31.9 C
Athens
Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Η προεπαναστατική Ρωσία σε μια παράσταση για τους “επτά κρεμασμένους” του Αντρέγιεφ

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

  • Η παράσταση θα συνεχίσει να παρουσιάζεται και μετά το Πάσχα, από τις 16 μέχρι τις 30 Απριλίου, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00, στο θέατρο Tempus Verum – Εν Αθήναις.

Γραμμένη σε μια εποχή που το τσαρικό καθεστώς σκληραίνει και γίνεται ανελέητο, η νουβέλα «Μια διήγηση για τους επτά κρεμασμένους» αποτελεί μια ευθεία αναφορά στην καταπίεση, την απολυταρχία, τον περιορισμό της ελευθερίας. Είναι καταγγελία της κρατικής τυραννίας και συμβολίζει την πάλη εναντίον της. Μέσα από τις γραμμές του έργου του ο Λεονίντ Αντρέγιεφ μάς αφηγείται την ιστορία μιας νεανικής επαναστατικής ομάδας, τριών αντρών και δύο γυναικών, του Σεργκέι Γκαλαβίν, του Βέρνερ, του Βασίλι Κασίριν, της γλυκιάς Μούσια και της Τάνια Καβαλτσούκ, που συλλαμβάνονται, στη ρωσική πρωτεύουσα, με την κατηγορία της απόπειρας δολοφονίας ενός ισχυρού υπουργού της τσαρικής κυβέρνησης. Μαζί με αυτούς παρακολουθούμε τις τελευταίες στιγμές ενός φτωχού, αγράμματου Εσθονού, του Γιάνσον, που κατηγορείται για τo φόνο του αφεντικού του και την απόπειρα βιασμού της συζύγου του, και του Τσιγκανόκ Γκολουμπέτς, ενός σκληρού, βάναυσου ληστή και δολοφόνου. Και οι επτά αυτοί ήρωες της ιστορίας, που είναι καταδικασμένοι σε θάνατο, ακολουθούν τη βασανιστική πορεία προς το τέλος της ζωής τους που ο Αντρέγιεφ, χάρη στην εξαιρετική αφηγηματική του ικανότητα, διηγείται με έναν συγκλονιστικό και μοναδικό τρόπο.

Η εποχή

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Pωσία ήταν μία αυτοκρατορία με απολυταρχικό πολιτικό και κοινωνικό σύστημα, που είχε διαμορφωθεί και ριζώσει στη χώρα κατά τη διάρκεια πολλών αιώνων. O απόλυτος μονάρχης -ο λαός τον αποκαλούσε τσάρο (czar), τίτλο που έλκει την καταγωγή του από το ρωμαϊκό “Kαίσαρ”- έφερε τον τίτλο του αυτοκράτορα και κυβερνούσε με απόλυτο αυταρχισμό. Στο ρωσικό πολιτικό σύστημα, γνωστό ως τσαρικό καθεστώς ή τσαρισμός, υπήρχε καταστολή των αστικών ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γενικότερα.
Απ’ το 1900, το επαναστατικό κίνημα διευρύνθηκε σημαντικά. Τα πανεπιστήμια έκλειναν ολόκληρους μήνες και οι φοιτητές, με την υποστήριξη εργατών, οργάνωναν διαδηλώσεις. Όμως, σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού διατηρείτο μια δουλοπρεπής νοοτροπία. Ο «μύθος του τσάρου» θάμπωνε ακόμα εκατομμύρια ψυχές.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, προικισμένος με συγγραφική δεινότητα, ο Λεονίντ Αντρέγιεφ (1871-1919) καταπιάστηκε στο έργο του με ζητήματα που ταλάνιζαν τους συγχρόνους του, αλλά εξακολουθούν να κατατρύχουν και το σύγχρονο άνθρωπο.

Η γεύση του θανάτου

Πώς είναι να έχεις στα χείλη σου τη γεύση του θανάτου, να νιώθεις κάτι που δεν είναι του κόσμου τούτου; «Η αβεβαιότητα της προσμονής γίνεται απελπισία και η απελπισία βεβαιότητα θανάτου», λέει ο Μπέκετ.

