Cat Is Art

Η κλασική ταινία «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» αποσύρεται, ως ρατσιστική, από την πλατφόρμα HBO Max

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Η ταινία «Όσα παίρνει ο άνεμος» αποσύρθηκε από την πλατφόρμα HBO Max εν μέσω των εκδηλώσεων του κινήματος διαμαρτυρίας κατά του ρατσισμού και της αστυνομικής βίας εναντίον των μαύρων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Να θυμίσουμε ότι η Χάτι ΜακΝτάνιελ, η Μάμι της ταινίας, έγινε η πρώτη έγχρωμη ηθοποιός στην ιστορία του κινηματογράφου που κατάφερε να κερδίσει βραβείο Όσκαρ (τιμήθηκε με Όσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου).

 

 

Η εμβληματική ταινία, διάρκειας 3 ωρών και 58 λεπτών, του 1939, θεωρείται από ορισμένους πανεπιστημιακούς ως εργαλείο στα χέρια του ρεβιζιονισμού των απολογητών του Νότου και της ιστορίας της δουλείας παρουσιάζοντας μία ρομαντική όψη του Νότου και μία πολύ καλλωπισμένη πλευρά της δουλείας, με το υπηρετικό προσωπικό ικανοποιημένο από τη μοίρα του και εργαζόμενο υπό τους συνήθεις όρους εργασίας των εργαζομένων.

Αυτός ο καλλωπισμός μίας σκοτεινής περιόδου της αμερικανικής Ιστορίας είναι έργο πολύ οργανωμένων κινημάτων στις πολιτείες που ανήκαν στη Συνομοσπονδία κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, τα οποία προσπαθούν να δώσουν στον αμερικανικό Νότο εκείνης της εποχής μία παρουσιάσιμη εικόνα.

Βασικό σημείο, η ιδεολογία της «Lost Cause» (Χαμένη Υπόθεση) υποστηρίζει ότι οι Πολιτείες του Νότου πολέμησαν για την πολιτική τους ανεξαρτησία, την απειλούμενη από τον Βορρά, και όχι για τη διατήρηση της δουλείας, πράγμα που αντιβαίνει στην ιστορική αλήθεια.

Αν και σε απόλυτους αριθμούς, το «Avengers: Endgame» έρχεται πρώτο σε έσοδα στην ιστορία του σινεμά, με 2,8 δισεκατομμύρια δολάρια, το «Όσα παίρνει ο άνεμος» (Gone With the Wind) παραμένει στην κορυφή με 3,44 δισεκατομμύρια δολάρια, αν ληφθεί υπ’ όψιν ο πληθωρισμός.

«Το “Όσα παίρνει ο άνεμος” είναι το προϊόν μίας εποχής και απηχεί φυλετικές προκαταλήψεις που ήταν κοινός τόπος στην αμερικανική κοινωνία», σχολίασε εκπρόσωπος της HBO Max για να εξηγήσει την απόφαση για την απόσυρση από την πλατφόρμα της ταινίας των 8 Όσκαρ.

Για την εταιρεία, η διατήρηση της ταινίας στον κατάλογό της «χωρίς εξήγηση ή καταγγελία αυτού του δεδομένου θα ήταν ανεύθυνη».

Η πλατφόρμα θα περιλάβει και πάλι της ταινία στον κατάλογό της, αλλά με μία πλαισίωση που θα εντάσσει το έργο στην εποχή του.

 

 

Η ταινία έχει χαρακτηριστεί κατ’ επανάληψη από κοινό και κριτικούς ως ρατσιστική καθώς τα μόνα έγχρωμα άτομα που περιλαμβάνονται στην ταινία είναι οι υπηρέτες – σκλάβοι. Όπως είναι φυσικό, δεν υπάρχουν «καλοί ιδιοκτήτες σκλάβων» όπως υποστηρίζουν πολλοί. Το ότι κάποιοι λευκοί μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερα βάναυσοι με τους σκλάβους τους, δεν παύει ότι δεν τους στερούσαν την ελευθερία τους, όπως και το γεγονός ότι τους είχαν με τη βία να τους υπηρετούν.

