24.9 C
Athens
Τρίτη 21 Μαΐου 2024

Οι ρίζες της φιλανθρωπίας, ο Μπρεχτ και μια σύγχρονη μετα-σαμαρειτική παραβολή

«Η φιλανθρωπία είναι συνήθεια των ευγενέστερων και καλύτερων ανθρώπων»
Πλάτων

«Η ελεημοσύνη διαφθείρει και εκείνον που παίρνει. Επίσης δε λύνει το πρόβλημα, γιατί το μόνο που κάνει: αυξάνει τη ζητιανιά»

Ντοστογέφσκι

«Τα αισθήματα της καλοσύνης και της αγαθοεργίας πηγάζουν από τα στήθη και από τις καρδιές των καλών, όπως από πλούσια πηγή»
Πλάτων

«Δεν πιστεύω στη φιλανθρωπία, αλλά στην αλληλεγγύη. Η πρώτη είναι καθετοποιημένη – πηγαίνει από ψηλά προς χαμηλά. Η δεύτερη είναι οριζόντια. Σέβεται τον άλλο άνθρωπο. Και μας θυμίζει πως έχουμε πολλά να μάθουμε από τους άλλους. Να μάθουμε πως Εγώ είμαι ένα άλλο Εσύ»

Εδουάρδο Γκαλεάνο

«Η φιλανθρωπία δεν μπορεί να είναι υποκατάστατο για τη δικαιοσύνη που δεν απονεμήθηκε»

Ιερός Αυγουστίνος (354-430 μ.Χ.)

«Η θανατική ποινή είναι λάθος θεραπεία για το έγκλημα, όπως η φιλανθρωπία/ευεργεσία είναι λάθος θεραπεία για τη φτώχεια»

Φορντ Χ.

Η φιλανθρωπία ετυμολογικά σημαίνει «αγάπη του ανθρώπου» με την έννοια της φροντίδας για τη θρέψη, την ανάπτυξη και την ενίσχυση δεινοπαθούντων συνανθρώπων που απορρέει από την άσκηση των ανθρώπινων αξιών και βασίζεται στον εθελοντισμό. Ο πιο συμβατικός σύγχρονος ορισμός είναι οι «ιδιωτικές πρωτοβουλίες, για το κοινό καλό, με έμφαση στην ποιότητα της ζωής».

Είναι γενικά αποδεκτό ότι η λέξη επινοήθηκε στην αρχαία Ελλάδα από τον Αισχύλο στον “Προμηθέα Δεσμώτη”, όπου περιγράφει ένα μύθο πως τα πρωτόγονα πλάσματα που δημιουργήθηκαν χωρίς γνώσεις και δεξιότητες ζούσαν σε σπηλιές με τον συνεχή φόβο για τη ζωή τους. Ο Δίας, ο βασιλιάς των θεών, αποφάσισε να τους καταστρέψει, αλλά ο Προμηθέας, ένας Τιτάνας το όνομα του οποίου σημαίνει “προνοητικότητα”, τους έδωσε ως δώρα τη φωτιά και την αισιοδοξία: τη φωτιά, που συμβολίζει όλες τις γνώσεις, τις δεξιότητες, την τεχνολογία, τις τέχνες και την επιστήμη. Με αισιοδοξία, θα χρησιμοποιούν τη φωτιά εποικοδομητικά, για τη βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης.

Η πρώτη όμως χρήση του όρου «φιλανθρωπία» με τη μορφή ουσιαστικού περιεχομένου ήρθε λίγο αργότερα (περ. 390 π.Χ.), στον πλατωνικό διάλογο «Ευθύφρων», όπου ο Σωκράτης φέρεται να έχει πει: «Εγώ όμως φοβούμαι μήπως από τη φιλανθρωπία μου φαίνομαι σ’ αυτούς ότι διδάσκω αδιακρίτως κάθε άνθρωπο ό, τι γνωρίζω, όχι μόνον χωρίς κανένα μισθό, αλλ’ αν είχα χρήματα, και θα πλήρωνα ακόμη με ευχαρίστησή μου εκείνον, ο οποίος ήθελε να ακούει τις ομιλίες μου».

Bartolomeo, “The Charity”
Φιλανθρωπία − Αγαθοεργία − Δωρεά

Φιλανθρωπία. Πρόκειται για πρωτοβουλίες ιδιωτών ή ιδρυμάτων που έχουν στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής ανθρώπων ή κοινοτήτων, την ενίσχυση δεινοπαθούντων συνανθρώπων. Η αρχική σημασία της λέξης είναι αγάπη προς τον άνθρωπο.
Η φιλανθρωπία συνδέεται με έννοιες όπως η φιλία, η φιλαλληλία. Στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία αναφέρεται ως charity και συνδέεται συνήθως με μεγάλες διεθνείς οργανώσεις και την Εκκλησία, που αναλαμβάνουν κυρίως δράσεις σε χώρες όπου υπάρχει ανθρωπιστική κρίση.
Στη φιλανθρωπία η πράξη περιορίζεται στην προσφορά υλικών αγαθών (χρήματα, κτήρια, τρόφιμα κ.ά.) και ενέχει την παραδοχή μιας κατάστασης ανισότητας. Η φιλανθρωπία είναι μια πράξη συνήθως στιγμιαία (με την έννοια ότι αυτός που ασκεί τη φιλανθρωπία δεν ασχολείται με κάτι άλλο πέρα από την παροχή), ευκαιριακή, με πρόθεση να βοηθήσει μια παρούσα δύσκολη κατάσταση ή να την ανακουφίσει. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει άμεση και μονιμότερη σχέση συμπαράστασης και αλληλεγγύης εκείνου που ασκεί τη φιλανθρωπία με τους επωφελούμενους.
Για την Εκκλησία η έννοια της φιλανθρωπίας περιλαμβάνει τον εθελοντισμό και την προσφορά όχι μόνο αγαθών αλλά και έργου, όχι μόνο ευκαιριακά αλλά και σε μια βάση ηθικής δέσμευσης με διάρκεια. Στην περίπτωση αυτή προσεγγίζει την έννοια της αλληλεγγύης.
Αγαθοεργία. Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Ελληνικής του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, είναι «η αφιλοκερδής και ανυστερόβουλη πράξη που ωφελεί το κοινωνικό σύνολο». Ο όρος αναφέρεται σε κάθε είδους βοήθεια προς αναξιοπαθούντες, που προέρχεται είτε από μεμονωμένα άτομα είτε από οργανισμούς. Ο όρος έχει συνδεθεί με το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας.
Έχει ενδιαφέρον να παρατεθεί η θέση του Διαφωτισμού για την αγαθοεργία, που παρουσιάζει στοιχεία ομοιότητας με τη σύγχρονη αντίληψη για τον εθελοντισμό: Θεωρούσε ότι ήταν καθήκον το οποίο επέβαλε στους ανθρώπους η ίδια η λογική. Επιπλέον, θεωρούσε ότι ήταν κατακτημένο δικαίωμα του ατόμου το να ευεργετείται από τους άλλους όταν βρίσκεται σε πραγματική ανάγκη. Ωστόσο, η αγαθοεργία όφειλε να βοηθά τον ευεργετούμενο να ξεπερνά την κατάσταση της ένδειας και να εντάσσεται στις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας.
Δωρεά. Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Ελληνικής του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, είναι «ό, τι παραχωρείται χωρίς αμοιβή ή αντάλλαγμα, χρηματικό ποσό, ακίνητο ή κινητό περιουσιακό στοιχείο που προσφέρει κάποιος στο κράτος, σε κοινωφελές ίδρυμα». Για παράδειγμα, κάποια σχολεία ή άλλα δημόσια κτήρια έγιναν με τις δωρεές ευεργετών. Επίσης, δωρεά είναι η παραχώρηση οργάνων ή ιστών του σώματος μετά θάνατον. Η λέξη δωρεά συνοδεύει συχνά την έννοια της φιλανθρωπίας (π.χ. ένα φιλανθρωπικό σωματείο κάνει δωρεά ιατρικά μηχανήματα σε κάποιο νοσοκομείο ή δέχεται μια δωρεά για τους σκοπούς του). Μπορεί να συνδέεται και με τον εθελοντισμό, με την έννοια της παροχής περιουσιακών στοιχείων σε κάποιο φορέα εθελοντισμού προκειμένου να υποστηριχτεί το έργο του.

Μια σύγχρονη μετα-σαμαρειτική παραβολή

Κάποιος κατέβαινε από την Πόλη των Αδάκρυτων Ανθρώπων στην Πόλη των Αγέλαστων Ανθρώπων.

Έπεσε όμως σε χέρια ληστών, οι οποίοι, αφού τον ξεγύμνωσαν και τον καταπλήγωσαν, τον άφησαν μισοπεθαμένο κι έφυγαν.

Για κακή του τύχη εκείνη την μέρα απεργούσαν τα ασθενοφόρα και τα τρία πέριξ νοσοκομεία, παρόλο που είχαν εγκαινιασθεί επτά φορές το καθένα, δεν είχαν ολοκληρώσει ακόμα τις διαδικασίες προσλήψεως ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού.

Κατά σύμπτωση όμως, από το δρόμο εκείνο περνούσε με το τζιπ του ένας δραστήριος επιχειρηματίας, ο οποίος, μόλις είδε τον τραυματία, τηλεφώνησε χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση με το κινητό του στον επενδυτικό του σύμβουλο και αφού βεβαιώθηκε ότι τα διατιθέμενα δια φιλανθρωπικούς σκοπούς εισοδήματα εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα, οργάνωσε στο πλησιέστερο πανδοχείο μια συνέντευξη Τύπου και εξήγγειλε ότι η εταιρεία του προσφέρει στο θύμα της ληστείας τα έξοδα νοσηλείας και εάν υποκύψει στα τραύματά του, τα έξοδα κηδείας με μόνο όρο, ότι στην πρώτη περίπτωση τα φλιτζανάκια του καφέ παρηγοριάς, θα φέρουν σε εμφανές μέρος το λογότυπο της εταιρείας.

Μετά από τον δραστήριο επιχειρηματία, πέρασε από το δρόμο εκείνο μια φιλεύσπλαχνη κυρία που μόλις είδε τον τραυματία έφριξε και σοκαρισμένη οργάνωσε κατεπειγόντως ένα γκαλά υπέρ των θυμάτων ληστειών στο οποίο προσήλθε όλος ο καλός κόσμος. Οι τουαλέτες των κυριών οι οποίες παρευρέθησαν σχολιάστηκαν εγκωμιαστικά από τις εγκυρότερες κοσμικές στήλες και με τα έσοδα από τα εισιτήρια αγοράσθηκαν τρεις τόνοι επίδεσμοι, οι οποίοι απεστάλησαν στο ετοιμοθάνατο θύμα της ληστείας. Ο ταχυμεταφορέας όμως έκανε λάθος στη διεύθυνση και παρέδωσε τους επιδέσμους σε ένα γειτονικό ορνιθοτροφείο.

Μετά από τον δραστήριο επιχειρηματία και τη φιλεύσπλαχνη κυρία, πέρασε από τον δρόμο εκείνο ένας υπερήλιξ αμαρτωλός, ο οποίος σκέφτηκε ότι του παρουσιάζονταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να σωθεί η βεβαρημένη υπό αμαρτιών ψυχή του. Έτρεξε λοιπόν και πήρε από το σπίτι του όσα ληγμένα τρόφιμα και όσα μεταχειρισμένα ιμάτια μπόρεσε να βρει, καθώς και ένα μπρελόκ που του είχε χαρίσει μια εξ αγχιστείας θεία του και του έδινε στα νεύρα κάθε φορά που το έβλεπε, και σταυροκοπούμενος με το ένα χέρι τα εναπόθεσε προσεκτικά με το άλλο χέρι, δίπλα στο ημιθανές θύμα των ληστών.

Μετά το δραστήριο επιχειρηματία, τη φιλεύσπλαχνη κυρία και τον υπερήλικα αμαρτωλό, πέρασε από το δρόμο ένας περισπούδαστος διανοούμενος, ο οποίος αγανάχτησε τόσο πολύ από το θέαμα του αιμόφυρτου ημιθανούς θύματος, ώστε για να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη έγραψε μια περισπούδαστη διατριβή κατά της ληστείας με τίτλο «Οι διαχρονικές επιπτώσεις της αρπακτικής οντολογίας στην χαμπερμασιανή ορθολογικότητα της σαμαρειτικής θυματολογίας», η οποία έτυχε ευμενούς υποδοχής από τους συναδέλφους του και συνέτεινε τα μάλα στην εκλογή του ως ισοβίου αντιπροέδρου της Διεθνούς Εταιρείας Χαμπερσιανών Σπουδών.

Μετά το δραστήριο επιχειρηματία, τη φιλεύσπλαχνη κυρία, τον υπερήλικα αμαρτωλό και τον περισπούδαστο διανοούμενο, πέρασε από το δρόμο εκείνο, ένας περιφανής πολίτης με οργανωτικές ικανότητες και θεληματικό πηγούνι, ο οποίος, συγκλονισμένος από την επιθανάτια αγωνία του συνανθρώπου του, αποφάσισε ότι έπρεπε να ληφθούν ριζικά μέτρα για την κατεπείγουσα αντιμετώπιση του προβλήματος. Για να εκπληρώσει τον αξιέπαινο σκοπό του, προσέλαβε τριάντα καλλίφωνες τηλεφωνήτριες, επτά ορκωτούς λογιστές, εννέα δραστήριους συμβούλους δημοσίων σχέσεων και δώδεκα πεπειραμένους εκπροσώπους Τύπου και ίδρυσε μία μη κερδοσκοπική φιλανθρωπική εταιρεία, η οποία μετά από εντατική καμπάνια συγκέντρωσε ένα σεβαστό ποσό υπέρ του θύματος, αλλά η μία δεκάρα που απόμεινε όταν κατεβλήθησαν οι μισθοί του προσωπικού και τα λειτουργικά έξοδα, έπεσε στο πάτωμα και όσο ευσυνείδητα, μεθοδικά και συντονισμένα και αν μπουσουλούσαν για εφτά εβδομάδες και οι εφτά ορκωτοί λογιστές, δεν καταφέρανε να την εντοπίσουν.

Μόλις το υπουργικό συμβούλιο ενημερώθηκε για την αξιοσημείωτη αυτή έξαρση φιλανθρωπίας στη χώρα, συνήλθε εκτάκτως και αποφάσισε να μειώσει δραστικά τον κρατικό προϋπολογισμό, για τις πάσης φύσεως κοινωνικές υπηρεσίες και δαπάνες.

Όταν τα έμαθαν αυτά οι δύο ληστές αισθάνθηκαν μεγάλη ντροπή για την κατάντια του τόπου και έκριναν αναγκαίο να αναθεωρήσουν τις μεθόδους τους.

Αποφάσισαν λοιπόν από τούδε και στο εξής, προτού εγκαταλείψουν τον τόπο του εγκλήματος, να δίνουν τη χαριστική βολή στα θύματά τους.

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΡΙΒΙΖΑΣ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Από το Περιοδικό για το Βιβλίο και τον Πολιτισμό «ΚΛΕΨΥΔΡΑ»
(τεύχος 1ο – 2011)

* «Η αξία του ανθρώπου καθορίζεται από το σκαλοπάτι της κλίμακας της αγάπης πάνω στο οποίο στέκεται»

Τορκόμ Σαραϊνταριάν

* «Υπηρεσία προς τους άλλους είναι το “ενοίκιο” που πληρώνεις για το δωμάτιό σου εδώ στη γη».

Mohammed Ali

* «Αυτή είναι η πραγματική χαρά της ζωής: να χρησιμοποιείσαι για έναν σκοπό που αναγνωρίζεται από τον εαυτό σου ως μεγάλος· να είσαι βαθιά εξουθενωμένος πριν πεταχτείς στο σωρό απορριμμάτων· να είσαι μια δύναμη της φύσης αντί για ένα πυρετικό εγωιστικό μικρό κουβάρι ασθενειών και θλίψεων που παραπονιέται ότι ο κόσμος δεν αφιέρωσε τον εαυτό του στο να σε κάνει ευτυχισμένο».

George Bernard Shaw

Καραβάτζο, “Επτά πράξεις του ελέους”, Νάπολη (1607)

* Ένα από τα τελευταία έργα του Καραβάτζο, πνευματική του διαθήκη, που επιβεβαιώνουν την άποψη ότι η αξία της τέχνης του δεν βρίσκεται στην ευγένεια των αντικειμένων και των σχημάτων, αλλά στη στράτευση του δημιουργού και στη συμμετοχή του παρατηρητή, είναι “Οι επτά πράξεις ελέους”. Μέσα από το πλήθος των προσώπων σε ένα στενό σοκάκι, καθένας κάνει μια πράξη ελέους. Μια γυναίκα δίνει το στήθος της σε έναν κατάδικο, ένας ιππότης μοιράζεται τον μανδύα του με έναν φτωχό, ενώ το επάνω μέρος στην πρώτη εκτέλεση καταλάμβαναν μόνον οι άγγελοι που κατέβαιναν ιλιγγιωδώς από τον ουρανό, ύστερα όμως από απαίτηση των παραγγελιοδόχων πρόσθεσε τη μορφή της Παναγίας.

* Ο Hobbes στον «Λεβιάθαν» του λέει: «Η φύση έχει κάνει σε τέτοιο βαθμό τους ανθρώπους ίσους ως προς τις ικανότητες του σώματος και του νου, ώστε (…) η διαφορά των ανθρώπων δεν είναι τόσο αξιοσημείωτη που να μπορεί κανείς να αξιώνει για τον εαυτό του οποιοδήποτε ωφέλημα το οποίο κάποιος άλλος να μην μπορεί εξίσου καλά να το αξιώσει».

* Να μια ακραία αλλά γνήσια εκδοχή της μισάνθρωπης φιλανθρωπίας: ο Τζορτζ Σόρος, από τους πλουσιότερους και πιο αδίστακτους κερδοσκόπους στον κόσμο, άμεσα υπεύθυνος εκτεταμένων ανθρωπιστικών καταστροφών που προκάλεσε το παιχνίδι του με τα νομίσματα, τις μετοχές ή τα εμπορεύματα, είναι και «ιδιοκτήτης» ενός από τα μεγαλύτερα δίκτυα «φιλανθρωπίας» στον κόσμο. Αν κάθε χρόνο εκπονεί και κάποιου είδους ισολογισμό των αλληλοαναιρούμενων δράσεών του, με τη φιλοδοξία να ισοσκελίσει τα μεγέθη της καταστροφής και της σωτηρίας, υποθέτουμε ότι θα τρομάζει κι ο ίδιος με το τερατώδες έλλειμμα στο ισοζύγιο του οίκτου του.

* Ο Μπ. Μπρεχτ στο έργο του «Η όπερα της πεντάρας» εξαπολύει ένα δριμύ «κατηγορώ» στο καπιταλιστικό σύστημα, που εκμεταλλεύεται ακόμη και τους πιο αδύναμους κρίκους της κοινωνίας σε κάθε εποχή, όπως τους ανέργους κι όσους «δεν έχουν στον ήλιο μοίρα», καθώς εμπορεύσιμα μπορούν να γίνουν τα πάντα- ακόμα κι η ελεημοσύνη!….

«Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι/ κηρύχνουν τη λιτότητα/ Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα/ ζητάνε θυσίες/ Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους/ για τις μεγάλες εποχές που θα ‘ρθουν…» (Μπ. Μπρεχτ)…

Στην «Όπερα της πεντάρας» πρωταγωνιστές, ένας στυγνός «επιχειρηματίας» με εταιρεία-βιτρίνα που εκμεταλλεύεται τους επαίτες του Λονδίνου αλλά δηλώνει φτωχός, ένας επίορκος αστυνομικός, ένας ληστής που λιγουρεύεται τα μεγάλα «πορτοφόλια», μια διάσημη πόρνη. Μήπως σας φαίνονται κάπως γνώριμα όλα αυτά; Πρόκειται για μορφές βγαλμένες από τη φαντασία του Μπρεχτ με φόντο την αστική τάξη του βικτοριανού Λονδίνου, οι οποίες όμως παραμένουν δυστυχώς εξαιρετικά γνώριμες και σήμερα, εποχές όπου το σύγχρονο καπιταλιστικό οικονομικοκοινωνικό σύστημα περνά την πιο βαθιά του κρίση.

