταν άτακτος και στα 15 του άφησε το σχολείο και επεχείρησε ανεπιτυχώς να εγγραφεί στη σχολή αξιωματικών των υποβρυχίων. Μετά εργάσθηκε στο νεκροτομείο των φυλακών Κρέστυ, έχοντας στο μυαλό του να σπουδάσει ιατρική, όπως και σε νοσοκομεία, σε πλοίο, ακόμα και σε γεωλογικές αποστολές, ενώ ταυτόχρονα σε ένα πρόγραμμα αυτοεκπαίδευσης έμαθε την πολωνική γλώσσα, ώστε να μπορεί να μεταφράσει Πολωνούς ποιητές όπως τον Τσέσλαφ Μίλος, και την αγγλική, ώστε να μεταφράσει Τζων Νταν. Στην πορεία, του δημιουργήθηκε ένα έντονο ενδιαφέρον για την κλασική φιλοσοφία και μυθολογία, καθώς και για τη βρετανική και αμερικανική ποίηση.

Το 1955 ο Μπρόντσκι άρχισε να γράφει τη δική του ποίηση και να μεταφράζει λογοτεχνία. Κυκλοφορούσε τα κείμενά του μυστικά και μερικά δημοσιεύθηκαν στο παράνομο περιοδικό Σύνταξις. Ωστόσο, τα γραπτά του δεν ήταν πολιτικού περιεχομένου και μέχρι το 1958 ήταν ήδη γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους για τα ποιήματά του «Το εβραϊκό κοιμητήριο κοντά στο Λένινγκραντ» και «Προσκυνητές». Ως προς το πώς αισθάνθηκε για πρώτη φορά κλήση προς την ποίηση, είχε πει: «Το 1959 στο Γιακούτσκ, περπατώντας σε αυτή την απαίσια πόλη, μπήκα σε ένα βιβλιοπωλείο και άρπαξα μία ποιητική συλλογή του Μπαρατίνσκυ, επειδή δεν είχα τίποτα να διαβάσω. Διαβάζοντάς τη, κατάλαβα τι τελικά έπρεπε να κάμω στη ζωή μου. Ή τουλάχιστον συναρπάστηκα. Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν ο Εβγκένυ Μπαρατίνσκυ είναι υπεύθυνος.» Η γνωστή του Λουντμίλα Στερν έγραψε για τη συνεργασία της με τον Μπρόντσκι σε ένα αρδευτικό πρόγραμμα, όταν εργάζονταν ως βοηθοί γεωλόγου: «Περιτρέχαμε την επαρχία του Λένινγκραντ εξετάζοντας χιλιόμετρα καναλιών, ελέγχοντας τις όχθες τους, που ήταν σε φοβερή κατάσταση. Κατέπεφταν, διαλύονταν, είχαν κάθε είδους πράγματα να φυτρώνουν μέσα τους… Ωστόσο σε αυτά τα ταξίδια είχα το προνόμιο να ακούσω τα ποιήματα «Οι λόφοι» και «Θα καλπάζεις στο σκοτάδι». Ο Μπρόντσκι μού τα διάβασε ανάμεσα σε δύο βαγόνια του τρένου καθώς πηγαίναμε προς το Τιχβίν.»

Το 1960 ο εικοσάχρονος ποιητής συνάντησε την Άννα Αχμάτοβα, μία από τις κορυφαίες ποιήτριες της λεγόμενης «αργυρής εποχής», που τον ενθάρρυνε στο έργο του και στη συνέχεια έγινε μέντοράς του. Το 1962 στο Λένινγκραντ η Αχμάτοβα τον γνώρισε στη νεαρή ζωγράφο Μαριάννα Πάβλοβα Μπασμάνοβα (Марианна Павловна Басманова), η οποία ζωγράφιζε την προσωπογραφία της Αχμάτοβα. Ο Μπρόντσκι και η Μπασμάνοβα άρχισαν μία αισθηματική σχέση. Ωστόσο, ο τότε στενός φίλος του, ποιητής Ντιμίτρι Μπομπύσεφ ήταν ερωτευμένος με την Μπασμάνοβα και την κυνηγούσε. Αμέσως, ο Μπρόντσκι άρχισε να έχει προβλήματα με το καθεστώς, και ο Μπομπύσεφ θεωρήθηκε ευρύτατα ότι ήταν υπεύθυνος για τη συκοφάντησή του στις αρχές. Ο Μπρόντσκι είχε αφιερώσει πολλή ερωτική ποίηση στη Μαριάννα:

Ήμουνα μόνο αυτό
που άγγιξες με την παλάμη σου,
που πάνω του στην κορακόμαυρη νύχτα
έγειρες το κεφάλι σου…
Ήμουνα πρακτικά τυφλός.
Εσύ, εμφανιζόμενη,
μού δίδαξες να βλέπω.

***

Η διαίρεση της λογοτεχνίας σε ποίηση και πεζογραφία άρχισε με την εμφάνιση της πεζογραφίας, γιατί μόνο στην πεζογραφία αυτό θα μπορούσε να γίνει. Μέχρι σήμερα έχει καθιερωθεί να εξετάζουμε την ποίηση και την πεζογραφία ως ανεξάρτητα, τελείως διαφορετικά πεδία, ή καλύτερα σφαίρες της λογοτεχνίας. Σε κάθε περίπτωση «στίχοι σε πεζό», «η ρυθμική πρόζα» κ.λπ. μαρτυρούν μάλλον για την ψυχολογία του δανείου, δηλαδή για την πόλωση, παρά για μια ολοκληρωμένη αντίληψη της λογοτεχνίας ως φαινόμενο. Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι αυτή η αντίληψη στα πράγματα σε καμία περίπτωση δεν μας έχει επιβληθεί έξωθεν, από την κριτική. Η αντίληψη αυτή, πριν απ’ όλα, είναι καρπός μια συντεχνιακής προσέγγισης της λογοτεχνίας εκ μέρους των ίδιων των λογοτεχνών.

Είναι ξένη ως προς τη φύση της τέχνης η ιδέα της ισότητας, η σκέψη οποιουδήποτε λογοτέχνη είναι ιεραρχική. Σ’ αυτή την ιεραρχία η ποίηση βρίσκεται πάνω από τη λογοτεχνία και ο ποιητής – βασικά – είναι υπεράνω του πεζογράφου. Αυτό συμβαίνει όχι τόσο γιατί η ποίηση είναι αρχαιότερη της πεζογραφίας, όσο γιατί ο περιορισμένος σε μέσα ποιητής μπορεί να κάτσει και να γράψει ένα άρθρο την ίδια στιγμή, που ο πεζογράφος στην ίδια ακριβώς θέση με πολύ δυσκολία θα μπορούσε να σκεφτεί για το στίχο. Ακόμη και στην περίπτωση που ο πεζογράφος διέθετε όλες εκείνες τις αναγκαίες για τη δημιουργία ενός αξιοπρεπούς κειμένου σε στίχους, ιδιότητες, γνωρίζει άριστα ότι η ποίηση πληρώνεται πολύ χειρότερα και με πολύ πιο αργούς ρυθμούς απ’ ότι η πεζογραφία.

Με μικρές εξαιρέσεις, ολοένα και λιγότεροι μεγάλοι συγγραφείς της νεότερης εποχής εκπλήρωσαν το χρέος τους προς την ποίηση. Ορισμένοι, όπως για παράδειγμα ο Ναμπόκοφ, μέχρι το τέλος των ημερών τους προσπαθούσαν να πείσουν τον εαυτό τους και το περιβάλλον τους, ότι παρόλα αυτά – εάν όχι πριν απ’ όλα – ήταν ποιητές. Η πλειοψηφία όμως ξεπερνώντας τον πειρασμό της ποίησης, δεν στρέφονται ποτέ πια προς αυτή, παρά μόνο ως αναγνώστες, διατηρώντας, εν τούτοις, ένα βαθύ σεβασμό προς αυτή για τα μαθήματα λακωνικότητας και αρμονίας που τους έδωσε. Η μοναδική περίπτωση στη λογοτεχνία του 20ου αιώνα, όπου διάσημος πεζογράφος μετατράπηκε σε μεγάλο ποιητή είναι ο Τόμας Χαρντ[1]. Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι ο πεζογράφος που δεν έχει ενεργητική εμπειρία στην ποίηση τείνει προς την πολυλογία και τον βερμπαλισμό.

