Cat Is Art

Γιωργής Τσουρής: “Το θέατρο είναι ένα σπορ από λίγους για όλους, και όχι από όλους για λίγους”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Όποιος δεν τον είχε δει πέρυσι στις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, ασφαλώς έχασε. Έπαιξε τη Γριά Α’ κυριολεκτικά οργιάζοντας στη σκηνή σε ένα παραλήρημα της παρενδυσίας και μια αποθέωση του φαντασιώδους. Γοήτευσε το κοινό με την αυθόρμητη κωμικότητά του χωρίς να χάνει την τολμηρότητά του αλλά και χωρίς να εκπίπτει σε χυδαιότητες άμετρες, που σκοπό έχουν το φτηνό γέλιο. Οι θεατές που τον έχασαν σε αυτό το ρόλο, θα έχουν κι άλλες ευκαιρίες να τον παρακολουθήσουν. Αν δεν τον έχουν ήδη εντοπίσει. Σίγουρα. Γιατί ρόλοι, εμφανίσεις και παραστάσεις πολλές περιμένουν τον Γιωργή Τσουρή. Τον είχα ήδη δει στον «Ξένο» (2013) να σκιαγραφεί με λεπτές αποχρώσεις τον ερωτευμένο νεαρό, να εντυπωσιάζει στο «Γλυκό πουλί της νιότης» (2010), να διαπρέπει στο «Βασιλικό» (2011), στου «Κουτρούλη ο γάμος» και στον «Κύκλωπα» (2013). Στο «Κρίμα που είναι πόρνη», το 2014, ξεχώρισε για άλλη μια φορά παίζοντας με λαμπρή επιφάνεια και μεστό ερμηνευτικό βάθος ένα παιδί με ειδικές ικανότητες. Θαυμάσια ζωντανός, μετρημένος αυτοσχεδιαστικά. Πεντακάθαρος στην τεχνική του, δαιμονικός στη φαντασία του, εκπληκτικά εύστοχος, ευφυής και αστραφτερά διορατικός. Πολυεδρικός υποκριτής, με εντονότατη εγρήγορση. Έχουμε αναρωτηθεί ποτέ άραγε πώς γίνεται καλοδιάθετο το κοινό; Πώς συμμετέχει στην παράσταση συναισθηματικά; Ένα πράγμα γνωρίζω ως θεατής που αγαπά και παρακολουθεί με στοργή το θέατρο επί χρόνια, ότι υπάρχουν καλλιτέχνες γενναιόδωροι που σε κατακτούν και σε κάνουν να φεύγεις από μια παράσταση με τη χαρά του διαβάτη που φτάνει σ’ ένα σταθμό. Κι απ’ το σταθμό αυτό μπορείς να ρίξεις το βλέμμα σου μακριά, στο παρελθόν και στο μέλλον, να δεις το δρόμο που διάνυσες και το δρόμο που είναι μπροστά ανοιχτός, πλούσιος και σε άλλα ευρήματα, και σε άλλες γνωριμίες, σε ακόμα περισσότερη γνώση. Ο Γιωργής Τσουρής γεννήθηκε στη Λευκωσία πριν από 30 χρόνια περίπου. Μεγάλωσε σε καλλιτεχνική οικογένεια. Είναι αριστούχος απόφοιτος της Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Ασχολήθηκε με τη μουσική και το τραγούδι από πολύ μικρή ηλικία και σπούδασε πιάνο, κλασικό τραγούδι, ανώτερα θεωρητικά και κλαρινέτο, στο οποίο πήρε το 2005 το δίπλωμα. Το καλοκαίρι του 2008 συμμετείχε ως τραγουδιστής στη μουσική παράσταση του Γιώργου Θεοφάνους «Τραγουδώ το νησί μου», η οποία παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο. Παράλληλα με τη θεατρική του ενασχόληση συμμετείχε σε μουσικές παραστάσεις και συναυλίες σε πολλές μουσικές σκηνές της Αθήνας. Τα τελευταία 7 χρόνια εργάζεται αδιάλειπτα ως ηθοποιός, μουσικός και τραγουδιστής στο Εθνικό Θέατρο με το οποίο έχει συνεργαστεί σε 14 συνολικά παραγωγές -χειμερινές και καλοκαιρινές- δουλεύοντας με σημαντικούς