Ακόμα ο Μπρεχτ στο έργο του «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» με το θεατρικό του λόγο διεισδύει στα «άδυτα» της ανθρώπινης φύσης και αναλύει την αυτο-αλλοτρίωση του ανθρώπου. Στο έργο, τρεις θεοί έρχονται στην επαρχία Σετσουάν, για να ελέγξουν, αν ο κόσμος είναι ακόμα καλός. «Ο κόσμος μπορεί να μείνει όπως είναι, αν βρεθούν αρκετοί καλοί άνθρωποι, που ζουν μια ζωή ανθρώπινη και αξιοπρεπή». Μέσα από τα γεγονότα που εκτυλίσσονται, ο Μπρεχτ καταδεικνύει ότι ακόμα κι ο μοναδικός καλός άνθρωπος, που ανακαλύπτουν οι Θεοί, δεν μπορεί να είναι καλός μέσα στη «συστηματοποιημένη αθλιότητα». Η καλή Σεν Τε καταστρέφεται σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, εξαιτίας της καλοσύνης της. Για να μπορέσει να επιζήσει, διασπάται στον κακό ξάδερφο Σούι Τα και την καλή Σεν Τε. Ό, τι καλό κάνει σαν Σεν Τε, το καταστρέφει σαν Σούι Τα. Στο τέλος του έργου, όταν η απάτη αποκαλύπτεται, μένει πίσω απελπισμένη, ενώ οι Θεοί ανυψώνονται στον ουρανό καθισμένοι σε ροζ σύννεφα και υμνούν τον καλό άνθρωπο του Σετσουάν, εθελοτυφλώντας μπροστά στην αθλιότητα, για να μη χρειαστεί ν’ αλλάξει ο κόσμος. Σ’ αυτό το σημείο του έργου διακόπτεται απότομα η δράση, ένας ηθοποιός εμφανίζεται μπροστά απ’ την αυλαία και ρωτάει το κοινό για τη λύση:

«Πρέπει ν’ αλλάξει ο άνθρωπος; Ή μήπως ο κόσμος;

Ή φτάνει ν’ αλλάξουν οι Θεοί; Ή καλύτερα καθόλου Θεοί;»

(Τα του Μπρεχτ από το “Πρόσωπα/Ιδέες- Μπρεχτ, εκδ. Πλέθρον”)

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

ΠΗΤΣΑΜ: Λαμβάνω την τιμή να συστηθώ: Ιερεμίας Ιωνάθαν Πήτσαμ, της Α. Ε. Πήτσαμ Κόμπανυ. Δουλειά της εταιρείας είναι να ξυπνά στους ανθρώπους τη λύπηση για τον άνθρωπο. Και το δηλώνω ξεκάθαρα… Η επιχείρηση πάει κατά διαόλου. Και σας το λέω εγώ, ο Ιερεμίας Πήτσαμ, που ελέγχω τα δύο τρίτα των ζητιάνων του Λονδίνου και κάτι ξέρω από ανθρώπινο οίκτο. Τι συγκινεί λοιπόν σήμερα τον άνθρωπο; Τίποτα. Γιατί και το πιο μαύρο χάλι, άντε και το συνηθίσει ο άλλος, δεν του λέει τίποτε. Κανένας δεν λυπάται κανέναν. Γίναμε αναίσθητοι και, μη σας κακοφανεί, γίναμε και γουρούνια. Βλέπεις στη γωνία έναν ωραίο γερό άνδρα με στρατιωτικό αμπέχονο και κομμένο το δεξί του χέρι, τρομάζεις, σαστίζεις, βγάζεις και του δίνεις τρία σελίνια. Τη δεύτερη φορά να σου πάλι ο κουλός στη γωνία του δρόμου, βγάζεις και του ακουμπάς δύο σελίνια. Άντε και βρεθεί ο κουλός μπροστά σου για τρίτη φορά, σου τη δίνει και τον καρφώνεις στον μπασκίνα της γειτονιάς. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ταμπέλες (πιάνει από το ράφι μια ταμπέλα και τη δείχνει στο κοινό). ΕΣΥ ΕΧΕΙΣ, ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΧΩ. Ωραία κουβέντα, ωραία ταμπέλα, τι να την κάνεις που ξέφτισε σε δύο βδομάδες. Άλλη ταμπέλα: ΑΓΑΠΑ ΜΕ, ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΣΥ. Καλό, ε; Δύσκολο να το πιάσεις, αλλά όμορφο. Δούλεψε πάνω από δύο μήνες, αλλά πάει κι αυτό, ξέφτισε… Τελειώνουνε κι οι όμορφες κουβέντες, τι νομίζεις; Ο κόσμος άλλαξε, θέλει καινούργια πράγματα.

(Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Η όπερα της πεντάρας»)

Γεννήθηκε ἡ εὐσπλαχνία… (ποίημα) / Τάσος Λειβαδίτης

Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.
Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
“Είδες – μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία”.
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες
Και δε θα’ χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.

Caravaggio, “Ρωμαϊκή ευσπλαχνία”

“Προμηθέας Δεσμώτης” – Αισχύλος

Πρόλογος (1 – 127)

ΚΡΑΤΟΣ
Χθονὸς μὲν ἐς τηλουρὸν ἥκομεν πέδον,
Σκύθην ἐς οἷμον, ἄβροτον εἰς ἐρημίαν.
Ἥφαιστε, σοὶ δὲ χρὴ μέλειν ἐπιστολὰς
ἅς σοι πατὴρ ἐφεῖτο, τόνδε πρὸς πέτραις
ὑψηλοκρήμνοις τὸν λεωργὸν ὀχμάσαι 5
ἀδαμαντίνων δεσμῶν ἐν ἀῤῥήκτοις πέδαις.
τὸ σὸν γὰρ ἄνθος, παντέχνου πυρὸς σέλας,
θνητοῖσι κλέψας ὤπασεν. τοιᾶσδέ τοι
ἁμαρτίας σφε δεῖ θεοῖς δοῦναι δίκην,
ὡς ἂν διδαχθῇ τὴν Διὸς τυραννίδα 10
στέργειν, φιλανθρώπου δὲ παύεσθαι τρόπου.

ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Κράτος Βία τε, σφῷν μὲν ἐντολὴ Διὸς
ἔχει τέλος δὴ κοὐδὲν ἐμποδὼν ἔτι.
ἐγὼ δ’ ἄτολμός εἰμι συγγενῆ θεὸν
δῆσαι βίᾳ φάραγγι πρὸς δυσχειμέρῳ. 15
πάντως δ’ ἀνάγκη τῶνδέ μοι τόλμαν σχεθεῖν.
εὐωριάζειν γὰρ πατρὸς λόγους βαρύ.
τῆς ὀρθοβούλου Θέμιδος αἰπυμῆτα παῖ,
ἄκοντά σ’ ἄκων δυσλύτοις χαλκεύμασι
προσπασσαλεύσω τῷδ’ ἀπανθρώπῳ πάγῳ, 20
ἵν’ οὔτε φωνὴν οὔτε του μορφὴν βροτῶν
ὄψῃ, σταθευτὸς δ’ ἡλίου φοίβῃ φλογὶ
χροιᾶς ἀμείψεις ἄνθος. ἀσμένῳ δέ σοι
ἡ ποικιλείμων νὺξ ἀποκρύψει φάος,
πάχνην θ’ ἑῴαν ἥλιος σκεδᾷ πάλιν. 25
αἰεὶ δὲ τοῦ παρόντος ἀχθηδὼν κακοῦ
τρύσει σ’. ὁ λωφήσων γὰρ οὐ πέφυκέ πω.
τοιαῦτ’ ἐπηύρου τοῦ φιλανθρώπου τρόπου.
θεὸς θεῶν γὰρ οὐχ ὑποπτήσσων χόλον
βροτοῖσι τιμὰς ὤπασας πέρα δίκης. 30
ἀνθ’ ὧν ἀτερπῆ τήνδε φρουρήσεις πέτραν
ὀρθοστάδην, ἄυπνος, οὐ κάμπτων γόνυ.
πολλοὺς δ’ ὀδυρμοὺς καὶ γόους ἀνωφελεῖς
φθέγξῃ. Διὸς γὰρ δυσπαραίτητοι φρένες.
ἅπας δὲ τραχὺς ὅστις ἂν νέον κρατῇ. 35

ΚΡ.
εἶἑν, τί μέλλεις καὶ κατοικτίζῃ μάτην;
τί τὸν θεοῖς ἔχθιστον οὐ στυγεῖς θεόν,
ὅστις τὸ σὸν θνητοῖσι προὔδωκεν γέρας;

ΗΦ.
τὸ συγγενές τοι δεινὸν ἥ θ’ ὁμιλία.

ΚΡ.
σύμφημ’. ἀνηκουστεῖν δὲ τῶν πατρὸς λόγων 40
οἷόν τε πῶς; οὐ τοῦτο δειμαίνεις πλέον;

ΗΦ.
αἰεί γε δὴ νηλὴς σὺ καὶ θράσους πλέως.

ΚΡ.
ἄκος γὰρ οὐδὲν τόνδε θρηνεῖσθαι. σὺ δὲ
τὰ μηδὲν ὠφελοῦντα μὴ πόνει μάτην.
ΗΦ.
ὦ πολλὰ μισηθεῖσα χειρωναξία. 45
ΚΡ.
τί νιν στυγεῖς; πόνων γὰρ ὡς ἁπλῷ λόγῳ
τῶν νῦν παρόντων οὐδὲν αἰτία τέχνη.
ΗΦ.
ἔμπας τις αὐτὴν ἄλλος ὤφελεν λαχεῖν.
ΚΡ.
ἅπαντ’ ἐπαχθῆ πλὴν θεοῖσι κοιρανεῖν.
ἐλεύθερος γὰρ οὔτις ἐστὶ πλὴν Διός. 50
ΗΦ.
ἔγνωκα τοῖσδε, κοὐδὲν ἀντειπεῖν ἔχω.
ΚΡ.
οὔκουν ἐπείξῃ τῷδε δεσμὰ περιβαλεῖν,
ὡς μή σ’ ἐλινύοντα προσδερχθῇ πατήρ;
ΗΦ.
καὶ δὴ πρόχειρα ψάλια δέρκεσθαι πάρα.
ΚΡ.
βαλών νιν ἀμφὶ χερσὶν ἐγκρατεῖ σθένει 55
ῥαιστῆρι θεῖνε, πασσάλευε πρὸς πέτραις.
ΗΦ.
περαίνεται δὴ κοὐ ματᾷ τοὔργον τόδε.
ΚΡ.
ἄρασσε μᾶλλον, σφίγγε, μηδαμῇ χάλα.
δεινὸς γὰρ εὑρεῖν κἀξ ἀμηχάνων πόρον.
ΗΦ.
ἄραρεν ἥδε γ’ ὠλένη δυσεκλύτως. 60
ΚΡ.
καὶ τήνδε νῦν πόρπασον ἀσφαλῶς, ἵνα
μάθῃ σοφιστὴς ὢν Διὸς νωθέστερος.
ΗΦ.
πλὴν τοῦδ’ ἂν οὐδεὶς ἐνδίκως μέμψαιτό μοι.
ΚΡ.
ἀδαμαντίνου νῦν σφηνὸς αὐθάδη γνάθον
στέρνων διαμπὰξ πασσάλευ’ ἐῤῥωμένως. 65
ΗΦ.
αἰαῖ, Προμηθεῦ, σῶν ὕπερ στένω πόνων.
ΚΡ.
σὺ δ’ αὖ κατοκνεῖς τῶν Διός τ’ ἐχθρῶν ὕπερ
στένεις; ὅπως μὴ σαυτὸν οἰκτιεῖς ποτε.
ΗΦ.
ὁρᾷς θέαμα δυσθέατον ὄμμασιν.
ΚΡ.
ὁρῶ κυροῦντα τόνδε τῶν ἐπαξίων. 70
ἀλλ’ ἀμφὶ πλευραῖς μασχαλιστῆρας βάλε.
ΗΦ.
δρᾶν ταῦτ’ ἀνάγκη, μηδὲν ἐγκέλευ’ ἄγαν.
ΚΡ.
ἦ μὴν κελεύσω κἀπιθωύξω γε πρός.
χώρει κάτω, σκέλη δὲ κίρκωσον βίᾳ.
ΗΦ.
καὶ δὴ πέπρακται τοὔργον οὐ μακρῷ πόνῳ. 75
ΚΡ.
ἐῤῥωμένως νῦν θεῖνε διατόρους πέδας.
ὡς οὑπιτιμητής γε τῶν ἔργων βαρύς.
ΗΦ.
ὅμοια μορφῇ γλῶσσά σου γηρύεται.
ΚΡ.
σὺ μαλθακίζου, τὴν δ’ ἐμὴν αὐθαδίαν
ὀργῆς τε τραχυτῆτα μὴ ‘πίπλησσέ μοι. 80
ΗΦ.
στείχωμεν. ὡς κώλοισιν ἀμφίβληστρ’ ἔχει.
ΚΡ.
ἐνταῦθα νῦν ὕβριζε καὶ θεῶν γέρα
συλῶν ἐφημέροισι προστίθει. τί σοι
οἷοί τε θνητοὶ τῶνδ’ ἀπαντλῆσαι πόνων;
ψευδωνύμως σε δαίμονες Προμηθέα 85
καλοῦσιν. αὐτὸν γάρ σε δεῖ προμηθέως,
ὅτῳ τρόπῳ τῆσδ’ ἐκκυλισθήσῃ τέχνης.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
ὦ δῖος αἰθὴρ καὶ ταχύπτεροι πνοαί,
ποταμῶν τε πηγαί, ποντίων τε κυμάτων
ἀνήριθμον γέλασμα, παμμῆτόρ τε γῆ, 90
καὶ τὸν πανόπτην κύκλον ἡλίου καλῶ.
ἴδεσθέ μ’ οἷα πρὸς θεῶν πάσχω θεός.
δέρχθηθ’ οἵαις αἰκείαισιν
διακναιόμενος τὸν μυριετῆ
χρόνον ἀθλεύσω. 95
τοιόνδ’ ὁ νέος ταγὸς μακάρων
ἐξηῦρ’ ἐπ’ ἐμοὶ δεσμὸν ἀεικῆ.
φεῦ φεῦ, τὸ παρὸν τό τ’ ἐπερχόμενον
πῆμα στενάχω. πῇ ποτε μόχθων
χρὴ τέρματα τῶνδ’ ἐπιτεῖλαι; 100
καίτοι τί φημι; πάντα προυξεπίσταμαι
σκεθρῶς τὰ μέλλοντ’, οὐδέ μοι ποταίνιον
πῆμ’ οὐδὲν ἥξει. τὴν πεπρωμένην δὲ χρὴ
αἶσαν φέρειν ὡς ῥᾷστα, γιγνώσκονθ’ ὅτι
τὸ τῆς ἀνάγκης ἔστ’ ἀδήριτον σθένος. 105
ἀλλ’ οὔτε σιγᾶν οὔτε μὴ σιγᾶν τύχας
οἷόν τέ μοι τάσδ’ ἐστί. θνητοῖς γὰρ γέρα
πορὼν ἀνάγκαις ταῖσδ’ ἐνέζευγμαι τάλας.
ναρθηκοπλήρωτον δὲ θηρῶμαι πυρὸς
πηγὴν κλοπαίαν, ἣ διδάσκαλος τέχνης 110
πάσης βροτοῖς πέφηνε καὶ μέγας πόρος.
τοιῶνδε ποινὰς ἀμπλακημάτων τίνω
ὑπαίθριος δεσμοῖς πεπασσαλευμένος.
ἆ ἆ. ἔα ἔα.
τίς ἀχώ, τίς ὀδμὰ προσέπτα μ’ ἀφεγγής, 115
θεόσυτος, ἢ βρότειος, ἢ κεκραμένη;
τερμόνιον ἵκετ’ ἐπὶ πάγον
πόνων ἐμῶν θεωρός, ἢ τί δὴ θέλων;
ὁρᾶτε δεσμώτην με δύσποτμον θεόν,
τὸν Διὸς ἐχθρόν, τὸν πᾶσι θεοῖς 120
δι’ ἀπεχθείας ἐλθόνθ’ ὁπόσοι
τὴν Διὸς αὐλὴν εἰσοιχνεῦσιν,
διὰ τὴν λίαν φιλότητα βροτῶν.
φεῦ φεῦ, τί ποτ’ αὖ κινάθισμα κλύω
πέλας οἰωνῶν; αἰθὴρ δ’ ἐλαφραῖς 125
πτερύγων ῥιπαῖς ὑποσυρίζει.
πᾶν μοι φοβερὸν τὸ προσέρπον.

Πάροδος (128 – 192)

ΧΟΡΟΣ
μηδὲν φοβηθῇς.
φιλία γὰρ ἥδε τάξις
πτερύγων θοαῖς ἁμίλλαις 130
προσέβα τόνδε πάγον, πα-
τρῴας μόγις παρειποῦσα& φρένας,
κραιπνοφόροι δέ μ’ ἔπεμψαν αὖραι.
κτύπου γὰρ ἀχὼ χάλυβος διῇξεν ἄντρων
μυχόν, ἐκ δ’ ἔπληξέ μου τὰν θεμερῶπιν αἰδῶ.
σύθην δ’ ἀπέδιλος ὄχῳ πτερωτῷ. 135

ΠΡ.
αἰαῖ αἰαῖ,
τῆς πολυτέκνου Τηθύος ἔκγονα,
τοῦ περὶ πᾶσάν θ’ εἱλισσομένου
χθόν’ ἀκοιμήτῳ ῥεύματι παῖδες 140
πατρὸς Ὠκεανοῦ, 140
δέρχθητ’, ἐσίδεσθ’ οἵῳ δεσμῷ
προσπορπατὸς τῆσδε φάραγγος
σκοπέλοις ἐν ἄκροις φρουρὰν ἄζηλον ὀχήσω.

ΧΟ.
λεύσσω, Προμηθεῦ, [ἀντ. α.]
φοβερὰ δ’ ἐμοῖσιν ὄσσοις 145
ὁμίχλα προσῇξε πλήρης
δακρύων σὸν δέμας εἰσι-
δούσῃ πέτρᾳ προσαυαινόμενον
ταῖσδ’ ἀδαμαντοδέτοισι λύμαις.
νέοι γὰρ οἰ-
ακονόμοι κρατοῦσ’ Ὀλύμπου.
νεοχμοῖς δὲ δὴ νόμοις
Ζεὺς ἀθέτως κρατύνει, 150
τὰ πρὶν δὲ πελώρια νῦν ἀιστοῖ.

ΠΡ.
εἰ γάρ μ’ ὑπὸ γῆν νέρθεν θ’ Αἵδου
τοῦ νεκροδέγμονος εἰς ἀπέραντον
Τάρταρον ἧκεν, 155
δεσμοῖς ἀλύτοις ἀγρίως πελάσας,
ὡς μήτε θεὸς μήτε τις ἄλλος
τοῖσδ’ ἐγεγήθει.
νῦν δ’ αἰθέριον κίνυγμ’ ὁ τάλας
ἐχθροῖς ἐπίχαρτα πέπονθα.

ΧΟ.
τίς ὧδε τλησικάρδιος [στρ. β.]
θεῶν, ὅτῳ τάδ’ ἐπιχαρῆ 160
τίς οὐ ξυνασχαλᾷ κακοῖς
τεοῖσι, δίχα γε Διός; ὁ δ’ ἐπικότως ἀεὶ
θέμενος ἄγναμπτον νόον δάμναται οὐρανίαν
γένναν, οὐδὲ λήξει, 165
πρὶν ἂν ἢ κορέσῃ κέαρ, ἢ παλάμᾳ τινὶ
τὰν δυσάλωτον ἕλῃ τις ἀρχάν.

ΠΡ.
ἦ μὴν ἔτ’ ἐμοῦ, καίπερ κρατεραῖς
ἐν γυιοπέδαις αἰκιζομένου,
χρείαν ἕξει μακάρων πρύτανις,
δεῖξαι τὸ νέον βούλευμ’, ὑφ’ ὅτου 170
σκῆπτρον τιμάς τ’ ἀποσυλᾶται.
καί μ’ οὔτι μελιγλώσσοις πειθοῦς
ἐπαοιδαῖσιν θέλξει, στερεάς τ’
οὔποτ’ ἀπειλὰς πτήξας τόδ’ ἐγὼ
καταμηνύσω, πρὶν ἂν ἐξ ἀγρίων 175
δεσμῶν χαλάσῃ ποινάς τε τίνειν
τῆσδ’ αἰκείας ἐθελήσῃ.

ΧΟ.
σὺ μὲν θρασύς τε καὶ πικραῖς [ἀντ. β.]
δύαισιν οὐδὲν ἐπιχαλᾷς,
ἄγαν δ’ ἐλευθεροστομεῖς. 180
ἐμὰς δὲ φρένας ἠρέθισε διάτορος φόβος.
δέδια δ’ ἀμφὶ σαῖς τύχαις,
πᾷ ποτε τῶνδε πόνων χρή σε τέρμα κέλσαντ’
ἐσιδεῖν. ἀκίχητα γὰρ ἤθεα καὶ κέαρ 185
ἀπαράμυθον ἔχει Κρόνου παῖς.

ΠΡ.
οἶδ’ ὅτι τραχὺς καὶ παρ’ ἑαυτῷ
τὸ δίκαιον ἔχων Ζεύς. ἀλλ’ ἔμπας [ὀίω],
μαλακογνώμων
ἔσται ποθ’, ὅταν ταύτῃ ῥαισθῇ.
τὴν δ’ ἀτέραμνον στορέσας ὀργὴν 190
εἰς ἀρθμὸν ἐμοὶ καὶ φιλότητα
σπεύδων σπεύδοντί ποθ’ ἥξει.