Τι μπορεί όμως ο πεζογράφος να διδαχθεί από την ποίηση; Τη συνάφεια του ειδικού βάρος της λέξης μέσα στο κείμενο, την επικέντρωση της σκέψης, την παράλειψη του αυτονόητου, τους κινδύνους που κρύβονται στην υψηλόφρονα σκέψη. Τι μπορεί να διδαχθεί ο ποιητής από τη πεζογραφία; Όχι και τόσα πολλά: την προσοχή προς τη λεπτομέρεια, τη χρήση του απλού λόγου και των γραφειοκρατικών εκφράσεων, σε σπάνιες περιπτώσεις τα τεχνάσματα της σύνθεσης (καλύτερος διδάσκαλος της οποίας – η μουσική). Και το ένα όμως και το άλλο, και το τρίτο μπορεί εύκολα να αντληθεί από την εμπειρία της ίδιας της ποίησης (ειδικά της ποίησης της Αναγέννησης), και θεωρητικά – και μόνο θεωρητικά – ο ποιητής μπορεί να τα καταφέρει και χωρίς την πεζογραφία.

Το ίδιο μόνο θεωρητικά μπορεί να τα καταφέρει και χωρίς τη συγγραφή πεζογραφίας. Η ανάγκη ή η άγνοια του κριτικού, δίχως να αναφέρουμε την απλή αλληλογραφία, αργά ή γρήγορα, τον υποχρεώνουν να γράψει μια αράδα «όπως όλοι οι άνθρωποι». Πέρα όμως απ’ αυτές, ο ποιητής έχει κι άλλες πειστικές αιτίες, τις οποίες θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε παρακάτω. Πρώτον, ο ποιητής απλά μπορεί να θελήσει μια ωραία ημέρα να γράψει κάτι σε πεζό λόγο. (Το σύμπλεγμα της ατέλειας, από το οποίο υποφέρει ο πεζογράφος στη σχέση του με τον ποιητή, σε καμία περίπτωση δεν εγγυάται για την ύπαρξη συμπλέγματος ανωτερότητας στον ποιητή στη σχέση του με τον πεζογράφο. Ο ποιητής τιμά το έργο του τελευταίου πολύ περισσότερο από τη δικό του, το οποίο πολλές φορές δε θεωρεί καν ως έργο). Εκτός απ’ αυτό, υπάρχουν υποθέσεις, οι οποίες δεν μπορούν να εκφραστούν παρά μόνο μέσω του πεζού λόγου. Η αφήγηση για περισσότερα από τρία πρόσωπα αντίκειται σχεδόν σε κάθε ποιητική φόρμα, με εξαίρεση το έπος. Οι σκέψεις πάνω σε ιστορικά θέματα, οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας (στις οποίες ο ποιητής ανατρέχει όπως και κάθε άλλος θνητός) με τη σειρά τους αποδεικνύονται πιο φυσικές στη πεζογραφία. «Η ιστορία του Πουγκατσόφ», «Η κόρη του Λοχαγού» – πόσο όμορφα θέματα θα ήταν για ρομαντικά ποιήματα! Και ιδιαίτερα για την εποχή του ρομαντισμού… Τελειώνει όμως, παρ’ όλα αυτά, με την αντικατάσταση του μυθιστορήματος σε στίχους από τους «στίχους από μυθιστόρημα». Είναι άγνωστο το πόσο χάνει η ποίηση από το γεγονός της στροφής του ποιητή προς την πεζογραφία το μόνο σίγουρο είναι ότι απ’ αυτό η πεζογραφία βγαίνει κερδισμένη.