σκηνοθέτες. Ανάμεσα σε αυτούς οι Νίκος Μαστοράκης, Γιάννης Κακλέας, Γιάννης Μπέζος, Σπύρος Ευαγγελάτος, Βασίλης Παπαβασιλείου, Γιάννης Χουβαρδάς, Δημήτρης Λιγνάδης, Έφη Θεοδώρου, Γιάννης Καλαβριανός, Γιώργος Κιμούλης και άλλοι. Ως παιδί παρακολουθούσε με εμμονή έναν Αμερικανό κωμικό, τον Danny Kaye. Και μόνο η σκέψη ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο εκτός από θέατρο, τον τρομοκρατεί. Λατρεύει τη δουλειά του. Παθολογικά. «Είμαι φανατισμένος. Οπαδός, όχι φίλαθλος», μου λέει και τον πιστεύω. Η χαρά με την οποία υπηρετεί τη δουλειά του δεν κρύβεται. Κάνει αυτό που είχε ονειρευτεί. Παίζει. Με ενθουσιασμό. Με λαχτάρα. Με διάρκεια. Στον «Ριχάρδο Γ’», στο «Και μετά; Και μετά;» το 2016, στην «Τραγική ιστορία του Άμλετ, πρίγκιπα της Δανίας» το 2015, στον «Μέγα Ανατολικό», στους «Βάτραχους» του Αριστοφάνη, στα «Λουλούδια στην κυρία», στον «Εραστή» το 2014, στον «Φιλάργυρο» το 2013, στις «Νεφέλες» το 2012, στο «Artherapy» το 2010, στα «Μαγικά μαξιλάρια» το 2009. Το καλοκαίρι τον παρακολουθήσαμε στον «Πλούτο» του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Από τον Οκτώβριο θα τον αναζητήσουμε στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (σκηνοθεσία Δ. Λιγνάδη) σε ένα ρόλο – έκπληξη. Γι’ αυτόν “το θέατρο είναι ένα σπορ από λίγους για όλους, και όχι από όλους για λίγους”. Στη δε μουσική και στο τραγούδι έχει επενδύσει. Παίζει τέσσερα όργανα -κλαρινέτο, κιθάρα, πιάνο, σαξόφωνο. Έκτισε πάνω στη μουσική τις δεξιότητες και τις σπουδές που του επιτρέπουν να είναι επαγγελματίας μουσικός και τραγουδιστής. Ενώ στην αρχή τα πράγματα είχαν τον διακριτό τους ρόλο, στη συνέχεια θέατρο και μουσική άρχισαν να λειτουργούν αξεχώριστα. Όλα είναι ρόλος και όλα είναι μουσική. Πρόσφατα μας παρουσίασε την πρώτη του ολοκληρωμένη καλλιτεχνική μουσική πρόταση, τον πρώτο του προσωπικό δίσκο με τίτλο «Καμένα τοστ και καλημέρες» στον οποίο υπογράφει τους στίχους, τη μουσική και την ερμηνεία, ενώ η ενορχήστρωση και η μουσική παραγωγή είναι του καταξιωμένου πιανίστα και συνθέτη Σταύρου Λάντσια. Ο δίσκος του Γιωργή είναι μια γλυκιά έκπληξη, με funky-jazz ήχο και πολλά έθνικ στοιχεία. Οι στίχοι είναι δικοί του και η ερμηνεία επίσης. Δίσκος με πάθος αλλά και χιούμορ, ερωτισμό και τρέλα, τραγούδια, τρυφερότητα και εξομολογητική διάθεση. Προσωπικά μου αρέσουν όλα του τα τραγούδια, ακούραστα όμως έχω “λιώσει” τα «Μάτια γκρίζα» αλλά και το πρωτότυπα αθώο «Θα ‘θελα τόσο, να σε σκοτώσω». Κι επειδή δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω, «Το βαλς της Αφροδίτης» είναι σπάνιο, βαθύ κι απόλυτο κομμάτι και το «Πόσο φοβάμαι το πρωί» απλώς μελαγχολικά υπέροχο. «Να μ’ αγαπάς μόνο για λίγο/ Έχω δουλειά πρέπει να φύγω/ Να μ’ αγαπάς μόνο για τώρα/ Η μοναξιά δεν έχει ώρα/ Κάθε πρωί όταν ξυπνάς/ Τη μοναξιά μου ν’ αγαπάς». Είναι τόσο ποιητικές αυτές οι εκκρεμότητες της ψυχής…

Διαβάστε τη συνέντευση.