Ἐπεισόδια αʹ (193 – 396)

ΧΟ.
πάντ’ ἐκκάλυψον καὶ γέγων’ ἡμῖν λόγον,
ποίῳ λαβών σε Ζεὺς ἐπ’ αἰτιάματι
οὕτως ἀτίμως καὶ πικρῶς αἰκίζεται. 195
δίδαξον ἡμᾶς, εἴ τι μὴ βλάπτῃ λόγῳ.

ΠΡ.
ἀλγεινὰ μέν μοι καὶ λέγειν ἐστὶν τάδε,
ἄλγος δὲ σιγᾶν, πανταχῇ δὲ δύσποτμα.
ἐπεὶ τάχιστ’ ἤρξαντο δαίμονες χόλου
στάσις τ’ ἐν ἀλλήλοισιν ὠροθύνετο, 200
οἱ μὲν θέλοντες ἐκβαλεῖν ἕδρας Κρόνον,
ὡς Ζεὺς ἀνάσσοι δῆθεν, οἱ δὲ τοὔμπαλιν
σπεύδοντες, ὡς Ζεὺς μήποτ’ ἄρξειεν θεῶν,
ἐνταῦθ’ ἐγὼ τὰ λῷστα βουλεύων πιθεῖν
Τιτᾶνας, Οὐρανοῦ τε καὶ Χθονὸς τέκνα, 205
οὐκ ἠδυνήθην. αἱμύλας δὲ μηχανὰς
ἀτιμάσαντες καρτεροῖς φρονήμασιν
ὤοντ’ ἀμοχθὶ πρὸς βίαν τε δεσπόσειν.
ἐμοὶ δὲ μήτηρ οὐχ ἅπαξ μόνον Θέμις
καὶ Γαῖα, πολλῶν ὀνομάτων μορφὴ μία, 210
τὸ μέλλον ἧ κρανοῖτο προυτεθεσπίκει,
ὡς οὐ κατ’ ἰσχὺν οὐδὲ πρὸς τὸ καρτερὸν
χρείη, δόλῳ δέ, τοὺς ὑπερσχόντας κρατεῖν.
τοιαῦτ’ ἐμοῦ λόγοισιν ἐξηγουμένου
οὐκ ἠξίωσαν οὐδὲ προσβλέψαι τὸ πᾶν. 215
κράτιστα δή μοι τῶν παρεστώτων τότε
ἐφαίνετ’ εἶναι προσλαβόντα μητέρα
ἑκόνθ’ ἑκόντι Ζηνὶ συμπαραστατεῖν.
ἐμαῖς δὲ βουλαῖς Ταρτάρου μελαμβαθὴς
κευθμὼν καλύπτει τὸν παλαιγενῆ Κρόνον 220
αὐτοῖσι συμμάχοισι. τοιάδ’ ἐξ ἐμοῦ
ὁ τῶν θεῶν τύραννος ὠφελημένος
κακαῖσι ποιναῖς ταῖσδέ μ’ ἐξημείψατο.
ἔνεστι γάρ πως τοῦτο τῇ τυραννίδι
νόσημα, τοῖς φίλοισι μὴ πεποιθέναι. 225
ὃ δ’ οὖν ἐρωτᾶτ’, αἰτίαν καθ’ ἥντινα
αἰκίζεταί με, τοῦτο δὴ σαφηνιῶ.
ὅπως τάχιστα τὸν πατρῷον ἐς θρόνον
καθέζετ’, εὐθὺς δαίμοσιν νέμει γέρα
ἄλλοισιν ἄλλα, καὶ διεστοιχίζετο 230
ἀρχήν, βροτῶν δὲ τῶν ταλαιπώρων λόγον
οὐκ ἔσχεν οὐδέν’, ἀλλ’ ἀιστώσας γένος
τὸ πᾶν ἔχρῃζεν ἄλλο φιτῦσαι νέον.
καὶ τοῖσιν οὐδεὶς ἀντέβαινε πλὴν ἐμοῦ.
ἐγὼ δ’ ἐτόλμησ’. ἐξελυσάμην βροτοὺς 235
τὸ μὴ διαῤῥαισθέντας εἰς Ἅιδου μολεῖν.
τῷ τοι τοιαῖσδε πημοναῖσι κάμπτομαι,
πάσχειν μὲν ἀλγειναῖσιν, οἰκτραῖσιν δ’ ἰδεῖν.
θνητοὺς δ’ ἐν οἴκτῳ προθέμενος, τούτου τυχεῖν
οὐκ ἠξιώθην αὐτός, ἀλλὰ νηλεῶς 240
ὧδ’ ἐῤῥύθμισμαι, Ζηνὶ δυσκλεὴς θέα.

ΧΟ.
σιδηρόφρων τοι κἀκ πέτρας εἰργασμένος
ὅστις, Προμηθεῦ, σοῖσιν οὐ συνασχαλᾷ
μόχθοις. ἐγὼ γὰρ οὔτ’ ἂν εἰσιδεῖν τάδε
ἔχρῃζον εἰσιδοῦσά τ’ ἠλγύνθην κέαρ. 245

ΠΡ.
καὶ μὴν φίλοις ἐλεινὸς εἰσορᾶν ἐγώ.
ΧΟ.
μή πού τι προύβης τῶνδε καὶ περαιτέρω;
ΠΡ.
θνητούς γ’ ἔπαυσα μὴ προδέρκεσθαι μόρον.
ΧΟ.
τὸ ποῖον εὑρὼν τῆσδε φάρμακον νόσου;
ΠΡ.
τυφλὰς ἐν αὐτοῖς ἐλπίδας κατῴκισα. 250
ΧΟ.
μέγ’ ὠφέλημα τοῦτ’ ἐδωρήσω βροτοῖς.
ΠΡ.
πρὸς τοῖσδε μέντοι πῦρ ἐγώ σφιν ὤπασα.
ΧΟ.
καὶ νῦν φλογωπὸν πῦρ ἔχουσ’ ἐφήμεροι;
ΠΡ.
ἀφ’ οὗ γε πολλὰς ἐκμαθήσονται τέχνας.
ΧΟ.
τοιοῖσδε δή σε Ζεὺς ἐπ’ αἰτιάμασιν_ 255
ΠΡ.
αἰκίζεταί γε κοὐδαμῇ χαλᾷ κακῶν.
ΧΟ.
οὐδ’ ἔστιν ἄθλου τέρμα σοι προκείμενον;
ΠΡ.
οὐκ ἄλλο γ’ οὐδέν, πλὴν ὅταν κείνῳ δοκῇ.
ΧΟ.
δόξει δὲ πῶς; τίς ἐλπίς; οὐχ ὁρᾷς ὅτι
ἥμαρτες; ὡς δ’ ἥμαρτες οὔτ’ ἐμοὶ λέγειν 260
καθ’ ἡδονὴν σοί τ’ ἄλγος. ἀλλὰ ταῦτα μὲν
μεθῶμεν, ἄθλου δ’ ἔκλυσιν ζήτει τινά.
ΠΡ.
ἐλαφρὸν ὅστις πημάτων ἔξω πόδα
ἔχει παραινεῖν νουθετεῖν τε τοὺς κακῶς
πράσσοντας. εὖ δὲ ταῦτα πάντ’ ἠπιστάμην. 265
ἑκὼν ἑκὼν ἥμαρτον, οὐκ ἀρνήσομαι.
θνητοῖς ἀρήγων αὐτὸς ηὑρόμην πόνους.
οὐ μήν τι ποιναῖς γ’ ᾠόμην τοίαισί με
κατισχνανεῖσθαι πρὸς πέτραις πεδαρσίοις,
τυχόντ’ ἐρήμου τοῦδ’ ἀγείτονος πάγου. 270
καί μοι τὰ μὲν παρόντα μὴ δύρεσθ’ ἄχη,
πέδοι δὲ βᾶσαι τὰς προσερπούσας τύχας
ἀκούσαθ’, ὡς μάθητε διὰ τέλους τὸ πᾶν.
πίθεσθέ μοι, πίθεσθε, συμπονήσατε
τῷ νῦν μογοῦντι. ταὐτά τοι πλανωμένη 275
πρὸς ἄλλοτ’ ἄλλον πημονὴ προσιζάνει.
ΧΟ.
οὐκ ἀκούσαις ἐπεθώυξας
τοῦτο, Προμηθεῦ. καὶ νῦν ἐλαφρῷ
ποδὶ κραιπνόσυτον θᾶκον προλιποῦσ’
αἰθέρα θ’ ἁγνὸν πόρον οἰωνῶν, 280
ὀκριοέσσῃ χθονὶ τῇδε πελῶ,
τοὺς σοὺς δὲ πόνους
χρῄζω διὰ παντὸς ἀκοῦσαι.

ΩΚΕΑΝΟΣ
ἥκω δολιχῆς τέρμα κελεύθου
διαμειψάμενος πρὸς σέ, Προμηθεῦ, 285
τὸν πτερυγωκῆ τόνδ’ οἰωνὸν
γνώμῃ στομίων ἄτερ εὐθύνων.
ταῖς σαῖς δὲ τύχαις, ἴσθι, συναλγῶ.
τό τε γάρ με, δοκῶ, ξυγγενὲς οὕτως
ἐπαναγκάζει, 290
χωρίς τε γένους οὐκ ἔστιν ὅτῳ
μείζονα μοῖραν νείμαιμ’ ἢ σοί.
γνώσῃ δὲ τάδ’ ὡς ἔτυμ’, οὐδὲ μάτην
χαριτογλωσσεῖν ἔνι μοι. φέρε γὰρ
σήμαιν’ ὅ τι χρή σοι συμπράσσειν. 295
οὐ γάρ ποτ’ ἐρεῖς ὡς Ὠκεανοῦ
φίλος ἐστὶ βεβαιότερός σοι.

ΠΡ.
ἔα. τί χρῆμα; καὶ σὺ δὴ πόνων ἐμῶν
ἥκεις ἐπόπτης; πῶς ἐτόλμησας, λιπὼν
ἐπώνυμόν τε ῥεῦμα καὶ πετρηρεφῆ 300
αὐτόκτιτ’ ἄντρα, τὴν σιδηρομήτορα
ἐλθεῖν ἐς αἶαν; ἦ θεωρήσων τύχας
ἐμὰς ἀφῖξαι καὶ συνασχαλῶν κακοῖς;
δέρκου θέαμα, τόνδε τὸν Διὸς φίλον,
τὸν συγκαταστήσαντα τὴν τυραννίδα, 305
οἵαις ὑπ’ αὐτοῦ πημοναῖσι κάμπτομαι.
ΩΚ.
ὁρῶ, Προμηθεῦ, καὶ παραινέσαι γέ σοι
θέλω τὰ λῷστα, καίπερ ὄντι ποικίλῳ.
γίγνωσκε σαυτὸν καὶ μεθάρμοσαι τρόπους
νέους. νέος γὰρ καὶ τύραννος ἐν θεοῖς. 310
εἰ δ’ ὧδε τραχεῖς καὶ τεθηγμένους λόγους
ῥίψεις, τάχ’ ἄν σου καὶ μακρὰν ἀνωτέρω
θακῶν κλύοι Ζεύς, ὥστε σοι τὸν νῦν ὄχλον
παρόντα μόχθων παιδιὰν εἶναι δοκεῖν.
ἀλλ’, ὦ ταλαίπωρ’, ἃς ἔχεις ὀργὰς ἄφες, 315
ζήτει δὲ τῶνδε πημάτων ἀπαλλαγάς.
ἀρχαῖ’ ἴσως σοι φαίνομαι λέγειν τάδε.
τοιαῦτα μέντοι τῆς ἄγαν ὑψηγόρου
γλώσσης, Προμηθεῦ, τἀπίχειρα γίγνεται.
σὺ δ’ οὐδέπω ταπεινὸς οὐδ’ εἴκεις κακοῖς, 320
πρὸς τοῖς παροῦσι δ’ ἄλλα προσλαβεῖν θέλεις.
οὔκουν ἔμοιγε χρώμενος διδασκάλῳ
πρὸς κέντρα κῶλον ἐκτενεῖς, ὁρῶν ὅτι
τραχὺς μόναρχος οὐδ’ ὑπεύθυνος κρατεῖ.
καὶ νῦν ἐγὼ μὲν εἶμι καὶ πειράσομαι 325
ἐὰν δύνωμαι τῶνδέ σ’ ἐκλῦσαι πόνων.
σὺ δ’ ἡσύχαζε μηδ’ ἄγαν λαβροστόμει.
ἢ οὐκ οἶσθ’ ἀκριβῶς ὢν περισσόφρων ὅτι
γλώσσῃ ματαίᾳ ζημία προστρίβεται;
ΠΡ.
ζηλῶ σ’ ὁθούνεκ’ ἐκτὸς αἰτίας κυρεῖς, 330
πάντων μετασχὼν καὶ τετολμηκὼς ἐμοί.
καὶ νῦν ἔασον μηδέ σοι μελησάτω.
πάντως γὰρ οὐ πείσεις νιν. οὐ γὰρ εὐπιθής.
πάπταινε δ’ αὐτὸς μή τι πημανθῇς ὁδῷ.
ΩΚ.
πολλῷ γ’ ἀμείνων τοὺς πέλας φρενοῦν ἔφυς 335
ἢ σαυτόν. ἔργῳ κοὐ λόγῳ τεκμαίρομαι.
ὁρμώμενον δὲ μηδαμῶς ἀντισπάσῃς.
αὐχῶ γάρ, αὐχῶ, τήνδε δωρειὰν ἐμοὶ
δώσειν Δί’, ὥστε τῶνδέ σ’ ἐκλῦσαι πόνων.
ΠΡ.
τὰ μέν σ’ ἐπαινῶ κοὐδαμῇ λήξω ποτέ. 340
προθυμίας γὰρ οὐδὲν ἐλλείπεις. ἀτὰρ
μηδὲν πόνει. μάτην γὰρ οὐδὲν ὠφελῶν
ἐμοὶ πονήσεις, εἴ τι καὶ πονεῖν θέλεις.
ἀλλ’ ἡσύχαζε σαυτὸν ἐκποδὼν ἔχων.
ἐγὼ γὰρ οὐκ εἰ δυστυχῶ, τοῦδ’ εἵνεκα 345
θέλοιμ’ ἂν ὡς πλείστοισι πημονὰς τυχεῖν.
οὐ δῆτ’, ἐπεί με καὶ κασιγνήτου τύχαι
τείρουσ’ Ἄτλαντος, ὃς πρὸς ἑσπέρους τόπους
ἕστηκε κίον’ οὐρανοῦ τε καὶ χθονὸς
ὤμοις ἐρείδων, ἄχθος οὐκ εὐάγκαλον. 350
τὸν γηγενῆ τε Κιλικίων οἰκήτορα
ἄντρων ἰδὼν ὤκτιρα, δάιον τέρας,
ἑκατογκάρανον πρὸς βίαν χειρούμενον,
Τυφῶνα θοῦρον. ὃς πᾶσιν ἀντέστη θεοῖς,
σμερδναῖσι γαμφηλαῖσι συρίζων φόβον, 355
ἐξ ὀμμάτων δ’ ἤστραπτε γοργωπὸν σέλας,
ὡς τὴν Διὸς τυραννίδ’ ἐκπέρσων βίᾳ.
ἀλλ’ ἦλθεν αὐτῷ Ζηνὸς ἄγρυπνον βέλος,
καταιβάτης κεραυνὸς ἐκπνέων φλόγα,
ὃς αὐτὸν ἐξέπληξε τῶν ὑψηγόρων 360
κομπασμάτων. φρένας γὰρ εἰς αὐτὰς τυπεὶς
ἐφεψαλώθη κἀξεβροντήθη σθένος.
καὶ νῦν ἀχρεῖον καὶ παράορον δέμας
κεῖται στενωποῦ πλησίον θαλασσίου
ἰπούμενος ῥίζαισιν Αἰτναίαις ὕπο. 365
κορυφαῖς δ’ ἐν ἄκραις ἥμενος μυδροκτυπεῖ
Ἥφαιστος, ἔνθεν ἐκραγήσονταί ποτε
ποταμοὶ πυρὸς δάπτοντες ἀγρίαις γνάθοις
τῆς καλλικάρπου Σικελίας λευροὺς γύας.
τοιόνδε Τυφὼς ἐξαναζέσει χόλον 370
θερμοῖς ἀπλάτου βέλεσι πυρπνόου ζάλης,
καίπερ κεραυνῷ Ζηνὸς ἠνθρακωμένος.
σὺ δ’ οὐκ ἄπειρος, οὐδ’ ἐμοῦ διδασκάλου
χρῄζεις. σεαυτὸν σῷζ’ ὅπως ἐπίστασαι.
ἐγὼ δὲ τὴν παροῦσαν ἀντλήσω τύχην, 375
ἔστ’ ἂν Διὸς φρόνημα λωφήσῃ χόλου.
ΩΚ.
οὔκουν, Προμηθεῦ, τοῦτο γιγνώσκεις, ὅτι
ὀργῆς νοσούσης εἰσὶν ἰατροὶ λόγοι;
ΠΡ.
ἐάν τις ἐν καιρῷ γε μαλθάσσῃ κέαρ
καὶ μὴ σφριγῶντα θυμὸν ἰσχναίνῃ βίᾳ. 380
ΩΚ.
ἐν τῷ προθυμεῖσθαι δὲ καὶ τολμᾶν τίνα
ὁρᾷς ἐνοῦσαν ζημίαν; δίδασκέ με.
ΠΡ.
μόχθον περισσὸν κουφόνουν τ’ εὐηθίαν.
ΩΚ.
ἔα με τῇδε τῇ νόσῳ νοσεῖν, ἐπεὶ
κέρδιστον εὖ φρονοῦντα μὴ φρονεῖν δοκεῖν. 385
ΠΡ.
ἐμὸν δοκήσει τἀμπλάκημ’ εἶναι τόδε.
ΩΚ.
σαφῶς μ’ ἐς οἶκον σὸς λόγος στέλλει πάλιν.
ΠΡ.
μὴ γάρ σε θρῆνος οὑμὸς εἰς ἔχθραν βάλῃ.
ΩΚ.
ἦ τῷ νέον θακοῦντι παγκρατεῖς ἕδρας;
ΠΡ.
τούτου φυλάσσου μή ποτ’ ἀχθεσθῇ κέαρ. 390
ΩΚ.
ἡ σή, Προμηθεῦ, συμφορὰ διδάσκαλος.
ΠΡ.
στέλλου, κομίζου, σῷζε τὸν παρόντα νοῦν.
ΩΚ.
ὁρμωμένῳ μοι τόνδ’ ἐθώυξας λόγον.
λευρὸν γὰρ οἷμον αἰθέρος ψαίρει πτεροῖς
τετρασκελὴς οἰωνός. ἄσμενος δέ τἂν 395
σταθμοῖς ἐν οἰκείοισι κάμψειεν γόνυ.