Την καλύτερη ίσως απάντηση στο ερώτημα γιατί συμβαίνει αυτό να μας τη δίνουν τα πεζογραφήματα της Μαρίνας Τσβετάγιεβα. Παραφράζοντας τον Κλαούζεβιτς[2], η πεζογραφία ήταν για την Τσβετάγιεβα απλά η συνέχεια της ποίησης με άλλα μέσα (δηλαδή ότι ουσιαστικά είναι η πεζογραφία ιστορικά). Παντού, στις σημειώσεις των ημερολογίων της, στα άρθρα της για τη λογοτεχνία, στα απομνημονεύματά της – ερχόμαστε σ’ επαφή ειδικά με την μεταφορά της μεθοδολογίας της ποιητικής σκέψης σε κείμενο του πεζού λόγου, με τη μετεξέλιξη της ποίησης σε πεζογραφία. Η Τσβετάγιεβα οικοδομεί τη φράση όχι τόσο με βάση την αρχή του κατηγορούμενου, που έπεται του υποκειμένου, όσο με βάση την ποιητική τεχνολογία: τον ηχητικό υπαινιγμό, το ρυθμό της ρίζας των λέξεων, το σημαντικό enjambment κ.λπ. Δηλαδή ο αναγνώστης όλη την ώρα έχει να κάνει όχι με μια γραμμική (αναλυτική) εξέλιξη, αλλά με μια κρυσταλλόμορφη (συνθετική) εξέλιξη της σκέψης. Για τους ερευνητές της δημιουργίας δεν υπάρχει, αν θέλετε, καλύτερο εργαστήριο: όλα τα στάδια της διαδικασίας παρουσιάζονται σ’ ένα εξαιρετικά μεγάλο – που φτάνει μέχρι τα όρια του απολιθώματος της καρικατούρας – πλάνο.

«Η ανάγνωση, – λέει η Τσβετάγιεβα, – είναι συμμετοχή στη δημιουργία». Αυτή φυσικά είναι μια δήλωση ποιητή ο Λέων Τολστόι δε θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Σ’ αυτή τη δήλωση ένα ευαίσθητο – σε τελικά ανάλυση σχετικά προσεκτικό – αυτί θα διέκρινε στην καταπιεσμένη υπερηφάνεια του συγγραφέα (και μάλιστα γυναίκας) εκείνη τη χροιά της απογοήτευσης ειδικά του ποιητή, ο οποίος κουράστηκε αφάνταστα από την συνεχώς διευρυνόμενη – με κάθε στίχο – απόστασή του από το κοινό. Στο γεγονός ότι ο ποιητής στρέφεται προς την πεζογραφία – σ’ αυτή την a priori φόρμα συνομιλίας με τον αναγνώστη – υπάρχει πάντα κάποιο μοτίβο μείωσης του ρυθμού, της ταχύτητας, μια απόπειρα να εξηγήσει και να εξηγηθεί. Γιατί δίχως τη συμμετοχή στη δημιουργία δεν υπάρχει κατανόηση: και τι είναι κατανόηση αν όχι συμμετοχή; Όπως έλεγε και ο Ουίτμαν[3]: «Η μεγάλη ποίηση είναι δυνατή μόνο εφόσον υπάρχουν μεγάλοι αναγνώστες». Στρεφόμενη προς την πεζογραφία η Τσβετάγιεβα δείχνει στον αναγνώστη της από ποιες λέξεις – σκέψεις – αποτελείται η φράση αποπειράται – συχνά παρά τη θέλησή της – να φέρει τον αναγνώστη της πιο κοντά σ’ αυτή: να τον κάνει ίσο της.

