Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή
Το θέατρο «Πορεία» επανήλθε στην Επίδαυρο, αυτή τη φορά με τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή του Δημήτρη Τάρλοου στην πρώτη του σκηνοθεσία στο αργολικό θέατρο με τη σοφόκλεια εκδοχή της Ηλέκτρας.
Η παράσταση δόθηκε στις 4 και 5 Ιουλίου 2025 στην Επίδαυρο και ήδη άρχισε η περιοδεία σε όλη την Ελλάδα και όπως δήλωσε ο σκηνοθέτης είναι αφιερωμένη στη μνήμη της μητέρας του Μαρίνας Καραγάτση.
«Ο θάνατός της είναι που τον ώθησε σε αυτό το έργο και έτσι η παράσταση γίνεται γι’ αυτήν, γιατί καθώς λέει το έργο αυτό αφορά ένα πρόσωπο το οποίο έχει μεγάλη σχέση με την ακεραιότητά της, όπως η μητέρα μου».
Ο Τάρλοου δεν αγιοποιεί καθόλου την ηρωίδα, γιατί δεν είναι ένα πρόσωπο χωρίς ελαττώματα.
«Η Ηλέκτρα είναι ένα πρόσωπο που πολλές φορές γίνεται εξαιρετικά δυσάρεστο, εξαιρετικά επιθετικό, ακόμη και άδικο για τους άλλους γιατί είναι έτσι πλασμένος ο χαρακτήρας της. Όμως το αίτημα της Ηλέκτρας είναι για μια μεγάλη εσωτερική ακεραιότητα. Και αυτό είναι που έχει τη μεγαλύτερη σημασία», δήλωσε ο σκηνοθέτης στο ERTnews.

Το έργο
Η Ηλέκτρα ζει στο Άργος, θρηνώντας τον πατέρα της και καταδικάζοντας δημόσια τους δολοφόνους του κατηγορώντας ανοιχτά τη μητέρα της, Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο για την πράξη τους. Η επιστροφή του αδελφού της, Ορέστη, δρομολογεί την εκδίκηση, η οποία κορυφώνεται με τη δολοφονία της Κλυταιμνήστρας και του Αίγισθου. Ο Ορέστης επιστρέφει, αλλά η ταυτότητά του κρύβεται αρχικά για να μην προδοθεί η εκδίκηση. Η συνάντηση του Ορέστη με την Ηλέκτρα και η εκτέλεση του σχεδίου εκδίκησης αποτελούν τα κορυφαία σημεία της τραγωδίας.

Η παράσταση
Η Ηλέκτρα του Σοφοκλή θέτει το μείζον θέμα της εκδίκησης, της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης και του τρόπου με τον οποίο αυτή περιπλέκεται γύρω από τα πάθη των ανθρώπων. Πάνω από όλα, όμως, όλη η πλοκή υποτάσσεται στη βασική καλλιτεχνική της επιδίωξη: τη σκιαγράφηση του απόλυτου τραγικού πάθους στο πρόσωπο της φερώνυμης πρωταγωνίστριας.
Η ικανοποίηση του θεατή έρχεται όχι με τη «λύση», το τέλος της κάθαρσης, αφού αυτή δεν υπάρχει εξάλλου, αλλά μέσα από την παρακολούθηση όλων εκείνων των διακυμάνσεων που βίωσε επί σκηνής η ηρωίδα με την ακατάπαυστη θρηνητική κραυγή της και που ερμήνευσε άριστα η Λουκία Μιχαλοπούλου.
Η Ηλέκτρα ζει έναν εφιάλτη πίσω από το μαύρο μαντίλι που φορά στο κεφάλι της. Αυτές τις φρικτές σκέψεις της μοιράζεται με τον Χορό και τους θεατές.