Μετά το καθεστώς δουλείας, οι μαύρες γυναίκες συνέχισαν να υπηρετούν αποκλειστικά λευκούς, καθώς στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα ήταν και η μόνη δουλειά που μπορούσαν να βρουν εκτός από το να δουλέψουν σε χωράφια, λόγω των φυλετικών διακρίσεων και του κατάλοιπου ότι οι μαύροι υπάρχουν για να υπηρετούν.

Να σημειωθεί ότι ο υπουργός προπαγάνδας των Ναζί, Γιόζεφ Γκέμπελς, έλεγε ότι είναι η αγαπημένη του κινηματογραφική παραγωγή.

Και ο Ντόναλντ Τραμπ όμως, εμμέσως πλην σαφώς, είχε ευχηθεί να επιστρέψει η χώρα του στις εποχές του «Όσα παίρνει ο Άνεμος». Η ιστορική ταινία έχει κατηγορηθεί, εκτός από αναπαραγωγή ακραίων ρατσιστικών στερεοτύπων, αλλά και επιχείρηση δικαιολόγησης της Κου Κλουξ Κλαν.

Επίσης, το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» απεικονίζει τους μαύρους χαρακτήρες και ως καρικατούρες. Παρουσιάζονται ως αφελείς, φωνακλάδες, γεννημένοι να υπηρετούν, γνωρίσματα που φυσικά πατούν πάνω σε στερεότυπα. Ακόμη, οι ηθοποιοί είναι επιλεγμένοι ως λιγότερο ελκυστικοί από τους αντίστοιχους λευκούς.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι όταν απεικονίζονται στερεότυπα και ομάδες ανθρώπων ως καρικατούρες στην pop κουλτούρα, τότε τα γνωρίσματα αυτά φαίνονται φυσικά στην αντίληψη του θεατή. Ποια θα ήταν άραγε η άποψή μας για τους μαύρους, εάν δεν είχαμε γνωρίσει ποτέ μας κάποιον, και βασιζόμασταν μόνο στα ερεθίσματά μας από ταινίες όπως η συγκεκριμένη;

Οι ρατσιστικές απεικονίσεις του «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» δεν αναιρούν την υπέροχη τεχνική της ταινίας, όμως δεν γίνεται να μην αναγνωρίσουμε την προβληματική που τη συνοδεύει. Γενικά, πολλές ταινίες όπως η συγκεκριμένη δεν χαρακτηρίζονται από την επικαιρικότητά τους, διότι όταν κυκλοφόρησαν μπορεί να ήταν πραγματικά αριστουργήματα με βάση την πολιτικοκοινωνική δομή της τότε κοινωνίας, σήμερα όμως έχουν πολλά προβλήματα.

Η ανακοίνωση της Warner Media

«Η ταινία (γυρισμένη το 1939) είναι προϊόν της εποχής της και περιέχει φυλετικές προκαταλήψεις που ήταν, δυστυχώς, συχνό φαινόμενο στην αμερικανική κοινωνία.

Οι ρατσιστικές περιγραφές ήταν λανθασμένες τότε και παραμένουν έτσι ως σήμερα, οπότε σκεφτήκαμε ότι να κρατήσουμε την ταινία χωρίς κάποια εξήγηση ή αποκήρυξη θα ήταν ανεύθυνο.

Η ταινία θα επιστρέψει στην πλατφόρμα συνοδευόμενη από κάποιο κείμενο ή βίντεο που εξηγεί την ιστορική περίοδο που διαδραματίζεται και θα σημειώνει ξεκάθαρα τις ρατσιστικές απεικονίσεις της».

Πώς δικαιολογείται η επιλογή του HBO MAX;

Πριν αρχίσουμε να μιλάμε για «δικτατορία της πολιτικής ορθότητας» και λογοκρισία, πρέπει αρχικά να ξεκαθαρίσουμε ότι η ταινία είναι ακόμη διαθέσιμη να τη δει όποιος θέλει νοικιάζοντάς τη. Κατά δεύτερον, μία ταινία η οποία προσβάλει τα δικαιώματα και την ύπαρξη μιας μερίδας ανθρώπων, δεν μπορεί να προστατευτεί από την ελευθερία των υπολοίπων.