* Γεννήθηκα στη Λευκωσία. Από την παιδική μου ηλικία πολλές καλές αναμνήσεις και λίγες κακές. Ελάχιστες τραυματικές. Κρατάω καλό σκορ. Ωραίες αναμνήσεις με γονείς. Εκδρομές με καλό φαΐ. Καθιερωμένο καλοκαιρινό τριήμερο σε ξενοδοχείο της Πάφου (ετήσια ημιπολυτέλεια, στα όρια του κωμικού). Εκδρομή με γονείς και θείο σε κάτι γκρεμούς στο βουνό –ποτέ δεν κατάλαβα πώς επιβιώσαμε εκείνη τη μέρα. Γιαγιά – παππούς πολλή αγάπη. Και πολυυύ φαΐ. Αυτά. Και άλλα…

Ποια ήταν τα πρώτα σου καλλιτεχνικά ερεθίσματα;

* Παρακολουθούσα όλες τις παραστάσεις που έπαιζε ο πατέρας μου –ηθοποιός γαρ– και άκουγα πολλή μουσική. Κλασικά πράγματα. Τραγουδάκια της εποχής και τραγουδάρες της κάθε εποχής. Ζηλεύω αυτή τη φάση που άκουγα και εκτιμούσα με έναν τρόπο τα πάντα. Ύστερα ήρθε η εφηβεία και απέκτησα «άποψη». Τώρα προσπαθώ επίμονα να την ξαναχάσω. Κινηματογραφικά λάτρευα σαν παιδάκι, κι ακόμα δηλαδή, έναν σπουδαίο Αμερικανό κωμικό, τον Danny Kaye. Είχα πάθει ψύχωση με τις ταινίες του, τις οποίες παρακολουθούσα χωρίς υπότιτλους. Δεν καταλάβαινα λέξη. Όταν τις έβαλα να τις ξαναδώ μια δεκαπενταετία μετά, έπαθα σοκ από το πόσο λίγα καταλάβαινα τότε, και από το πόση λίγη σημασία είχε που δεν τα καταλάβαινα.

Ήταν αναπόφευκτο λοιπόν να ακολουθήσεις αυτή τη σταδιοδρομία;

* Αναπόφευκτο… Βαριά λέξη. Όταν όμως καμιά φορά φαντάζομαι τον εαυτό μου να κάνει κάτι άλλο από αυτό που κάνω, με σοκάρει η ιδέα. Σχεδόν με τρομοκρατεί. Βασικά, δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άλλο που να θέλω να κάνω περισσότερο. Λατρεύω τη δουλειά μου. Παθολογικά. Είμαι φανατισμένος. Οπαδός, όχι φίλαθλος. Δεν θέλω να μιλάω υπερρομαντικά για το θέατρο, αλλά δεν γίνεται. Θέλω να κρυφτώ, αλλά η χαρά δεν μ’ αφήνει.

Ποιοι δάσκαλοι άφησαν τη σφραγίδα τους στη ζωή σου;

* Οι κάκιστοι, σε βαθμό κακουργήματος, δάσκαλοι που είχα σε όλη τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το ξέρω πως η ερώτηση αποσκοπούσε σε θετικό πρόσημο, αλλά το μυαλό μου με τη λέξη «δάσκαλος» πήγε αμέσως στο δημοτικό και στο γυμνάσιο και στις πολύ κακές συνθήκες που βίωσα. Δεν αμφισβητώ ότι υπάρχουν σπουδαίοι εκπαιδευτικοί στα σχολεία, όσο δεν αμφισβητώ και την ύπαρξη εξωγήινων. Δεν έχω εξερευνήσει όλο το εκπαιδευτικό σύμπαν για να αποφανθώ. Απλά στο δικό μου ηλιακό σύστημα γνώρισα πολλούς ακατοίκητους πλανήτες, που υπήρξαν η αφορμή να αμφισβητήσω πολλά πράγματα από πολύ μικρή ηλικία.

