Cat Is Art

Η Ίρις Κρητικού γράφει για τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ: ένας ζωγράφος εφάμιλλος του εαυτού του *

Είναι ζωγράφος γεννημένος από το ελληνικό τοπίο. Μέσω του Θεόφιλου, ιδού το τοπίο και οι άνθρωποι της Ελλάδας: κοκκινόχωμα, πευκότοπος και ελαιώνας, θάλασσα και βουνά των θεών, άνθρωποι που λούονται σε μια τολμηρά επικίνδυνη ηρεμία…

Le Corbusier, σ. 62-63, Theophiles, περ. “Le Voyage en Grèce”, Άνοιξη 1936

 

 

Γεννημένος στη Βαρειά της Μυτιλήνης γύρω στα 1870, πρώτος ανάμεσα σε οκτώ παιδιά, από πατέρα τσαγκάρη και παππού αγιογράφο, που από νωρίς του γνώρισε την όψη αλλά και την ουσία του Αχιλλέα, του Μεγαλέξανδρου και του Ερωτόκριτου, ενδεδυμένος ήδη τη φουστανέλα ως μόνιμο προσφιλές κατάλοιπο μιας παρελθούσης παιδικής Αποκριάς και παθιασμένος με τη ζωγραφική από μικρή ηλικία, ο Θεόφιλος φεύγει για τη Σμύρνη στα δεκαοκτώ του χρόνια, αναζητώντας καλύτερη τύχη και εργαζόμενος για ένα διάστημα ως καβάσης («θυροφύλαξ») στο Ελληνικό Προξενείο. Αποτυγχάνοντας το 1897 να καταταγεί στον ελληνικό στρατό, αναχωρεί για τον Βόλο ως εθελοντής. Παραμένει στη συνέχεια στη Μαγνησία για τα επόμενα τριάντα χρόνια, περιπλανώμενος ως μονήρης φουστανελάς στα χωριά του Πηλίου (όχι από καλλιτεχνική παραξενιά αλλά, κυρίως, σε ένδειξη λατρείας και πίστης, όπως σημειώνει ο Γιάννης Τσαρούχης), ανεχόμενος κάθε χλεύη, ζώντας με ουσιαστική δυσκολία μα ζωγραφίζοντας εξαντλητικά σε εκκλησίες και μύλους, σε ελαιοτριβεία και φούρνους, σε σπίτια, καφενεία και χάνια, τους εν ξιφήρεις ήρωες και τα ονειροπόλα ερωτικά του ζευγάρια, τα πλουμιστά ζωνάρια, τους επινοημένους θυρεούς και τα ευφραντικά μοτίβα των οίκων των λιγοστών προστατών του – τη μονάκριβη αυτή παρακαταθήκη του. Γύρω στο 1926-27, εξαντλημένος από τη σκληρότητα των ανθρώπων και τις εξακολουθητικές κακουχίες, επιστρέφει στη Μυτιλήνη όπου και συνεχίζει να ζωγραφίζει σπίτια και καφενεία με αντάλλαγμα μια άθλια επιβίωση που το 1934 επισφραγίζεται με άδικο θάνατο από ακατάλληλο φαγητό ανηλεούς ελεημοσύνης. Ελάχιστα χρόνια πριν, ο επίσης Λέσβιος τεχνοκριτικός και εκδότης Στρατής Ελευθεριάδης-Tériade, με παρότρυνση του Γεωργίου Γουναρόπουλου, έχει προλάβει να τον επισκεφθεί και να αγοράσει έργα του, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την προώθησή του στην Ευρώπη, κίνηση που οδηγεί μεταξύ άλλων στην αδιανόητη για την εποχή έκθεση του Θεόφιλου στο Λούβρο τον Ιούνιο του ’61, που έκανε τότε τον Ελύτη στο Παρίσι να δακρύσει. Στον ίδιο, εξάλλου, καθώς και στον στενό του φίλο, τον ψυχίατρο, διανοούμενο και βαθιά φιλότεχνο Άγγελο Κατακουζηνό, στο ιδιωτικό σαλόνι του οποίου είχε φιλοξενηθεί και η πρώτη έκθεση του ζωγράφου στην Αθήνα, οφείλονται η τολμηρή πρωτοβουλία της ίδρυσης του Μουσείου Θεόφιλου στη Μυτιλήνη, που σε κλίμα πανηγυρικό και υπό το άγρυπνο εθιμοτυπικό βλέμμα της Λητώς Κατακουζηνού, εγκαινιάστηκε τον Αύγουστο του 1965. **

Το αφιέρωμα στον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ που σχεδιάστηκε με αφορμή τον εορτασμό των 100 χρόνων λειτουργίας του Λυκείου Ελληνίδων του Βόλου, συγκεντρώνοντας πολύτιμες συνέργειες και αναπάντεχες συμμετοχές, σημαντικά νέα έργα αλλά και σπουδαία παλαιότερα με τη γενναιόδωρη συνδρομή των συλλεκτών τους, αφορά έναν οργανικό διάλογο με το φυσικό πρόσωπο και το έργο του ζωγράφου, που καταλαμβάνοντας έναν ξεχωριστό και πρωτογενή χώρο στην ιστορία της νεότερης ελληνικής τέχνης, αποτελεί ταυτόχρονα έναν διηνεκή συνομιλητή και εμπνευστή κορυφαίων εικαστικών και πνευματικών δημιουργών του τόπου μας.

Με αφορμή τον Θεόφιλο και το χειροποίητο αλφαβητάριο της δικής του αγωνιώδους προσωπικής περιδίνησης και εικονοποιητικής ενδελέχειας, με το εσωτερικό αναπαραστατικό βλέμμα των συμμετεχόντων στραμμένο σε κάποια από τα καταγεγραμμένα περιστατικά, τα καθοριστικά για εκείνον τοπόσημα, τα ηρωικά φαντάσματα και τα άυλα εκκλησάκια του δύσβατου βίου του, επιχειρείται η σύσταση ενός αυτοτελούς οργανικού σημειωματικού πεδίου με εικαστικές, πλαστικές και κυριολεκτικές ή συμβολικές αναφορές. Η ελληνική αρχαϊκή, κλασική και νεότερη δημώδης μυθοπλασία στο έργο του, η ξεχωριστή ετούτη σπαρταριστή και πηγαία έκφραση που στη διεθνή ιστορία της τέχνης ονομάστηκε ναΐφ (και όπου ο ίδιος εντέλει κατά την άποψη και του Τσαρούχη ίσως να μην ανήκει, καθώς υπήρξε αφοσιωμένος μελετητής ελληνικών κλασικών και ευρωπαϊκών εικονοποιητικών προτύπων – όπως για παράδειγμα των έργων του Peter von Ess), η παράφορη και ανιδιοτελής αγάπη του για ό,τι μικρό και μεγάλο ελληνικό που γνέφει με έναν αδιόρατο τρόπο στη λόγια μα και μαζί βιωμένα μεστή προσέγγιση του Καβάφη και του Σεφέρη, του Ελύτη, του Τσαρούχη και των λοιπών ακρογωνιαίων λίθων της γενιάς του ’30 για το ίδιο αυτό δέμας, το χαρακτηριστικό σχέδιο, το στίλβον χρώμα, οι πλαστικές λεπτομέρειες και οι εννοιολογικές σημάνσεις των ανθρώπων, των μύθων και των ηρώων, των θεριών και των πετεινών, των πόλεων και των κτηρίων, των χρυσοστόλιστων φορεσιών και της στιλπνής τοπιογραφίας του, γίνονται οι αναβλύζουσες πηγές για τα σύγχρονα έργα και το ιχνογραφικό εικαστικό αφήγημα της έκθεσης.

Στα μάτια του και στα χέρια του, έκπαγλα επεισόδια μυθολογίας, ελληνικής λαϊκής παράδοσης και ηρωικής πατριωτικής ιστορίας με προεξάρχοντα τα επεισόδια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, μεταμορφώνονται και αποκτούν ζωή επάνω στις πιο απρόσμενες επιφάνειες: αδρά χαρτόνια και ακατέργαστα ξύλα, τσίγκοι και λιόπανα, σοβάδες καφενείων και ταπεινών σπιτιών, τρέπονται σε πεντάμορφα περιπετειώδη πεδία. Τον αναβλύζοντα κόσμο του της ελληνικής πρωτογένειας που ο ίδιος μεταφέρει μέσω αυθύπαρκτων ιδεών και ιδίων επινοήσεων, μέσω αυτής της εμμονικής εντοπιότητας που πηγάζει από την ψυχή και τα σπλάχνα της ιστορίας, μέσω του αλάνθαστου φωτεινού χρώματος και της κλασικής αυτοδίδακτης πλαστικής οντότητας, μέσω των τρυφερών καθομιλούμενων ευρημάτων και των διαχρονικών ελληνικών μύθων, οι παρόντες εικαστικοί επιχειρούν να τον προσεγγίσουν και να τον μεταλάβουν με προσήλωση και μελέτη, με απέραντη αγάπη και σεβασμό.

Κι όπως ο ίδιος δεν χόρταινε να ζωγραφίζει την ομορφιά, χαρίζοντάς μας τη νεογνή οπτική του, «πλένοντας», όπως τόσο εύστοχα σημειώνει ο Σεφέρης την όρασή μας ανακουφιστικά, έτσι και οι συμμετέχοντες στο αφιέρωμα για τον ίδιο, βουτούν με θάρρος στα βασικά συστατικά μιας θραυσματικής υπόστασης που αναβλύζει μοναξιά και αγίασμα, δάφνες ξερές και τριανταφυλλάκια ρόδινα, κοβάλτιο γαλανό και ασβέστη.

Η έκθεση ξεκινά με τα πορτρέτα του ζωγράφου, άλλοτε ρεαλιστικά αποδοσμένα και άλλοτε αποτυπωμένα ως σκιές παρουσίας ή αγιογραφημένα μικρά σύμπαντα. Κάποια από αυτά, με τα σύνεργα του ζωγράφου στα χέρια, ενδεδυμένα με την ανεμίζουσα εκείνη φουστανέλα που το σωματοποιημένο εκτόπισμά της συχνά φέρνει στον νου τον Μακρυγιάννη. Ο Θεόφιλος με σπαθί και σημαία. Ο Θεόφιλος ως φιγούρα θεάτρου σκιών, με τον βιολιτζή και τον σαντουριέρη του. Ο Θεόφιλος και ο σύγχρονος στρατηγός. «Ζήτω ο Θεόφιλος». Κι ως αντίποδας, η απόδοση της μοναξιάς του «περιπλανώμενου». Του «σοβατζή». Του «Αγίου Πρόσφορου». Κι άλλοτε πάλι, η φουστανέλα μόνη, ως λαλούν σύμβολο, αντί του σώματος του ζωγράφου. Τίτλοι και γράμματα από τα έργα του, ως αποδομημένη και επαναδομημένη ταυτότητα του ελληνικού γένους. Η Σημαία. Κοντά σε ετούτα, τα πορτρέτα της μητέρας του Πηνελόπης Μιχαήλ και της αδελφής του Ειρήνης. Τέλος, το αιωρούμενο σε χρυσό μεταφυσικό βάθος συναπάντημα του ζωγράφου με τον Ευγένιο Σπαθάρη.

Ύστερα η άφιξη του Θεόφιλου με το τρένο στον Βόλο. Σπαράγματα της πόλης, ίχνη της μνήμης, πλίνθοι και κέραμοι. Το κάστρο της, ο μέγας φούρνος και ο ποταμός Σαλαμπριάς. Πατημασιές αδιόρατες ενός μοναχικού περιπατητή στο Πήλιο, στην Ανακασιά και την Άλλη Μεριά, στάσεις σε ιστορικά καφενεία στη Μακρυνίτσα και σπίτια όπως του Κοντού ή του Γκουντέλα, όπου ακόμη αιωρείται η παρουσία του. Κι ύστερα μνήμες της Σμύρνης και της Αγιάσου και των θερινών ελαιώνων της Λέσβου. Υπαίθριοι γάμοι. Αγρίμια, πουλιά και πρόβατα. Αρχαϊκοί αμφορείς και άνθη από τα γειτονικά περιβολάκια. Κι οι φορεσιές: νυφική απ’ το Τρίκερι, χράμια Πηλίου, προικώα γάμου πολύχρωμα, του Αλμυρού. Φλουριά χρυσά. Και η στολή του οπλαρχηγού Καπετάν Λεωνίδα Ανδρούτσου, κεντημένη στο χέρι. Μύθοι και ήρωες. Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα. Θεοί του Ολύμπου. Ο Μέγας Αλέξανδρος και η Γοργόνα. Ο Μέγας Αλέξανδρος ξανά και ξανά, ως τρόπος ύπαρξης του ίδιου του ζωγράφου. Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Η δόξα του Αθανασίου Διάκου. Ο Κατσαντώνης, ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κολοκοτρώνης. Τέλος, όλα ετούτα τα τρυφερά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν από τους συμμετέχοντες, υλικά αντάξια της δικής του πρωτογένειας: πέτρα και ξύλα παλαιά, ασβέστης και χειροποίητο χαρτί, τενεκεδάκια και κλωστές, μαλλί και γάζες, μπρούντζος κι ασήμια, υφάσματα μπαμπακερά, σπάγκος, φύλλα χρυσού, χαρτόνι.

Η Ελλάδα του Θεόφιλου είναι όλα αυτά. Και, ενίοτε, όλοι εμείς. Αιωρούμενοι μεταξύ Βυζαντίου και Ανατολής. Περιπλανώμενοι, θραυσματικοί και αναποφάσιστοι μεταξύ του σαβάνου του αρχαίου κλέους και της ζώσης μας επικαιροποιημένης ελληνικής και ευρωπαϊκής ταυτότητας. Ελάχιστους μήνες πριν τον εορτασμό των 200 ετών της Παλιγγενεσίας, χωρίς ακόμη να έχουμε μάθει το μάθημα. Δίχως κανόνες ωσεί, αλλά με κατ’ επιλογήν εγκράτεια εσωτερική, διασωστικό αυτοσχεδιασμό, βλέμμα ανοιχτό στην Ομορφιά και ηρωισμό στα δύσκολα. «Απ’ τη μεριά των σοφών και των τρελών». «Παρέα με τον Σολωμό, τον παγωμένο-θερμότατο Κάλβο, τον Παπαδιαμάντη, τον αναρχικό και άκρως πειθαρχημένο Καβάφη, τον τρελό Χαλεπά». Παρέα με τον Θεόφιλο.

Ίρις Κρητικού
Επιμελήτρια της έκθεσης

* «Τον Θεόφιλο τον παίρνω σαν ζωγράφο που με τη ζωγραφική του είπε αυτά ακριβώς που παρέλειψαν να πουν οι ανακαινιστές της ελληνικής ζωγραφικής του 19ου αιώνος, των οποίων το έμβλημα υπήρξε το “εφάμιλλον” των ευρωπαϊκών… Ο Θεόφιλος ανήκει στην αντίθετη παράταξη απ’ αυτή στην οποία ανήκουν οι δάσκαλοι, οι καθαρευουσιάνοι κι οι δημοτικιστές, οι ακαδημαϊκοί κι οι μοντέρνοι, οι συντηρητικοί κι οι εξ επαγγέλματος επαναστάτες».

Γιάννης Τσαρούχης

** πολλές από τις όψιμες γνώσεις μου για το ταξίδι του Θεόφιλου στη ζωή και την τέχνη οφείλω στη Σοφία Πελοποννησίου-Βασιλάκου, μουσειολόγο και επιμελήτρια του Ιδρύματος Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού. Ο πρόσφατος τόμος «Άγγελος Κατακουζηνός – Στρατής Ελευθεριάδης: μια φιλία ζωής. Η δημιουργία του Μουσείου Θεόφιλου», που εκδόθηκε από το Ίδρυμα με τη δική της φροντίδα και επιμέλεια, αποτελεί μια πολύτιμη κατάθεση θησαυρισμένων συμβάντων και προσφοράς μιας παρέας Ελλήνων μονάκριβων. Στον ίδιο τόμο, ο Κωνσταντίνος Μανιατόπουλος, διευθυντής του Μουσείου-Βιβλιοθήκης Στρ. Ελευθεριάδη-Tériade, σημειώνει: «Ο Θεόφιλος ήταν ζωγράφος από ενθουσιασμό για το θέμα, ζωγραφίζοντας όχι τα αντικείμενα αλλά τον ενθουσιασμό που αυτά του έδωσαν». Και η σπουδαία αυτή παρατήρηση, αποτελεί ένα επιπρόσθετο κλειδί όρασης της παρούσας έκθεσης.

  • Το Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου με αφορμή τη φετινή επέτειο συμπλήρωσης των 100 χρόνων από την ίδρυσή του (1920-2020) οργανώνει έκθεση με τίτλο «απ’ τη μεριά των σοφών και των τρελών»: Αφιέρωμα στον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ» του μεγάλου λαϊκού ζωγράφου, που έζησε και δημιούργησε στην περιοχή του. Η έκθεση, της οποίας η λειτουργία ξεκινά (χωρίς εγκαίνια) την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2020 και ώρα 19.00 στο Μουσείο της Πόλης του Βόλου, αποτελείται από παλαιότερα και νέα έργα εβδομήντα και πλέον διακεκριμένων σύγχρονων Ελλήνων εικαστικών και πραγματοποιείται με τη συνεργασία της Διεύθυνσης Αρχείων, Μουσείων και Βιβλιοθηκών του ΔΟΕΠΑΠ-ΔΗΠΕΘΕ. Την επιμέλεια της έκθεσης έχει η ιστορικός τέχνης και ανεξάρτητη επιμελήτρια Ίρις Κρητικού.

***

 

 

*Διαβάστε επίσης:

Αφιέρωμα στον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ από το Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΗ Ίρις Κρητικού γράφει για τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ

Related Posts