Στάσιμος αʹ (397 – 435)

ΧΟΡΟΣ
στένω σε τᾶς [στρ. α.]
οὐλομένας τύχας, Προμηθεῦ.
δακρυσίστακτον δ’ ἀπ’ ὄσσων
ῥαδινῶν λειβομένα ῥέος παρειὰν 400
νοτίοις ἔτεγξα παγαῖς.
ἀμέγαρτα γὰρ τάδε Ζεὺς
ἰδίοις νόμοις κρατύνων
ὑπερήφανον θεοῖς τοῖς
πάρος ἐνδείκνυσιν αἰχμάν. 405
πρόπασα δ’ ἤδη [ἀντ. α.]
στονόεν λέλακε χώρα,
μεγαλοσχήμονά τ’ ἀρχαι-
οπρεπῆ στένουσι τὰν σὰν
ξυνομαιμόνων τε τιμάν. 410
ὁπόσοι τ’ ἔποικον ἁγνᾶς
Ἀσίας ἕδος νέμονται,
μεγαλοστόνοισι σοῖς πή-
μασι συγκάμνουσι θνατοί.
Κολχίδος τε γᾶς ἔνοικοι [στρ. β.] 415
παρθένοι, μάχας ἄτρεστοι,
καὶ Σκύθης ὅμιλος, οἳ γᾶς
ἔσχατον τόπον ἀμφὶ Μαι-
ῶτιν ἔχουσι λίμναν,
Ἀραβίας τ’ ἄρειον ἄνθος, [ἀντ. β.] 420
ὑψίκρημνον οἳ πόλισμα
Καυκάσου πέλας νέμονται,
δάιος στρατός, ὀξυπρῴ-
ροισι βρέμων ἐν αἰχμαῖς.
μόνον δὴ πρόσθεν ἄλλον ἐν πόνοις 425
δαμέντ’ ἀκαμαντοδέτοις
Τιτᾶνα λύμαις εἰσιδόμαν, θεὸν
Ἄτλανθ’, ὃς αἰὲν ὑπέροχον σθένος κραταιὸν
… οὐράνιόν τε πόλον
νώτοις ὑποστενάζει. 430
βοᾷ δὲ πόντιος κλύδων
ξυμπίτνων, στένει βυθός,
κελαινὸς [δ’] Ἄιδος ὑποβρέμει μυχὸς γᾶς,
παγαί θ’ ἁγνορύτων ποταμῶν
στένουσιν ἄλγος οἰκτρόν. 435

Ἐπεισόδια βʹ (436 – 525)

ΠΡ.
μή τοι χλιδῇ δοκεῖτε μηδ’ αὐθαδίᾳ
σιγᾶν με. συννοίᾳ δὲ δάπτομαι κέαρ,
ὁρῶν ἐμαυτὸν ὧδε προυσελούμενον.
καίτοι θεοῖσι τοῖς νέοις τούτοις γέρα
τίς ἄλλος ἢ ‘γὼ παντελῶς διώρισεν; 440
ἀλλ’ αὐτὰ σιγῶ. καὶ γὰρ εἰδυίαισιν ἂν
ὑμῖν λέγοιμι. τἀν βροτοῖς δὲ πήματα
ἀκούσαθ’, ὥς σφας νηπίους ὄντας τὸ πρὶν
ἔννους ἔθηκα καὶ φρενῶν ἐπηβόλους.
λέξω δέ, μέμψιν οὔτιν’ ἀνθρώποις ἔχων, 445
ἀλλ’ ὧν δέδωκ’ εὔνοιαν ἐξηγούμενος.
οἳ πρῶτα μὲν βλέποντες ἔβλεπον μάτην,
κλύοντες οὐκ ἤκουον, ἀλλ’ ὀνειράτων
ἀλίγκιοι μορφαῖσι τὸν μακρὸν βίον
ἔφυρον εἰκῇ πάντα, κοὔτε πλινθυφεῖς 450
δόμους προσείλους ἦσαν, οὐ ξυλουργίαν.
κατώρυχες δ’ ἔναιον ὥστ’ ἀήσυροι
μύρμηκες ἄντρων ἐν μυχοῖς ἀνηλίοις.
ἦν δ’ οὐδὲν αὐτοῖς οὔτε χείματος τέκμαρ
οὔτ’ ἀνθεμώδους ἦρος οὔτε καρπίμου 455
θέρους βέβαιον, ἀλλ’ ἄτερ γνώμης τὸ πᾶν
ἔπρασσον, ἔστε δή σφιν ἀντολὰς ἐγὼ
ἄστρων ἔδειξα τάς τε δυσκρίτους δύσεις.
καὶ μὴν ἀριθμόν, ἔξοχον σοφισμάτων,
ἐξηῦρον αὐτοῖς, γραμμάτων τε συνθέσεις, 460
μνήμην ἁπάντων, μουσομήτορ’ ἐργάνην.
κἄζευξα πρῶτος ἐν ζυγοῖσι κνώδαλα
ζεύγλαισι δουλεύοντα σώμασίν θ’ ὅπως
θνητοῖς μεγίστων διάδοχοι μοχθημάτων
γένοινθ’, ὑφ’ ἅρμα τ’ ἤγαγον φιληνίους 465
ἵππους, ἄγαλμα τῆς ὑπερπλούτου χλιδῆς.
θαλασσόπλαγκτα δ’ οὔτις ἄλλος ἀντ’ ἐμοῦ
λινόπτερ’ ηὗρε ναυτίλων ὀχήματα.
τοιαῦτα μηχανήματ’ ἐξευρὼν τάλας
βροτοῖσιν, αὐτὸς οὐκ ἔχω σόφισμ’ ὅτῳ 470
τῆς νῦν παρούσης πημονῆς ἀπαλλαγῶ.
ΧΟ.
πέπονθας αἰκὲς πῆμ’ ἀποσφαλεὶς φρενῶν
πλάνῃ, κακὸς δ’ ἰατρὸς ὥς τις ἐς νόσον
πεσὼν ἀθυμεῖς καὶ σεαυτὸν οὐκ ἔχεις
εὑρεῖν ὁποίοις φαρμάκοις ἰάσιμος. 475
ΠΡ.
τὰ λοιπά μου κλύουσα θαυμάσῃ πλέον,
οἵας τέχνας τε καὶ πόρους ἐμησάμην.
τὸ μὲν μέγιστον, εἴ τις ἐς νόσον πέσοι,
οὐκ ἦν ἀλέξημ’ οὐδέν, οὔτε βρώσιμον,
οὐ χριστόν, οὐδὲ πιστόν, ἀλλὰ φαρμάκων 480
χρείᾳ κατεσκέλλοντο, πρίν γ’ ἐγώ σφισιν
ἔδειξα κράσεις ἠπίων ἀκεσμάτων,
αἷς τὰς ἁπάσας ἐξαμύνονται νόσους.
τρόπους τε πολλοὺς μαντικῆς ἐστοίχισα,
κἄκρινα πρῶτος ἐξ ὀνειράτων ἃ χρὴ 485
ὕπαρ γενέσθαι, κληδόνας τε δυσκρίτους
ἐγνώρισ’ αὐτοῖς ἐνοδίους τε συμβόλους.
γαμψωνύχων τε πτῆσιν οἰωνῶν σκεθρῶς
διώρισ’, οἵτινές τε δεξιοὶ φύσιν
εὐωνύμους τε, καὶ δίαιταν ἥντινα 490
ἔχουσ’ ἕκαστοι, καὶ πρὸς ἀλλήλους τίνες
ἔχθραι τε καὶ στέργηθρα καὶ συνεδρίαι.
σπλάγχνων τε λειότητα, καὶ χροιὰν τίνα
ἔχουσ’ ἂν εἴη δαίμοσιν πρὸς ἡδονὴν
χολή, λοβοῦ τε ποικίλην εὐμορφίαν. 495
κνίσῃ τε κῶλα συγκαλυπτὰ καὶ μακρὰν
ὀσφῦν πυρώσας δυστέκμαρτον εἰς τέχνην
ὥδωσα θνητούς, καὶ φλογωπὰ σήματα
ἐξωμμάτωσα, πρόσθεν ὄντ’ ἐπάργεμα.
τοιαῦτα μὲν δὴ ταῦτ’. ἔνερθε δὲ χθονὸς 500
κεκρυμμέν’ ἀνθρώποισιν ὠφελήματα,
χαλκόν, σίδηρον, ἄργυρον χρυσόν τε, τίς
φήσειεν ἂν πάροιθεν ἐξευρεῖν ἐμοῦ
οὐδείς, σάφ’ οἶδα, μὴ μάτην φλῦσαι θέλων.
βραχεῖ δὲ μύθῳ πάντα συλλήβδην μάθε, 505
πᾶσαι τέχναι βροτοῖσιν ἐκ Προμηθέως.
ΧΟ.
μή νυν βροτοὺς μὲν ὠφέλει καιροῦ πέρα,
σαυτοῦ δ’ ἀκήδει δυστυχοῦντος. ὡς ἐγὼ
εὔελπίς εἰμι τῶνδέ σ’ ἐκ δεσμῶν ἔτι
λυθέντα μηδὲν μεῖον ἰσχύσειν Διός. 510
ΠΡ.
οὐ ταῦτα ταύτῃ Μοῖρά πω τελεσφόρος
κρᾶναι πέπρωται, μυρίαις δὲ πημοναῖς
δύαις τε καμφθεὶς ὧδε δεσμὰ φυγγάνω.
τέχνη δ’ ἀνάγκης ἀσθενεστέρα μακρῷ.
ΧΟ.
τίς οὖν ἀνάγκης ἐστὶν οἰακοστρόφος; 515
ΠΡ.
Μοῖραι τρίμορφοι μνήμονές τ’ Ἐρινύες.
ΧΟ.
τούτων ἄρα Ζεύς ἐστιν ἀσθενέστερος;
ΠΡ.
οὔκουν ἂν ἐκφύγοι γε τὴν πεπρωμένην.
ΧΟ.
τί γὰρ πέπρωται Ζηνὶ πλὴν ἀεὶ κρατεῖν;
ΠΡ.
τοῦτ’ οὐκέτ’ ἂν πύθοιο, μηδὲ λιπάρει. 520
ΧΟ.
ἦ πού τι σεμνόν ἐστιν ὃ ξυναμπέχεις.
ΠΡ.
ἄλλου λόγου μέμνησθε, τόνδε δ’ οὐδαμῶς
καιρὸς γεγωνεῖν, ἀλλὰ συγκαλυπτέος
ὅσον μάλιστα. τόνδε γὰρ σῴζων ἐγὼ
δεσμοὺς ἀεικεῖς καὶ δύας ἐκφυγγάνω. 525

Στάσιμος βʹ (526 – 560)

ΧΟΡΟΣ
μηδάμ’ ὁ πάντα νέμων
θεῖτ’ ἐμᾷ γνώμᾳ κράτος ἀντίπαλον Ζεύς,
μηδ’ ἐλινύσαιμι θεοὺς ὁσίαις 530
θοίναις ποτινισσομένα
βουφόνοις παρ’ Ὠκεανοῦ πατρὸς ἄσβεστον πόρον,
μηδ’ ἀλίτοιμι λόγοις.
ἀλλά μοι τόδ’ ἐμμένοι 535
καὶ μήποτ’ ἐκτακείη.
ἡδύ τι θαρσαλέαις
τὸν μακρὸν τείνειν βίον ἐλπίσι, φαναῖς
θυμὸν ἀλδαίνουσαν ἐν εὐφροσύναις, 540
φρίσσω δέ σε δερκομένα
μυρίοις μόχθοις διακναιόμενον.
Ζῆνα γὰρ οὐ τρομέων
ἰδίᾳ γνώμᾳ σέβῃ
θνατοὺς ἄγαν, Προμηθεῦ.

φέρε, πῶς χάρις ἁ χάρις, ὦ 545
φίλος; εἰπέ, ποῦ τις ἀλκά;
τίς ἐφαμερίων ἄρηξις; οὐδ’ ἐδέρχθης
ὀλιγοδρανίαν ἄκικυν,
ἰσόνειρον, ἇ τὸ φωτῶν
ἀλαὸν γένος ἐμπεποδισμένον; οὔποτε 550
τὰν Διὸς ἁρμονίαν θνατῶν παρεξίασι βουλαί.
ἔμαθον τάδε σὰς προσιδοῦσ’
ὀλοὰς τύχας, Προμηθεῦ.
τὸ διαμφίδιον δέ μοι μέλος προσέπτα 555
τόδ’ ἐκεῖνό θ’ ὅ τ’ ἀμφὶ λουτρὰ
καὶ λέχος σὸν ὑμεναίουν
ἰότατι γάμων, ὅτε τὰν ὁμοπάτριον ἕδνοις
ἄγαγες Ἡσιόναν πιθὼν δάμαρτα κοινόλεκτρον. 560

Ἐπεισόδια γʹ (561 – 886)

ΙΩ
τίς γῆ τί γένος; τίνα φῶ λεύσσειν
τόνδε χαλινοῖς ἐν πετρίνοισιν χειμαζόμενον;
τίνος ἀμπλακίας ποινὰς ὀλέκῃ
σήμηνον ὅποι
γῆς ἡ μογερὰ πεπλάνημαι. 565

ἆ ἆ, ἓ ἕ.
χρίει τίς αὖ με τὰν τάλαιναν οἶστρος;
εἴδωλον Ἄργου γηγενοῦς. ἄλευ’, ἆ δᾶ. φοβοῦμαι,
τὸν μυριωπὸν εἰσορῶσα βούταν.
ὁ δὲ πορεύεται δόλιον ὄμμ’ ἔχων, 570
ὃν οὐδὲ κατθανόντα γαῖα κεύθει.
ἀλλ’ ἐμὲ τὰν τάλαιναν
ἐξ ἐνέρων περῶν κυναγεῖ, πλανᾷ
τε νῆστιν ἀνὰ τὰν παραλίαν ψάμμον.
ὑπὸ δὲ κηρόπλαστος ὀτοβεῖ δόναξ [στρ. α.]
ἀχέτας ὑπνοδόταν νόμον. 575
ἰὼ ἰὼ πόποι, ποῖ μ’ ἄγουσι τηλέπλαγκτοι πλάναι;
τί ποτέ μ’, ὦ Κρόνιε παῖ, τί ποτε ταῖσδ’
ἐνέζευξας εὑρὼν ἁμαρτοῦσαν ἐν πημοναῖσιν,
ἓ ἕ.
οἰστρηλάτῳ δὲ δείματι δειλαίαν 580
παράκοπον ὧδε τείρεις;
πυρί <με> φλέξον, ἢ χθονὶ κάλυψον, ἢ
ποντίοις δάκεσι δὸς βοράν,
μηδέ μοι φθονήσῃς εὐγμάτων, ἄναξ.
ἄδην με πολύπλανοι πλάναι 585
γεγυμνάκασιν, οὐδ’ ἔχω μαθεῖν ὅπῃ
πημονὰς ἀλύξω.
κλύεις φθέγμα τᾶς βούκερω παρθένου;
ΠΡ.
πῶς δ’ οὐ κλύω τῆς οἰστροδινήτου κόρης
τῆς Ἰναχείας, ἣ Διὸς θάλπει κέαρ 590
ἔρωτι, καὶ νῦν τοὺς ὑπερμήκεις δρόμους
Ἥρᾳ στυγητὸς πρὸς βίαν γυμνάζεται;
ΙΩ.
πόθεν ἐμοῦ σὺ πατρὸς ὄνομ’ ἀπύεις; {[ἀντ. α.}
εἰπέ μοι τᾷ μογερᾷ τίς ὤν,
τίς ἄρα μ’, ὦ τάλας, [τὰν] ταλαίπωρον ὧδ’ ἔτυμα προσ-θροεῖς, 595
θεόσυτόν τε νόσον ὠνόμασας, ἃ
μαραίνει με χρίουσα κέντροισι φοιταλέοισιν;
ἓ ἕ.
σκιρτημάτων δὲ νήστισιν αἰκείαις 600
λαβρόσυτος ἦλθον, <Ἥρας>
ἐπικότοισι μήδεσι δαμεῖσα. δυσ-
δαιμόνων δὲ τίνες οἵ, ἓ ἕ,
οἷ’ ἐγὼ μογοῦσιν;
ἀλλά μοι τορῶς
τέκμηρον ὅ τι μ’ ἐπαμμένει 605
παθεῖν. τί μῆχαρ, ἢ τί φάρμακον νόσου;
δεῖξον, εἴπερ οἶσθα.
θρόει, φράζε τᾷ δυσπλάνῳ παρθένῳ.
ΠΡ.
λέξω τορῶς σοι πᾶν ὅπερ χρῄζεις μαθεῖν,
οὐκ ἐμπλέκων αἰνίγματ’, ἀλλ’ ἁπλῷ λόγῳ, 610
ὥσπερ δίκαιον πρὸς φίλους οἴγειν στόμα.
πυρὸς βροτοῖς δοτῆρ’ ὁρᾷς Προμηθέα.
ΙΩ.
ὦ κοινὸν ὠφέλημα θνητοῖσιν φανείς,
τλῆμον Προμηθεῦ, τοῦ δίκην πάσχεις τάδε;
ΠΡ.
ἁρμοῖ πέπαυμαι τοὺς ἐμοὺς θρηνῶν πόνους. 615
ΙΩ.
οὔκουν πόροις ἂν τήνδε δωρειὰν ἐμοί;
ΠΡ.
λέγ’ ἥντιν’ αἰτεῖ. πᾶν γὰρ ἂν πύθοιό μου.
ΙΩ.
σήμηνον ὅστις ἐν φάραγγί σ’ ὤχμασεν.
ΠΡ.
βούλευμα μὲν τὸ Δῖον, Ἡφαίστου δὲ χείρ.
ΙΩ.
ποινὰς δὲ ποίων ἀμπλακημάτων τίνεις; 620
ΠΡ.
τοσοῦτον ἀρκῶ σοι σαφηνίσας μόνον.
ΙΩ.
καὶ πρός γε τούτοις τέρμα τῆς ἐμῆς πλάνης
δεῖξον, τίς ἔσται τῇ ταλαιπώρῳ χρόνος.
ΠΡ.
τὸ μὴ μαθεῖν σοι κρεῖσσον ἢ μαθεῖν τάδε.
ΙΩ.
μήτοι με κρύψῃς τοῦθ’ ὅπερ μέλλω παθεῖν. 625
ΠΡ.
ἀλλ’ οὐ μεγαίρω τοῦδέ σοι δωρήματος.
ΙΩ.
τί δῆτα μέλλεις μὴ οὐ γεγωνίσκειν τὸ πᾶν;
ΠΡ.
φθόνος μὲν οὐδείς, σὰς δ’ ὀκνῶ θράξαι φρένας.
ΙΩ.
μή μου προκήδου μᾶσσον ὧν ἐμοὶ γλυκύ.
ΠΡ.
ἐπεὶ προθυμῇ, χρὴ λέγειν. ἄκουε δή. 630
ΧΟ.
μήπω γε. μοῖραν δ’ ἡδονῆς κἀμοὶ πόρε.
τὴν τῆσδε πρῶτον ἱστορήσωμεν νόσον,
αὐτῆς λεγούσης τὰς πολυφθόρους τύχας.
τὰ λοιπὰ δ’ ἄθλων σοῦ διδαχθήτω πάρα.
ΠΡ.
σὸν ἔργον, Ἰοῖ, ταῖσδ’ ὑπουργῆσαι χάριν, 635
ἄλλως τε πάντως καὶ κασιγνήταις πατρός.
ὡς τἀποκλαῦσαι κἀποδύρασθαι τύχας
ἐνταῦθ’, ὅπου μέλλοι τις οἴσεσθαι δάκρυ
πρὸς τῶν κλυόντων, ἀξίαν τριβὴν ἔχει.
ΙΩ.
οὐκ οἶδ’ ὅπως ὑμῖν ἀπιστῆσαί με χρή, 640
σαφεῖ δὲ μύθῳ πᾶν ὅπερ προσχρῄζετε
πεύσεσθε. καίτοι καὶ λέγουσ’ αἰσχύνομαι
θεόσσυτον χειμῶνα καὶ διαφθορὰν
μορφῆς, ὅθεν μοι σχετλίᾳ προσέπτατο.
αἰεὶ γὰρ ὄψεις ἔννυχοι πωλεύμεναι 645
ἐς παρθενῶνας τοὺς ἐμοὺς παρηγόρουν
λείοισι μύθοις ‘Ὦ μέγ’ εὔδαιμον κόρη,
τί παρθενεύῃ δαρόν, ἐξόν σοι γάμου
τυχεῖν μεγίστου; Ζεὺς γὰρ ἱμέρου βέλει
πρὸς σοῦ τέθαλπται καὶ συναίρεσθαι Κύπριν 650
θέλει. σὺ δ’, ὦ παῖ, μὴ ‘πολακτίσῃς λέχος
τὸ Ζηνός, ἀλλ’ ἔξελθε πρὸς Λέρνης βαθὺν
λειμῶνα, ποίμνας βουστάσεις τε πρὸς πατρός,
ὡς ἂν τὸ Δῖον ὄμμα λωφήσῃ πόθου.’
τοιοῖσδε πάσας εὐφρόνας ὀνείρασι 655
ξυνειχόμην δύστηνος, ἔστε δὴ πατρὶ
ἔτλην γεγωνεῖν νυκτίφοιτ’ ὀνείρατα.
ὁ δ’ ἔς τε Πυθὼ κἀπὶ Δωδώνης πυκνοὺς
θεοπρόπους ἴαλλεν, ὡς μάθοι τί χρὴ
δρῶντ’ ἢ λέγοντα δαίμοσιν πράσσειν φίλα. 660
ἧκον δ’ ἀναγγέλλοντες αἰολοστόμους
χρησμοὺς ἀσήμους δυσκρίτως τ’ εἰρημένους.
τέλος δ’ ἐναργὴς βάξις ἦλθεν Ἰνάχῳ
σαφῶς ἐπισκήπτουσα καὶ μυθουμένη
ἔξω δόμων τε καὶ πάτρας ὠθεῖν ἐμέ, 665
ἄφετον ἀλᾶσθαι γῆς ἐπ’ ἐσχάτοις ὅροις,
εἰ μὴ θέλοι πυρωπὸν ἐκ Διὸς μολεῖν
κεραυνόν, ὃς πᾶν ἐξαϊστώσοι γένος.
τοιοῖσδε πεισθεὶς Λοξίου μαντεύμασιν
ἐξήλασέν με κἀπέκλῃσε δωμάτων 670
ἄκουσαν ἄκων. ἀλλ’ ἐπηνάγκαζέ νιν
Διὸς χαλινὸς πρὸς βίαν πράσσειν τάδε.
εὐθὺς δὲ μορφὴ καὶ φρένες διάστροφοι
ἦσαν, κεραστὶς δ’, ὡς ὁρᾶτ’, ὀξυστόμῳ
μύωπι χρισθεῖσ’ ἐμμανεῖ σκιρτήματι 675
ἦσσον πρὸς εὔποτόν τε Κερχνείας ῥέος
Λέρνης τε κρήνην. βουκόλος δὲ γηγενὴς
ἄκρατος ὀργὴν Ἄργος ὡμάρτει, πυκνοῖς
ὄσσοις δεδορκὼς τοὺς ἐμοὺς κατὰ στίβους.
ἀπροσδόκητος δ’ αὐτὸν αἰφνίδιος μόρος 680
τοῦ ζῆν ἀπεστέρησεν. οἰστροπλὴξ δ’ ἐγὼ
μάστιγι θείᾳ γῆν πρὸ γῆς ἐλαύνομαι.
κλύεις τὰ πραχθέντ’. εἰ δ’ ἔχεις εἰπεῖν ὅ τι
λοιπὸν πόνων, σήμαινε μηδέ μ’ οἰκτίσας
σύνθαλπε μύθοις ψευδέσιν. νόσημα γὰρ 685
αἴσχιστον εἶναί φημι συνθέτους λόγους.

