Cat Is Art

Βυζάντιο, Ρωμανία, Ελλάς: περί ονοματοδοσίας στο Βυζάντιο. Γράφει ο ιστορικός Γιώργος Θεοτόκης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Βυζάντιο, Ρωμανία, Ελλάς: Περί ονοματοδοσίας στο Βυζάντιο και αργότερα Βυζάντιον, Βυζαντίς, Βυζαντινοί, Βυζαντῖνοι, Βυζαντιακοί.

 

Οι πολίτες των Μέσων Χρόνων, δηλαδή της Μεσαιωνικής Περιόδου (περίοδος 324 – 1453), δεν χρησιμοποιούσαν το όνομα Βυζάντιον με τη σημασία που του αποδίδουν οι σύγχρονοι Βυζαντινολόγοι, κατά τους οποίους τούτο αποτελεί το εκχριστιανισμένο κράτος της Ανατολής, στο οποίο υπερίσχυσε το ελληνικό στοιχείο και εκπήγασε από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Άκρως επιτυχής, επί του προκειμένου, είναι ο σχετικός ορισμός του κορυφαίου Βυζαντινολόγου Heisenberg (Χάιζενμπεργκ), κατά τον οποίο, όταν γίνεται λόγος περί Βυζαντίου, νοείται «τὸ ἐκχριστιανισθέν Ρωμαϊκὸν Κράτος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους» [i].

Κατά τους υπηκόους της Αυτοκρατορίας, λοιπόν, εκείνη την εποχή Βυζάντιον ή Βυζαντὶς ή Βυζαντίων πόλις ήταν η Κωνσταντινούπολις, που θεμελιώθηκε, όπως είναι γνωστό, από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α΄ τον Μεγάλο την 8η Νοεμβρίου του έτους 324. Οι κάτοικοι του Βυζαντίου ονομάζονταν Βυζαντινοί ή Βυζαντῖνοι (σπανιότερα Βυζάντιοι ή Βυζαντιακοί). Συνεπώς, Βυζάντιον, Βυζαντινοί κ.λπ. για τους μεσαιωνικούς ανθρώπους ήταν απλώς ονομασίες που αφορούσαν την Πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας και τον πληθυσμό της [ii].

Η επί μακρό διάστημα σπουδαία, ισχυρή και ένδοξη αυτή πόλη, η Δευτέρα Ρώμη κατά τον Μέγα Κωνσταντίνο ή Νέα Ρώμη, όπως ονομαζόταν από το 381 και εξής, είχε και άλλα ονόματα: Βασιλεύουσα (ενν. πόλις), Βασιλὶς τῶν πόλεων, Ἑπτάλοφος τῆς Ἀνατολῆς ή απλώς Πόλις. Έχοντας οπωσδήποτε και θρησκευτικό χαρακτήρα, φέρεται υπό τις ονομασίες Νέα Ἱερουσαλὴμ και Νέα Σιών [iii].

Όλα αυτά τα ονόματα είναι βεβαίως δηλωτικά της μεγάλης σημασίας της Κωνσταντινουπόλεως, κτισμένης από τον ρέκτη, καινοτόμο, δραστήριο και διορατικό Μέγα Κωνσταντίνο στη θέση της παλαιάς (από το 657 π.Χ.) και ομώνυμης αποικίας των Μεγαρέων υπό τον Βύζαντα. Τη θέση του Βυζαντίου (της μετέπειτα Κωνσταντι­νουπόλεως δηλαδή) από απόψεως θαλασσίων επικοινωνιών τονίζει ιδιαιτέρως ο Πολύβιος [iv], ενώ από τα γραφόμενα του Κασσίου Δίωνος προκύπτει, ότι το Βυζάντιον αποτελούσε την ασπίδα των Ρωμαίων έναντι των βαρβάρων που προέρχονταν από τον Πόντο και την Ασία [v].

Η διεύρυνση της σημασίας του ονόματος Βυζάντιον, δηλαδή η επέκτασή της από την περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως προς σύμπασα τη Βυζαντινή Επικράτεια, οφείλεται στον λόγιο Ιερώνυμο Wolf (Βολφ), άριστο μαθητή του Desiderius (Μελάγχθονος) και βιβλιοθηκάριο του τραπεζικού οίκου των Fugger (Φούγκερ). Πράγματι, ο ευπαίδευτος εκείνος Γερμανός Ιστορικός και Ελληνιστής (1516-1580), έχοντας αντιληφθεί την αυτοτελή σημασία του Βυζαντίου, χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το όνομα αυτό, για να χαρακτηρίσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το 1562 ο Βολφ άρχισε να εκδίδει έργα Βυζαντινών Ιστορικών (Χρονογραφία Ζωναρά, Ιστορία Νικήτα Χωνιάτου και μέρος της Ιστορίας Νικηφόρου Γρηγορά) υπό τον γενικό τίτλο «Corpus Historiae Byzantinae» (Σώμα Βυζαντινής Ιστορίας). Έτσι, εισήχθησαν τότε, για πρώτη φορά, στην επιστημονική ορολογία τα ονόματα Βυζάντιον, Βυζαντινοί κ.λπ. με τη σημασία που χρησιμοποιούνται σήμερα από τους Βυζαντινολόγους.