Εκτός από ηθοποιός, όπως γνωρίζουμε, είσαι τραγουδιστής και τραγουδοποιός. Το τραγούδι και η μουσική τι ρόλο παίζουν στη ζωή σου σήμερα;

* Στη μουσική και στο τραγούδι έχω επενδύσει. Καταρχάς ήταν το πρώτο ποσοτικά μετρήσιμο πράγμα που διαπίστωσα ότι μπορώ να κάνω καλά. Έκτισα πάνω στη μουσική τις δεξιότητες και τις σπουδές που μου επιτρέπουν να είμαι επαγγελματίας μουσικός και τραγουδιστής. Στην πορεία, ενώ στην αρχή τα πράγματα είχαν τον διακριτό τους ρόλο, άρχισαν να λειτουργούν αξεχώριστα. Πλέον δεν αντιλαμβάνομαι κανένα ρόλο στο θέατρο έξω από τη μουσική παρτιτούρα που γεννούν τα ζητούμενα και ο χαρακτήρας του, και κανένα τραγούδι ή μουσικό κομμάτι έξω από τον ρόλο που γεννάει στη σκηνή. Όλα είναι ρόλος και όλα είναι μουσική.

Ποιες από τις παραστάσεις που έπαιξες θυμάσαι με αγάπη και ποιους ρόλους αγάπησες περισσότερο;

* Όντας ακόμη ελπίζω στην αρχή, δεν είναι εύκολο να κάνω απολογισμό ρόλων. Αν έπρεπε παρ’ όλα αυτά να απομονώσω δυο στιγμές, αυτές θα ήταν αφενός η περσινή Γριά της Επιδαύρου στις «Εκκλησιάζουσες» σε σκηνοθεσία Γιάννη Μπέζου, που μου έδωσε την ευκαιρία να επικοινωνήσω direct και απενοχοποιημένα με μία τεράστια μάζα κοινού, και να μοιραστώ τη χαρά μου και την αγάπη μου για την ίδια τη δουλειά μου και για την κωμωδία, και αφετέρου ο Μπεργκέτο στην παράσταση «Κρίμα που είναι πόρνη» που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Λιγνάδης, γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να ζωντανέψω στη σκηνή έναν αδύναμο άνθρωπο (ένα παιδί με ειδικές ικανότητες), που βάσισα σε συγγενικό μου πρόσωπο το οποίο χάθηκε πρόσφατα. Θυμάμαι τέλος με πολλή αγάπη και νοσταλγία τους δύο ρόλους που κράτησα στην ευλογημένη παράσταση «Ξένος» στο Εθνικό, που ξεκίνησε για 14 παραστάσεις και τελικά έφτασε τις 110, με ταξίδια σε Ελλάδα, Ρουμανία, Ιταλία, Γερμανία και Αυστρία.

Φέτος το καλοκαίρι παίζεις στον «Πλούτο» του Αριστοφάνη σε μια δουλειά σπουδαίων συντελεστών. Πώς νιώθεις που για άλλη μια φορά πάτησες την ορχήστρα του πιο ιερού αρχαίου θεάτρου μας, της Επιδαύρου;

* Η Επίδαυρος είναι το απόλυτο θέατρο. Η πιο καυτή έδρα, με ποδοσφαιρικούς όρους, που μπορεί να βιώσει ένας ηθοποιός. Φέτος είχα την τύχη να παίξω σε αυτό το θέατρο για έβδομη φορά, και να ξαναζήσω την αντίστροφη μέτρηση της εβδομάδας στο αρχαίο θέατρο και ακόμη περισσότερο τη χαρά της παράστασης. Πάνω απ’ όλα το θέατρο αυτό είναι πιστεύω ένας χώρος που αγαπάει και αγκαλιάζει τον ηθοποιό. Είναι ιερό γιατί μας θυμίζει ότι το πιο ιερό δοχείο στο θέατρο δεν είναι τα μάρμαρα αλλά ο ίδιος ο υποκριτής.