Και η Ηλέκτρα, αλλά και ο Ορέστης (Αναστάσης Ροϊλός) δείχνουν σημεία ψυχοπαθολογίας, που καλλιεργούνται κιόλας από τον παιδαγωγό (Γιάννη Αναστασάκη) και που εξηγούνται σε μεγάλο βαθμό από την εκπαίδευσή τους κατά τα πρότυπα της προηγούμενης ηρωικής γενιάς των πολεμιστών της Τροίας.
Αντίθετα με την αδελφή τους Χρυσόθεμη (Γρηγορία Μεθενίτη), οι δύο μητροκτόνοι μένουν καθηλωμένοι σε εκδικητικές αξίες και αντιλήψεις του οικογενειακού παρελθόντος, σε ακρότητες που ανακαλούσαν συγχρόνως το νοσηρό κλίμα του Πελοποννησιακού Πολέμου την περίοδο που χρονολογείται το έργο.

Ο παιδαγωγός οδηγεί τον Ορέστη και τον Πυλάδη στα ανάκτορα. Εκείνος τον έχει γαλουχήσει για να επιτελέσει το έγκλημα.
Ο Χορός προέρχεται από το κοίλον. Κατεβαίνει μέσα από τους θεατές. Αρχοντοπούλες, που φορούν υπέροχα φορέματα σε παστέλ χρώματα μιας και ο σκηνογράφος – ενδυματολόγος Πάρις Μέξης «έχει εμπνευστεί από την πλούσια ζωγραφική παράδοση της γενιάς του ’30 και ιδιαίτερα από το έργο του Γιάννη Τσαρούχη, το οποίο συγκέρασε με ρομαντική ειλικρίνεια τις λαϊκές τέχνες με τα σύγχρονα εικαστικά ρεύματα της εποχής του και την ελληνική παράδοση».
«Βρες τρόπο να μπεις στο παλάτι και ανακοίνωσέ τους ότι ο Ορέστης πέθανε», λέει ο Ορέστης στον Παιδαγωγό όταν φθάνουν στο παλάτι του Αγαμέμνονα.
Η Ηλέκτρα, που δεν μπαίνει στο παλάτι των δολοφόνων του πατέρα της, παραμένει απ’ έξω και θρηνεί, ενώ διηγείται τη σκηνή του φόνου του πατέρα της κραδαίνοντας το χέρι της, υπονοώντας τα θανατηφόρα χτυπήματα, που του κατάφεραν η Κλυταιμνήστρα μαζί με τον Αίγισθο (Νικόλα Παπαγιάννη).
Η Ηλέκτρα μοιρολογεί, θέλει τον αδελφό της να πάρει εκδίκηση. Πέφτει πάνω της αβάσταχτο βάρος, ενώ ο Χορός τη συμπονά συνοδευόμενος από την υπέροχη μουσική του Φώτη Σιώτα, αποκαλώντας την «παιδί πανάθλιας μάνας»!
Η κίνηση της Ηλέκτρας έχει στοιχεία παραδοσιακού βαρύ ζεϊμπέκικου χορού.
«Κόρες αρχόντων ήρθατε εδώ να με παρηγορήσετε; Δεν θα πνίξω τον στεναγμό για τον πατέρα. Αφήστε με να ξεθυμάνω»!
Περίμενε τον αδελφό της άγαμη, άτεκνη, μια μανιασμένη μαχήτρια. Θυμίζει στο Χορό πώς ούρλιαξε ο πατέρας της όταν τον χτυπούσαν τα πελέκια. Ο Χορός της λέει ότι αυτή η οργή, αυτή η παραφορά δεν οδηγεί πουθενά. Της επισημαίνει ότι υπάρχει μέτρο για τις δυστυχίες, ενώ εκείνη ρωτά θυμωμένα αν θεωρούν καλό να ξεγράφει κάποιος τους νεκρούς σα να μην έζησαν ποτέ.