Και κατά τρίτον, το HBO MAX είναι μία ιδιωτική επιχείρηση, η οποία λειτουργεί με βάση τους κανόνες της αγοράς. Εάν το κοινό του HBO MAX προσβάλλεται από το περιεχόμενό του, τότε είναι πάρα πολύ λογικό να προβεί στην κίνηση αυτή και να το αφαιρέσει, καθώς οι πελάτες είναι αυτοί που φέρνουν τα έσοδα στην πλατφόρμα. Ειδικά τις ημέρες που διανύουμε μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, οπότε και η συζήτηση για τις φυλετικές διακρίσεις κατά των μαύρων είναι πιο επίκαιρη από ποτέ, είναι απόλυτα φυσικό να αναθεωρηθούν οι αξίες ατόμων και έργων τέχνης που είχαν ρατσιστικό παρελθόν.

 

 

Η ταινία

Το Όσα Παίρνει ο Άνεμος (πρωτότυπος τίτλος: Gone with the Wind) είναι επική ιστορική ρομαντική ταινία του 1939, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Μίτσελ του 1936 και σε σκηνοθεσία Βίκτορ Φλέμινγκ. Η επική αυτή ταινία είχε πρωταγωνιστές τη Βίβιαν Λι, τον Κλαρκ Γκέιμπλ, τον Λέσλι Χάουαρντ και την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ και αποτελεί τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία όλων των εποχών.

Η ιστορία διαδραματίζεται από την άνοιξη του 1861 μέχρι την περίοδο της Ανασυγκρότησης στον Αμερικανικό Νότο. Η ταινία βραβεύτηκε με 8 βραβεία Όσκαρ, ένα ρεκόρ που διατήρησε για είκοσι χρόνια. Το 1998 κατατάχθηκε τέταρτη στη λίστα του Αμερικανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου με τις 100 καλύτερες αμερικανικές ταινίες όλων των εποχών, αν και το 2007 μετακινήθηκε στην έκτη θέση.

Πλοκή

Στις παραμονές του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου το 1861, η Σκάρλετ Ο’Χάρα ζει στην Τάρα, την οικογενειακή φυτεία βαμβακιού στην Τζόρτζια, με τους γονείς της και τις δύο αδελφές της. Η Σκάρλετ μαθαίνει ότι ο Άσλεϊ Ουίλκς -τον οποίο κρυφά αγαπά- πρόκειται να παντρευτεί την εξαδέλφη του, Μέλανι Χάμιλτον, και ο αρραβώνας θα ανακοινωθεί την επόμενη μέρα σε ένα μπάρμπεκιου στο σπίτι των Ουίλκς, στην παρακείμενη φυτεία των Δώδεκα Βελανιδιών.

Στο πάρτι στις Δώδεκα Βελανιδιές, η Σκάρλετ κρυφά φανερώνει τα αισθήματά της στον Άσλεϊ, αλλά αυτός την αποκρούει απαντώντας ότι εκείνος και η Μέλανι ταιριάζουν περισσότερο. Η Σκάρλετ εξοργίζεται όταν ανακαλύπτει ότι ένας άλλος προσκεκλημένος, ο Ρετ Μπάτλερ, έχει κρυφακούσει τη συνομιλία τους, αφού τον χαστουκίζει εκείνος υπόσχεται ότι θα κρατήσει μυστικά όσα έγιναν. Το μπάρμπεκιου διακόπτεται από την κήρυξη πολέμου και οι άντρες τρέχουν να καταταγούν. Καθώς η Σκάρλετ βλέπει τον Άσλεϊ να φιλά τη Μέλανι κατά τον αποχωρισμό, ο αδελφός της Μέλανι, Τσαρλς, της προτείνει γάμο. Αν και δεν τον αγαπά, η Σκάρλετ συγκατατίθεται και παντρεύονται προτού φύγει για τη μάχη.