ΧΟ.
ἔα ἔα, ἄπεχε, φεῦ.
οὔποτ’ οὔποτ’ ηὔχουν <ὧδε> ξένους
μολεῖσθαι λόγους ἐς ἀκοὰν ἐμάν,
οὐδ’ ὧδε δυσθέατα καὶ δύσοιστα 690
πήματα λύμα[τα δείμα]τ’ ἀμ-
φήκει κέντρῳ ψύχειν ψυχὰν ἐμάν.
ἰὼ ἰὼ μοῖρα μοῖρα,
πέφρικ’ εἰσιδοῦσα πρᾶξιν Ἰοῦς. 695

ΠΡ.
πρῴ γε στενάζεις καὶ φόβου πλέα τις εἶ.
ἐπίσχες ἔστ’ ἂν καὶ τὰ λοιπὰ προσμάθῃς.
ΧΟ.
λέγ’, ἐκδίδασκε. τοῖς νοσοῦσί τοι γλυκὺ
τὸ λοιπὸν ἄλγος προυξεπίστασθαι τορῶς.
ΠΡ.
τὴν πρίν γε χρείαν ἠνύσασθ’ ἐμοῦ πάρα 700
κούφως. μαθεῖν γὰρ τῆσδε πρῶτ’ ἐχρῄζετε
τὸν ἀμφ’ ἑαυτῆς ἆθλον ἐξηγουμένης.
τὰ λοιπὰ νῦν ἀκούσαθ’, οἷα χρὴ πάθη
τλῆναι πρὸς Ἥρας τήνδε τὴν νεάνιδα.
σύ τ’, Ἰνάχειον σπέρμα, τοὺς ἐμοὺς λόγους 705
θυμῷ βάλ’, ὡς ἂν τέρματ’ ἐκμάθῃς ὁδοῦ.
πρῶτον μὲν ἐνθένδ’ ἡλίου πρὸς ἀντολὰς
στρέψασα σαυτὴν στεῖχ’ ἀνηρότους γύας.
Σκύθας δ’ ἀφίξῃ νομάδας, οἳ πλεκτὰς στέγας
πεδάρσιοι ναίουσ’ ἐπ’ εὐκύκλοις ὄχοις, 710
ἑκηβόλοις τόξοισιν ἐξηρτυμένοι.
οἷς μὴ πελάζειν, ἀλλ’ ἁλιστόνοις πόδας
χρίμπτουσα ῥαχίαισιν ἐκπερᾶν χθόνα.
λαιᾶς δὲ χειρὸς οἱ σιδηροτέκτονες
οἰκοῦσι Χάλυβες, οὓς φυλάξασθαί σε χρή, 715
ἀνήμεροι γὰρ οὐδὲ πρόσπλατοι ξένοις.
ἥξεις δ’ ὑβριστὴν ποταμὸν οὐ ψευδώνυμον,
ὃν μὴ περάσῃς, οὐ γὰρ εὔβατος περᾶν,
πρὶν ἂν πρὸς αὐτὸν Καύκασον μόλῃς, ὀρῶν
ὕψιστον, ἔνθα ποταμὸς ἐκφυσᾷ μένος 720
κροτάφων ἀπ’ αὐτῶν. ἀστρογείτονας δὲ χρὴ
κορυφὰς ὑπερβάλλουσαν ἐς μεσημβρινὴν
βῆναι κέλευθον, ἔνθ’ Ἀμαζόνων στρατὸν
ἥξεις στυγάνορ’, αἳ Θεμίσκυράν ποτε
κατοικιοῦσιν ἀμφὶ Θερμώδονθ’, ἵνα 725
τραχεῖα πόντου Σαλμυδησσία γνάθος,
ἐχθρόξενος ναύτῃσι, μητρυιὰ νεῶν.
αὗταί σ’ ὁδηγήσουσι καὶ μάλ’ ἀσμένως.
ἰσθμὸν δ’ ἐπ’ αὐταῖς στενοπόροις λίμνης πύλαις
Κιμμερικὸν ἥξεις, ὃν θρασυσπλάγχνως σε χρὴ 730
λιποῦσαν αὐλῶν’ ἐκπερᾶν Μαιωτικόν.
ἔσται δὲ θνητοῖς εἰσαεὶ λόγος μέγας
τῆς σῆς πορείας, Βόσπορος δ’ ἐπώνυμος
κεκλήσεται. λιποῦσα δ’ Εὐρώπης πέδον
ἤπειρον ἥξεις Ἀσιάδα. ἆρ’ ὑμῖν δοκεῖ 735
ὁ τῶν θεῶν τύραννος ἐς τὰ πάνθ’ ὁμῶς
βίαιος εἶναι; τῇδε γὰρ θνητῇ θεὸς
χρῄζων μιγῆναι τάσδ’ ἐπέῤῥιψεν πλάνας.
πικροῦ δ’ ἔκυρσας, ὦ κόρη, τῶν σῶν γάμων
μνηστῆρος. οὓς γὰρ νῦν ἀκήκοας λόγους, 740
εἶναι δόκει σοὶ μηδέπω ‘ν προοιμίοις.
ΙΩ.
ἰώ μοί μοι. ἓ ἕ.
ΠΡ.
σὺ δ’ αὖ κέκραγας κἀναμυχθίζῃ. τί που
δράσεις, ὅταν τὰ λοιπὰ πυνθάνῃ κακά;
ΧΟ.
ἦ γάρ τι λοιπὸν τῇδε πημάτων ἐρεῖς; 745
ΠΡ.
δυσχείμερόν γε πέλαγος ἀτηρᾶς δύης.
ΙΩ.
τί δῆτ’ ἐμοὶ ζῆν κέρδος, ἀλλ’ οὐκ ἐν τάχει
ἔῤῥιψ’ ἐμαυτὴν τῆσδ’ ἀπὸ στύφλου πέτρας,
ὅπως πέδοι σκήψασα τῶν πάντων πόνων
ἀπηλλάγην; κρεῖσσον γὰρ εἰσάπαξ θανεῖν 750
ἢ τὰς ἁπάσας ἡμέρας πάσχειν κακῶς.

ΠΡ.
ἦ δυσπετῶν ἂν τοὺς ἐμοὺς ἄθλους φέροις,
ὅτῳ θανεῖν μέν ἐστιν οὐ πεπρωμένον.
αὕτη γὰρ ἦν ἂν πημάτων ἀπαλλαγή.
νῦν δ’ οὐδέν ἐστι τέρμα μοι προκείμενον 755
μόχθων, πρὶν ἂν Ζεὺς ἐκπέσῃ τυραννίδος.
ΙΩ.
ἦ γάρ ποτ’ ἔστιν ἐκπεσεῖν ἀρχῆς Δία;
ΠΡ.
ἥδοι’ ἄν, οἶμαι, τήνδ’ ἰδοῦσα συμφοράν.
ΙΩ.
πῶς δ’ οὐκ ἄν, ἥτις ἐκ Διὸς πάσχω κακῶς;
ΠΡ.
ὡς τοίνυν ὄντων τῶνδε γαθεῖν σοι πάρα. 760
ΙΩ.
πρὸς τοῦ τύραννα σκῆπτρα συληθήσεται;
ΠΡ.
πρὸς αὐτὸς αὐτοῦ κενοφρόνων βουλευμάτων.
ΙΩ.
ποίῳ τρόπῳ σήμηνον, εἰ μή τις βλάβη.
ΠΡ.
γαμεῖ γάμον τοιοῦτον ὧ ποτ’ ἀσχαλεῖ.
ΙΩ.
θέορτον, ἢ βρότειον; εἰ ῥητόν, φράσον. 765
ΠΡ.
τί δ’ ὅντιν’; οὐ γὰρ ῥητὸν αὐδᾶσθαι τόδε.
ΙΩ.
ἦ πρὸς δάμαρτος ἐξανίσταται θρόνων;
ΠΡ.
ἣ τέξεταί γε παῖδα φέρτερον πατρός.
ΙΩ.
οὐδ’ ἔστιν αὐτῷ τῆσδ’ ἀποστροφὴ τύχης;
ΠΡ.
οὐ δῆτα, πλὴν ἔγωγ’ ἂν ἐκ δεσμῶν λυθείς. 770
ΙΩ.
τίς οὖν ὁ λύσων ἐστὶν ἄκοντος Διός;
ΠΡ.
τῶν σῶν τιν’ αὐτὸν ἐγγόνων εἶναι χρεών.
ΙΩ.
πῶς εἶπας; ἦ ‘μὸς παῖς σ’ ἀπαλλάξει κακῶν;
ΠΡ.
τρίτος γε γένναν πρὸς δέκ’ ἄλλαισιν γοναῖς.
ΙΩ.
ἥδ’ οὐκέτ’ εὐξύμβλητος ἡ χρησμῳδία. 775
ΠΡ.
καὶ μηδὲ σαυτῆς ἐκμαθεῖν ζήτει πόνους.
ΙΩ.
μή μοι προτείνων κέρδος εἶτ’ ἀποστέρει.
ΠΡ.
δυοῖν λόγοιν σε θατέρῳ δωρήσομαι.
ΙΩ.
ποίοιν; πρόδειξον, αἵρεσίν τ’ ἐμοὶ δίδου.
ΠΡ.
δίδωμ’. ἑλοῦ γάρ, ἢ πόνων τὰ λοιπά σοι 780
φράσω σαφηνῶς, ἢ τὸν ἐκλύσοντ’ ἐμέ.
ΧΟ.
τούτων σὺ τὴν μὲν τῇδε, τὴν δ’ ἐμοὶ χάριν
θέσθαι θέλησον, μηδ’ ἀτιμάσῃς λόγου.
καὶ τῇδε μὲν γέγωνε τὴν λοιπὴν πλάνην,
ἐμοὶ δὲ τὸν λύσοντα. τοῦτο γὰρ ποθῶ. 785
ΠΡ.
ἐπεὶ προθυμεῖσθ’, οὐκ ἐναντιώσομαι
τὸ μὴ οὐ γεγωνεῖν πᾶν ὅσον προσχρῄζετε.
σοὶ πρῶτον, Ἰοῖ, πολύδονον πλάνην φράσω,
ἣν ἐγγράφου σὺ μνήμοσιν δέλτοις φρενῶν.
ὅταν περάσῃς ῥεῖθρον ἠπείροιν ὅρον, 790
πρὸς ἀντολὰς φλογῶπας ἡλιοστιβεῖς . . . . . . .
πόντου περῶσα φλοῖσβον, ἔστ’ ἂν ἐξίκῃ
πρὸς Γοργόνεια πεδία Κισθήνης, ἵνα
αἱ Φορκίδες ναίουσι, δηναιαὶ κόραι
τρεῖς κυκνόμορφοι, κοινὸν ὄμμ’ ἐκτημέναι, 795
μονόδοντες, ἃς οὔθ’ ἥλιος προσδέρκεται
ἀκτῖσιν οὔθ’ ἡ νύκτερος μήνη ποτέ.
πέλας δ’ ἀδελφαὶ τῶνδε τρεῖς κατάπτεροι,
δρακοντόμαλλοι Γοργόνες βροτοστυγεῖς,
ἃς θνητὸς οὐδεὶς εἰσιδὼν ἕξει πνοάς. 800
τοιοῦτο μέν σοι τοῦτο φρούριον λέγω.
ἄλλην δ’ ἄκουσον δυσχερῆ θεωρίαν.
ὀξυστόμους γὰρ Ζηνὸς ἀκραγεῖς κύνας
γρῦπας φύλαξαι, τόν τε μουνῶπα στρατὸν
Ἀριμασπὸν ἱπποβάμον’, οἳ χρυσόῤῥυτον 805
οἰκοῦσιν ἀμφὶ νᾶμα Πλούτωνος πόρου.
τούτοις σὺ μὴ πέλαζε. τηλουρὸν δὲ γῆν
ἥξεις, κελαινὸν φῦλον, οἳ πρὸς ἡλίου
ναίουσι πηγαῖς, ἔνθα ποταμὸς Αἰθίοψ.
τούτου παρ’ ὄχθας ἕρφ’, ἕως ἂν ἐξίκῃ 810
καταβασμόν, ἔνθα Βυβλίνων ὀρῶν ἄπο
ἵησι σεπτὸν Νεῖλος εὔποτον ῥέος.
οὗτός σ’ ὁδώσει τὴν τρίγωνον ἐς χθόνα
Νειλῶτιν, οὗ δὴ τὴν μακρὰν ἀποικίαν,
Ἰοῖ, πέπρωται σοί τε καὶ τέκνοις κτίσαι. 815
τῶνδ’ εἴ τί σοι ψελλόν τε καὶ δυσεύρετον,
ἐπανδίπλαζε καὶ σαφῶς ἐκμάνθανε.
σχολὴ δὲ πλείων ἢ θέλω πάρεστί μοι.
ΧΟ.
εἰ μέν τι τῇδε λοιπὸν ἢ παρειμένον
ἔχεις γεγωνεῖν τῆς πολυφθόρου πλάνης, 820
λέγ’. εἰ δὲ πάντ’ εἴρηκας, ἡμῖν αὖ χάριν
δὸς ἣν πρὶν ᾐτούμεσθα. μέμνησαι δέ που.
ΠΡ.
τὸ πᾶν πορείας ἥδε τέρμ’ ἀκήκοεν.
ὅπως δ’ ἂν εἰδῇ μὴ μάτην κλύουσά μου,
ἃ πρὶν μολεῖν δεῦρ’ ἐκμεμόχθηκεν φράσω, 825
τεκμήριον τοῦτ’ αὐτὸ δοὺς μύθων ἐμῶν.
ὄχλον μὲν οὖν τὸν πλεῖστον ἐκλείψω λόγων,
πρὸς αὐτὸ δ’ εἶμι τέρμα σῶν πλανημάτων.
ἐπεὶ γὰρ ἦλθες πρὸς Μολοσσὰ γάπεδα,
τὴν αἰπύνωτόν τ’ ἀμφὶ Δωδώνην, ἵνα 830
μαντεῖα θᾶκός τ’ ἐστὶ Θεσπρωτοῦ Διός,
τέρας τ’ ἄπιστον, αἱ προσήγοροι δρύες,
ὑφ’ ὧν σὺ λαμπρῶς κοὐδὲν αἰνικτηρίως
προσηγορεύθης ἡ Διὸς κλεινὴ δάμαρ
μέλλουσ’ ἔσεσθαι. τῶνδε προσσαίνει σέ τι; 835
ἐντεῦθεν οἰστρήσασα τὴν παρακτίαν
κέλευθον ἦξας πρὸς μέγαν κόλπον Ῥέας,
ἀφ’ οὗ παλιμπλάγκτοισι χειμάζῃ δρόμοις.
χρόνον δὲ τὸν μέλλοντα πόντιος μυχός,
σαφῶς ἐπίστασ’, Ἰόνιος κεκλήσεται, 840
τῆς σῆς πορείας μνῆμα τοῖς πᾶσιν βροτοῖς.
σημεῖά σοι τάδ’ ἐστὶ τῆς ἐμῆς φρενός,
ὡς δέρκεται πλέον τι τοῦ πεφασμένου.
τὰ λοιπὰ δ’ ὑμῖν τῇδέ τ’ ἐς κοινὸν φράσω,
ἐς ταὐτὸν ἐλθὼν τῶν πάλαι λόγων ἴχνος. 845
ἔστιν πόλις Κάνωβος ἐσχάτη χθονός,
Νείλου πρὸς αὐτῷ στόματι καὶ προσχώματι.
ἐνταῦθα δή σε Ζεὺς τίθησιν ἔμφρονα
ἐπαφῶν ἀταρβεῖ χειρὶ καὶ θιγὼν μόνον.
ἐπώνυμον δὲ τῶν Διὸς γεννημάτων 850
τέξεις κελαινὸν Ἔπαφον, ὃς καρπώσεται
ὅσην πλατύῤῥους Νεῖλος ἀρδεύει χθόνα.
πέμπτη δ’ ἀπ’ αὐτοῦ γέννα πεντηκοντάπαις
πάλιν πρὸς Ἄργος οὐχ ἑκοῦσ’ ἐλεύσεται
θηλύσπορος, φεύγουσα συγγενῆ γάμον 855
ἀνεψιῶν. οἱ δ’ ἐπτοημένοι φρένας,
κίρκοι πελειῶν οὐ μακρὰν λελειμμένοι,
ἥξουσι θηρεύοντες οὐ θηρασίμους
γάμους, φθόνον δὲ σωμάτων ἕξει θεός.
Πελασγία δὲ δέξεται θηλυκτόνῳ 860
Ἄρει δαμέντων νυκτιφρουρήτῳ θράσει.
γυνὴ γὰρ ἄνδρ’ ἕκαστον αἰῶνος στερεῖ,
δίθηκτον ἐν σφαγαῖσι βάψασα ξίφος.
τοιάδ’ ἐπ’ ἐχθροὺς ἐμοὺς ἔλθοι Κύπρις.
μίαν δὲ παίδων ἵμερος θέλξει τὸ μὴ 865
κτεῖναι σύνευνον, ἀλλ’ ἀπαμβλυνθήσεται
γνώμην. δυοῖν δὲ θάτερον βουλήσεται,
κλύειν ἄναλκις μᾶλλον ἢ μιαιφόνος.
αὕτη κατ’ Ἄργος βασιλικὸν τέξει γένος.
μακροῦ λόγου δεῖ ταῦτ’ ἐπεξελθεῖν τορῶς. 870
σπορᾶς γε μὴν ἐκ τῆσδε φύσεται θρασὺς
τόξοισι κλεινός, ὃς πόνων ἐκ τῶνδ’ ἐμὲ
λύσει. τοιόνδε χρησμὸν ἡ παλαιγενὴς
μήτηρ ἐμοὶ διῆλθε Τιτανὶς Θέμις.
ὅπως δὲ χὤπη, ταῦτα δεῖ μακροῦ λόγου 875
εἰπεῖν, σύ τ’ οὐδὲν ἐκμαθοῦσα κερδανεῖς.
ΙΩ.
ἐλελεῦ, ἐλελεῦ,
ὑπό μ’ αὖ σφάκελος καὶ φρενοπληγεῖς
μανίαι θάλπουσ’, οἴστρου δ’ ἄρδις
χρίει μ’ ἄπυρος. 880
κραδία δὲ φόβῳ φρένα λακτίζει,
τροχοδινεῖται δ’ ὄμμαθ’ ἑλίγδην,
ἔξω δὲ δρόμου φέρομαι λύσσης
πνεύματι μάργῳ, γλώσσης ἀκρατής.
θολεροὶ δὲ λόγοι παίουσ’ εἰκῇ 885
στυγνῆς πρὸς κύμασιν ἄτης.

Στάσιμος γʹ (887 – 906)

ΧΟ.
ἦ σοφὸς ἦ σοφὸς ἦν {[στρ. α.}
ὃς πρῶτος ἐν γνώμᾳ τόδ’ ἐβάστασε καὶ γλώσ-
σᾳ διεμυθολόγησεν,
ὡς τὸ κηδεῦσαι καθ’ ἑαυτὸν ἀριστεύει μακρῷ, 890
καὶ μήτε τῶν πλούτῳ διαθρυπτομένων
μήτε τῶν γέννᾳ μεγαλυνομένων
ὄντα χερνήταν ἐραστεῦσαι γάμων.
μήποτε μήποτέ μ’, ὦ {[ἀντ. α.}
Μοῖραι <μακραίωνες>, λεχέων Διὸς εὐνά- 895
τειραν ἴδοισθε πέλουσαν.
μηδὲ πλαθείην γαμέτᾳ τινὶ τῶν ἐξ οὐρανοῦ.
ταρβῶ γὰρ ἀστεργάνορα παρθενίαν
εἰσορῶσ’ Ἰοῦς ἀμαλαπτομέναν
δυσπλάνοις Ἥρας ἀλατείαις πόνων. 900
ἐμοὶ δ’ ὅτε μὲν ὁμαλὸς ὁ γάμος, {[ἐπῳδ.}
ἄφοβος. ὃν δὲ δέδια, μὴ
κρεισσόνων [θεῶν] ἔρως ἄφυκτον ὄμμα προσδράκοι με.
ἀπόλεμος ὅδε γ’ ὁ πόλεμος, ἄπορα πόριμος. οὐδ’ 905
ἔχω τίς ἂν γενοίμαν.
τὰν Διὸς γὰρ οὐχ ὁρῶ μῆτιν ὅπα φύγοιμ’ ἄν.