«Ντρέπομαι γυναίκες που με τους θρήνους μου σας θλίβω. Συζώ με τους φονιάδες του πατέρα μου και αυτοί εξευτελίζουν το πατρικό κρεβάτι. Εορτή του μήνα έγινε η μέρα της σφαγής. Να ξέρεις θα μου το πληρώσουν, αυτή η μάνα και μαζί της αυτός ο Αίγισθος, που πολεμά με τις γυναίκες».

Η Χρυσόθεμις (Γρηγορία Μεθενίτη) με εντελώς διαφορετική διάθεση, έρχεται να κάνει χοές στο τάφο του πατέρα τους, κατά παραγγελία της Κλυταιμνήστρας, που είδε ένα κακό όνειρο.
Έξαλλη η Ηλέκτρα της λέει πώς τολμά να κάνει τις βέβηλες χοές των δολοφόνων. Η Χρυσόθεμις φοβάται να εναντιωθεί στην Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο. Είναι προσαρμοστική και έχει παραδοθεί στη μοίρα της.
Θεωρεί ότι η Ηλέκτρα κάνει σαν τρελή, ενώ εκείνη πράττει συνετά και έξυπνα. Προσπαθεί να πείσει την Ηλέκτρα να εγκαταλείψει τα σχέδιά της για εκδίκηση και να αποδεχτεί την πραγματικότητα.
Της προτείνει δε, να υποταχθεί στον Αίγισθο και να ζήσει μια ήρεμη ζωή, αντί να παραμένει εγκλωβισμένη στον πόνο και την οργή. Αντιθέτως η Ηλέκτρα δεν καταλαβαίνει τι όφελος θα είχε αν έπαυε τους θρήνους της και συνθηκολογούσε με τους φονιάδες του πατέρα της.
Αυτή δεν δέχεται δώρα για να αστραφτοκοπά – η Χρυσόθεμις φορά χρωματιστό φόρεμα, είναι περιποιημένη – αντίθετα με τα κουρέλια, τα ταλαιπωρημένα, που φορά η Ηλέκτρα, που δεν εξαργυρώνει τη σιωπή της με πλουμίδια, εκείνη αυτά τα περιφρονεί, τα φτύνει. Η Χρυσόθεμις της λέει ότι άκουσε ότι αν δεν σταματήσει τους θρήνους θα την κλείσουν σε μια τρύπα. Ατρόμητη η Ηλέκτρα δηλώνει πως δεν προδίδει τους φίλους. Παίρνει το δοχείο με το υγρό των χοών και το χύνει κάτω.
Η Δίκη των θεών θα τους σκοτώσει, όχι εκείνη πιστεύει η Ηλέκτρα. Η Κλυταιμνήστρα (Ιωάννα Παππά) κατεβαίνει τη σκάλα φιλήδονα σαν γάτα και επιτίθεται στην Ηλέκτρα που πια την έχει εξωθήσει στο μη περαιτέρω.

Ο Παιδαγωγός (Γιάννης Αναστασάκης) ντυμένος σαν τους Ρωμαίους στρατιώτες με περικεφαλαία και δόρυ, έρχεται από τη Φωκίδα να ανακοινώσει ότι πέθανε ο Ορέστης.
Είναι πολύ παραστατικός και αληθοφανής στη διήγησή του.
Η Κλυταιμνήστρα με μεγάλες κινήσεις απλώνει το κορμί της πάνω στην αρχοντική σκάλα, φορώντας μια πράσινη τουαλέτα και κατακόκκινο κραγιόν, μια λάγνα παρουσία με δυνατό μακιγιάζ και εντυπωσιακή κόμμωση κάνει έντονη την παρουσία της, δίνοντας εξαρχής τα χαρακτηριστικά του ρόλου της.
Η κραυγή της όταν ακούει τον θάνατο του Ορέστη κρύβει ανακούφιση, χαρά και ηδονή, κραυγή που αντικρούεται από το λυγμό της Ηλέκτρας που καταρρέει.