Η Σκάρλετ χηρεύει όταν ο Τσαρλς πεθαίνει από πνευμονία και ιλαρά ενώ υπηρετούσε στον Στρατό της Συνομοσπονδίας. Η μητέρα της Σκάρλετ τη στέλνει στο σπίτι των Χάμιλτον στην Ατλάντα για να ξεπεράσει το πένθος, αν και η δυναμική νταντά της Σκάρλετ, η Μάμι, λέει στη Σκάρλετ ότι γνωρίζει πως πηγαίνει εκεί μόνο και μόνο για να περιμένει τον Άσλεϊ. Η Σκάρλετ, που δεν θα έπρεπε να πηγαίνει σε χοροεσπερίδες ενώ πενθεί, συμμετέχει σε ένα φιλανθρωπικό παζάρι στην Ατλάντα μαζί με τη Μέλανι όπου συναντά τον Ρετ ξανά, που τώρα είναι ένας από αυτούς που σπάνε τον ναυτικό αποκλεισμό προς όφελος της Συνομοσπονδίας. Γιορτάζοντας μια νίκη του Νότου και για να συγκεντρωθούν χρήματα για την ενίσχυση της πολεμικής προσπάθειας, οι άντρες παροτρύνονται να συμμετάσχουν σε δημοπρασία για να διαλέξουν την κυρία που θα χορέψει μαζί τους. Ο Ρετ κάνει μια εξωφρενικά μεγάλη προσφορά για τη Σκάρλετ η οποία, παρά τη μη έγκριση των καλεσμένων, δέχεται να χορέψει μαζί του.

Παραγωγή

Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο και βραβευμένο με Πούλιτζερ μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Μίτσελ και η παραγωγή της έγινε από τον τιτάνα του Χόλιγουντ Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ, ο οποίος έδρασε καταλυτικά στην επιτυχία της ταινίας. Όμως η μεταφορά του μυθιστορήματος της Μίτσελ δεν αποτελούσε δημοφιλές εγχείρημα από την αρχή. Ο Λούι Μπι Μάγιερ της εταιρείας Metro-Goldwyn-Mayer, είχε καταδικάσει από την πρώτη στιγμή το μυθιστόρημα και δεν ήθελε να χρηματοδοτήσει την οπτικοποίησή του, ενώ την ίδια αρνητική στάση κράτησαν επίσης ο Πάντρο Μπέρμαν της RKO και ο Ντέβιντ Ο. Σέλζνικ της Selznick International.

Ο Ντάριλ Ζάνουκ της 20th Century Fox διέθετε χαμηλό προϋπολογισμό για την ταινία, ενώ ο Τζακ Γουόρνερ ήταν ο μοναδικός παραγωγός του Χόλιγουντ που ήθελε να αγοράσει τα δικαιώματα της ταινίας για το ανερχόμενο αστέρι του, την Μπέτι Ντέιβις. Η Ντέιβις όμως, που δεν είχε προβλέψει την επιτυχία του βιβλίου και δεν είχε εμπιστοσύνη στο κριτήριο του Γουόρνερ, ο οποίος από το 1932 που την προσέλαβε, της ανέθετε ρόλους σε αδιάφορες ταινίες, απέρριψε τον ρόλο. Ο Σέλζνικ άλλαξε γνώμη για το εγχείρημα όταν η συνεργάτιδά του Κέι Μπράουν τον παρότρυνε να αγοράσει τα δικαιώματα του μυθιστορήματος.

Ένα μήνα μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, το 1936, ο Σέλζνικ αγόρασε τα δικαιώματα έναντι 50.000 δολαρίων. Ακολούθησαν τρία χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων ο ανήσυχος παραγωγός, άλλαξε τρεις σκηνοθέτες, ισάριθμο περίπου αριθμό σεναριογράφων και ασχολήθηκε ενεργά με την ανεύρεση των κατάλληλων ηθοποιών για τους κεντρικούς ρόλους.