Ἔξοδος (907 – 1093)

ΠΡ.
ἦ μὴν ἔτι Ζεύς, καίπερ αὐθάδης φρονῶν,
ἔσται ταπεινός, οἷον ἐξαρτύεται
γάμον γαμεῖν, ὃς αὐτὸν ἐκ τυραννίδος
θρόνων τ’ ἄιστον ἐκβαλεῖ. πατρὸς δ’ ἀρὰ 910
Κρόνου τότ’ ἤδη παντελῶς κρανθήσεται,
ἣν ἐκπίτνων ἠρᾶτο δηναιῶν θρόνων.
τοιῶνδε μόχθων ἐκτροπὴν οὐδεὶς θεῶν
δύναιτ’ ἂν αὐτῷ πλὴν ἐμοῦ δεῖξαι σαφῶς.
ἐγὼ τάδ’ οἶδα χὦ τρόπῳ. πρὸς ταῦτα νῦν 915
θαρσῶν καθήσθω τοῖς πεδαρσίοις κτύποις
πιστός, τινάσσων τ’ ἐν χεροῖν πύρπνουν βέλος.
οὐδὲν γὰρ αὐτῷ ταῦτ’ ἐπαρκέσει τὸ μὴ οὐ
πεσεῖν ἀτίμως πτώματ’ οὐκ ἀνασχετά.
τοῖον παλαιστὴν νῦν παρασκευάζεται 920
ἐπ’ αὐτὸς αὑτῷ, δυσμαχώτατον τέρας.
ὃς δὴ κεραυνοῦ κρείσσον’ εὑρήσει φλόγα,
βροντῆς θ’ ὑπερβάλλοντα καρτερὸν κτύπον,
θαλασσίαν τε γῆς τινάκτειραν νόσον,
τρίαιναν αἰχμὴν τὴν Ποσειδῶνος, σκεδᾷ. 925
πταίσας δὲ τῷδε πρὸς κακῷ μαθήσεται
ὅσον τό τ’ ἄρχειν καὶ τὸ δουλεύειν δίχα.
ΧΟ.
σύ θην ἃ χρῄζεις, ταῦτ’ ἐπιγλωσσᾷ Διός.
ΠΡ.
ἅπερ τελεῖται, πρὸς δ’ ἃ βούλομαι λέγω.
ΧΟ.
καὶ προσδοκᾶν χρὴ δεσπόσειν Ζηνός τινα; 930
ΠΡ.
καὶ τῶνδέ γ’ ἕξει δυσλοφωτέρους πόνους.
ΧΟ.
πῶς οὐχὶ ταρβεῖς τοιάδ’ ἐκρίπτων ἔπη;
ΠΡ.
τί δ’ ἂν φοβοίμην ὧ θανεῖν οὐ μόρσιμον;
ΧΟ.
ἀλλ’ ἆθλον ἄν σοι τοῦδ’ ἔτ’ ἀλγίω πόροι.
ΠΡ.
ὁ δ’ οὖν ποείτω. πάντα προσδοκητά μοι. 935
ΧΟ.
οἱ προσκυνοῦντες τὴν Ἀδράστειαν σοφοί.
ΠΡ.
σέβου, προσεύχου, θῶπτε τὸν κρατοῦντ’ ἀεί.
ἐμοὶ δ’ ἔλασσον Ζηνὸς ἢ μηδὲν μέλει.
δράτω, κρατείτω τόνδε τὸν βραχὺν χρόνον
ὅπως θέλει. δαρὸν γὰρ οὐκ ἄρξει θεοῖς. 940
ἀλλ’ εἰσορῶ γὰρ τόνδε τὸν Διὸς τρόχιν,
τὸν τοῦ τυράννου τοῦ νέου διάκονον.
πάντως τι καινὸν ἀγγελῶν ἐλήλυθεν.

ΕΡΜΗΣ
σὲ τὸν σοφιστήν, τὸν πικρῶς ὑπέρπικρον,
τὸν ἐξαμαρτόντ’ εἰς θεοὺς ἐφημέροις 945
πορόντα τιμάς, τὸν πυρὸς κλέπτην λέγω.
πατὴρ ἄνωγέ σ’ οὕστινας κομπεῖς γάμους
αὐδᾶν, πρὸς ὧν ἐκεῖνος ἐκπίπτει κράτους.
καὶ ταῦτα μέντοι μηδὲν αἰνικτηρίως,
ἀλλ’ αὔθ’ ἕκαστα φράζε. μηδέ μοι διπλᾶς 950
ὁδούς, Προμηθεῦ, προσβάλῃς. ὁρᾷς δ’ ὅτι
Ζεὺς τοῖς τοιούτοις οὐχὶ μαλθακίζεται.
ΠΡ.
σεμνόστομός γε καὶ φρονήματος πλέως
ὁ μῦθός ἐστιν, ὡς θεῶν ὑπηρέτου.
νέον νέοι κρατεῖτε καὶ δοκεῖτε δὴ 955
ναίειν ἀπενθῆ πέργαμ’. οὐκ ἐκ τῶνδ’ ἐγὼ
δισσοὺς τυράννους ἐκπεσόντας ᾐσθόμην;
τρίτον δὲ τὸν νῦν κοιρανοῦντ’ ἐπόψομαι
αἴσχιστα καὶ τάχιστα. μή τί σοι δοκῶ
ταρβεῖν ὑποπτήσσειν τε τοὺς νέους θεούς; 960
πολλοῦ γε καὶ τοῦ παντὸς ἐλλείπω. σὺ δὲ
κέλευθον ἥνπερ ἦλθες ἐγκόνει πάλιν.
πεύσῃ γὰρ οὐδὲν ὧν ἀνιστορεῖς ἐμέ.
ΕΡ.
τοιοῖσδε μέντοι καὶ πρὶν αὐθαδίσμασιν
ἐς τάσδε σαυτὸν πημονὰς καθώρμισας. 965
ΠΡ.
τῆς σῆς λατρείας τὴν ἐμὴν δυσπραξίαν,
σαφῶς ἐπίστασ’, οὐκ ἂν ἀλλάξαιμ’ ἐγώ.
ΕΡ.
κρεῖσσον γὰρ οἶμαι τῇδε λατρεύειν πέτρᾳ
ἢ πατρὶ φῦναι Ζηνὶ πιστὸν ἄγγελον;
ΠΡ.
οὕτως ὑβρίζειν τοὺς ὑβρίζοντας χρεών. 970
ΕΡ.
χλιδᾶν ἔοικας τοῖς παροῦσι πράγμασιν.
ΠΡ.
χλιδῶ χλιδῶντας ὧδε τοὺς ἐμοὺς ἐγὼ
ἐχθροὺς ἴδοιμι. καὶ σὲ δ’ ἐν τούτοις λέγω.
ΕΡ.
ἦ κἀμὲ γάρ τι συμφοραῖς ἐπαιτιᾷ
ΠΡ.
ἁπλῷ λόγῳ τοὺς πάντας ἐχθαίρω θεούς, 975
ὅσοι παθόντες εὖ κακοῦσί μ’ ἐκδίκως.
ΕΡ.
κλύω σ’ ἐγὼ μεμηνότ’ οὐ σμικρὰν νόσον.
ΠΡ.
νοσοῖμ’ ἄν, εἰ νόσημα τοὺς ἐχθροὺς στυγεῖν.
ΕΡ.
εἴης φορητὸς οὐκ ἄν, εἰ πράσσοις καλῶς.
ΠΡ.
ὤμοι. 980
ΕΡ.
<ὤμοι.> τόδε Ζεὺς τοὔπος οὐκ ἐπίσταται.
ΠΡ.
ἀλλ’ ἐκδιδάσκει πάνθ’ ὁ γηράσκων χρόνος.
ΕΡ.
καὶ μὴν σύ γ’ οὔπω σωφρονεῖν ἐπίστασαι.
ΠΡ.
σὲ γὰρ προσηύδων οὐκ ἂν ὄνθ’ ὑπηρέτην.
ΕΡ.
ἐρεῖν ἔοικας οὐδὲν ὧν χρῄζει πατήρ.
ΠΡ.
καὶ μὴν ὀφείλων γ’ ἂν τίνοιμ’ αὐτῷ χάριν. 985
ΕΡ.
ἐκερτόμησας δῆθεν ὥστε παῖδά με.
ΠΡ.
οὐ γὰρ σὺ παῖς τε κἄτι τοῦδ’ ἀνούστερος,
εἰ προσδοκᾷς ἐμοῦ τι πεύσεσθαι πάρα;
οὐκ ἔστιν αἴκισμ’ οὐδὲ μηχάνημ’ ὅτῳ
προτρέψεταί με Ζεὺς γεγωνῆσαι τάδε, 990
πρὶν ἂν χαλασθῇ δεσμὰ λυμαντήρια.
πρὸς ταῦτα ῥιπτέσθω μὲν αἰθαλοῦσσα φλόξ,
λευκοπτέρῳ δὲ νιφάδι καὶ βροντήμασι
χθονίοις κυκάτω πάντα καὶ ταρασσέτω.
γνάμψει γὰρ οὐδὲν τῶνδέ μ’ ὥστε καὶ φράσαι 995
πρὸς οὗ χρεών νιν ἐκπεσεῖν τυραννίδος.
ΕΡ.
ὅρα νυν εἴ σοι ταῦτ’ ἀρωγὰ φαίνεται.
ΠΡ.
ὦπται πάλαι δὴ καὶ βεβούλευται τάδε.
ΕΡ.
τόλμησον, ὦ μάταιε, τόλμησόν ποτε
πρὸς τὰς παρούσας πημονὰς ὀρθῶς φρονεῖν. 1000
ΠΡ.
ὀχλεῖς μάτην με κῦμ’ ὅπως παρηγορῶν.
εἰσελθέτω σε μήποθ’ ὡς ἐγὼ Διὸς
γνώμην φοβηθεὶς θηλύνους γενήσομαι,
καὶ λιπαρήσω τὸν μέγα στυγούμενον
γυναικομίμοις ὑπτιάσμασιν χερῶν 1005
λῦσαί με δεσμῶν τῶνδε. τοῦ παντὸς δέω.
ΕΡ.
λέγων ἔοικα πολλὰ καὶ μάτην ἐρεῖν.
τέγγῃ γὰρ οὐδὲν οὐδὲ μαλθάσσῃ λιταῖς
ἐμαῖς. δακὼν δὲ στόμιον ὡς νεοζυγὴς
πῶλος βιάζῃ καὶ πρὸς ἡνίας μάχῃ. 1010
ἀτὰρ σφοδρύνῃ γ’ ἀσθενεῖ σοφίσματι.
αὐθαδία γὰρ τῷ φρονοῦντι μὴ καλῶς
αὐτὴ καθ’ αὑτὴν οὐδενὸς μεῖζον σθένει.
σκέψαι δ’, ἐὰν μὴ τοῖς ἐμοῖς πεισθῇς λόγοις,
οἷός σε χειμὼν καὶ κακῶν τρικυμία 1015
ἔπεισ’ ἄφυκτος. πρῶτα μὲν γὰρ ὀκρίδα
φάραγγα βροντῇ καὶ κεραυνίᾳ φλογὶ
πατὴρ σπαράξει τήνδε, καὶ κρύψει δέμας
τὸ σόν, πετραία δ’ ἀγκάλη σε βαστάσει.
μακρὸν δὲ μῆκος ἐκτελευτήσας χρόνου 1020
ἄψοῤῥον ἥξεις εἰς φάος. Διὸς δέ σοι
πτηνὸς κύων, δαφοινὸς αἰετός, λάβρως
διαρταμήσει σώματος μέγα ῥάκος,
ἄκλητος ἕρπων δαιταλεὺς πανήμερος,
κελαινόβρωτον δ’ ἧπαρ ἐκθοινήσεται. 1025
τοιοῦδε μόχθου τέρμα μή τι προσδόκα,
πρὶν ἂν θεῶν τις διάδοχος τῶν σῶν πόνων
φανῇ, θελήσῃ τ’ εἰς ἀναύγητον μολεῖν
Ἅιδην κνεφαῖά τ’ ἀμφὶ Ταρτάρου βάθη.
πρὸς ταῦτα βούλευ’. ὡς ὅδ’ οὐ πεπλασμένος 1030
ὁ κόμπος, ἀλλὰ καὶ λίαν εἰρημένος.
ψευδηγορεῖν γὰρ οὐκ ἐπίσταται στόμα
τὸ Δῖον, ἀλλὰ πᾶν ἔπος τελεῖ. σὺ δὲ
πάπταινε καὶ φρόντιζε, μηδ’ αὐθαδίαν
εὐβουλίας ἀμείνον’ ἡγήσῃ ποτέ. 1035
ΧΟ.
ἡμῖν μὲν Ἑρμῆς οὐκ ἄκαιρα φαίνεται
λέγειν. ἄνωγε γάρ σε τὴν αὐθαδίαν
μεθέντ’ ἐρευνᾶν τὴν σοφὴν εὐβουλίαν.
πιθοῦ. σοφῷ γὰρ αἰσχρὸν ἐξαμαρτάνειν.

ΠΡ.
εἰδότι τοί μοι τάσδ’ ἀγγελίας 1040
ὅδ’ ἐθώυξεν, πάσχειν δὲ κακῶς
ἐχθρὸν ὑπ’ ἐχθρῶν οὐδὲν ἀεικές.
πρὸς ταῦτ’ ἐπ’ ἐμοὶ ῥιπτέσθω μὲν
πυρὸς ἀμφήκης βόστρυχος, αἰθὴρ δ’
ἐρεθιζέσθω βροντῇ σφακέλῳ τ’ 1045
ἀγρίων ἀνέμων. χθόνα δ’ ἐκ πυθμένων
αὐταῖς ῥίζαις πνεῦμα κραδαίνοι,
κῦμα δὲ πόντου τραχεῖ ῥοθίῳ
συγχώσειεν τῶν οὐρανίων
ἄστρων διόδους, εἴς τε κελαινὸν 1050
Τάρταρον ἄρδην ῥίψειε δέμας
τοὐμὸν ἀνάγκης στεῤῥαῖς δίναις.
πάντως ἐμέ γ’ οὐ θανατώσει.
ΕΡ.
τοιάδε μέντοι τῶν φρενοπλήκτων
βουλεύματ’ ἔπη τ’ ἔστιν ἀκοῦσαι. 1055
τί γὰρ ἐλλείπει μὴ <οὐ> παραπαίειν
ἡ τοῦδ’ εὐχή; τί χαλᾷ μανιῶν;
ἀλλ’ οὖν ὑμεῖς γ’ αἱ πημοσύναις
συγκάμνουσαι ταῖς τοῦδε τόπων
μετά ποι χωρεῖτ’ ἐκ τῶνδε θοῶς, 1060
μὴ φρένας ὑμῶν ἠλιθιώσῃ
βροντῆς μύκημ’ ἀτέραμνον.

ΧΟ.
ἄλλο τι φώνει καὶ παραμυθοῦ μ’
ὅ τι καὶ πείσεις. οὐ γὰρ δή που
τοῦτό γε τλητὸν παρέσυρας ἔπος. 1065
πῶς με κελεύεις κακότητ’ ἀσκεῖν;
μετὰ τοῦδ’ ὅ τι χρὴ πάσχειν ἐθέλω.
τοὺς προδότας γὰρ μισεῖν ἔμαθον,
κοὐκ ἔστι νόσος
τῆσδ’ ἥντιν’ ἀπέπτυσα μᾶλλον. 1070
ΕΡ.
ἀλλ’ οὖν μέμνησθ’ ἁγὼ προλέγω,
μηδὲ πρὸς ἄτης θηραθεῖσαι
μέμψησθε τύχην, μηδέ ποτ’ εἴπηθ’
ὡς Ζεὺς ὑμᾶς εἰς ἀπρόοπτον
πῆμ’ εἰσέβαλεν. μὴ δῆτ’, αὐταὶ δ’ 1075
ὑμᾶς αὐτάς. εἰδυῖαι γὰρ
κοὐκ ἐξαίφνης οὐδὲ λαθραίως
εἰς ἀπέρατον δίκτυον ἄτης
ἐμπλεχθήσεσθ’ ὑπ’ ἀνοίας.
ΠΡ.
καὶ μὴν ἔργῳ κοὐκέτι μύθῳ 1080
χθὼν σεσάλευται.
βρυχία δ’ ἠχὼ παραμυκᾶται
βροντῆς, ἕλικες δ’ ἐκλάμπουσι
στεροπῆς ζάπυροι, στρόμβοι δὲ κόνιν
εἱλίσσουσιν. σκιρτᾷ δ’ ἀνέμων 1085
πνεύματα πάντων εἰς ἄλληλα
στάσιν ἀντίπνουν [ἀποδεικνύμενα].
ξυντετάρακται δ’ αἰθὴρ πόντῳ.
τοιάδ’ ἐπ’ ἐμοὶ ῥιπὴ Διόθεν
τεύχουσα φόβον στείχει φανερῶς. 1090
ὦ μητρὸς ἐμῆς σέβας, ὦ πάντων
αἰθὴρ κοινὸν φάος εἱλίσσων,
ἐσορᾷς ὡς ἔκδικα πάσχω.

Ευθύφρων – Συγγραφέας: Πλάτων

Εὐθύφρων [2a] τί νεώτερον, ὦ Σώκρατες, γέγονεν, ὅτι σὺ τὰς ἐν Λυκείῳ καταλιπὼν διατριβὰς ἐνθάδε νῦν διατρίβεις περὶ τὴν τοῦ βασιλέως στοάν; οὐ γάρ που καὶ σοί γε δίκη τις οὖσα τυγχάνει πρὸς τὸν βασιλέα ὥσπερ ἐμοί.

Σωκράτης οὔτοι δὴ Ἀθηναῖοί γε, ὦ Εὐθύφρων, δίκην αὐτὴν καλοῦσιν ἀλλὰ γραφήν.

Εὐθύφρων [2b] τί φῄς; γραφὴν σέ τις, ὡς ἔοικε, γέγραπται· οὐ γὰρ ἐκεῖνό γε καταγνώσομαι, ὡς σὺ ἕτερον.

Σωκράτης οὐ γὰρ οὖν.

Εὐθύφρων ἀλλὰ σὲ ἄλλος;

Σωκράτης πάνυ γε.

Εὐθύφρων τίς οὗτος;

Σωκράτης οὐδ᾽ αὐτὸς πάνυ τι γιγνώσκω, ὦ Εὐθύφρων, τὸν ἄνδρα, νέος γάρ τίς μοι φαίνεται καὶ ἀγνώς· ὀνομάζουσι μέντοι αὐτόν, ὡς ἐγᾦμαι, Μέλητον. ἔστι δὲ τῶν δήμων Πιτθεύς, εἴ τινα νῷ ἔχεις Πιτθέα Μέλητον οἷον τετανότριχα καὶ οὐ πάνυ εὐγένειον, ἐπίγρυπον δέ.

Εὐθύφρων οὐκ ἐννοῶ, ὦ Σώκρατες· ἀλλὰ δὴ τίνα γραφήν [2c] σε γέγραπται;

Σωκράτης ἥντινα; οὐκ ἀγεννῆ, ἔμοιγε δοκεῖ· τὸ γὰρ νέον ὄντα τοσοῦτον πρᾶγμα ἐγνωκέναι οὐ φαῦλόν ἐστιν. ἐκεῖνος γάρ, ὥς φησιν, οἶδε τίνα τρόπον οἱ νέοι διαφθείρονται καὶ τίνες οἱ διαφθείροντες αὐτούς. καὶ κινδυνεύει σοφός τις εἶναι, καὶ τὴν ἐμὴν ἀμαθίαν κατιδὼν ὡς διαφθείροντος τοὺς ἡλικιώτας αὐτοῦ, ἔρχεται κατηγορήσων μου ὥσπερ πρὸς μητέρα πρὸς τὴν πόλιν. καὶ φαίνεταί μοι τῶν πολιτικῶν [2d] μόνος ἄρχεσθαι ὀρθῶς· ὀρθῶς γάρ ἐστι τῶν νέων πρῶτον ἐπιμεληθῆναι ὅπως ἔσονται ὅτι ἄριστοι, ὥσπερ γεωργὸν ἀγαθὸν τῶν νέων φυτῶν εἰκὸς πρῶτον ἐπιμεληθῆναι, μετὰ δὲ τοῦτο καὶ τῶν ἄλλων. καὶ δὴ καὶ Μέλητος ἴσως πρῶτον [3a] μὲν ἡμᾶς ἐκκαθαίρει τοὺς τῶν νέων τὰς βλάστας διαφθείροντας, ὥς φησιν· ἔπειτα μετὰ τοῦτο δῆλον ὅτι τῶν πρεσβυτέρων ἐπιμεληθεὶς πλείστων καὶ μεγίστων ἀγαθῶν αἴτιος τῇ πόλει γενήσεται, ὥς γε τὸ εἰκὸς συμβῆναι ἐκ τοιαύτης ἀρχῆς ἀρξαμένῳ.