Ο Χορός θρηνεί το αρχαίο γένος των αρχόντων του, ενώ η Κλυταιμνήστρα δηλώνει ότι «είναι δυστυχία να ‘χεις παιδιά. Ποτέ δεν τα μισείς ό,τι κι αν σου κάνουν».
Η σκηνή της Ηλέκτρας και της Κλυταιμνήστρας, όπου την έχει παγιδεύσει από κάτω, σαν μια πάλη, σαν να τη γεννά και να την ορίζει, είναι μια ζωώδης σκηνή αγάπης και μίσους, γιατί όπως και να ‘χει όπως και τα άλλα της παιδιά και η Ηλέκτρα είναι δικό της παιδί.
Η ανατροφή αυτή, που της έδωσε, την οδήγησε να φέρεται έτσι. Της βάφει δε το πρόσωπο με το κραγιόν της, σαν χαρακιές, σαν πληγές ή και προμήνυμα της αιματηρής πράξης που θα ακολουθήσει.
Πρόκειται για σκηνή εσωτερικής πάλης και για τις δυο και αυτό φαίνεται καλύτερα στο τέλος, που έχοντας σκοτώσει ο Ορέστης τη μητέρα του, η Ηλέκτρα σκεπάζει το νεκρό κορμί της με το πανωφόρι – αμπέχονό της.
Ο θάνατος δεν της αφαιρεί το δικαίωμα να αγαπά τη μητέρα, που έχει εκπέσει στα μάτια της.
Μετά το άκουσμα του θανάτου του Ορέστη, η Ηλέκτρα δεν θέλει πια τη ζωή της. Είναι ικανή και αποφασισμένη να κάνει τα πάντα. Σε αντίστιξη έρχεται η Χρυσόθεμις, χαρούμενη από τις χοές, χορεύοντας και τραγουδώντας, καθώς κάτι έχει ξεκλειδώσει μέσα την καταπιεσμένη επιθυμία για εκδίκηση.
Χορεύει ξέφρενα, ακόμα και ανατολίτικους χορούς της κοιλιάς, ανεβαίνει πάνω στα παγκάκια, παραγγέλνει στον μουσικό να παίξει για να γλεντήσει εκείνη, που είδε κομμένο βόστρυχο πάνω στον τάφο του πατέρα τους. Ο Ορέστης είναι εδώ της λέει.
Η Ηλέκτρα της ανακοινώνει τον θάνατό του. Τώρα χαίρεται η μητέρα τους μέσα στο παλάτι καθώς της εξιστορεί τα πάντα ο Παιδαγωγός για το χαμό του Ορέστη.
«Είμαστε μόνες μας, δεν περιμένουμε τίποτα πια». Η σκηνή θυμίζει τις «Δούλες» του Ζενέ. Σε απελπισία οι δυο αδελφές, πρέπει να δουν πώς θα δράσουν. Ποιον να συντρέξουν πρώτα τον πατέρα ή τον αδελφό τους; Η Ηλέκτρα και ο Χορός θρηνούν «Με αφάνισες αδελφέ μου»!
Η εμφάνιση του Ορέστη (Αναστάσης Ροϊλός) και του Πυλάδη γίνεται διστακτικά και ενώ ο Ορέστης έχει απονείμει τιμή στον τάφο του πατέρα του.
Σπαράζει η καρδιά του όταν βλέπει την Ηλέκτρα βυθισμένη σε τέτοιο πόνο για τον αφανισμό του αδελφού της και αποκαλύπτει την ταυτότητά του, λέγοντας της ότι ο αδελφός της δεν είναι μέσα στην τεφροδόχο που κρατά, αλλά είναι μπροστά της.
Η σκηνή είναι φορτισμένη, η συγκίνηση μεγάλη, που διακόπτεται σωστά από τον Παιδαγωγό, για να μην προδοθούν και χαλάσει το σχέδιο. Και οι δυο ηθοποιοί, η Λουκία Μιχαλοπούλου και ο Αναστάσης Ροϊλός, δημιουργούν μια συγκινητική σκηνή γεμάτη ένοχη προσμονή.