Παρακολουθήσαμε τη θεατρική μεταφορά της νουβέλας «Μια διήγηση για τους επτά κρεμασμένους» του Λεονίντ Αντρέγιεφ, όπως παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη σκηνή σε δραματουργική επεξεργασία της Αγγελικής Πασπαλιάρη και σκηνοθεσία της ίδιας και του Κωνσταντίνου Γώγουλου με μία ομάδα νέων και ταλαντούχων ηθοποιών. Πρόκειται για μια ομολογουμένως δυναμική και εμπνευσμένη παράσταση, με τίτλο “7 κρεμασμένοι”, που παίζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 στο θέατρο Tempus Verum – Εν Αθήναις.
«Και αν πίστευα πρώτα ότι υπήρχε μόνο θάνατος, αρχίζω τώρα να συνειδητοποιώ ότι υπάρχει μόνο ζωή. Έτσι ήταν. Έτσι θα είναι πάντα».
Ρωσία. Επτά κρατούμενοι – πέντε μέλη μίας τρομοκρατικής οργάνωσης που κατηγορούνται για την απόπειρα δολοφονίας ενός διεφθαρμένου υψηλόβαθμου κυβερνητικού αξιωματούχου και δύο ποινικοί εγκληματίες – καταδικάζονται σε θάνατο διά απαγχονισμού. Ο εκκωφαντικός ήχος ενός καρδιακού παλμού που φτάνει στα αυτιά των μελλοθάνατων, η ξέφρενη αναπνοή, η απογοήτευση, οι πικρές αναμνήσεις, οι οραματισμοί, οι στόχοι, η ιδεολογία, το πάθος για αλλαγή, η επώδυνη αναμονή, η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού, η φευγαλέα ανάμνηση ενός χαμόγελου ή μιας ερωτικής συνάντησης, ο αποχαιρετισμός των συγγενών… Όλα ζωντανεύουν μέσα στα στενά όρια του κελιού τους. Εσύ τι θα έκανες αν ήσουν αντιμέτωπος με τον θάνατό σου; Αν βρισκόσουν στη θέση αυτών των ανθρώπων;
Τα έργα του Αντρέγιεφ τα διακρίνει μια όξυνση αντιθέσεων, απροσδόκητες στροφές των γεγονότων σε συνδυασμό με μια σχηματική απλότητα του ύφους. Στα πρώτα του βήματα επηρεάστηκε από τον ύστερο ρομαντισμό και μέσα από τον ρεαλισμό έφτασε αργότερα στον εξπρεσιονισμό. Εκκεντρικός και μελαγχολικός στην καθημερινή του ζωή, ήταν λάτρης των έργων του Σοπενχάουερ. Στο συγκεκριμένο έργο, αντλεί έμπνευση από μία αληθινή ιστορία για να καταγγείλει την ίδια την έννοια της θανατικής ποινής. Ο συγγραφέας βυθίζεται στο μυαλό επτά ανθρώπων που περιμένουν να πεθάνουν από μέρα σε μέρα, φωτίζει τις μύχιες σκέψεις και τις αγωνίες τους, καθώς και την προσπάθειά τους να συλλάβουν και να δώσουν σχήμα στο αδιανόητο. Η νουβέλα του «Μια διήγηση για τους επτά κρεμασμένους», κατά γενική ομολογία το σημαντικότερο έργο του, παρά το φαινομενικά πεσιμιστικό της περιεχόμενο, παραμένει ένας καθρέφτης της προεπαναστατικής Ρωσίας κι ένας ύμνος στη ζωή.

Σε μια εποχή αυταρχισμού και τρομοκρατίας που δεν υπήρχε ακόμη οργανωμένη κοινωνική δράση, τα ανήσυχα στοιχεία έδιναν διέξοδο στην ανάγκη τους για πολιτική έκφραση σε ατέρμονες συζητήσεις, η λογοτεχνία υποκαθιστούσε κατά κάποιον τρόπο την επαναστατική δραστηριότητα και αποτελούσε πεδίο πνευματικών συγκρούσεων.