Τι έχεις να μας πεις για τον τελευταίο σου δίσκο «Καμένα τοστ και καλημέρες», ο οποίος αγαπήθηκε πολύ από το φιλόμουσο κοινό;

* Ο δίσκος βγήκε πριν από ένα πεντάμηνο και ταξιδεύει όμορφα προς το παρόν, στα σκοτεινά μουσικά ύδατα. Λέω σκοτεινά γιατί η δισκογραφία στην Ελλάδα και παγκοσμίως βρίσκεται σε ένα μεταβατικό στάδιο, όπου η διάδοση των τραγουδιών έχει ξεφύγει από την έννοια του CD και της ραδιοφωνικής αναπαραγωγής. Τα τραγούδια γράφτηκαν σε ένα εξάμηνο σε συνθήκες θεατρικής περιοδείας. Είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτή τη δουλειά, όσο και απόλυτα ανασφαλής για το κατά πόσον αυτά που θέλησα να μοιραστώ αφορούν το μουσικόφιλο κοινό. Παίρνω μεγάλη χαρά όταν άγνωστοι σε μένα άνθρωποι μου λένε ότι άκουσαν και αγάπησαν κάποιο κομμάτι. Πιστεύω πως οι «άγνωστοι» σύντομα θα πληθύνουν και θα κάνουν τα τραγούδια «γνωστά».

Οι στίχοι των τραγουδιών σου μοιάζουν να κρύβουν πολλές ιστορίες μέσα τους. Θα ήθελες να μας εμπιστευτείς κάποια από αυτές;

* Ιστορίες πολλές. Ναι. Η πιο ζουμερή μάλλον ιστορία, αφορά στο τραγούδι «Θα ’θελα τόσο να σε σκοτώσω», που γράφτηκε για έναν άνθρωπο, που πολλές φορές ονειρεύτηκα να τον «βγάλω απ’ τη μέση» με πολλούς τρόπους. Έπειτα από ομηρικούς καβγάδες οκτώ χρόνων και εκατέρωθεν απειλές, δέχτηκε να απαντήσει θετικά στη μεγαλύτερη απειλή απ’ όλες. Κι όλα τελείωσαν με έναν γάμο. Όπως στις ταινίες. Ή όλα άρχισαν. Δεν ξέρω. Στις ταινίες δεν μας λένε συνήθως τι γίνεται μετά…

Ποια θεωρείς ότι είναι τα χαρακτηριστικά του καλού ηθοποιού;

* Το θέατρο είναι τέχνη ωραία και αγοραία. Ο κόσμος πληρώνει εισιτήριο και αυτό το εισιτήριο περιμένει να το εξαργυρώσει μέσα από τη συγκίνηση που θα του προσφέρουμε.

Η ποιότητα στο θέατρο είναι εμπορική;

* Διαχωρισμός ποιότητας και εμπορικότητας δεν υφίσταται για μένα στο θέατρο. Η αποβλέψη οφείλει να είναι πάντα και ποιοτική και εμπορική. Διπλωματική απάντηση ίσως. Αλλά αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτό που ονειρεύομαι και προσπαθώ να κάνω. Λαϊκό θέαμα υψηλής αισθητικής.

Ποια είναι η άποψή σου για τα εφόδια, την προοπτική και το μέλλον των νέων ηθοποιών σήμερα;

* Δεν μπορώ να μιλήσω για τους νέους ηθοποιούς με το status του «παλιού». Ανήκω στη γενιά των νέων ηθοποιών. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι η σκηνή δε λέει ψέματα. Και η σκηνή λέει ότι υπάρχει εξαιρετικό υλικό στους ηθοποιούς της γενιάς μου. Αυτό που ίσως λείπει είναι το πραγματικό όραμα. Το αληθινά καινούργιο. Η μεγαλύτερη παγίδα σε μια εποχή σαν αυτή που ζούμε είναι το ξαναζεσταμένο φαγητό με την επίφαση του νέου, λόγω ηλικίας. Το καινούργιο δεν έχει ηλικία, και ευθύνη μας είναι σαν νέοι δημιουργοί να μην επαναπαυόμαστε στο νεαρό της ηλικίας, αλλά να ψάχνουμε πραγματικά την επόμενη πίστα, πάντα με βαθιά γνώση των θεατρικών καταβολών της χώρας.