Εὐθύφρων βουλοίμην ἄν, ὦ Σώκρατες, ἀλλ᾽ ὀῤῥωδῶ μὴ τοὐναντίον γένηται· ἀτεχνῶς γάρ μοι δοκεῖ ἀφ᾽ ἑστίας ἄρχεσθαι κακουργεῖν τὴν πόλιν, ἐπιχειρῶν ἀδικεῖν σέ. καί μοι λέγε, τί καὶ ποιοῦντά σέ φησι διαφθείρειν τοὺς νέους;

Σωκράτης [3b] ἄτοπα, ὦ θαυμάσιε, ὡς οὕτω γ᾽ ἀκοῦσαι. φησὶ γάρ με ποιητὴν εἶναι θεῶν, καὶ ὡς καινοὺς ποιοῦντα θεοὺς τοὺς δ᾽ ἀρχαίους οὐ νομίζοντα ἐγράψατο τούτων αὐτῶν ἕνεκα, ὥς φησιν.

Εὐθύφρων μανθάνω, ὦ Σώκρατες· ὅτι δὴ σὺ τὸ δαιμόνιον φῂς σαυτῷ ἑκάστοτε γίγνεσθαι. ὡς οὖν καινοτομοῦντός σου περὶ τὰ θεῖα γέγραπται ταύτην τὴν γραφήν, καὶ ὡς διαβαλῶν δὴ ἔρχεται εἰς τὸ δικαστήριον, εἰδὼς ὅτι εὐδιάβολα τὰ τοιαῦτα πρὸς τοὺς πολλούς. καὶ ἐμοῦ γάρ τοι, [3c] ὅταν τι λέγω ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ περὶ τῶν θείων, προλέγων αὐτοῖς τὰ μέλλοντα, καταγελῶσιν ὡς μαινομένου· καίτοι οὐδὲν ὅτι οὐκ ἀληθὲς εἴρηκα ὧν προεῖπον, ἀλλ᾽ ὅμως φθονοῦσιν ἡμῖν πᾶσι τοῖς τοιούτοις. ἀλλ᾽ οὐδὲν αὐτῶν χρὴ φροντίζειν, ἀλλ᾽ ὁμόσε ἰέναι.

Σωκράτης ὦ φίλε Εὐθύφρων, ἀλλὰ τὸ μὲν καταγελασθῆναι ἴσως οὐδὲν πρᾶγμα. Ἀθηναίοις γάρ τοι, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, οὐ σφόδρα μέλει ἄν τινα δεινὸν οἴωνται εἶναι, μὴ μέντοι διδασκαλικὸν τῆς αὑτοῦ σοφίας· ὃν δ᾽ ἂν καὶ ἄλλους οἴωνται [3d] ποιεῖν τοιούτους, θυμοῦνται, εἴτ᾽ οὖν φθόνῳ ὡς σὺ λέγεις, εἴτε δι᾽ ἄλλο τι.

Εὐθύφρων τούτου οὖν πέρι ὅπως ποτὲ πρὸς ἐμὲ ἔχουσιν, οὐ πάνυ ἐπιθυμῶ πειραθῆναι.

Σωκράτης ἴσως γὰρ σὺ μὲν δοκεῖς σπάνιον σεαυτὸν παρέχειν καὶ διδάσκειν οὐκ ἐθέλειν τὴν σεαυτοῦ σοφίαν· ἐγὼ δὲ φοβοῦμαι μὴ ὑπὸ φιλανθρωπίας δοκῶ αὐτοῖς ὅτιπερ ἔχω ἐκκεχυμένως παντὶ ἀνδρὶ λέγειν, οὐ μόνον ἄνευ μισθοῦ, ἀλλὰ καὶ προστιθεὶς ἂν ἡδέως εἴ τίς μου ἐθέλει ἀκούειν. εἰ μὲν οὖν, ὃ νυνδὴ ἔλεγον, μέλλοιέν μου καταγελᾶν ὥσπερ [3e] σὺ φῂς σαυτοῦ, οὐδὲν ἂν εἴη ἀηδὲς παίζοντας καὶ γελῶντας ἐν τῷ δικαστηρίῳ διαγαγεῖν· εἰ δὲ σπουδάσονται, τοῦτ᾽ ἤδη ὅπῃ ἀποβήσεται ἄδηλον πλὴν ὑμῖν τοῖς μάντεσιν.

Εὐθύφρων ἀλλ᾽ ἴσως οὐδὲν ἔσται, ὦ Σώκρατες, πρᾶγμα, ἀλλὰ σύ τε κατὰ νοῦν ἀγωνιῇ τὴν δίκην, οἶμαι δὲ καὶ ἐμὲ τὴν ἐμήν.

Σωκράτης ἔστιν δὲ δὴ σοί, ὦ Εὐθύφρων, τίς ἡ δίκη; φεύγεις αὐτὴν ἢ διώκεις;

Εὐθύφρων διώκω.

Σωκράτης τίνα;

Εὐθύφρων [4a] ὃν διώκων αὖ δοκῶ μαίνεσθαι.

Σωκράτης τί δέ; πετόμενόν τινα διώκεις;

Εὐθύφρων πολλοῦ γε δεῖ πέτεσθαι, ὅς γε τυγχάνει ὢν εὖ μάλα πρεσβύτης.

Σωκράτης τίς οὗτος;

Εὐθύφρων ὁ ἐμὸς πατήρ.

Σωκράτης ὁ σός, ὦ βέλτιστε;

Εὐθύφρων πάνυ μὲν οὖν.

Σωκράτης ἔστιν δὲ τί τὸ ἔγκλημα καὶ τίνος ἡ δίκη;

Εὐθύφρων φόνου, ὦ Σώκρατες.

Σωκράτης Ἡράκλεις. ἦ που, ὦ Εὐθύφρων, ἀγνοεῖται ὑπὸ τῶν πολλῶν ὅπῃ ποτὲ ὀρθῶς ἔχει· οὐ γὰρ οἶμαί γε τοῦ ἐπιτυχόντος [4b] [ὀρθῶς] αὐτὸ πρᾶξαι ἀλλὰ πόῤῥω που ἤδη σοφίας ἐλαύνοντος.

Εὐθύφρων πόῤῥω μέντοι νὴ Δία, ὦ Σώκρατες.

Σωκράτης ἔστιν δὲ δὴ τῶν οἰκείων τις ὁ τεθνεὼς ὑπὸ τοῦ σοῦ πατρός; ἢ δῆλα δή; οὐ γὰρ ἄν που ὑπέρ γε ἀλλοτρίου ἐπεξῇσθα φόνου αὐτῷ.

Εὐθύφρων γελοῖον, ὦ Σώκρατες, ὅτι οἴει τι διαφέρειν εἴτε ἀλλότριος εἴτε οἰκεῖος ὁ τεθνεώς, ἀλλ᾽ οὐ τοῦτο μόνον δεῖν φυλάττειν, εἴτε ἐν δίκῃ ἔκτεινεν ὁ κτείνας εἴτε μή, καὶ εἰ μὲν ἐν δίκῃ, ἐᾶν, εἰ δὲ μή, ἐπεξιέναι, ἐάνπερ ὁ κτείνας συνέστιός [4c] σοι καὶ ὁμοτράπεζος ᾖ· ἴσον γὰρ τὸ μίασμα γίγνεται ἐὰν συνῇς τῷ τοιούτῳ συνειδὼς καὶ μὴ ἀφοσιοῖς σεαυτόν τε καὶ ἐκεῖνον τῇ δίκῃ ἐπεξιών. ἐπεὶ ὅ γε ἀποθανὼν πελάτης τις ἦν ἐμός, καὶ ὡς ἐγεωργοῦμεν ἐν τῇ Νάξῳ, ἐθήτευεν ἐκεῖ παρ᾽ ἡμῖν. παροινήσας οὖν καὶ ὀργισθεὶς τῶν οἰκετῶν τινι τῶν ἡμετέρων ἀποσφάττει αὐτόν. ὁ οὖν πατὴρ συνδήσας τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ, καταβαλὼν εἰς τάφρον τινά, πέμπει δεῦρο ἄνδρα πευσόμενον τοῦ ἐξηγητοῦ ὅτι χρείη [4d] ποιεῖν. ἐν δὲ τούτῳ τῷ χρόνῳ τοῦ δεδεμένου ὠλιγώρει τε καὶ ἠμέλει ὡς ἀνδροφόνου καὶ οὐδὲν ὂν πρᾶγμα εἰ καὶ ἀποθάνοι, ὅπερ οὖν καὶ ἔπαθεν· ὑπὸ γὰρ λιμοῦ καὶ ῥίγους καὶ τῶν δεσμῶν ἀποθνῄσκει πρὶν τὸν ἄγγελον παρὰ τοῦ ἐξηγητοῦ ἀφικέσθαι. ταῦτα δὴ οὖν καὶ ἀγανακτεῖ ὅ τε πατὴρ καὶ οἱ ἄλλοι οἰκεῖοι, ὅτι ἐγὼ ὑπὲρ τοῦ ἀνδροφόνου τῷ πατρὶ φόνου ἐπεξέρχομαι οὔτε ἀποκτείναντι, ὥς φασιν ἐκεῖνοι, οὔτ᾽ εἰ ὅτι μάλιστα ἀπέκτεινεν, ἀνδροφόνου γε ὄντος τοῦ ἀποθανόντος, οὐ δεῖν φροντίζειν ὑπὲρ τοῦ τοιούτου–ἀνόσιον [4e] γὰρ εἶναι τὸ ὑὸν πατρὶ φόνου ἐπεξιέναι–κακῶς εἰδότες, ὦ Σώκρατες, τὸ θεῖον ὡς ἔχει τοῦ ὁσίου τε πέρι καὶ τοῦ ἀνοσίου.

Σωκράτης σὺ δὲ δὴ πρὸς Διός, ὦ Εὐθύφρων, οὑτωσὶ ἀκριβῶς οἴει ἐπίστασθαι περὶ τῶν θείων ὅπῃ ἔχει, καὶ τῶν ὁσίων τε καὶ ἀνοσίων, ὥστε τούτων οὕτω πραχθέντων ὡς σὺ λέγεις, οὐ φοβῇ δικαζόμενος τῷ πατρὶ ὅπως μὴ αὖ σὺ ἀνόσιον πρᾶγμα τυγχάνῃς πράττων;

Εὐθύφρων οὐδὲν γὰρ ἄν μου ὄφελος εἴη, ὦ Σώκρατες, οὐδέ [5a] τῳ ἂν διαφέροι Εὐθύφρων τῶν πολλῶν ἀνθρώπων, εἰ μὴ τὰ τοιαῦτα πάντα ἀκριβῶς εἰδείην.

Σωκράτης ἆρ᾽ οὖν μοι, ὦ θαυμάσιε Εὐθύφρων, κράτιστόν ἐστι μαθητῇ σῷ γενέσθαι, καὶ πρὸ τῆς γραφῆς τῆς πρὸς Μέλητον αὐτὰ ταῦτα προκαλεῖσθαι αὐτόν, λέγοντα ὅτι ἔγωγε καὶ ἐν τῷ ἔμπροσθεν χρόνῳ τὰ θεῖα περὶ πολλοῦ ἐποιούμην εἰδέναι, καὶ νῦν ἐπειδή με ἐκεῖνος αὐτοσχεδιάζοντά φησι καὶ καινοτομοῦντα περὶ τῶν θείων ἐξαμαρτάνειν, μαθητὴς δὴ γέγονα σός — “καὶ εἰ μέν, ὦ Μέλητε”, φαίην ἄν, “Εὐθύφρονα ὁμολογεῖς [5b] σοφὸν εἶναι τὰ τοιαῦτα, [καὶ] ὀρθῶς νομίζειν καὶ ἐμὲ ἡγοῦ καὶ μὴ δικάζου· εἰ δὲ μή, ἐκείνῳ τῷ διδασκάλῳ λάχε δίκην πρότερον ἢ ἐμοί, ὡς τοὺς πρεσβυτέρους διαφθείροντι ἐμέ τε καὶ τὸν αὑτοῦ πατέρα, ἐμὲ μὲν διδάσκοντι, ἐκεῖνον δὲ νουθετοῦντί τε καὶ κολάζοντι” –καὶ ἂν μή μοι πείθηται μηδὲ ἀφίῃ τῆς δίκης ἢ ἀντ᾽ ἐμοῦ γράφηται σέ, αὐτὰ ταῦτα λέγειν ἐν τῷ δικαστηρίῳ ἃ προυκαλούμην αὐτόν;

Εὐθύφρων ναὶ μὰ Δία, ὦ Σώκρατες, εἰ ἄρα ἐμὲ ἐπιχειρήσειε [5c] γράφεσθαι, εὕροιμ᾽ ἄν, ὡς οἶμαι, ὅπῃ σαθρός ἐστιν, καὶ πολὺ ἂν ἡμῖν πρότερον περὶ ἐκείνου λόγος ἐγένετο ἐν τῷ δικαστηρίῳ ἢ περὶ ἐμοῦ.

Σωκράτης καὶ ἐγώ τοι, ὦ φίλε ἑταῖρε, ταῦτα γιγνώσκων μαθητὴς ἐπιθυμῶ γενέσθαι σός, εἰδὼς ὅτι καὶ ἄλλος πού τις καὶ ὁ Μέλητος οὗτος σὲ μὲν οὐδὲ δοκεῖ ὁρᾶν, ἐμὲ δὲ οὕτως ὀξέως [ἀτεχνῶς] καὶ ῥᾳδίως κατεῖδεν ὥστε ἀσεβείας ἐγράψατο. νῦν οὖν πρὸς Διὸς λέγε μοι ὃ νυνδὴ σαφῶς εἰδέναι διισχυρίζου, ποῖόν τι τὸ εὐσεβὲς φῂς εἶναι καὶ τὸ ἀσεβὲς [5d] καὶ περὶ φόνου καὶ περὶ τῶν ἄλλων; ἢ οὐ ταὐτόν ἐστιν ἐν πάσῃ πράξει τὸ ὅσιον αὐτὸ αὑτῷ, καὶ τὸ ἀνόσιον αὖ τοῦ μὲν ὁσίου παντὸς ἐναντίον, αὐτὸ δὲ αὑτῷ ὅμοιον καὶ ἔχον μίαν τινὰ ἰδέαν κατὰ τὴν ἀνοσιότητα πᾶν ὅτιπερ ἂν μέλλῃ ἀνόσιον εἶναι;

Εὐθύφρων πάντως δήπου, ὦ Σώκρατες.

Σωκράτης λέγε δή, τί φῂς εἶναι τὸ ὅσιον καὶ τί τὸ ἀνόσιον;

Εὐθύφρων λέγω τοίνυν ὅτι τὸ μὲν ὅσιόν ἐστιν ὅπερ ἐγὼ νῦν ποιῶ, τῷ ἀδικοῦντι ἢ περὶ φόνους ἢ περὶ ἱερῶν κλοπὰς ἤ τι ἄλλο τῶν τοιούτων ἐξαμαρτάνοντι ἐπεξιέναι, ἐάντε πατὴρ [5e] ὢν τυγχάνῃ ἐάντε μήτηρ ἐάντε ἄλλος ὁστισοῦν, τὸ δὲ μὴ ἐπεξιέναι ἀνόσιον· ἐπεί, ὦ Σώκρατες, θέασαι ὡς μέγα σοι ἐρῶ τεκμήριον τοῦ νόμου ὅτι οὕτως ἔχει–ὃ καὶ ἄλλοις ἤδη εἶπον, ὅτι ταῦτα ὀρθῶς ἂν εἴη οὕτω γιγνόμενα–μὴ ἐπιτρέπειν τῷ ἀσεβοῦντι μηδ᾽ ἂν ὁστισοῦν τυγχάνῃ ὤν. αὐτοὶ γὰρ οἱ ἄνθρωποι τυγχάνουσι νομίζοντες τὸν Δία τῶν θεῶν ἄριστον καὶ δικαιότατον, [6a] καὶ τοῦτον ὁμολογοῦσι τὸν αὑτοῦ πατέρα δῆσαι ὅτι τοὺς ὑεῖς κατέπινεν οὐκ ἐν δίκῃ, κἀκεῖνόν γε αὖ τὸν αὑτοῦ πατέρα ἐκτεμεῖν δι᾽ ἕτερα τοιαῦτα· ἐμοὶ δὲ χαλεπαίνουσιν ὅτι τῷ πατρὶ ἐπεξέρχομαι ἀδικοῦντι, καὶ οὕτως αὐτοὶ αὑτοῖς τὰ ἐναντία λέγουσι περί τε τῶν θεῶν καὶ περὶ ἐμοῦ.

Σωκράτης ἆρά γε, ὦ Εὐθύφρων, τοῦτ᾽ ἔστιν [οὗ] οὕνεκα τὴν γραφὴν φεύγω, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἐπειδάν τις περὶ τῶν θεῶν λέγῃ, δυσχερῶς πως ἀποδέχομαι; διὸ δή, ὡς ἔοικε, φήσει τίς με ἐξαμαρτάνειν. νῦν οὖν εἰ καὶ σοὶ ταῦτα συνδοκεῖ τῷ [6b] εὖ εἰδότι περὶ τῶν τοιούτων, ἀνάγκη δή, ὡς ἔοικε, καὶ ἡμῖν συγχωρεῖν. τί γὰρ καὶ φήσομεν, οἵ γε καὶ αὐτοὶ ὁμολογοῦμεν περὶ αὐτῶν μηδὲν εἰδέναι; ἀλλά μοι εἰπὲ πρὸς Φιλίου, σὺ ὡς ἀληθῶς ἡγῇ ταῦτα οὕτως γεγονέναι;

Εὐθύφρων καὶ ἔτι γε τούτων θαυμασιώτερα, ὦ Σώκρατες, ἃ οἱ πολλοὶ οὐκ ἴσασιν.

Σωκράτης καὶ πόλεμον ἆρα ἡγῇ σὺ εἶναι τῷ ὄντι ἐν τοῖς θεοῖς πρὸς ἀλλήλους, καὶ ἔχθρας γε δεινὰς καὶ μάχας καὶ ἄλλα τοιαῦτα πολλά, οἷα λέγεταί τε ὑπὸ τῶν ποιητῶν, καὶ ὑπὸ τῶν [6c] ἀγαθῶν γραφέων τά τε ἄλλα ἱερὰ ἡμῖν καταπεποίκιλται, καὶ δὴ καὶ τοῖς μεγάλοις Παναθηναίοις ὁ πέπλος μεστὸς τῶν τοιούτων ποικιλμάτων ἀνάγεται εἰς τὴν ἀκρόπολιν; ταῦτα ἀληθῆ φῶμεν εἶναι, ὦ Εὐθύφρων;

Εὐθύφρων μὴ μόνον γε, ὦ Σώκρατες, ἀλλ᾽ ὅπερ ἄρτι εἶπον, καὶ ἄλλα σοι ἐγὼ πολλά, ἐάνπερ βούλῃ, περὶ τῶν θείων διηγήσομαι, ἃ σὺ ἀκούων εὖ οἶδ᾽ ὅτι ἐκπλαγήσῃ.

Σωκράτης οὐκ ἂν θαυμάζοιμι. ἀλλὰ ταῦτα μέν μοι εἰς αὖθις ἐπὶ σχολῆς διηγήσῃ• νυνὶ δὲ ὅπερ ἄρτι σε ἠρόμην πειρῶ [6d] σαφέστερον εἰπεῖν. οὐ γάρ με, ὦ ἑταῖρε, τὸ πρότερον ἱκανῶς ἐδίδαξας ἐρωτήσαντα τὸ ὅσιον ὅτι ποτ᾽ εἴη, ἀλλά μοι εἶπες ὅτι τοῦτο τυγχάνει ὅσιον ὂν ὃ σὺ νῦν ποιεῖς, φόνου ἐπεξιὼν τῷ πατρί.

Εὐθύφρων καὶ ἀληθῆ γε ἔλεγον, ὦ Σώκρατες.

Σωκράτης ἴσως. ἀλλὰ γάρ, ὦ Εὐθύφρων, καὶ ἄλλα πολλὰ φῂς εἶναι ὅσια.

Εὐθύφρων καὶ γὰρ ἔστιν.

Σωκράτης μέμνησαι οὖν ὅτι οὐ τοῦτό σοι διεκελευόμην, ἕν τι ἢ δύο με διδάξαι τῶν πολλῶν ὁσίων, ἀλλ᾽ ἐκεῖνο αὐτὸ τὸ εἶδος ᾧ πάντα τὰ ὅσια ὅσιά ἐστιν; ἔφησθα γάρ που μιᾷ ἰδέᾳ [6e] τά τε ἀνόσια ἀνόσια εἶναι καὶ τὰ ὅσια ὅσια· ἢ οὐ μνημονεύεις;

Εὐθύφρων ἔγωγε.

Σωκράτης ταύτην τοίνυν με αὐτὴν δίδαξον τὴν ἰδέαν τίς ποτέ ἐστιν, ἵνα εἰς ἐκείνην ἀποβλέπων καὶ χρώμενος αὐτῇ παραδείγματι, ὃ μὲν ἂν τοιοῦτον ᾖ ὧν ἂν ἢ σὺ ἢ ἄλλος τις πράττῃ φῶ ὅσιον εἶναι, ὃ δ᾽ ἂν μὴ τοιοῦτον, μὴ φῶ.