Μεταξύ λογικής και παραλογισμού

Oι σκηνοθέτες Κωνσταντίνος Γώγουλος και Αγγελική Πασπαλιάρη καταφεύγουν στο πειραματικό, το φανταστικό και το εξπρεσιονιστικό στοιχείο για να αποδώσουν ακέραιη τη φρίκη της θανατικής ποινής.

Οι ήρωες – ηθοποιοί κινούνται στο μεταίχμιο μεταξύ λογικής και παραλογισμού, ολομόναχοι μέσα σ’ έναν κόσμο από τον οποίο ο Θεός είναι απών, απέναντι σε μια άβυσσο που απειλεί να τους καταπιεί, όπως ακριβώς οι άνθρωποι των σύγχρονων κοινωνιών. Αυτό το στοιχείο κάνει το έργο του Αντρέγιεφ να παραμένει διαχρονικό και πάντα ενδιαφέρον.

Το κείμενο καταγγέλλει τις εκτελέσεις επαναστατών από το τσαρικό καθεστώς καθώς και την ίδια την έννοια της εκτέλεσης. Ο Αντρέγιεφ αν και αποστασιοποιημένος από την ιδέα της επανάστασης, αντιλαμβάνεται την τρομοκρατία με τους όρους της εποχής του και περιβάλλει τους τρομοκράτες ήρωές του με την αίγλη της ηθικής ανωτερότητας και τη σκοτεινή άλω του κινδύνου. Με τη διερευνητική του γραφή παρασύρει τον θεατή / αναγνώστη μέσα στο μυαλό επτά ανθρώπων που περιμένουν να πεθάνουν από μέρα σε μέρα, και αντιμέτωποι με το τέλος του Όλου προσπαθούν να συλλάβουν και να δώσουν σχήμα στο απίστευτο. Ο συγγραφέας κινείται με άνεση στο γνώριμο για τον ίδιο περιβάλλον της ακρότητας και του θανάτου, της στυγνής εξουσίας και της νεανικής επαναστατικότητας, μακριά από την οικεία καθημερινότητα.

Ο Αντρέγιεφ στο έργο του στοχάζεται με πρωτοτυπία την εποχή του, περίοδο κρίσεων και αναταραχής που κατέληξε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ώριμο έργο του το χαρακτηρίζει η ατμόσφαιρα επικείμενης καταστροφής. Οι χαρακτήρες του ανακαλύπτουν έναν κόσμο ανέκαθεν άδειο και αδιάφορο καθώς κινούνται αποξενωμένοι, σε περιβάλλον τρέλας, απελπισίας και θανάτου. Σε μια εποχή επαναστατικής αισιοδοξίας ο Αντρέγιεφ υπήρξε μια σκοτεινή, γοητευτική παραφωνία που αντιλαμβανόταν τη ζωή ως ξεκούρδιστο πιάνο στην άβυσσο.

Ο Γκόρκι, που υπήρξε ανταγωνιστής και φίλος του, έγραφε γι’ αυτόν: «Το ταλέντο του τον εξουσίαζε, τον κατείχε· ήταν βαθιά ριζωμένο μέσα του. Η διαίσθησή του, από την άλλη, ήταν ιδιαίτερα οξυμένη. Η διορατικότητά του για οτιδήποτε άγγιζε τις σκοτεινές πτυχές της ζωής, τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ψυχής ή τους αναβρασμούς του ενστίκτου, ήταν μοναδική».

Η παράσταση

Ο κάθε ηθοποιός εµφανίζεται ως κάτι που μοιάζει µε φάντασµα, πρόσωπα βγαλµένα από τις πιο οριακές στιγµές του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Η απελπισία καταδιώκει τους ήρωες ώσπου τους ρίχνει σε ένα πηγάδι συνειδησιακών µαρτυρίων και ανατριχίλας. Μας προσκαλούν σε ένα εγκεφαλικό παιχνίδι, στο οποίο η κάθε κίνησή τους είναι μελετημένη ως την τελευταία λεπτομέρεια.