Αρκεί το ταλέντο για να σταδιοδρομήσει κάποιος στην τέχνη;

* Το ταλέντο είναι πιστεύω μια αμφίσημη, παρεξηγημένη και ταλαιπωρημένη λέξη. Ως ταλέντο στο θέατρο προσωπικά ορίζω τη δυνατότητα που αναπτύσσει κάποιος να απελευθερώνει τα εκφραστικά του μέσα, και να επιτάσσει το ίδιο του το σώμα, τη φωνή και την ψυχή, παράγοντας θεατρικά εξαργυρώσιμο υλικό. Μέσα από το όποιο υλικό διαθέτει ο ίδιος. Σε αυτή τη βάση και οι πιο μεγάλοι περιορισμοί που έχει κάποιος μπορούν να σταθούν σκηνικά ως προτερήματα. Άρα ναι. Το «ταλέντο» με αυτή την έννοια, φτάνει και περισσεύει.

Υπάρχουν αντιπαλότητες στο χώρο της τέχνης;

* Αμέ!

Το θέατρο πάντοτε αποτελούσε μια τέχνη από την οποία δεν κάνει κανείς χρήματα, μήπως τώρα πλέον αποτελεί και, κατά κάποιον τρόπο, χόμπι;

* Το θέατρο υπήρξε από το ξεκίνημά του επιχορηγούμενη τέχνη. Σε καμία περίπτωση όμως αυτό δεν αναιρεί τον επαγγελματικό και βιοποριστικό χαρακτήρα που είχε και έχει για όλους τους ανθρώπους που δουλεύουν σε αυτό τον χώρο. Ακόμη και για τον πλέον εύπορο άνθρωπο ή εισοδηματία, ή ό, τι, η θεατρική εργασία έχει επαγγελματική χροιά από τη στιγμή που άνθρωποι πληρώνουν εισιτήριο για να δουν αυτό που κάποιοι άλλοι έφτιαξαν και παρουσιάζουν. Ως παιδί που μεγάλωσε σε μια οικογένεια της οποίας η οικονομική επιβίωση εξαρτιόταν από αυτό το εισιτήριο, αρνούμαι να δω τη δουλειά μου σαν χόμπι. Το θέατρο είναι ένα σπορ από λίγους για όλους, και όχι από όλους για λίγους. Όπως και κάθε επάγγελμα. Συγγνώμη για τον αυστηρό μου τόνο, αλλά κάποια πράγματα δεν είναι υπό διαπραγμάτευση.

Τι θα ήθελες να πεις για το θεατρικό κοινό του σήμερα, που -παρά την οικονομική δυσπραγία- δεν έχει βγάλει από τη ζωή του το θέατρο;

* Το αυτονόητο. Ένα τεράστιο μπράβο, που αποδεικνύουν έμπρακτα ότι σε αυτή τη χώρα ο πολιτισμός δεν είναι λεπτομέρεια ή είδος πολυτελείας, αλλά ζήτημα επιβίωσης της ιδιοσυστασίας μας και της ταυτότητάς μας.

Ποια είναι τα άμεσα επαγγελματικά σχέδιά σου;

* Να επιβιώσω με το καλό από μία τεράστια περιοδεία με τον «Πλούτο» (63 παραστάσεις παρακαλώ), και θα μπούμε στην τελική ευθεία των προβών για το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη που ανεβαίνει τον Οκτώβριο. Εκεί θα κάνω ένα ρόλο που είχα βάλει στο μάτι από την πρώτη φορά που είχα δει το έργο αυτό, σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνθήκη, μιας και το πρωταγωνιστικό δίδυμο αποτελείται από παιδιά (14 και 16 ετών αντίστοιχα η Δανάη και ο Γιάννης), στις «original» σαιξπηρικές ηλικίες. Η υπόλοιπη σεζόν περιλαμβάνει παραστάσεις στο Εθνικό Θέατρο και στο Ιλίσια Βολανάκης, και φθινοπωρινά live με τραγούδια από το δίσκο, ένα ακυκλοφόρητο τραγούδι και πολλές καινούριες διασκευές. Υγεία πάνω απ’ όλα.

Ποιο είναι το αντίδοτο όταν έχεις άγχος για μια εμφάνιση;

* Κανένα αντίδοτο. Άγχος και άγιος ο θεός. Πάντα και πριν από κάθε παράσταση. Απλά η παράσταση είναι πιο σημαντική απ’ το άγχος, και από μένα και από τα ψυχολογικά μου. Οπότε βγαίνω και βλέπουμε.