Υπάρχει και μια ακόμη ερμηνεία της μεθοδολογίας της Τσβετάγιεβα αναφορικά με τον πεζό λόγο. Από τη στιγμή της εμφάνισης του αφηγηματικού ύφους οποιοδήποτε καλλιτεχνικό έργο: διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα –φοβάται ένα και μόνο πράγμα: την κατηγορία περί μη αυθεντικότητας. Εξ ου και η τάση για ρεαλισμό ή οι αναζητήσεις όσον αφορά τη σύνθεση. Σε τελική ανάλυση, κάθε λογοτέχνης επιθυμεί ένα και το αυτό: να κατακτήσει ή να κρατήσει το χαμένο ή ρέοντα Χρόνο. Για όλα αυτά ο ποιητής διαθέτει το φίλτρο, τις άτονες σιωπές, τις δακτυλικές απολήξεις ο πεζογράφος δεν έχει τίποτα απ’ αυτά. Στρεφόμενη προς τη πεζογραφία η Τσβετάγιεβα τελείως ασυνείδητα μεταφέρει σ’ αυτή τη δυναμική του ποιητικού λόγου – βασικά, τη δυναμική του τραγουδιού, το οποίο καθεαυτό είναι φόρμα αναδιοργάνωσης του Χρόνου. (Αν και μόνο και μόνο γιατί ο στίχος είναι σύντομος, σε κάθε του λέξη, συχνά σε κάθε συλλαβή, υπάρχει διπλή ή τριπλή σημειολογική φόρτιση. Η ποικιλία των σκέψεων προϋποθέτει αντίστοιχο αριθμό αποπειρών περίσκεψης, δηλαδή πολλές φορές και τι άλλο είναι ο αριθμός αν όχι μια μονάδα του Χρόνου;). Η Τσβετάγιεβα, παρόλα αυτά, δεν ενδιαφέρεται και πολύ για την πειστικότητα του πεζού της λόγου: όποιο κι αν ήταν το θέμα της αφήγησης, η τεχνολογία του παραμένει η ίδια. Επιπλέον, η αφήγησή της, αν την κρίνουμε αυστηρά, είναι δίχως θέμα και επικεντρώνεται, κατά κύριο λόγο, στην ενέργεια του μονόλογου. Εν τούτοις όμως αυτή, σε αντίθεση τόσο με τους επαγγελματίες πεζογράφους, όσο και με άλλους ποιητές, που στράφηκαν προς την πεζογραφία, δεν υποτάσσεται στην πλαστική αδράνεια του λογοτεχνικού είδους και του επιβάλλει τη δική της τεχνική, του επιβάλλει τον εαυτό της. Αυτό δε συμβαίνει τόσο λόγω της μανικής της προσωπικότητας, όπως σκέφτονται συνήθως, όσο χάριν του μανικού τονισμού, ο οποίος για την ίδια ήταν πολύ πιο σημαντικός στο στίχο και στην αφήγηση.

Η εντύπωση της αυθεντικότητας της αφήγησης μπορεί να είναι αποτέλεσμα της παρατήρησης των απαιτήσεων του λογοτεχνικού είδους, μπορεί όμως να είναι και αντίδραση στο τέμπο της φωνής, η οποία αφηγείται. Στη δεύτερη περίπτωση και η αυθεντικότητα της υπόθεσης, όπως και η ίδια η υπόθεση, περνάνε σε δεύτερο πλάνο στη συνείδηση του ακροατή ως ένδειξη σεβασμού, για λόγους κοσμιότητας.

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Ιωσήφ Μπρόντσκι (1940 – 1996) ήταν Ρώσος ποιητής, νομπελίστας (1987) αντιφρονών, υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ΕΣΣΔ. Γεννήθηκε στο Λένινγκραντ. Σε νεαρή ηλικία ήθελε να γίνει γιατρός, αλλά κατέληξε να εργάζεται ως βοηθός ιατροδικαστή. Από νωρίς έγραφε στίχους, ήταν φίλος της Άννας Αχμάτοβα στην οποία μάλιστα αφιέρωσε τον στίχο «Θα μας θυμάστε όλους σαν μια παρεκτροπή». Ήρθε σε σύγκρουση με το καθεστώς, δικάστηκε και καταδικάστηκε για «αλητεία και παρασιτισμό» σε πενταετή κάθειρξη. Το 1972 τον απέλασαν από την ΕΣΣΔ. Ύστερα από μικρή παραμονή στην Ευρώπη, πήγε στις ΗΠΑ, όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του διδάσκοντας και γράφοντας ποίηση και δοκίμια τόσο στα αγγλικά, όσο και στα ρωσικά. Τιμήθηκε με πλήθος βραβείων. Πέθανε το 1996 στη Νέα Υόρκη και θάφτηκε στη Βενετία, την αγαπημένη του πόλη.