Ο Ορέστης έχει έρθει για να επιτελέσει ένα έργο. Σιωπηλός παραστάτης του σε όλο το ταξίδι αυτό ο Πυλάδης (Περικλής Σιούντας). Όταν ο Ορέστης μπαίνει στο παλάτι για να σκοτώσει τη μητέρα του ο Πυλάδης βάφει με χρυσή μπογιά όλο το κορμί του και μεταμορφώνεται σε Ερμή προστάτη των ταξιδιωτών και καθοδηγητή των νεκρών στον Κάτω Κόσμο.
Σε αγγεία, ο Πυλάδης και ο Ερμής απεικονίζονται συχνά μαζί. Ο Ερμής ψυχοπομπός και ο Πυλάδης, ο πιστός φίλος του Ορέστη. Δεν είναι απλό η μητροκτονία. Μπορεί οι θεοί να μην εμφανίζονται για να δώσουν λύσεις, αλλά η παρουσία ενός τέτοιου θεού την ώρα του θανάτου, όπως και η κίνηση της Ηλέκτρας να καλύψει το νεκρό σώμα της μητέρας της με το αμπέχονο κρύβουν έναν σεβασμό και πραγματική φροντίδα. Εξαιρετική η κίνηση του Περικλή Σιούντα, κίνηση ακροβατική, γρήγορη σχεδόν υπερβατική.
Δεν υπάρχει κάθαρση, χωρίς καν τις Ερινύες, οι ήρωες είναι διαλυμένοι. Καταλαβαίνουν ότι έχουν εμπλακεί σε έναν φαύλο κύκλο αίματος. Η αποχή της Ηλέκτρας από το παλάτι ίσως βάλει κάποιο τέλος σε αυτή την ατέρμονη εκδίκηση και δηλώνει ότι δεν θα συναγελαστεί με ανθρώπους της εξουσίας.

Η κίνησή της και το αμπέχονο που φορά παραπέμπει σε αντάρτικη συμπεριφορά. Η Ηλέκτρα είναι εγκλωβισμένη σε μια μανία πένθους. Είναι άραγε και η ίδια ψυχαναλυτικά θύμα της εμμονής της με την εκδίκηση ή μια φωνή αντίστασης απέναντι στη βαρβαρότητα της εξουσίας.
Η περίοδος πένθους της Ηλέκτρας δεν έχει τέλος και με τη συμπεριφορά της είναι σα να αποδέχεται το ενδεχόμενο ενός ζωντανού θανάτου. Της είναι αδύνατο να επανενταχθεί στον κόσμο των ζωντανών και να τηρήσει την επίσημη περίοδο θρήνου, γεγονός που στην αρχαιότητα τιμωρείται με απομόνωση και αποκλεισμό.
Σε έναν κόσμο χωρίς αξίες, όπου ο καθένας προσπαθεί να επιβιώσει με κάθε τρόπο το ακέραιο, αντάρτικο, ανυπότακτο πνεύμα της Ηλέκτρας είναι μια ικμάδα φωτός. Πόσο μπορεί να δράσει ωστόσο, αφού και στο έργο δεν δρα πολύ, παρά περιμένει τον Ορέστη, τον Γκοντό του Μπέκετ, που και που έρχεται εδώ στο έργο του Σοφοκλή δεν λυτρώνει την ψυχή της.
Μια τραγωδία όπου οι ήρωες είναι στο έλεος. Σκοτεινό έργο ακόμα και μετά το τέλος του. Απόλυτη εκπροσώπηση η Λουκία Μιχαλοπούλου σε μια ωραία συντονισμένη παράσταση του Δημήτρη Τάρλοου με άποψη και προβληματισμό.
***
Η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή από τον Δημήτρη Τάρλοου στην Επίδαυρο και σε περιοδεία





