Λεν πώς τους πύργους της Σκωτίας τη νύχτα
τα φαντάσματα των παλιών καιρών πλανιούνται.
Όμως τώρα, καθώς με ανταριασμένο πνεύμα,
στο στρατόπεδο αυτό της φρίκης περιφέρομαι,
αντιλαμβάνομαι πως στους δικούς μας τους καιρούς
τα φαντάσματα περπατούνε και τη μέρα.

Μικρή Ραχήλ, αν το δικό σου φάντασμα
δεν μπορεί να το ιδεί κανείς απʼ όλους τούτους
τους αργόσχολους γυρολόγους, που γεμίζουν
με την ανία τους τα μουσεία του κόσμου,
εγώ, μονάχα εγώ έχω το βαρύ προνόμιο,
βυθισμένος στην έκστασή μου, νʼ αντικρύζω
την οπτασία σου, στην απαίσια αυτή βιτρίνα,
όπου μαζί στοιβάζονται πόνος και φρίκη.
Γιατί μονάχα εγώ, σʼ ευφρόσυνες παλιές ημέρες,
που τώρα ανάμνηση πικρή έχουν γίνει μέσα μου,
τη θέρμη της θωπείας μου είχα μεταγγίσει
πάνω στην πλούσια χρυσαφένια κόμη σου.
Μικρή Ραχήλ, να ʽναι άραγε τα μάτια μου,
που δεν μπορούν να ιδούνε τα δικά σου μάτια,
έτσι καθώς σʼ αχλύν οδύνης κολυμπούνε;
Αλλά τότε, πώς βλέπουν τα ίδια τούτα μάτια,
μέσʼ απʼ την ίδια αχλύ, στην ίδια αυτή βιτρίνα,
τη χρυσαφένια κόμη σου, απλωμένη επάνω
σε φριχτούς σωρούς άλλων γυναικείων βοστρύχων;
Αλίμονο, πρέπει να το δεχθώ: Τα μάτια σου
εξατμισθήκαν στου κρεματορίου τη φλόγα.
Σμίξαν με τους ατμούς άλλων πολλών ματιών,
που είχαν κάποτε πλανηθεί μες στʼ όνειρο.
Δύναμη μυστική με σπρώχνει τώρα να συντρίψω
το κρυστάλλινο φράγμα, μπρός σʼ αυτό το ανίδεο πλήθος,
που να βλέπει μπορεί μονάχα γυναικών βοστρύχους,
δίχως την άλλη καν να υποψιάζεται ύπαρξή τους.
Μα εγώ, που αισθάνομαι έντονα την παρουσία σου,
όχι πια με τη λάμψη των αλλοτινών ματιών σου,
αλλά με το φωσφορισμό της οπτασίας σου μόνο,
την ξανθή σου κοτσίδα θέλω νʼ ανασύρω
μέσα από τούτο το φριχτό μακάβριο στοίβαγμα,
για να μην ξαναβάλω, με την ίδια θέρμη,
μικρή Ραχήλ, στο κουρεμένο σου κεφάλι.
Αλλά οι στριγγές φωνές του πλήθους, που δε βλέπει
παρά μονάχα αυτό στα μάτια του που φαίνεται,
την οπτασία σου αρπάξαν απʼ τη έκστασή μου.
Κι άφησαν στη βιτρίνα την ξανθή κοτσίδα σου
να διαλαλεί, με τη δική της τώρα γλώσσα,
πόσο μεγάλος είναι ο πόνος των ανθρώπων,
πόσο είναι ανίερο το άγος της γενοκτονίας.
Τώρα στοχάζομαι πως πάντοτε δεν είναι
ακάνθινος ο στέφανος του μαρτυρίου.
Μπορεί και με ξανθές κοτσίδες να πλεχθεί
απʼ τις μικρές Ραχήλ όλου του κόσμου.
Οκτώβριος 1978
Γ.Θ.ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ, ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ, 1990.

Ο Γεώργιος Θ. Βαφόπουλος (Γευγελή, 6 Σεπτεμβρίου 1903 – Θεσσαλονίκη, 15 Σεπτεμβρίου 1996) ήταν Έλληνας ποιητής, καταγόμενος από τη Γευγελή.
Γεννήθηκε στη Γευγελή, ως δευτερότοκος γιος του Θωμά Βαφόπουλου και της Ρούλας, το γένος Δεμερτζή και είχε 5 αδέρφια. Αποφοίτησε από την αστική σχολή Γευγελής και μετά το Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, όταν η οικογένειά του εκπατρίστηκε, έζησε στην Έδεσσα, το Φανό Κιλκίς και τη Γουμένισσα. Το 1917, η οικογένειά του μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο (1923). Τη χρονιά αυτή, μετέβη στην Αθήνα, όπου εγγράφηκε στη Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε ως αντιγραφέας στη Μεγάλη Γραμματική της Ελληνικής Γλώσσης του Γ. Χατζιδάκη. Τελικά, αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του γιατί έπασχε από φυματίωση και επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, στις αρχές του 1924. Αυτή ήταν και η μεγαλύτερη παραμονή του στην Αθήνα.
Πρώτα βήματα στη λογοτεχνία
Η πρώτη του προσπάθεια να γράψει ποιήματα ήταν σε ηλικία 15 ετών, όταν έπλεξε ένα έμμετρο εγκώμιο στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Το 1921 δημοσιεύει τα ποιήματά του: Γυναίκα, στο περιοδικό “Σφαίρα”, και Ελεγείο στους Αδικοσκοτωμένους, στο περιοδικό “Νουμάς”
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα (1923-1924) γνωρίστηκε με τον Kωστή Παλαμά και με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Το 1927 εμφανίστηκε πρώτη φορά, επίσημα, στο λογοτεχνικό περιοδικό «Nέα Eστία», ύστερα από εισήγηση του Κωστή Παλαμά.
Σταδιοδρομία
Μετά την επιστροφή του, στη Θεσσαλονίκη, το 1924 ανέλαβε, από κοινού με τον Κώστα Κόκκινο, τη διεύθυνση του περιοδικού “Μακεδονικά Γράμματα”. Aπό τότε συνεργαζόταν με περιοδικά και εφημερίδες, όπου δημοσιεύονταν ποιήματα, διηγήματα και άρθρα του. Διορίστηκε στο Δήμο Θεσσαλονίκης το 1932, όπου το 1938 ίδρυσε τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης. Υπήρξε διευθυντής της έως το 1963. Στη Γερμανική Κατοχή, αποσπάστηκε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αθήνας. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Γιώργο Θέμελη, με τους οποίους συνδέθηκε στενά. Επίσης το διάστημα αυτό, συνδέθηκε με τη Γαλάτεια Καζαντζάκη, τον Καίσαρα Εμμανουήλ, το Στέλιο Ξεφλούδα, τον Τάσο Αθανασιάδη, τον Τέλλο Άγρα, και άλλους λογοτέχνες. Έπειτα από πρόσκληση του Βρετανικού Συμβουλίου, το 1951, ταξίδευσε στην Αγγλία, για να μελετήσει τη λειτουργία των βρετανικών βιβλιοθηκών. Υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού “Μακεδονικές Ημέρες”. Διατέλεσε Γενικός Γραμματέας του πρώτου Κρατικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης (1944) και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (1964-1967). Υπήρξε επίσης, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (1980), επίτιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. (1988), μέλος της επιτροπής απονομής λογοτεχνικών βραβείων του Δήμου Θεσσαλονίκης, της επιτροπής του διαγωνισμού Μαρίας Ράλλη, αντεπιστέλλον μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, μέλος της επιτροπής του κινηματογραφικού φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1966) και μέλος της επιτροπής απονομής συντάξεως στους λογοτέχνες (1973).
Η ζωή του
Το 1924 γνωρίστηκε με την Ανθούλα Σταθοπούλου, την οποία παντρεύτηκε το 1931. Κλήθηκε να υπηρετήσει στο Α΄ Σύνταγμα Αθηνών, το 1925, αλλά απαλλάχτηκε από τη θητεία του ένα χρόνο αργότερα, καθώς έπασχε από φυματίωση. Το 1931 ταξίδεψε στο Άγιον Όρος. Το 1935 πέθανε η σύζυγός του. Το 1938 ταξίδεψε στην Ιταλία, τη Γαλλία, την Ελβετία. Τον ίδιο χρόνο γνωρίστηκε με την Αναστασία Γερακοπούλου, την οποία και παντρεύτηκε το 1946. Το 1954 πέθανε ο πατέρας του, που είχε τυφλωθεί το 1939 σε ατύχημα. Το καλοκαίρι του 1955 επέστρεψε για λίγο στη Γιουγκοσλαβία, όπου επισκέφτηκε τον τάφο του παππού του. Το 1957 ταξίδευσε στις ΗΠΑ. Το καλοκαίρι του 1962 πέθανε η μητέρα του. Ακολούθησαν πολλά ταξίδια του, στην Αυστρία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, το 1967. Τη χρονιά αυτή, καθώς και την επόμενη, πραγματοποίησε πολλά ταξίδια σε όλη την Ελλάδα. Επίσης, το 1968 ταξίδευσε σε Βέλγιο, Ολλανδία και Γερμανία, το 1969 στην Ιταλία, το 1970 στην Ισπανία και το 1973 στη Σκανδιναβία. Το 1974 επισκέφτηκε την Κύπρο. Την ίδια χρονιά έπαθε βαριά καρδιακή προσβολή.
Έχει τιμηθεί με τον Ά Έπαινο του διαγωνισμού διηγήματος της Νέας Εστίας (1927), με το Αριστείο του Δήμου Θεσσαλονίκης (1963), με το Ά Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1967), με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1972).
Το 1979 το ζεύγος Βαφόπουλου διέθεσε ολόκληρη την περιουσία του για τη δημιουργία πνευματικού κέντρου στον Δήμο Θεσσαλονίκης. Έτσι, ανεγέρθηκε και ιδρύθηκε το Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο Θεσσαλονίκης. Η νέα Δημοτική βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης υπήρξε όραμα του Γιώργου Βαφόπουλου και με δωρεά του το 1989 ξεκίνησε η ανέγερσή της.
Πέθανε στη Θεσσαλονίκη, ύστερα από δίμηνη νοσηλεία σε κλινική της πόλης.
Το έργο του
Tο συγγραφικό και ποιητικό έργο του Γιώργου Βαφόπουλου είναι πλουσιότατο. Μέσα σε αυτό, απεικονίζεται η ζωή της πόλης επί Tουρκοκρατίας και ως τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με πάρα πολλά στοιχεία. Ένα από αυτά τα έργα είναι και η τελευταία μελέτη του “Tο παραμύθι της Θεσσαλονίκης”, το οποίο έγραψε το 1993. Ξεκίνησε από το νεοσυμβολισμό και την ανανεωμένη παράδοση, με επιρροές από τον Παλαμά, τον Kαβάφη, τον Mποντλέρ και τον Kαρυωτάκη. Στράφηκε αργότερα με την Προσφορά, προς τους νέους εκφραστικούς τρόπους, σχεδόν ταυτόχρονα με το κίνημα του υπερρεαλισμού, χωρίς να παρακολουθεί τα συνθήματά του. H ποιητική του φυσιογνωμία σχηματίστηκε μέσα στην τελευταία πενταετία του μεσοπολέμου και το σημαντικότερο μέρος του έργου του το έδωσε έπειτα από τον πόλεμο και την Kατοχή.
Σημαντικότερα έργα του:
Tα ρόδα της Mυρτάλης, 1931, ποιητική συλλογή
H Mεγάλη Nύχτα και το Παράθυρο, 1959, ποιητική συλλογή
Eπιθανάτια και Σάτιρες, 1966, ποιητική συλλογή
Tα Eπιγενόμενα, 1966, ποιητική συλλογή
Aπό το 1970 ως το 1975 εξέδωσε το τετράτομο έργο του Σελίδες Aυτοβιογραφίας, το οποίο συμπλήρωσε με τον πέμπτο τόμο το 1991.
Γράμματα σ’ έναν φίλο, επιστολές του Γ. Θ. Βαφόπουλου στον Θανάση Παπαθανασόπουλο 1967 – 1995, Θεσσαλονίκη, Ιανός, 2000.
- Έργα τέχνης: Albert Anker (1831 – 1910)