Μαρίνα Ιβάνοβνα Τσβετάγεβα ή Τσβετάγιεβα (Мари́на Ива́новна Цвета́ева, 8 Οκτωβρίου 1892 – 31 Αυγούστου 1941) ήταν Ρωσίδα συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Μόσχα το 1892. Ο πατέρας της ήταν καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας. Από το 1902 μέχρι το 1906 έζησε στη Γένοβα. Το 1906 πήγε σχολείο στη Λωζάνη και το 1908 πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει ιστορία της φιλολογίας. Το 1910 τύπωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή. Παντρεύτηκε το 1912. Το 1917 έζησε τη Ρώσικη Επανάσταση, ενώ ο άντρας της πολεμούσε ενάντια στους Μπολσεβίκους. Το 1920 έχασε τη μια της κόρη. Το 1922 έφυγε για το Βερολίνο και την Πράγα και το 1925 πήγε με την οικογένειά της στο Παρίσι, όπου έμεινε για 14 χρόνια. Το 1939 γύρισε στη Ρωσία, όπου το περιβάλλον ήταν ιδιαίτερα εχθρικό. Το 1941 οδηγήθηκε στη Γελαμπούγκα (Ταταρστάν) όπου και αυτοκτόνησε).

Τα ποιήματά της ήταν επηρεασμένα από την περίπλοκη προσωπικότητά της, τις σχέσεις της και τα συναισθήματά της.

[1] Τόμας Χαρντ (1840 – 1928) Άγγλος ποιητής – ρεαλιστής και ένας από τους μεγαλύτερους λυρικούς ποιητές του 20ου αιώνα.

[2] Στο σημείο αυτό ο Μπρόνστσκι έχει υπόψη του τα λόγια του Κλαούζεβιτς (1780 – 1831), του Πρώσου αρχιστράτηγου, θεωρητικού της πολεμικής τέχνης και ιστορικού, σύμφωνα με τον οποίο ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα.

[3] Ουόλτ Ουίτμαν (1819 – 1892) – κλασικός Αμερικανός ποιητής.

Το μικρό αυτό δοκίμιο του νομπελίστα ποιητή δημοσιεύτηκε στο #1 του περιοδικού «Στέπα»

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

Ιωσήφ Μπρόντσκι

Κάποιος πρέπει ν’ αγαπάει τους άσχημους

Ήταν λεπτός, φαλακρός, ρούσος

Και με σκουπίδια λερωμένος.

Σε σκουριασμένες σκεπές τριγυρνούσε

Τις νύχτες σε υπόγεια περνούσε.

Γέρος ήταν κι αδύναμος πολύ

Κι η παγωνιά συχνά ήταν σκληρή.

Πάγωναν οι πατούσες του,

Όπως παγώνουν ακριβώς τα πόδια.

Ποτέ δεν τον ζέσταναν,

Δεν τον χάιδεψαν, δεν τον τάισαν.

Γιατί δεν τον λυπόταν.

Γιατί δεν τον αγαπούσαν.

Γιατί τα δόντια του έπεσαν.

Γιατί είχε έλκη στ’ αυτιά.

Γιατί δεν αγαπούν τους άσχημους.

Κάποιος πρέπει ν’ αγαπάει τους άσχημους

1957

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

 

Он был тощим, облезлым, рыжим,

грязь помоек его покрывала.

он скитался по ржавым крышам,

а ночами сидел в подвалах.

он был старым и очень слабым,

а морозы порой жестоки.

у него замерзали лапы,

точно так же, как стынут ноги.

но его никогда не грели,

не ласкали и не кормили.

потому что его не жалели.

потому что его не любили.

потому что выпали зубы.

потому что в ушах нарывы.

почему некрасивых не любят.

кто-то должен любить некрасивых.

1957

 

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΙωσήφ Μπρόντσκι – Ποίηση και πεζογραφία – Κάποιος πρέπει ν’ αγαπάει τους άσχημους

Related Posts