Το πέρας της παράστασης μου άφησε μια γεύση οικονομίας, κατά τη γνώμη μου σε καμία σκηνή δεν υπήρξε περιττή κίνηση, περιττή έκφραση, περιττή λέξη, ούτε μία και αυτό είναι εντυπωσιακό. Ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί κατορθώνουν να μας μεταδώσουν το ρίγος που θα πρέπει να προκαλεί το βλέμμα κάποιου που αντίκρισε κατάματα το θάνατο και διατήρησε κάτω από τα βλέφαρά του το τρομερό αντικαθρέφτισμα του κάτω κόσμου. Μας περιγράφουν το λαβύρινθο κάθε τυραννισμένης συνείδησης, το ένστικτο του ολέθρου, το μαρτύριο κάθε ανθρώπου που το πεπρωμένο τον οδήγησε στο έγκλημα και από εκεί στην εκτέλεση, στο τέλος.
Οι συνσκηνοθέτες Κωνσταντίνος Γώγουλος και Αγγελική Πασπαλιάρη (της ανήκει και η εύληπτη δραματουργική επεξεργασία) ανακάλυψαν και παρουσίασαν στο θεατρικό κοινό τη διορατική ματιά ενός συγγραφέα που πρόβλεψε τις αναταραχές και την αταξία που θα επικρατούσαν σ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Η ζωή είναι συνάρτηση του θανάτου, και ο θάνατος συνάρτηση της ζωής. Γράφουν στο σημείωμά τους οι δύο σκηνοθέτες: «Μπροστά στο δεδομένο του αναπόφευκτου τέλους τίθεται το ερώτημα: «Τι έχεις κάνει με τη ζωή που σου δόθηκε;». Μιλάμε για τον θάνατο ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το επείγον της ζωής. Τι σημαίνει «επιλέγω»; Πόσο ελεύθεροι είμαστε; Πόση ευθύνη φέρουμε για τις πράξεις μας;». Μη φοβόμαστε τόσο πολύ τον θάνατο, όσο μια ανεπαρκή ζωή. Κερδίζεις τη ζωή από αυτά που της δίνεις…