 

 

Διανομή ρόλων

Η νεοσύστατη εταιρεία του Σέλζνικ δεν είχε στην κατοχή της κανέναν μεγάλο αστέρα της εποχής, κάτι που τον ανάγκαζε να δανειστεί ηθοποιούς από άλλες εταιρείες. Σύμφωνα με δημοψήφισμα, το αμερικανικό κοινό ήθελε τον “Βασιλιά του Χόλιγουντ”, Κλαρκ Γκέιμπλ, για το ρόλο του Ρετ Μπάτλερ, αλλά ο Γκέιμπλ ανήκε στο δυναμικό της Metro-Goldwyn-Mayer. Ο Σέλζνικ δεν ήθελε να δανειστεί τίποτα από την εταιρεία του πεθερού του, Λούι Μπι Μάγιερ. Η πρώτη του όμως επιλογή, ο Γκάρι Κούπερ, απέρριψε τον ρόλο. Ο Τζακ Γουόρνερ προσφέρθηκε να βοηθήσει τον Σέλζνικ παραχωρώντας του την Μπέτι Ντέιβις, τον Έρολ Φλιν και την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ, με αντάλλαγμα τα δικαιώματα της διανομής στις ΗΠΑ. Ο Σέλζνικ θεωρούσε ότι ο Φλιν ήταν ακατάλληλος για τον ρόλο και αποφάσισε να δανειστεί τον Κλαρκ Γκέιμπλ από την MGM, με αντάλλαγμα το 50% των κερδών της ταινίας.

Υποψήφιες για τον ρόλο της Σκάρλετ ήταν οι Τζιν Άρθουρ, Λουσίλ Μπολ, Ταλούλα Μπάνκχεντ, Μπέτι Ντέιβις, Κάθριν Χέπμπορν, Τζόαν Κρόφορντ, Φράνσις Ντι, Τζόαν Φοντέιν, Μπάρμπαρα Στάνγουικ, Νόρμα Σίρερ, Μάργκαρετ Σάλαβαν, Λάνα Τέρνερ, Κάρολ Λόμπαρντ, Πολέτ Γκοντάρ, Σούζαν Χέιγουορντ, Κάρλα Μπόου, Τζόαν Μπένετ, Μερλ Όμπερον, Λορέτα Γιανγκ και Μίριαμ Χόπκινς. Δημοψήφισμα του κοινού έδινε την Μπέτι Ντέιβις ως φαβορί, ενώ η Μάργκαρετ Μίτσελ θεωρούσε καταλληλότερη τη Μίριαμ Χόπκινς. Η Χόπκινς ήδη στα 35 της θεωρήθηκε μεγάλη για τον ρόλο. Ο Σέλζνικ, που είχε δει τη Βίβιαν Λι στις ταινίες “Μέσα από τις φλόγες” και “Ατίθασα νιάτα”, τη θεωρούσε υπέροχη, αλλά η βρετανική της προφορά δεν ταίριαζε στο χαρακτήρα της Σκάρλετ Ο’ Χάρα. Ο Αμερικανός ατζέντης της Λι, ήταν ο αντιπρόσωπος στην Αγγλία του πρακτορείου ταλέντων του Μάιρον Σέλζνικ, αδελφού του παραγωγού του Όσα παίρνει ο άνεμος, Ντέιβιντ Ο’ Σέλζνικ.