Ποιοι ρόλοι ασκούν έλξη επάνω σου;

* Θα μιλήσω από τη σκοπιά του κοινού και όχι του ηθοποιού. Αγαπάω πολύ τους καλογραμμένους κομπλεξικούς. Τους αγαπάνε και οι συγγραφείς βέβαια. Ξέρω ότι είναι πολύ γενικόλογος και αυθαίρετος ο χαρακτηρισμός «κομπλεξικός», όσο και αντιθεατρικός, γιατί οι μεγάλοι ρόλοι δεν βαφτίζονται μόνο από τα συμπλέγματά τους. Θα τολμήσω παρ’ όλα αυτά να καταλογογραφήσω μερικούς για να μεταφέρω την αίσθησή μου. Ρόλοι όπως ο Κρέων της «Αντιγόνης», ο Οιδίποδας στον «Οιδίποδα Τύραννο», ο Ριχάρδος ο Γ’ στο ομώνυμο έργο και οι λοιποί μέσα – έξω σακάτηδες, ασκούν μεγάλη έλξη πιστεύω στην πλειονότητα του κοινού. Ο αγαπημένος μου ρόλος είναι –νομίζω- ο Λοπάχιν του «Βυσσινόκηπου». Ψέματα. Ο Πολώνιος στον «Άμλετ». Επίσης ο Αμφιτρύωνας σαν ρόλος, κυρίως στην εκδοχή του Κλάιστ. Είναι πολλοί, ρε γαμώτο. Κι αυτοί από το κλασικό ρεπερτόριο. Πού να ξανοιχτούμε και στη σύγχρονη δραματουργία…

Πιστεύεις ότι εξακολουθούν να υπάρχουν προκαταλήψεις στην κοινωνία μας σχετικά με τη διαφορετικότητα των ανθρώπων; Οι προκαταλήψεις αυτές περνούν και στην παιδεία;

* Προκαταλήψεις υπάρχουν ελλείψει παιδείας. Προκαταλήψεις υπάρχουν όταν οι άνθρωποι ψάχνουν την ταυτότητά τους στον απέναντι και στο «άλλο». Στη χώρα μας ανθούν και λουλουδίζουν, όπως και η εσωστρέφεια και η αντιπαλότητα γενικά. Είμαστε παιδιά της Τουρκοκρατίας, από καταβολής του νέου ελληνικού κράτους. Αυτό σημαίνει ότι ποτέ δεν συνάψαμε ειλικρινείς σχέσεις συνύπαρξης κράτους – πολιτών, πολιτών μεταξύ τους και πολύ περισσότερο: υγιείς σχέσεις με οτιδήποτε μας φαίνεται ξένο και άρα απειλητικό. Είμαστε ρατσιστές και με τη σκιά μας επειδή είναι μαύρη. Ίσως κυρίως με τη σκιά μας. Με τον εαυτό μας που περιφέρεται σαν σκιά, χωρίς ταυτότητα. Η ταυτότητα μιας χώρας δεν μπορεί να στηρίζεται σε κανένα ένδοξο παρελθόν. Μια χώρα μόνο στο παρόν υπάρχει και δημιουργεί. Αυτό το παρόν ξεκίνησε με υποθήκες και δάνεια 200 χρόνια πριν, και συνεχίζεται. Το φάρμακο είναι στο «μαζί», αλλά αυτό είναι απλά ένα σύνθημα. Το πώς μπορεί να επιτευχθεί το «μαζί» και η εμπιστοσύνη είναι η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου. Όποιος την απαντήσει, «να περάσει παρακαλώ από το ταμείο».

Σε ποιο πρόσωπο θα ήθελες να προσφέρεις τον ουρανό;

* Σε αυτό που θα μου δώσει για αντάλλαγμα τη γη, για να την κατοικήσουμε οι δυο μας.

Τι σε κάνει να χάνεις το χαμόγελό σου;

* Η πείνα. Μη βρεθείς μπροστά μου όταν πεινάω. Μάζεψε τα αιχμηρά αντικείμενα του χώρου και κρύψου στη σοφίτα μέχρι να φάω κάτι.