Μεθοδική, φιλοσοφική, διεισδυτική αλλά και σαφής η παράσταση, δίκαια μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί μία από τις ωραιότερες θεατρικές δουλειές που έγιναν εξ ολοκλήρου από νέους καλλιτέχνες. Οι Κωνσταντίνος Γώγουλος, Κωνσταντίνος Δαλαμάγκας, Στέργιος Κοντακιώτης, Αθανασία Κουρκάκη, Δημήτρης Παπαβασιλείου, Αγγελική Πασπαλιάρη, Χάρης Χιώτης υπήρξαν εξαίρετοι και ως μάσκα προσώπου και ως υποκριτική. Αυθεντικότατοι, με αθωότητα και ισορροπημένη γραφικότητα, πρόσφεραν στο κοινό μια ζείδωρη αύρα ψυχικής λαχτάρας και ανθρώπινης συμπόνιας. Εκτιμώ πως είναι από τους ηθοποιούς εκείνους που θα αποτελέσουν μελλοντικά τους πυλώνες του ελληνικού θεάτρου.
Κινήθηκαν στη μικρή σκηνή αρμονικότατα, με ελευθερία αλλά και συνοχή. Επιπλέον, χάρη στη σκηνική εγκατάσταση και τα κοστούμια της Ιωάννας Πλέσσα, το ηχητικό τοπίο του Ιάκωβου Δρόσου, τους φωτισμούς του Κωνσταντίνου Αναγνώστου και τη μουσική διδασκαλία της Βαλέριας Δημητριάδου υπήρχε στην παράσταση διάχυτη μια βαθύτερη ενότητα και δράση, μια ατμοσφαιρικότητα που περνούσε και στην πλατεία. Οι «7 κρεμασμένοι» είναι ένα έργο που μιλά για έναν κόσμο αδικημένων, που κι αυτοί με τη σειρά τους αδικούν. Γιατί η αδικία είναι η μόνη επικοινωνία που τους έχει διδάξει η ζωή.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Λεονίντ Αντρέγιεφ είναι ο μεγάλος λησμονημένος της ρωσικής λογοτεχνίας. Στις αρχές του 20ου αιώνα η κριτική εκθειάζει τις νουβέλες του θεωρώντας τες ανώτερες από αυτές του Τσέχοφ. Ο Αντρέγιεφ δημοσιεύει την πρώτη του νουβέλα το 1898 στην εφημερίδα «Ταχυδρόμος της Μόσχας». Γρήγορα γνωρίζει μεγάλη ανταπόκριση στους καλλιτεχνικούς και πνευματικούς κύκλους της προεπαναστατικής Ρωσίας. Μέσα στα χρόνια καθιερώνεται ως ο κύριος εκπρόσωπος του ρωσικού εξπρεσιονισμού. Αν και αντιτάσσεται στην τσαρική εξουσία και χαιρετίζει την πρώτη επανάσταση του 1905, στη συνέχεια καταβάλλεται από ένα πνεύμα απαισιοδοξίας παραιτούμενος από κάθε επαναστατική άποψη και πιστεύοντας ότι η εξέγερση των μαζών μπορεί να οδηγήσει μόνο σε μια μεγάλη απώλεια της ζωής και μεγάλη οδύνη. Η στάση του αυτή θα οδηγήσει τον ίδιο και το έργο του στην αφάνεια μετά την επικράτηση των Μπολσεβίκων το 1917. Όπως γράφει και η κριτικός Μάγια Στάγκαλη: «Σε μια εποχή επαναστατικής αισιοδοξίας ο Αντρέγιεφ υπήρξε μια σκοτεινή, γοητευτική παραφωνία που αντιλαμβανόταν τη ζωή ως ξεκούρδιστο χορό στο κενό».
Ο Λεονίντ Νικολάγιεβιτς Αντρέγιεφ, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του ρωσικού εξπρεσιονισμού στη λογοτεχνία, γεννήθηκε το 1871 στην περιφέρεια του Οριόλ. Από τον πατέρα του, τραπεζικό υπάλληλο, κληρονόμησε την αγάπη για τη φύση καθώς και για το αλκοόλ. Σπούδασε νομικά στην Πετρούπολη και στη Μόσχα. Εκκεντρικός και μελαγχολικός (μανιοκαταθλιπτικός, σύμφωνα με νεότερους βιογράφους του), έπεσε σε κατάθλιψη, έκανε αρκετές απόπειρες αυτοκτονίας -το 1894 μάλιστα αυτοπυροβολήθηκε, αλλά η σφαίρα εντέλει απλώς τον τραυμάτισε- και τελικά εγκατέλειψε τις σπουδές του για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Ερασιτεχνικά ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και τη φωτογραφία, πειραματιζόμενος αρχικά με ασπρόμαυρες στερεοσκοπικές εικόνες και, αργότερα (γύρω στα 1908), με την έγχρωμη φωτογραφική διαδικασία των αδελφών Lumiere, πρωτοπόρων του κινηματογράφου. Εργάστηκε ως αστυνομικός συντάκτης στην εφημερίδα “Ταχυδρόμος της Μόσχας”. Άρχισε να δημοσιεύει διηγήματα σε εφημερίδες το 1898, προκαλώντας το ενδιαφέρον του Μαξίμ Γκόρκι, ο οποίος τον σύστησε στους λογοτεχνικούς κύκλους της Μόσχας. Η πρώτη του συλλογή διηγημάτων του κυκλοφόρησε το 1901. Την επόμενη χρονιά δημοσίευσε, μεταξύ άλλων, δύο από τα γνωστότερα διηγήματά του: “Στην ομίχλη” και “Η άβυσσος” – το τελευταίο, η ιστορία ενός εφήβου που δολοφονεί μια πόρνη και κατόπιν αυτοκτονεί, δέχτηκε οξύτατη κριτική από τον Λέοντα Τολστόι. Το 1904, με το διήγημα “Το κόκκινο γέλιο” στρέφεται εναντίον του ρωσοϊαπωνικού πολέμου και αναμειγνύεται στο κίνημα κατά του τσαρισμού. Ένα χρόνο αργότερα, με την έκρηξη της επανάστασης, συλλαμβάνεται από τη μυστική αστυνομία και φυλακίζεται. Στη συνέχεια διέφυγε στην Ευρώπη, όπου έζησε στην Ιταλία ως φιλοξενούμενος του Γκόρκι. Αργότερα απέκτησε σπίτι στη Φιλανδία, σε πολύ μικρή απόσταση από την Πετρούπολη. Στο διάστημα μεταξύ της επανάστασης του 1905 και της έκρηξης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914), έγραψε αρκετά θεατρικά έργα, που ανέβηκαν με μεγάλη επιτυχία στη Μόσχα, στη Βιέννη, στο Βερολίνο και σε άλλες πόλεις από σκηνοθέτες όπως ο Στανισλάφσκι, ο Νεμίροβιτς – Ντάτσενκο και ο Μέγιερχολντ. Καθώς πλησίαζε η Οκτωβριανή Επανάσταση και κυρίως μετά την επικράτησή της, το 1917, ο Αντρέγιεφ δημοσίευε ως επί το πλείστον πολιτικά κείμενα, όλο και πιο εχθρικά προς τους μπολσεβίκους. Πέθανε στη Φινλανδία το 1917. Σαράντα χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του Στάλιν, η σορός του μεταφέρθηκε στην “αλέα των ποιητών”, στο κοιμητήριο του Λένινγκραντ.