Τον Φεβρουάριο του 1938, η Λι ζήτησε να περάσει από ακρόαση για τον ρόλο της Σκάρλετ. Όταν ο Μάιρον Σέλζνικ, που αντιπροσώπευε τον Λόρενς Ολίβιε, συναντήθηκε με τη Λι, κατάλαβε ότι διέθετε όλα τα χαρίσματα που απαιτούσε ο ρόλος. Η Λι είχε συμβόλαιο με τον Άγγλο σκηνοθέτη Αλεξάντερ Κόρντα, με τον οποίο ο Σέλζνικ βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις, που αφορούσαν τον δανεισμό της Λι για το Όσα παίρνει ο άνεμος. Ο Μάιρον κάλεσε τη Λι και τον Ολίβιε στο σετ, όπου κινηματογραφούσαν την πυρκαγιά της Ατλάντα. Εκεί ανάμεσα στις φλόγες, ο Μάιρον προσφώνησε τη Λι, λέγοντας στον αδελφό του: «Έι ιδιοφυΐα! Σου παρουσιάζω τη Σκάρλετ Ο’ Χάρα». Την επόμενη ημέρα, η Λι διάβασε μια σκηνή για τον Σέλζνικ, ο οποίος έγραψε στη σύζυγό του: «Από εκεί που δεν το περίμενε κανείς, βρέθηκε η Σκάρλετ και είναι πάρα πολύ καλή». Οι επικρατέστερες για τον ρόλο αυτή τη στιγμή είναι: η Πολέτ Γκοντάρ, η Τζιν Άρθουρ, η Τζόαν Μπένετ και η Βίβιαν Λι. Ο σκηνοθέτης, Τζορτζ Κιούκορ, εντυπωσιάστηκε από τη ζωντάνια της Λι και συμφώνησε με το Σέλζνικ και λίγες μέρες αργότερα ο ρόλος ανατέθηκε στη Λι.

Ο Σέλζνικ προσέλαβε τον Λέσλι Χάουαρντ για τον ρόλο του Άσλεϊ Γουίλκς και την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ για τον ρόλο της Μέλανι Χάμιλτον και τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1939.

Γυρίσματα

Τα γυρίσματα της ταινίας ξεκίνησαν με σκηνοθέτη τον Τζορτζ Κιούκορ και με βάση το ατελές ακόμη σενάριο του Λέσλι Χάουαρντ, το οποίο είχε πετσοκόψει και ξαναγράψει ο Σέλζνικ. Ο Κιούκορ σύντομα απολύθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Βίκτορ Φλέμινγκ, με τον οποίο η Λι καβγάδιζε συνεχώς. Η Λι και η Ολίβια Ντε Χάβιλαντ συναντιόνταν κρυφά με τον Κιούκορ για να τους δώσει συμβουλές πάνω στους ρόλους τους. Κάποια στιγμή ο Φλέμινγκ αποσύρθηκε λόγω υπερκόπωσης και αντικαταστάθηκε για δύο βδομάδες από τον Σαμ Γουντ. Ο διευθυντής φωτογραφίας Λι Γκαρμς αντικαταστάθηκε επίσης από τον Έρνεστ Χάλερ, έπειτα από ένα μήνα εργασίας. Τα γυρίσματα της ταινίας διήρκεσαν συνολικά έξι μήνες και η πρεμιέρα, που έγινε στην Ατλάντα στις 15 Δεκεμβρίου, συνοδεύτηκε από διθυράμβους.

Βραβεία Όσκαρ

Η ταινία έλαβε 13 υποψηφιότητες για τα βραβεία της ακαδημίας του αμερικανικού κινηματογράφου, σπάζοντας το ρεκόρ για τις περισσότερες υποψηφιότητες (το Όλα για την Εύα και ο Τιτανικός είναι οι μόνες ταινίες που κατάφεραν να ξεπεράσουν το Όσα παίρνει ο άνεμος, αποσπώντας 14 υποψηφιότητες).

Η τελετή των Όσκαρ έγινε στις 29 Φεβρουαρίου του 1940 στο Κόκονατ Γκρόουβ και η ταινία κατάφερε να κερδίσει 8 αγαλματίδια συν δύο τιμητικά (Το βραβείο Έρβιν Θάλμπεργκ για τον παραγωγό της ταινίας Ντέιβιντ Ο’Σέλζνικ καθώς και ειδικό βραβείο για τη σκηνογραφία του Γουίλιαμ Κάμερον Μέντζις). Μέχρι σήμερα μόνο οι ταινίες Μπεν Χουρ (Ben Hur, 1959), Τιτανικός (Titanic, 1997) και Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Η Επιστροφή του Βασιλιά (The Lord of the Rings: The Return of the King, 2003) έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν τα 10 όσκαρ του “Όσα παίρνει ο άνεμος”. Η Βίβιαν Λι κατάφερε να υπερισχύσει έναντι ιερών τεράτων, όπως της Μπέτι Ντέιβις, υποψήφιας για “Το λυκόφως μιας ζωής” (Dark Victory, 1939) και της Γκρέτα Γκάρμπο, υποψήφιας για την ταινία “Νινότσκα” (Ninotchka, 1939), ενώ η Χάτι ΜακΝτάνιελ, η Μάμι της ταινίας έγινε η πρώτη έγχρωμη ηθοποιός στην ιστορία του κινηματογράφου που κατάφερε να κερδίσει βραβείο όσκαρ (τιμήθηκε με όσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου). Η νίκη της ΜακΝτάνιελ προκάλεσε συγκίνηση σε όλους τους παρευρισκόμενους. Ο Κλαρκ Γκέιμπλ που είχε ως αντιπάλους του τον Λόρενς Ολίβιε, υποψήφιο για τη μεταφορά του μυθιστορήματος της Έμιλι Μπροντέ “Ανεμοδαρμένα Ύψη” (Wuthering Heights, 1939) και τον Τζέιμς Στιούαρτ, υποψήφιο για την ταινία “Ο κύριος Σμιθ πάει στην Ουάσινγκτον” (Mr Smith Goes To Washington, 1939), έχασε το βραβείο από τον Ρόμπερτ Ντόνατ για την ταινία “Αντίο, Ωραία Νιάτα” (Goodbye Mr. Chips, 1939). Η ταινία ηττήθηκε επίσης στην κατηγορία με τα τεχνικά βραβεία και τη μουσική επένδυση, τα οποία πήγαν σε μια άλλη σημαντική παραγωγή του 1939, στην ταινία “Ο Μάγος του Οζ” (The Wizard Of Oz, 1939) σκηνοθεσίας επίσης του Βίκτορ Φλέμινγκ.

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Βράβευση:

Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας – Ντέιβιντ Ο’Σέλζνικ
Όσκαρ Σκηνοθεσίας – Βίκτορ Φλέμινγκ
Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου – Βίβιαν Λι
Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου – Χάτι ΜακΝτάνιελ
Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου – Σίντνεϊ Χάουαρντ
Φωτογραφίας, Έγχρωμη ταινία – Έρνεστ Χάλερ και Ρέι Ρέναχαν
Μοντάζ – Χαλ Σ. Κερν & Τζέιμς Ε. Νιούκομ
Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης – Λάιλ Ρ. Γουίλερ
Βραβείο Έρβιν Θάλμπεργκ – Ντέιβιντ Ο’Σέλζνικ (τιμητικό)
Σκηνογραφίας – Γουίλιαμ Κάμερον Μέντζις (τιμητικό)

Υποψηφιότητα:

Α’ Ανδρικού Ρόλου – Κλαρκ Γκέιμπλ
Β’ Γυναικείου Ρόλου – Ολίβια Ντε Χάβιλαντ
Μουσικής Επιμέλειας – Μαξ Στάινερ
Ειδικών εφέ – Τζακ Κόσγκροβ, Φρεντ Άλμπιν και Άρθουρ Τζονς
Ήχου – Τόμας Ε. Μούλτον

Διαχρονικότητα

Η ταινία πούλησε περισσότερα εισιτήρια στις ΗΠΑ σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου και αποτελεί μέχρι και σήμερα έμβλημα της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ. Θεωρείται το πρότυπο της χολιγουντιανής εμπορικής ταινίας, γνωστής στα αγγλικά ως “blockbuster”. Σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο δημοφιλή και σημαντικά κινηματογραφικά έργα όλων των εποχών.

***

Το τρέιλερ της κλασικής ταινίας «Όσα Παίρνει ο Άνεμος»:

 

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΗ κλασική ταινία «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» αποσύρεται, ως ρατσιστική, από την πλατφόρμα HBO Max

Related Posts