Πώς θα ήθελες να είσαι επαγγελματικά, καλλιτεχνικά και προσωπικά σε δέκα χρόνια από τώρα;

* Κάπως καλύτερα ή πολύ καλύτερα. Και να έχω ακόμα τα μαλλάκια μου. Α! Και υγεία. Και τους ανθρώπους μου κοντά μου. Και να παίζω θέατρο.

Πώς είναι η καθημερινότητά σου στην πόλη που ζεις;

*Είμαι άνθρωπος που ζει στο μικρόκοσμό του. Έχω χτίσει τις μικρές μου συνήθειες: Φαγητό σε ωραία στέκια, ναργιλέ σε παρακμιακές καφετέριες του κέντρου, πολύ σινεμά, ταινίες στο σπίτι, και πολλές ώρες στο θέατρο – δόξα σοι ο Θεός. Δεν έχω παράπονο. Η Αθήνα είναι ό, τι πρέπει για έναν ψυχαναγκαστικό άνθρωπο που αγαπάει την αυταπάτη πως μπορεί να οργανώσει το χάος.

Τι διαβάζεις αυτή την εποχή;

* Άρθρα στο Διαδίκτυο και τα αγαπημένα μου ποιήματα ξανά και ξανά, τα οποία τα έχω αποθηκευμένα στο κινητό. Βασικά δεν τα διαβάζω καν κατ’ ιδίαν. Τηλεφωνώ στους ίδιους φίλους και τους ξαναδιαβάζω τα ίδια ποιήματα, με κάποια καινούργια «βαθυστόχαστη» ανάλυση για τον «Δαρείο» ή τον «Κρητικό». Το ότι παραμένουν στη γραμμή, είναι τουλάχιστον συγκινητικό. Εγώ θα μου το ‘κλεινα.

Τι θαυμάζεις;

* Θαυμάζω ότι ζηλεύω, και ζηλεύω πολύ και πολλά. Ζηλεύω την αθωότητα, ζηλεύω την ηρεμία που έχουν κάποιοι άνθρωποι, ζηλεύω τους ανθρώπους που δεν έχουν ανάγκη συνέχεια να ζητάνε την επιβεβαίωση, ζηλεύω την επιτυχία που έρχεται με ευχαρίστηση και απόλαυση και όχι με υπαναχωρήσεις και εκπτώσεις. Ζηλεύω και τη γυναίκα μου.

Με τι διασκεδάζεις;

* Διασκεδάζω με τα λογοπαίγνια που σκαρώνω εγώ και άλλοι συνάδελφοι, επαγγελματίες και ερασιτέχνες, λογοπαίκτες.

Τι σε συγκινεί;

* Η σχέση γονιού – παιδιού σε όλα τα επίπεδα και όλες τις εκφάνσεις. Μη δω γονιό να κρατάει παιδί σε πάρκο, με παίρνουν τα ζουμιά. Κάτι παίζει. Πρέπει να το δω με την ψυχολόγο μου. Αλλά όχι άμεσα.

Ποιους θαυμάζεις στη λογοτεχνία, στη ζωγραφική, στον κινηματογράφο αλλά και στο θέατρο;

* Αγαπώ τους σπουδαίους νεοέλληνες ποιητές. Ο Τάσος Λειβαδίτης είναι το αγαπημένο μου ανάγνωσμα. Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Διονύσιος Σολωμός και ο Κώστας Καρυωτάκης οι σπουδαιότεροι σταθμοί κατά την ταπεινή μου άποψη (διότι ειρήσθω εν παρόδω, κοντά στα άλλα μου προσόντα είμαι και νεοελληνιστής φιλόλογος, τρομάρα μου). Στη ζωγραφική, αν και δεν έχω εντρυφήσει, μου αρέσουν πολύ οι θανατεροί πίνακες του Γκόγια και τα γλυπτά του Νταλί. Κινηματογραφικά οι ταινίες που με συγκίνησαν περισσότερο είναι δημιουργήματα του Mike Leigh. Για το θέατρο δεν μπορώ να απαντήσω σε λίγες γραμμές, οπότε δεν θα το επιχειρήσω.

Ευχαριστώ πολύ Γιωργή!

* Κι εγώ ευχαριστώ.

Εκτύπωση
diaxeiristisΓιωργής Τσουρής: “Το θέατρο είναι ένα σπορ από λίγους για όλους, και όχι από όλους για λίγους”

Related Posts