Τα εν λόγω ονόματα οριστικώς καθιερώθηκαν μέσω της εκδόσεως της «Βυζαντίδος» του Λούβρου (από το 1648 Επρόκειτο για πολύτομο έργο εκδιδόμενο υπό την αιγίδα του Βασιλέως – Ἡλίου, δηλαδή του Λουδοβίκου ΙΔ΄, και με την επιμέλεια του Ιησουίτη μοναχού Phil. Labbe (Φιλ. Λαμπ) (1607-1667). Ο α΄ τόμος φέρει τον τίτλο: «De Byzantinae Historia e Scriptoribus, subfelicissimi Ludovici XIV, Franco rumac Navar rae or umregis christianis simi auspiciis publica min Lucem e Luperaea Typographia emittendis: Ad omnes per Orbem Eruditos Προτρεπτικόν» (= Περὶ τῶν Συγγραφέων τῆς Βυζαντινῆς Ἱστο­ρίας, ἐκδιδομένων ἐπὶ τοῦ εὐτυχεστάτου Λουδοβίκου ΙΔ΄, χριστιανικωτάτου Βασιλέως τῶν Φράγκων καὶ τῆς Ναβάρρας ἐκ τῆς Λουπεραίας Τυπογραφίας: Πρὸς πάντας τοὺς ἀνὰ τὴν Οἰκουμένην εὐπαιδεύτους Προτρεπτικόν). Στον προτρεπτικής φύσεως πρόλογο της εκδόσεως αυτής ο Λαμπ δεν παραλείπει να εξάρει τη Βυζαντινή Ιστορία, την οποία χαρακτηρίζει ως θαυμαστή για το πλήθος των πραγμάτων, χαρίεσσα ένεκα της ποικιλίας της, σεβαστή για τη μακρά διάρκειά της και σχεδόν εφάμιλλη προς την παλαιά Ρωμαϊκή Ιστορία [vi].

Η περαιτέρω κατίσχυση των ονομάτων Βυζάντιον, Βυζαντινοί κ.τ.ό. οφείλεται στον εξαίρετο Γάλλο λόγιο Charles Du Fresne Sieur Du Cange, γνωστότερο στους Έλληνες διά του εξελληνισμένου ονόματός του Δουκάγγιος (1610-1688). Αυτός ο Φιλόλογος, Λεξικογράφος και Ιστορικός, εργαζόμενος με ακατάβλητη δύναμη πνεύματος και σώματος, εξέδωσε κατά τρόπο υποδειγματικό πολλά και δυσχερή έργα Βυζαντινών συγγραφέων, καθώς και το, κλασικό στο είδος του, «Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis», I-I I Lugduni 1688 (μηχ. ανατ. 1958), ήτοι «Λεξικόν της Ελληνικής Μεσαιωνικής Γλώσσης» Α΄-Β΄, εν Λυώνι 1688. Τριάντα ένα έτη νωρίτερα είχε δημοσιευθεί το έργο του «Histoire de l’ empire de Constantinople sous les empereurs françois» («Ιστορία της Αυτοκρα­τορίας της Κωνσταντινουπόλεως υπό τους Φράγκους Αυτοκρά­τορες»), ενώ το 1680 εκδόθηκε ἐν Παρισίοις (Lutetiae Parisiorum) το άλλο σπουδαίο ιστορικό έργο του «Historia byzantina duplici commentario illustrata» («Βυζαντινή Ιστορία εικονογραφημένη μετά διπλού υπομνηματισμού»), το οποίο ανατυπώθηκε φωτομηχανικώς το 1964. Με τα εν λόγω έργα του Καρόλου Ντυ Κανζ παγιώθηκε η χρήση των προαναφερθέντων ονομάτων που αφορούν και χαρακτηρίζουν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία [vii].

Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα ο γνωστός για το εύρος της ελληνικής παιδείας του Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833) αδιστάκτως χρησιμοποίησε τους όρους Βυζαντινή Ιστορία και Βυζαντινός Ελληνισμός [viii].  Λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, περιλαμβανόμενος στους σκαπανείς της Βυζαντινολογίας, δημο­σίευσε το έργο του «Βυζαντιναί Μελέται. Περί πηγών Νεοελληνικής εθνότητος από Η΄ άχρι Ι΄ εκατονταετηρίδος», εν Αθήναις 1857, στο οποίο επίσης συνεχώς χρησιμοποιεί τα ονόματα Βυζάντιον και Βυζαντινοί, προς χαρακτηρισμό του Μεσαιωνικού Ελληνικού Κράτους της Ανατολής.
Παρά ταύτα, ορισμένοι Ευρωπαίοι συγγραφείς, όπως ο Ans. Banduri (Άνσ. Μπαντούρι), ο Charles Le Beau (Κάρολος Λε Μπω) και ο Montaigne (Μονταίν), χρησιμοποίησαν προς δήλωση του Βυζαντίου άλλα ονόματα, δηλαδή: Imperium Orientale (Ανατολική Αυτοκρατορία), Bas-Empire (Μεταγενέστερο Ρωμαϊκό Κράτος) και Empire Grec d’ Orient (Ελλ. Αυτοκρατορία της Ανατολής) [ix].