Συντελεστές

Δραματουργική επεξεργασία – Πρωτότυπα κείμενα*: Αγγελική Πασπαλιάρη
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Γώγουλος – Αγγελική Πασπαλιάρη
Σκηνική Εγκατάσταση – Κοστούμια: Ιωάννα Πλέσσα
Σχεδιασμός ήχου: Ιάκωβος Δρόσος
Φωτισμοί: Κωνσταντίνος Αναγνώστου
Μουσική διδασκαλία: Βαλέρια Δημητριάδου
Φωτογραφίες: Νίκος Πανταζάρας
Poster artwork: George Giannimpas
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Χαρά Κρόμπα
Παραγωγή: Constantly Productions
Παίζουν: Κωνσταντίνος Γώγουλος, Κωνσταντίνος Δαλαμάγκας, Στέργιος Κοντακιώτης, Αθανασία Κουρκάκη, Δημήτρης Παπαβασιλείου, Αγγελική Πασπαλιάρη, Χάρης Χιώτης
* Η διασκευή βασίστηκε στη νουβέλα «Οι επτά κρεμασμένοι», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αστάρτη σε μετάφραση Μαρίνας Λιώμη.
Ευχαριστούμε την ομάδα osmosis για τη βοήθειά της στα ρούχα.

Πληροφορίες

Tempus Verum-Εν Αθήναις: Ιάκχου 19, Γκάζι /τηλέφωνο κρατήσεων 21 0342 5170
Πρεμιέρα: 5 Μαρτίου 2018
Παραστάσεις: Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00
Εισιτήρια: 12 ευρώ (κανονικό), 8 ευρώ (μειωμένο), 5 ευρώ (ατέλειες)
Διάρκεια: 70 λεπτά
Προβολή – Επικοινωνία: Δημήτρης Χαλιώτης

  • Θα συνεχίσει να παρουσιάζεται και μετά το Πάσχα, από τις 16 μέχρι τις 30 Απριλίου, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00, στο θέατρο Tempus Verum – Εν Αθήναις.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -