Cat Is Art

Η Αλεξάνδρεια του Κοραή Δαμάτη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Αλεξάνδρεια!

Η πόλη μου!

…Εκεί… σ’ αυτήν την απέραντη θάλασσα… σαν σήμερα… πριν χρόνια…

Η φωνή του πάει, έσπασε απ’ το πολύ παράπονο. Πλάγιασε με προσοχή το ούτι στη διπλανή καρέκλα λες και ‘βαζε μωρό να κοιμηθεί. Πήρε την άκρη του ναργιλέ. Ρούφηξε μια, δυο, και μια τρίτη, γέμισε το στήθος του ως απάνω. Αχ, πατρίδα μου… βάλε με στην αγκαλιά σου, βάλε με, πατρίδα μου… σιγοτραγούδησε χαμογελώντας λυπημένα. Πόλη αφανέρωτη και παρούσα μαζί, πόνος που βασανίζει κρυμμένος στα σπλάχνα.
Πόλη αδιάφορη για το μέλλον, παλινδρομεί στις αναμνήσεις της, λικνίζεται ανάμεσα στο πριν και στο τώρα με ορθάνοιχτες θύρες και παραθύρια.
Πλέει στις όχθες της Μεσογείου, υγρή, ζεστή, διάσπαρτη από όλες τις ηδονές του κόσμου.
Διαθέσιμη πάντα να κατακτηθεί και να κατακτήσει.
Ένα μικρό κορίτσι λένε, με σώμα χαραγμένο από σπόρους σιταριού, δεν την κρατάει τίποτα, γλιστράει ανάμεσα σε χίλια χέρια κι όλο λυγιέται, χορεύει, τρέχει και κρύβεται πίσω από μάντρες, χώνεται κάτω από παλιές πέτρες παλαιών καιρών, γελάει περήφανο για τις όμορφες σκοτεινιές του, χάνεται στον αέρα κι ύστερα επιστρέφει κουρασμένο απ’ τα ξαφνικά χαμσίνια, τα άγρια κύματα της θάλασσας και τις ανυπόμονες ψυχές που πατάνε πάνω της τόσους αιώνες.
Επιμένει, θέλει ακόμα να την αγαπούν, μοιράζει φιλιά και χάδια όπου λάχει.
Δίνει άπειρες υποσχέσεις, άλλοτε τις τηρεί ευλαβικά και γενναιόδωρα κι άλλοτε τις ξεχνάει.
Ανοίγει το σώμα της, ξεσπαθώνει το πυρωμένο της αιδοίο, και τους βάζει όλους να πλυθούν μες στις φωτιές της, τους βαφτίζει στο όνομά της και έπειτα τους ρίχνει σε σιδερένια δίχτυα, να τους έχει μόνο αυτή και να τους χαίρεται.
Μωαμεθανούς και Ορθόδοξους, Καθολικούς, Εβραίους και Κόπτες, φτωχούς και πλούσιους, οικόσιτους χρόνιους οικογενειάρχες και μοναχικούς χορευτές, τρελούς των οραμάτων, τσαρλατάνους μάγους, τυχοδιώκτες του ονείρου και πληρωμένους δολοφόνους, άθεους προσκυνητές, μάγισσες των άστρων, ασύδοτα θρασίμια, φαντασμένους ποιητές κι ανθρωπόμορφα θηρία, χαμογελαστούς σαλτιμπάγκους, άπορους του Έρωτα, παιδιά του Θεού και παιδιά του Διαβόλου, πονηρούς ζητιάνους, μπαμπέσηδες νταβατζήδες και Ασκητές της ερήμου, κολασμένους άντρες που κυνηγάνε άντρες, αμαρτωλές συζύγους, γελαστούς οπιομανείς, τυφλούς αλκοολικούς, αυτοπυρπολημένους αγίους, ήμερους αναχωρητές κι ακίνδυνους εραστές, όλοι τους με φωνές και σπρωξίματα να μπούνε μέσα της, να χωνευτούν, να γίνουν ένα με αυτήν, να γίνουν όλοι Αλεξάνδρεια.

  • Ένα κείμενο του Κοραή Δαμάτη για την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Αλέξάνδρεια.

∼∼

 

Ο Κοραής Δαμάτης γεννήθηκε το 1952 στην Αίγυπτο, στην Αλεξάνδρεια. Στην Ελλάδα ήρθε με την οικογένειά του το 1962. Σπούδασε θέατρο. Χόρεψε με την ομάδα “Χορικά” της Ζουζούς Νικολούδη και στο “Ελληνικό Χορόδραμα” της Ραλλούς Μάνου. Έλαβε μέρος ως ηθοποιός και χορευτής σε αρκετές παραστάσεις. Δημιούργησε τη θεατρική ομάδα “Έβδομο Θέατρο”. Έχει σκηνοθετήσει έργα των Ευριπίδη, Σαίξπηρ, Βάις, Μπρεχτ, Μπέκετ, Λόπε ντε Βέγκα, Ζενέ, Μπομαρσέ, Αριστοφάνη, Γκομπρόβιτς, Σέρμαν, Ουίλιαμς, Ιονέσκο, Ζιροντού, Καμί, Μάρτιν Μακ Ντόνα, Γιώργου Σεβαστίκογλου κ.ά., για το Εθνικό Θέατρο, για κάποια Δημοτικά Περιφερειακά, για το Φεστιβάλ Αθηνών και για το ελεύθερο θέατρο. Έχει γράψει το μυθιστόρημα “Το Σπίτι Μόνο“, που είναι το πρώτο του βιβλίο.

  • Η αρχική φωτογραφία είναι του Κοραή Δαμάτη
Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΗ Αλεξάνδρεια του Κοραή Δαμάτη

Related Posts