Ο Εθνικός μας Ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1815-1891), ίσως επηρεασμένος από το ότι οι σχετικοί όροι συνδέονταν με συγγραφείς της Δύσεως, δεν αποδεχόταν τους όρους Βυζάντιον κλπ. Κατ’  αυτόν, το όνομα Βυζαντινός «δὲν κατίσχυσε ποτὲ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἡ δὲ προσηγορία τῶν Βυζαντινῶν ἐπενοήθη ὑπὸ τῶν Δυτικῶν, ἀπὸ τῶν ὁποίων παρελάβομεν ἡμεῖς οἱ νεώτεροι ἄχρι τοῦδε. (….) Ἐν πρώτοις (ἡ προσηγορία) συνδέεται παρὰ τοῖς Ἑσπερίοις μετὰ χλευαστικῶν καὶ περιφρονητικῶν ἐκδοχῶν (….) Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ μεσαιωνικός Ἑλληνισμὸς δικαιοῦται να φέρῃ τὸ ὄνομα (τῶν Ἑλ­λήνων) τοὐλάχιστον ὅσον καὶ ὁ νεώτερος Ἑλληνισμός». [x]

Πάντως, τόσο η ανωτέρω γνώμη του Παπαρρηγοπούλου, όσο και οι ονομασίες Μεταγενέστερον ή Ἀνατολικὸν Ῥωμαϊκὸν Κράτος, τις οποίες θέλησαν να καθιερώσουν Ιστορικοί, όπως ο J.B. Bury (Τζ. Μπ. Μπέρι) και ο Ernst Stein (Έρνστ Στάιν)  [xi], τελικώς δεν επικράτησαν. Έτσι, τα ονόματα Βυζάντιον, Βυζαντινοί κ.τ.ό. καθιερώθηκαν τελικώς στη διεθνή επιστημονική ορολογία, αφού προηγουμένως είχαν αποκαθαρθεί από τα στοιχεία της εσκεμμένης χλεύης, που προέρχονταν από τη γραφίδα Δυτικών Ιστορικών [xii].

Ῥωμαῖοι, Ῥωμεῖς, Αὔσονες, Ῥωμανία

Οι Βυζαντινοί, από τον Αυτοκράτορα μέχρι τον τελευταίο πολίτη της Αυτοκρατορίας, θεωρούσαν πάντοτε, ότι αποτελούσαν τους διαδόχους και τους συνεχιστές του Ρωμαϊκού Κράτους (Imperium Romanum) και της Ρωμαϊκής Παραδόσεως (Traditio Romana). Κατόπιν αυτού, δεν είναι παράδοξο ότι το επίθετο ῥωμαϊκὸς χαρακτήριζε όλες τις εκδηλώσεις που σχετίζονταν με τον ιδιωτικό και τον δημόσιο βίο των Βυζαντινών, οι οποίοι είχαν ενστερνισθεί την ιδέα ότι αποτελούσαν τους απ’ ευθείας κληρονόμους του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των προκατόχων του Ρωμαίων Αυτοκρατόρων. Πέραν αυτού, δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι το 212 μ.Χ. ο Αυτοκράτωρ Caracalla (Καρακάλλας) (211-217) διά σχετικού του Διατάγματος (Constitutio Antoniniana) παρέσχε την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη σ’ όλους τους υπηκόους του (πλην αυτών που ήταν δούλοι), ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής [xiii]. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να λάβει ταχεία διάδοση το ανωτέρω επίθετο. Εκ παραλλήλου, το όνομα Ῥωμαῖος, (καθώς και ο κατά πολύ μεταγενέστερος τύπος Ρωμιός), ενωρίτατα χαρακτήριζε τους Έλληνες, και μάλιστα ήδη από την Πρωτοβυζαντινή Περίοδο (324-610) [xiv]. Αυτό είναι ευνόητο και ευεξήγητο, διότι οι Έλληνες διακρίνονταν και είχαν επικρατήσει από εθνική, πολιτιστική και ιδίως γλωσσική άποψη, συγκρινόμενοι με άλλους λαούς της Αυτοκρατορίας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Αυτοκρατορία, παρά την αναμφισβήτητη ελληνικότητά της, χαρακτηριζόταν μέχρι το τέλος της (1453) ως Ρωμαϊκή, οι δε πολίτες της ονομάζονταν Ῥωμαῖοι, Ῥωμεῖς και σπανιότατα Αὐσονῖται ή Αὔσονες (από την Αὐσονίαν της Ιταλίας). Η Αυτοκρατορία φέρεται υπό τα ονόματα Ῥωμαΐς γῆ ή Αὐσονία, ενώ συνηθέστερο είναι το όνομα Ῥωμανία, που επικράτησε ως επίσημος τίτλος της από την εποχή του Αυτοκράτορος Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118), που ήταν ο ιδρυτής της ομώνυμης Δυναστείας. Πράγματι, από τον 11ο αιώνα και εξής η Αυτοκρατορία ονομάζεται επισήμως Ῥωμανία, όπως προκύπτει από τα σχετικά αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα, δηλαδή τα έγγραφα των Αυτοκρατόρων, στα οποία υπάρχουν αἱ χρυσαῖ βοῦλλαι (δηλαδή σφραγίδες) [xv]. Εν τούτοις, ο όρος Ῥωμανία εμφανίζεται κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. [xvi]. Εκτός αυτών, επί πολλούς αιώνες ο εκάστοτε Αυτοκράτωρ έφερε τον τίτλο «Πιστὸς ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ Βασιλεὺς καὶ Αὐτοκράτωρ Ῥωμαίων». Ο τίτλος αυτός προβαλλόταν ακόμη περισσότερο από τους Βυζαντινούς μετά τα Χριστούγεννα του έτους 800, όταν δηλαδή ο Πάπας Λέων Γ΄ έστεψε τον Βασιλέα των Φράγκων Κάρολο (γνωστότερο ως Καρλομάγνο) Αυτοκράτορα, ο οποίος συνήθως προσαγορευόταν Imperator Romanum Gubernans Imperium (= Αὐτοκράτωρ Κυβερνῶν τὸ Ῥωμαϊκὸν Κράτος) [xvii]. Επομένως, η στέψη αυτή του Καρόλου υπήρξε ένας ακόμη λόγος για να τιτλοφορούνται οι Ηγεμόνες του Βυζαντίου Βασιλεῖς καὶ Αὐτοκράτορες Ῥωμαίων, για να καταδείξουν δηλαδή, ότι αναντιρρήτως αυτοί και μόνο ήταν οι κληρονόμοι, διάδοχοι και συνεχιστές των αρχαίων Αυτοκρατόρων της Γηραιάς Ρώμης και όχι ο νεότευκτος Αυτοκράτωρ Κάρολος ο Μέγας [xviii].

Ἑλλάς, Ἕλληνες, Ἑλλαδικοί, Γραικοὶ

Δεν πρέπει να φανεί παράδοξο, ότι το όνομα Ἕλληνες έχει περιπέσει σε αχρησία κατά τους έξι πρώτους αιώνες του βίου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και η αναβίωσή του συμπίπτει μόλις με τον 11ο και κυρίως με τον 12ο αιώνα. Πράγματι, το όνομα αυτό, συνδεδεμένο ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ. με την αρχαία ελληνική θρησκεία, δηλαδή την ειδωλολατρία, δεν είχε τη δυνατότητα ν’ ανεύρει πρόσφορο έδαφος στο εκχριστιανισμένο πλέον Κράτος της Ανατολής από τον 4ο αιώνα και εξής. Αμέσως, λοιπόν, μετά τον θρίαμβο του Χριστιανισμού επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, το όνομα Ἕλληνες ήταν συνώνυμο των οπαδών της εθνικής θρησκείας, των ειδωλολατρών, οι οποίοι, βάσει διαφόρων διαταγμάτων – επί Μεγάλου Θεοδοσίου (379-395) και των διαδόχων του, ιδίως επί Θεοδοσίου Β΄ του Μικρού (408-450), είχαν τελείως παραγκωνισθεί και διώκονταν, πράγμα που συνέβαινε με τους Χριστιανούς εκ μέρους των ειδωλολατρών Αυτοκρατόρων μέχρι τις αρχές του 4ου αιώνα. [xix]

Το όνομα Ἑλλὰς δεν είχε μεν τεθεί πλήρως στο περιθώριο, αλλά πάντως η χρήση του ήταν αρκετά περιορισμένη. Τούτο είχε απλώς γεωγραφική σημασία και υπ’ αυτό φέρονταν οι περιοχές της Στερεάς Ελλάδος και της Πελοποννήσου, μόλις δε από το 695, όταν δηλαδή ιδρύθηκε η συνώνυμη πολιτικοστρατιωτική περιφέρεια, χρησιμο­ποιήθηκε προς δήλωση του σχετικού διοικητικής φύσεως όρου, ήτοι του Θέματος  Ἑλλάδος. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι κάτοικοί του δεν ονομάζονταν Ἕλληνες (ήτοι ειδωλολάτρες), αλλ’ Ἑλλαδικοὶ (ήτοι κάτοικοι του Θέματος Ἑλλάδος). Παραλλήλως, εμφανίσθηκε και το όνομα Κατωτικοί, δηλαδή οι πολίτες που κατοικούσαν στα κατώτατα, στα νότια τμήματα του Βυζαντινού Κράτους [xx].

Το όνομα Γραικοί σπανίως χρησιμοποιούνταν από τους Βυζαντινούς. Η μνεία του συνήθως είναι ευκαιριακή. Έτσι, π.χ., από τον ιστορικό συγγραφέα Πρίσκο (περ. 410-472) γίνεται λόγος για κάποιο Γραικό έμπορο που ταξίδευε για επαγγελματικούς λόγους, όπως δήλωσε ο ίδιος [xxi]. Ο Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος  Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος (913-959) αναφέρεται σε μία επίθεση των Σλάβων κατά των Γραικῶν, δηλαδή των κατοίκων των Πατρών, επί του Αυτοκράτορος Νικηφόρου Α΄ (802-811) [xxii].

Το εν λόγω όνομα συσχετίσθηκε με τα ονόματα βαρβαρικών φύλων, δηλαδή με τους Γότθους και τους Γαλάτες, οι οποίοι περιλαμβάνονται στη μετανάστευση των λαών κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ., οπότε συνέβησαν οι εκτεταμένες επιδρομές των βαρβάρων κατά του Ανατολικού Τμήματος της Αυτοκρατορίας. Οι Οστρογότθοι, που εγκαταστάθηκαν από το 379 μ.Χ. στη Μικρά Ασία, αλλά και οι Γαλάτες που κατοικούσαν ήδη εκεί, είχαν σχέσεις με τους ελληνικής καταγωγής κατοίκους της Μικράς Ασίας. Ιδίως οι Οστρογότθοι συγχω­νεύθηκαν με το ελληνικό στοιχείο, τους Γραικούς, και γι’ αυτόν τον λόγο εμφανίσθηκαν από τότε τα σύνθετα ονόματα Γραικογαλάται και Γοτθογραῖκοι [xxiii], που υποδηλώνουν τον εξελληνισμό του βαρβαρικού στοιχείου (περισσότερο των Γότθων και λιγώτερο των Γαλατών).

Πάντως, η χρήση του ονόματος Γραικοί δεν είναι συνήθης [xxiv], ενώ, αντιθέτως, χρησιμοποιείται συχνότατα το όνομα Ρωμαίοι, με το οποίο νοούνται οι Έλληνες υπήκοοι της Αυτοκρατορίας, αφού οι Χριστιανοί, όπως έχει ήδη γραφεί, απεύφευγαν να χρησιμοποιήσουν το όνομα Έλληνες (= ειδωλολάτρες). Γι’ αυτό ακριβώς ο Κωνσταντίνος Ζ΄, αναφερόμενος στο Θέμα της καταγωγής των Μανιατών, διευκρινίζει, ότι αυτοί δεν προέρχονται από τη γενεά των Σκλάβων (=Σλάβων), αλλ’  από τους παλαιούς Ρωμαίους, οι οποίοι μέχρι την εποχή του προσαγορεύονταν από τους ντόπιους «Ἕλληνες (…) διὰ τὸ ἐν τοῖς προ παλαιοῖς χρόνοις εἰδωλολάτρας εἶναι καὶ προσκυνητὰς τῶν εἰδώλων κατὰ τοὺς παλαιοὺς Ἕλληνας (…)» [xxv]. Συνεπώς, και από αυτό το χωρίο προκύπτει, ότι, για λόγους θρησκεύματος, είχε εκλείψει επί πολλούς αιώνες η χρήση του ονόματος Έλληνες, πλην βεβαίως της περιπτώσεως, κατά την οποία με αυτό χαρακτηρίζονταν οι ειδωλολάτρες.

Από τον 11ο αιώνα και εξής, αφού ήδη είχε παγιωθεί η θρησκευτική ομοιογένεια του πληθυσμού, η οποία επέβαλε τον παραμερισμό των ονομάτων Ἑλλάς, Ἕλληνες, ἑλληνικὸς κ.τ.ό., παρα­τηρείται η, κατά καιρούς, χρήση αυτών των ονομάτων. Ως κλασσικό παράδειγμα αυτής της περιπτώσεως είναι δυνατό ν’ αναφερθεί ο περίφημος λόγιος της εποχής εκείνης Μιχαήλ Ψελλός (1018-1096), ο οποίος χρησιμοποιεί στα έργα του τα εν λόγω ονόματα ως δηλωτικά καταγωγής των υπηκόων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας [xxvi].

Από το 1204, οπότε αρχίζει η Περίοδος της Φραγκοκρατίας, η Ελληνική Συνείδηση αφυπνίζεται, με αποτέλεσμα την κατά κόρον χρήση των ανωτέρω ονομάτων: τόσο ο εκάστοτε Αυτοκράτωρ [xxvii], οι κρατικοί λειτουργοί και αξιωματούχοι, όσο και οι υπήκοοι του Βυζαντίου έχουν συναίσθηση της ελληνικής καταγωγής τους και προβάλλουν την ελληνικότητά τους ως ασπίδα κατά της επιβουλής των Φράγκων κατακτητών που είναι οι παρείσακτοι και συνεπώς εξοβελιστέοι από τον αναμφιβόλως ελληνικό χώρο της Κωνσταντινου­πόλεως και εν γένει της, ήδη βαρύτατα τραυματισμένης, Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Τόσο ο ελληνολάτρης και πατριώτης Αυτοκράτωρ της Νικαίας Θεόδωρος Β΄ ο Λάσκαρις(1254-1258), όσο και σπουδαίοι λόγιοι και συγγραφείς του Βυζαντίου (Θεόδωρος Μετοχίτης, Δημήτριος Κυδώνης, Νικόλαος Καβάσιλας κ.ά.) χρησιμοποιούν ευρύτατα τα ονόματα Ἑλλάς, Ἕλληνες, Ἑλληνικὸν (ενν. Κράτος), για να τονίσουν έτσι την ελληνι­κότητα του τόπου τους και να προβάλουν την καταγωγή των συμπατριωτών τους [xxviii].

Από το 1261 που ο Αυτοκράτωρ Μιχαήλ Η΄ ο Παλαιολόγος κατόρθωσε να εκδιώξει τους Φράγκους και ν’ ανακτήσει την περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και περιορισμένη μόνο έκταση της άλλοτε ακμαίας και ένδοξης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η χρήση των ανωτέρω ονομάτων όχι μόνο συχνότερη γίνεται, αλλά καθίσταται εκ των πραγμάτων και επιβεβλημένη, προς τόνωση του ηθικού των Βυζαντινών. Έτσι, ο σπουδαίος διανοούμενος Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός, σ’ επιστολή του προς τον Αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ τον Παλαιολόγο, ευθέως γράφει προς τον εστεμμένο εκείνο Ηγεμόνα, ότι ηγείται και βασιλεύει υπηκόων που είναι Έλληνες το γένος, όπως αποδεικνύεται από τη γλώσσα τους και την προγονική (=αρχαία ελληνική) παιδεία τους [xxix].

 

***

Γεώργιος Θεοτόκης. Ερευνητής στο Κέντρο Βυζαντινών Σπουδών του Πανεπιστημίου Boğaziçi της Κωνσταντινούπολης.

Ο Γεώργιος Θεοτόκης ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ιστορία (2010, Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης), και ειδικεύεται στη στρατιωτική ιστορία της ανατολικής Μεσογείου κατά την ύστερη αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα. Έχει δημοσιεύσει πολυάριθμα άρθρα και μονογραφίες σχετικά με την ιστορία των συγκρούσεων και των πολέμων στην Ευρώπη. Η πρώτη του μονογραφία ήταν σχετικά με τις επιδρομές των Νορμανδών στο Βυζάντιο, την περίοδο 1081-1108 (Boydell & Brewer, 2014), ενώ το δεύτερο βιβλίο του για τις βυζαντινές στρατιωτικές τακτικές στη Συρία τον 10ο αιώνα θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο του 2018 (Πανεπιστημιακός Τύπος του Εδιμβούργου). Έχει διδάξει σε τουρκικά και ελληνικά πανεπιστήμια. Τώρα είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Κέντρο Ερευνών Βυζαντινών Σπουδών του Πανεπιστημίου Boğaziçi της Κωνσταντινούπολης.

***

Σημειώσεις

 

[i].     Aug. Heisenberg, Staat und Gesellschaft des byzantinischen Reiches: Die Kultur der Gegenwart, II, 1, Leipzig 1923, 364.

[ii].     Διον. Α. Ζακυθηνού, Βυζαντινή Ιστορία 324-1071, Αθήναι 1972, 10.

[iii].    Ελ. Γλύκατζη – Ahrweiler, Ελληνισμός και Βυζάντιο, ΙΕΕ, Ζ΄, Αθήναι 1978, 6.

[iv].    Πολ. IV, 38 και εξής.

[v].     Κασσ. Δ. LXXIV 14, 4: «…. τῶν Ῥωμαίων μέγα φυλακτήριον καὶ ὁρμητήριον πρὸς τοὺς ἐκ τοῦ Πόντου καὶ τῆς Ἀσίας βαρβάρους». Βλ. και Ζακυθηνό, έ.α., 34.

[vi].    «… multitudine rerum mirabilem, varietate iucundam, diuturni tate temporis spectabile macveteri, Romana et antum non parem».

[vii].   Περισσότερα στοιχεία για τα έργα αυτά του Δουκαγγίου βλ. Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, Α΄ 324-610, Αθήναι 1975, 4.

[viii].   Βλ. αντιστοίχως: Αδ. Κοραή, Πρόδρομος Ελληνικής Βιβλιοθήκης (….), εν Παρισίοις 1805, ξζ΄ και Επιστολαί Αδαμαντίου Κοραή, έκδ. Ν. Μ. Δαμαλά, Β΄, εν Αθήναις 1885, 184.

[ix].    Τα ονόματα αυτά υπάρχουν στα εξής συγγράμματα περί Βυζαντίου: Ans. Banduri, Imperium orientale sive Antiquitates Constantinopolitanae, Paris 1711 (νεώτ. έκδοση Βενετία 1729).Ch. Le Beau, Histoire du Bas-Empire, Paris 1757-1786. Alfr. Rambaud, L’ Empire Grec au dixième siècle. Constantin VII Porphyrogénète, Paris 1870.

[x].     Κωνστ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Γ΄1, 19 κεξ, εκδ. «Ελευθερουδάκης» εν Αθήναις 1932.

[xi].    John B. Bury, A History of the Later Roman Empire from Arcadius to Irene (395-800), I-II, London 1889 (ανατ. Amsterdam 1966).του αυτού, A History of the Eastern Roman Empire from the Fall of Irene to the Accession of Basil I (A.D. 802 to A.D. 867), London 1912. Ernst Stein, Histoire du Bas-Empire, I, Bruxelles 1959. II, Paris, Bruxelles, Amsterdam 1949 (ed. fr. par J.-R. Palanque).

[xii].   Περί αυτού λεπτομερώς βλ. L. Bréhier, Byzance et Empire Byzantin, BZ 30 (1929-30) 360-364.

[xiii].   Βλ. σχετικώς: Ζακυθηνό, έ.α., 13.Χριστοφιλοπούλου, έ.α., Α΄, 107.της αυτής, Το Πολίτευμα και οι θεσμοί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1204. Κράτος, διοίκηση, οικονομία, κοινωνία, Αθήνα 2004, 12-13. Ειδικώς περί της Constitutio Antoniniana βλ. J. Straub, Caracalla, RACII, 1954, 895.C.A. Sasse, Die Constitutio Antoniniana, Wiesbaden 1958, 134-143 και Κων. Μπουραζέλη, Θεία δωρεά. Μελέτες πάνω στην πολιτική της δυναστείας των Σευήρων και την Constitutio Antoniniana, Αθήνα 1989 (σποράδην).

[xiv].   Ν. Πολίτου, Έλληνες ή Ρωμιοί; Λ Σύμμ., Α΄, εν Αθήναις 1920, 122-133.επίσης: M. Mantouvalou, Romaios-Romios-Romiosyni-La notion de «Romain» avant et après la chute de Constantinople, ΕΕΦΣΠΑ, περ. Β΄, 28 (1979-1985) (1985) 169-198. Βλ. και: Κ. Πιτσάκη, Έννοια και έπαινος της ρωμιοσύνης, στο συλλογικό έργο των P. Catalano – P. Siniscalco (εκδ.), Idea giuridica e politica di Roma e personalità storiche, Roma 1991, 95-131. Πρβλ. J. Koder, Byzanz, die Griechen und die Romaiosyne-eine «Ethnogenese» der «Römer», εν H. Wolfram-W. Pohl (εκδ.), Typen der Ethnogenese (….) der Bayern, I, Wien 1990, 103-111.

[xv].    Επρόκειτο για χρυσά πλακίδια, των οποίων η διάμετρος ποικίλλει μεταξύ 10 και 45 χιλιοστών. Κάθε βούλλα (λατ. bulla) στερεωνόταν στο άκρο της μηρίνθου (= σπάγγου), η οποία περιέβαλλε το έγγραφο. Λόγω του πολυτίμου υλικού της, η βούλλα αποτελούσε κόσμημα του εγγράφου και συγχρόνως το ασφάλιζε, μη επιτρέποντας το άνοιγμά του, δηλ. την παραβίαση του απορρήτου του περιεχομένου. Επί της μιας όψεως της βούλλας εικονιζόταν η μορφή του Ιησού Χριστού και επί της άλλης η μορφή αυτού που εξέδιδε το έγγραφο, δηλ. του Αυτοκράτορος. Αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα ήταν έγγραφα που απηύθυνε ο Αυτοκράτωρ προς τους ομολόγους των ξένων Κρατών. Περί των χρυσοβούλλων βλ. Ph. Grierson, Byzantine gold bullae, with a catalogue of those at Dumbarton Oaks, DOP 20 (1966) 23-253. Λεπτομερώς περί του τρόπου σφραγίσεως των διαφόρων αυτοκρατορικών εγγράφων βλ. Ιω. Καραγιαννοπούλου, Βυζαντινή Διπλωματική, Θεσσαλονίκη 19782, 119-128. Περισσότερα στοιχεία περί της σημασίας των χρυσοβούλλων, αργυροβούλλων και μολυβδοβούλλων, ως και την παραπομπή στην οικεία βιβλιογραφία βλ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, Α΄, 44-45.

[xvi].   Κάπως προγενέστεροι είναι οι όροι Φραγκία, Γοτθία, Ἀλαμαννία, που σημαίνουν τις υπό τους Ρωμαίους εθνότητες. Βλ. σχετικώς A. Piganiol, L’ empire chrétien (325-395) Paris 19722, 458-459.

[xvii].  Θεοφ. Χρον., 47230-4734: «ὁδὲ (sc. Πάπας) τὸν Κάρολον ἀμειβόμενος ἔστεψεν αὐτὸν εἰς βασιλέα Ῥωμαίων ἐν τῷ ναῷ τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Πέτρου, χρίσας ἐλαίῳ ἀπὸ κεφαλῆς ἕως ποδῶν καὶ περιβαλών βασιλικὴν αἰσθῆτα καὶ στέφος, μηνὶ Δεκεμβρίῳ κε΄, ἰνδικτιῶνος θ΄».Αναλυτικώς τα της στέψεως αυτής βλ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, Β΄1, 157 και εξής.

[xviii]. Είναι ενδιαφέρον, ότι το όνομα Ῥωμανία ή Αὐτοκρατορία τῆς Ῥωμανίας (Romania, Imperium Romaniae) κατά κόρον χρησιμοποίησαν οι Λατίνοι της Ανατολής επί Φραγκοκρατίας (1204-1261) περί των βυζαντινών εδαφών που βρίσκονταν τότε υπό την κατοχή τους. Βλ. Ζακυθηνό, έ.α., 14, με παραπομπή στην οικεία βιβλιογραφία.

[xix].   Ήδη από το 356 ο διάδοχος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος Β΄ είχε απαγορεύσει τη λατρεία των ειδώλων και τις προς τιμήν τους θυσίες. Με διάταγμα της 8ης Νοεμβρίου 392 ο Μέγας Θεοδόσιος έθεσε εκτός νόμου την ειδωλολατρία, ενώ οι γιοί και διάδοχοί του Αρκάδιος και Ονώριος προέβησαν στις 7 Αυγούστου 395 στην επικύρωση των σχετικών διαταγμάτων του πατέρα τους, πλήττοντας έτσι ακόμη περισσότερο τους ειδωλολάτρες. Σαράντα έτη αργότερα, από τις 14 Νοεμβρίου 435, οι Αυτοκράτορες Θεοδόσιος Β΄ ο Μικρός και Ουαλεντινιανός Γ΄, βάσει σχετικού διατάγματός τους, επέτρεψαν τη μετατροπή των ειδωλολατρικών ναών σε χριστιανικούς. Βλ. σχετικώς: Cod. Theod. XVI, 10, 25 και Ζακυθηνό, έ.α., 43-44.

[xx].    Περί Ελλαδικών – Θέματος Ελλάδος και Κατωτικών βλ. P. Charanis, Hellas in the Greek sources of the sixth, seventh and eighth Centuries, Studies Alb. Math. Friend, Jr., Princeton 1955, 161 και εξής Κων. Αμάντου, Κατωτικά – Ελλάς, Ελληνικά 1 (1928) 244. Πρβλ. αυτ. 8 (1935) 28. J. Koder – F. Hild, HellasundThessalia, Wien 1976, 38-40.

[xxi].   Πρίσκου Ιστ. Βυζ. Ι, σελ. 135: «Γραικὸς μὲν εἶναι τὸ γένος, κατ’  ἐμπορίαν δὲ  εἰς τὸ Βιμινάκιον ἐληλυθέναι».

[xxii].  Κωνστ. Πορφυρ., Πρὸς τὸν ἴδιον υἱὸν Ῥωμανόν, 49, 6-10: «Νικηφόρος τὰ τῶν Ῥωμαίων(= Βυζαντινῶν) σκῆπτρα ἐκράτει καὶ οὗτοι (sc. Σκλάβοι) ἐν τῷ Θέματι ὄντες Πελοποννήσου (….) τάς τῶν γειτόνων οἰκίας τῶν Γραικῶν ἐξεπόρθουν (….) καὶ κατὰ τῶν οἰκητόρων τῆς τῶν Πατρῶν ὁρμήσαντες πόλεως (….) καὶ ταύτην ἐπολιόρκουν (….)».

[xxiii]. Εκτενώς περί αυτού βλ. Κ. Αμάντου, Γοτθογραίκοι-Γοτθογραικία, Ελληνικά 5 (1932) 306.

[xxiv].  Εδώ πρέπει να λεχθεί, ότι ο Θεοφάνης χρον., 455, 23-25 (έκδ. de Boor) χρησιμοποιεί το όνομα Γραικοί, για να χαρακτηρίσει τον λαό του Βυζαντίου που ομιλεί ελληνικά και έχει ελληνική παιδεία. Παραλλήλως, υπάρχει και ο όρος Γραικία, προς δήλωση του Βυζαντινού Κράτους (Θεοδ. Στουδ. επ. 458, 27-28, έκδ. Fatouros).

[xxv].  Αυτ., 50, 71-75.

[xxvi].  Βλ. σχετικώς Κων. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Ε΄, με΄. Επίσης: Χριστοφιλο­πούλου, Το πολίτευμα …, 351-352.

[xxvii]. Στην προκειμένη περίπτωση νοούνται τα μέλη της Δυναστείας των Λασκαριδών (ή Λασκάρεων) που βασίλευσαν στη Νίκαια της Μ. Ασίας, διασώζοντας έτσι εκ των ενόντων την τιμή και το μεγαλείο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

[xxviii].     Βλ. Ζακυθηνό, έ.α., 16, με παράθεση της σχετικής βιβλιογραφίας. Επίσης: Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Α΄, Θεσσαλονίκη 19742, 77.Στ. Ιω. Κουρούση, Ελληνική Παιδεία και Εθνική Συνείδησις των Ελλήνων από της Αρχαιότητος εις το Βυζάντιον, εν Αθήναις 1993, 32.Νικ. Σ. Δεπάστα, Η Αυτοκρατορία της Νικαίας και η ενίσχυσις του Ελληνισμού και της Μεγάλης Ιδέας μέσω του Στρατεύματος και της Παιδείας, εν Αθήναις 1999, 1-8 (= Ανάτυπον εκ του τόμου Α΄, τεύχους 2 των Πρακτικών του Συνεδρίου του Κοινωφελούς Λουριδείου Ιδρύματος «Το Βυζαντινόν Φως», Αθήναι 27-29 Μαρτίου 1998).

[xxix].  «…ἐσμὲν γὰρ οὖν ὧν ἡγεῖσθέτε καὶ βασιλεύετε Ἕλληνες τὸ γένος, ὡς ἥτε φωνὴ καὶ ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ». Το σχετικό κείμενο του Πλήθωνος δημοσιεύεται υπό Σπ. Λάμπρου, Παλαιολόγεια καὶ Πελοποννησιακά, Γ΄, εν Αθήναις 1912, 247.

 

  • Αρχική εικόνα: Η μορφή του Ιουστινιανού (κέντρο) στα ψηφιδωτά του ναού του Αγίου Βιταλίου, στη Ραβέννα
Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΒυζάντιο, Ρωμανία, Ελλάς: περί ονοματοδοσίας στο Βυζάντιο. Γράφει ο ιστορικός Γιώργος Θεοτόκης