Εὐθύφρων ἀλλ᾽ εἰ οὕτω βούλει, ὦ Σώκρατες, καὶ οὕτω σοι φράσω.

Σωκράτης ἀλλὰ μὴν βούλομαί γε.

Εὐθύφρων ἔστι τοίνυν τὸ μὲν τοῖς θεοῖς προσφιλὲς ὅσιον, τὸ [7a] δὲ μὴ προσφιλὲς ἀνόσιον.

Σωκράτης παγκάλως, ὦ Εὐθύφρων, καὶ ὡς ἐγὼ ἐζήτουν ἀποκρίνασθαί σε, οὕτω νῦν ἀπεκρίνω. εἰ μέντοι ἀληθῶς, τοῦτο οὔπω οἶδα, ἀλλὰ σὺ δῆλον ὅτι ἐπεκδιδάξεις ὡς ἔστιν ἀληθῆ ἃ λέγεις.

Εὐθύφρων πάνυ μὲν οὖν.

Σωκράτης φέρε δή, ἐπισκεψώμεθα τί λέγομεν. τὸ μὲν θεοφιλές τε καὶ θεοφιλὴς ἄνθρωπος ὅσιος, τὸ δὲ θεομισὲς καὶ ὁ θεομισὴς ἀνόσιος· οὐ ταὐτὸν δ᾽ ἐστίν, ἀλλὰ τὸ ἐναντιώτατον, τὸ ὅσιον τῷ ἀνοσίῳ· οὐχ οὕτως;

Εὐθύφρων οὕτω μὲν οὖν.

Σωκράτης καὶ εὖ γε φαίνεται εἰρῆσθαι;

Εὐθύφρων [7b] δοκῶ, ὦ Σώκρατες. [εἴρηται γάρ.]

Σωκράτης οὐκοῦν καὶ ὅτι στασιάζουσιν οἱ θεοί, ὦ Εὐθύφρων, καὶ διαφέρονται ἀλλήλοις καὶ ἔχθρα ἐστὶν ἐν αὐτοῖς πρὸς ἀλλήλους, καὶ τοῦτο εἴρηται;

Εὐθύφρων εἴρηται γάρ.

Σωκράτης ἔχθραν δὲ καὶ ὀργάς, ὦ ἄριστε, ἡ περὶ τίνων διαφορὰ ποιεῖ; ὧδε δὲ σκοπῶμεν. ἆρ᾽ ἂν εἰ διαφεροίμεθα ἐγώ τε καὶ σὺ περὶ ἀριθμοῦ ὁπότερα πλείω, ἡ περὶ τούτων διαφορὰ ἐχθροὺς ἂν ἡμᾶς ποιοῖ καὶ ὀργίζεσθαι ἀλλήλοις, ἢ ἐπὶ λογισμὸν ἐλθόντες περί γε τῶν τοιούτων ταχὺ ἂν [7c] ἀπαλλαγεῖμεν;

Εὐθύφρων πάνυ γε.

Σωκράτης οὐκοῦν καὶ περὶ τοῦ μείζονος καὶ ἐλάττονος εἰ διαφεροίμεθα, ἐπὶ τὸ μετρεῖν ἐλθόντες ταχὺ παυσαίμεθ᾽ ἂν τῆς διαφορᾶς;

Εὐθύφρων ἔστι ταῦτα.

Σωκράτης καὶ ἐπί γε τὸ ἱστάναι ἐλθόντες, ὡς ἐγᾦμαι, περὶ τοῦ βαρυτέρου τε καὶ κουφοτέρου διακριθεῖμεν ἄν;

Εὐθύφρων πῶς γὰρ οὔ;

Σωκράτης περὶ τίνος δὲ δὴ διενεχθέντες καὶ ἐπὶ τίνα κρίσιν οὐ δυνάμενοι ἀφικέσθαι ἐχθροί γε ἂν ἀλλήλοις εἶμεν καὶ ὀργιζοίμεθα; ἴσως οὐ πρόχειρόν σοί ἐστιν, ἀλλ᾽ ἐμοῦ λέγοντος [7d] σκόπει εἰ τάδε ἐστὶ τό τε δίκαιον καὶ τὸ ἄδικον καὶ καλὸν καὶ αἰσχρὸν καὶ ἀγαθὸν καὶ κακόν. ἆρα οὐ ταῦτά ἐστιν περὶ ὧν διενεχθέντες καὶ οὐ δυνάμενοι ἐπὶ ἱκανὴν κρίσιν αὐτῶν ἐλθεῖν ἐχθροὶ ἀλλήλοις γιγνόμεθα, ὅταν γιγνώμεθα, καὶ ἐγὼ καὶ σὺ καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι πάντες;

Εὐθύφρων ἀλλ᾽ ἔστιν αὕτη ἡ διαφορά, ὦ Σώκρατες, καὶ περὶ τούτων.

Σωκράτης τί δὲ οἱ θεοί, ὦ Εὐθύφρων; οὐκ εἴπερ τι διαφέρονται, δι᾽ αὐτὰ ταῦτα διαφέροιντ᾽ ἄν;

Εὐθύφρων πολλὴ ἀνάγκη.

Σωκράτης [7e] καὶ τῶν θεῶν ἄρα, ὦ γενναῖε Εὐθύφρων, ἄλλοι ἄλλα δίκαια ἡγοῦνται κατὰ τὸν σὸν λόγον, καὶ καλὰ καὶ αἰσχρὰ καὶ ἀγαθὰ καὶ κακά· οὐ γὰρ ἄν που ἐστασίαζον ἀλλήλοις εἰ μὴ περὶ τούτων διεφέροντο· ἦ γάρ;

Εὐθύφρων ὀρθῶς λέγεις.

Σωκράτης οὐκοῦν ἅπερ καλὰ ἡγοῦνται ἕκαστοι καὶ ἀγαθὰ καὶ δίκαια, ταῦτα καὶ φιλοῦσιν, τὰ δὲ ἐναντία τούτων μισοῦσιν;

Εὐθύφρων πάνυ γε.

Σωκράτης ταὐτὰ δέ γε, ὡς σὺ φῄς, οἱ μὲν δίκαια ἡγοῦνται, [8a] οἱ δὲ ἄδικα, περὶ ἃ καὶ ἀμφισβητοῦντες στασιάζουσί τε καὶ πολεμοῦσιν ἀλλήλοις• ἆρα οὐχ οὕτω;

Εὐθύφρων οὕτω.

Σωκράτης ταὔτ᾽ ἄρα, ὡς ἔοικεν, μισεῖταί τε ὑπὸ τῶν θεῶν καὶ φιλεῖται, καὶ θεομισῆ τε καὶ θεοφιλῆ ταὔτ᾽ ἂν εἴη.

Εὐθύφρων ἔοικεν.

Σωκράτης καὶ ὅσια ἄρα καὶ ἀνόσια τὰ αὐτὰ ἂν εἴη, ὦ Εὐθύφρων, τούτῳ τῷ λόγῳ.

Εὐθύφρων κινδυνεύει.

Σωκράτης οὐκ ἄρα ὃ ἠρόμην ἀπεκρίνω, ὦ θαυμάσιε. οὐ γὰρ τοῦτό γε ἠρώτων, ὃ τυγχάνει ταὐτὸν ὂν ὅσιόν τε καὶ ἀνόσιον· ὃ δ᾽ ἂν θεοφιλὲς ᾖ καὶ θεομισές ἐστιν, ὡς ἔοικεν. [8b] ὥστε, ὦ Εὐθύφρων, ὃ σὺ νῦν ποιεῖς τὸν πατέρα κολάζων, οὐδὲν θαυμαστὸν εἰ τοῦτο δρῶν τῷ μὲν Διὶ προσφιλὲς ποιεῖς, τῷ δὲ Κρόνῳ καὶ τῷ Οὐρανῷ ἐχθρόν, καὶ τῷ μὲν Ἡφαίστῳ φίλον, τῇ δὲ Ἥρᾳ ἐχθρόν, καὶ εἴ τις ἄλλος τῶν θεῶν ἕτερος ἑτέρῳ διαφέρεται περὶ αὐτοῦ, καὶ ἐκείνοις κατὰ τὰ αὐτά.

Εὐθύφρων ἀλλ᾽ οἶμαι, ὦ Σώκρατες, περί γε τούτου τῶν θεῶν οὐδένα ἕτερον ἑτέρῳ διαφέρεσθαι, ὡς οὐ δεῖ δίκην διδόναι ἐκεῖνον ὃς ἂν ἀδίκως τινὰ ἀποκτείνῃ.

Σωκράτης τί δέ; ἀνθρώπων, ὦ Εὐθύφρων, ἤδη τινὸς ἤκουσας [8c] ἀμφισβητοῦντος ὡς τὸν ἀδίκως ἀποκτείναντα ἢ ἄλλο ἀδίκως ποιοῦντα ὁτιοῦν οὐ δεῖ δίκην διδόναι;

Εὐθύφρων οὐδὲν μὲν οὖν παύονται ταῦτα ἀμφισβητοῦντες καὶ ἄλλοθι καὶ ἐν τοῖς δικαστηρίοις· ἀδικοῦντες γὰρ πάμπολλα, πάντα ποιοῦσι καὶ λέγουσι φεύγοντες τὴν δίκην.

Σωκράτης ἦ καὶ ὁμολογοῦσιν, ὦ Εὐθύφρων, ἀδικεῖν, καὶ ὁμολογοῦντες ὅμως οὐ δεῖν φασὶ σφᾶς διδόναι δίκην;

Εὐθύφρων οὐδαμῶς τοῦτό γε.

Σωκράτης οὐκ ἄρα πᾶν γε ποιοῦσι καὶ λέγουσι· τοῦτο γὰρ οἶμαι οὐ τολμῶσι λέγειν οὐδ᾽ ἀμφισβητεῖν, ὡς οὐχὶ εἴπερ [8d] ἀδικοῦσί γε δοτέον δίκην, ἀλλ᾽ οἶμαι οὔ φασιν ἀδικεῖν· ἦ γάρ;

Εὐθύφρων ἀληθῆ λέγεις.

Σωκράτης οὐκ ἄρα ἐκεῖνό γε ἀμφισβητοῦσιν, ὡς οὐ τὸν ἀδικοῦντα δεῖ διδόναι δίκην, ἀλλ᾽ ἐκεῖνο ἴσως ἀμφισβητοῦσιν, τὸ τίς ἐστιν ὁ ἀδικῶν καὶ τί δρῶν καὶ πότε.

Εὐθύφρων ἀληθῆ λέγεις.

Σωκράτης οὐκοῦν αὐτά γε ταῦτα καὶ οἱ θεοὶ πεπόνθασιν, εἴπερ στασιάζουσι περὶ τῶν δικαίων καὶ ἀδίκων ὡς ὁ σὸς λόγος, καὶ οἱ μέν φασιν ἀλλήλους ἀδικεῖν, οἱ δὲ οὔ φασιν; ἐπεὶ ἐκεῖνό γε δήπου, ὦ θαυμάσιε, οὐδεὶς οὔτε θεῶν οὔτε [8e] ἀνθρώπων τολμᾷ λέγειν, ὡς οὐ τῷ γε ἀδικοῦντι δοτέον δίκην.

Εὐθύφρων ναί, τοῦτο μὲν ἀληθὲς λέγεις, ὦ Σώκρατες, τό γε κεφάλαιον.

Σωκράτης ἀλλ᾽ ἕκαστόν γε οἶμαι, ὦ Εὐθύφρων, τῶν πραχθέντων ἀμφισβητοῦσιν οἱ ἀμφισβητοῦντες, καὶ ἄνθρωποι καὶ θεοί, εἴπερ ἀμφισβητοῦσιν θεοί· πράξεώς τινος πέρι διαφερόμενοι οἱ μὲν δικαίως φασὶν αὐτὴν πεπρᾶχθαι, οἱ δὲ ἀδίκως· ἆρ᾽ οὐχ οὕτω;

Εὐθύφρων πάνυ γε.

Σωκράτης [9a] ἴθι νυν, ὦ φίλε Εὐθύφρων, δίδαξον καὶ ἐμέ, ἵνα σοφώτερος γένωμαι, τί σοι τεκμήριόν ἐστιν ὡς πάντες θεοὶ ἡγοῦνται ἐκεῖνον ἀδίκως τεθνάναι, ὃς ἂν θητεύων ἀνδροφόνος γενόμενος, συνδεθεὶς ὑπὸ τοῦ δεσπότου τοῦ ἀποθανόντος, φθάσῃ τελευτήσας διὰ τὰ δεσμὰ πρὶν τὸν συνδήσαντα παρὰ τῶν ἐξηγητῶν περὶ αὐτοῦ πυθέσθαι τί χρὴ ποιεῖν, καὶ ὑπὲρ τοῦ τοιούτου δὴ ὀρθῶς ἔχει ἐπεξιέναι καὶ ἐπισκήπτεσθαι φόνου τὸν ὑὸν τῷ πατρί; ἴθι, περὶ τούτων πειρῶ τί μοι [9b] σαφὲς ἐνδείξασθαι ὡς παντὸς μᾶλλον πάντες θεοὶ ἡγοῦνται ὀρθῶς ἔχειν ταύτην τὴν πρᾶξιν· κἄν μοι ἱκανῶς ἐνδείξῃ, ἐγκωμιάζων σε ἐπὶ σοφίᾳ οὐδέποτε παύσομαι.

Εὐθύφρων ἀλλ᾽ ἴσως οὐκ ὀλίγον ἔργον ἐστίν, ὦ Σώκρατες, ἐπεὶ πάνυ γε σαφῶς ἔχοιμι ἂν ἐπιδεῖξαί σοι.

Σωκράτης μανθάνω· ὅτι σοι δοκῶ τῶν δικαστῶν δυσμαθέστερος εἶναι, ἐπεὶ ἐκείνοις γε ἐνδείξῃ δῆλον ὅτι ὡς ἄδικά τέ ἐστιν καὶ οἱ θεοὶ ἅπαντες τὰ τοιαῦτα μισοῦσιν.

Εὐθύφρων πάνυ γε σαφῶς, ὦ Σώκρατες, ἐάνπερ ἀκούωσί γέ μου λέγοντος.

Σωκράτης [9c] ἀλλ᾽ ἀκούσονται. ἐάνπερ εὖ δοκῇς λέγειν. τόδε δέ σου ἐνενόησα ἅμα λέγοντος καὶ πρὸς ἐμαυτὸν σκοπῶ· “εἰ ὅτι μάλιστά με Εὐθύφρων διδάξειεν ὡς οἱ θεοὶ ἅπαντες τὸν τοιοῦτον θάνατον ἡγοῦνται ἄδικον εἶναι, τί μᾶλλον ἐγὼ μεμάθηκα παρ᾽ Εὐθύφρονος τί ποτ᾽ ἐστὶν τὸ ὅσιόν τε καὶ τὸ ἀνόσιον; θεομισὲς μὲν γὰρ τοῦτο τὸ ἔργον, ὡς ἔοικεν, εἴη ἄν. ἀλλὰ γὰρ οὐ τούτῳ ἐφάνη ἄρτι ὡρισμένα τὸ ὅσιον καὶ μή· τὸ γὰρ θεομισὲς ὂν καὶ θεοφιλὲς ἐφάνη”. ὥστε τούτου μὲν ἀφίημί σε, ὦ Εὐθύφρων· εἰ βούλει, πάντες αὐτὸ [9d] ἡγείσθων θεοὶ ἄδικον καὶ πάντες μισούντων. ἀλλ᾽ ἆρα τοῦτο ὃ νῦν ἐπανορθούμεθα ἐν τῷ λόγῳ–ὡς ὃ μὲν ἂν πάντες οἱ θεοὶ μισῶσιν ἀνόσιόν ἐστιν, ὃ δ᾽ ἂν φιλῶσιν, ὅσιον· ὃ δ᾽ ἂν οἱ μὲν φιλῶσιν οἱ δὲ μισῶσιν, οὐδέτερα ἢ ἀμφότερα–ἆρ᾽ οὕτω βούλει ἡμῖν ὡρίσθαι νῦν περὶ τοῦ ὁσίου καὶ τοῦ ἀνοσίου;

Εὐθύφρων τί γὰρ κωλύει, ὦ Σώκρατες;

Σωκράτης οὐδὲν ἐμέ γε, ὦ Εὐθύφρων, ἀλλὰ σὺ δὴ τὸ σὸν σκόπει, εἰ τοῦτο ὑποθέμενος οὕτω ῥᾷστά με διδάξεις ὃ ὑπέσχου.

Εὐθύφρων [9e] ἀλλ᾽ ἔγωγε φαίην ἂν τοῦτο εἶναι τὸ ὅσιον ὃ ἂν πάντες οἱ θεοὶ φιλῶσιν, καὶ τὸ ἐναντίον, ὃ ἂν πάντες θεοὶ μισῶσιν, ἀνόσιον.

Σωκράτης οὐκοῦν ἐπισκοπῶμεν αὖ τοῦτο, ὦ Εὐθύφρων, εἰ καλῶς λέγεται, ἢ ἐῶμεν καὶ οὕτω ἡμῶν τε αὐτῶν ἀποδεχώμεθα καὶ τῶν ἄλλων, ἐὰν μόνον φῇ τίς τι ἔχειν οὕτω συγχωροῦντες ἔχειν; ἢ σκεπτέον τί λέγει ὁ λέγων;

Εὐθύφρων σκεπτέον· οἶμαι μέντοι ἔγωγε τοῦτο νυνὶ καλῶς λέγεσθαι.

Σωκράτης [10a] τάχ᾽, ὠγαθέ, βέλτιον εἰσόμεθα. ἐννόησον γὰρ τὸ τοιόνδε· ἆρα τὸ ὅσιον ὅτι ὅσιόν ἐστιν φιλεῖται ὑπὸ τῶν θεῶν, ἢ ὅτι φιλεῖται ὅσιόν ἐστιν;

Εὐθύφρων οὐκ οἶδ᾽ ὅτι λέγεις, ὦ Σώκρατες.

Σωκράτης ἀλλ᾽ ἐγὼ πειράσομαι σαφέστερον φράσαι. λέγομέν τι φερόμενον καὶ φέρον καὶ ἀγόμενον καὶ ἄγον καὶ ὁρώμενον καὶ ὁρῶν καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα μανθάνεις ὅτι ἕτερα ἀλλήλων ἐστὶ καὶ ᾗ ἕτερα;

Εὐθύφρων ἔγωγέ μοι δοκῶ μανθάνειν.

Σωκράτης οὐκοῦν καὶ φιλούμενόν τί ἐστιν καὶ τούτου ἕτερον τὸ φιλοῦν;

Εὐθύφρων πῶς γὰρ οὔ;

Σωκράτης [10b] λέγε δή μοι, πότερον τὸ φερόμενον διότι φέρεται φερόμενόν ἐστιν, ἢ δι᾽ ἄλλο τι;

Εὐθύφρων οὔκ, ἀλλὰ διὰ τοῦτο.

Σωκράτης καὶ τὸ ἀγόμενον δὴ διότι ἄγεται, καὶ τὸ ὁρώμενον διότι ὁρᾶται;

Εὐθύφρων πάνυ γε.

Σωκράτης οὐκ ἄρα διότι ὁρώμενόν γέ ἐστιν, διὰ τοῦτο ὁρᾶται, ἀλλὰ τὸ ἐναντίον διότι ὁρᾶται, διὰ τοῦτο ὁρώμενον· οὐδὲ διότι ἀγόμενόν ἐστιν, διὰ τοῦτο ἄγεται, ἀλλὰ διότι ἄγεται, διὰ τοῦτο ἀγόμενον· οὐδὲ διότι φερόμενον φέρεται, ἀλλὰ διότι φέρεται φερόμενον. ἆρα κατάδηλον, ὦ Εὐθύφρων, ὃ [10c] βούλομαι λέγειν; βούλομαι δὲ τόδε, ὅτι εἴ τι γίγνεται ἤ τι πάσχει, οὐχ ὅτι γιγνόμενόν ἐστι γίγνεται, ἀλλ᾽ ὅτι γίγνεται γιγνόμενόν ἐστιν· οὐδ᾽ ὅτι πάσχον ἐστὶ πάσχει, ἀλλ᾽ ὅτι πάσχει πάσχον ἐστίν· ἢ οὐ συγχωρεῖς οὕτω;

Εὐθύφρων ἔγωγε.

Σωκράτης οὐκοῦν καὶ τὸ φιλούμενον ἢ γιγνόμενόν τί ἐστιν ἢ πάσχον τι ὑπό του;

Εὐθύφρων πάνυ γε.

Σωκράτης καὶ τοῦτο ἄρα οὕτως ἔχει ὥσπερ τὰ πρότερα· οὐχ ὅτι φιλούμενόν ἐστιν φιλεῖται ὑπὸ ὧν φιλεῖται, ἀλλ᾽ ὅτι φιλεῖται φιλούμενον;

Εὐθύφρων ἀνάγκη.

Σωκράτης [10d] τί δὴ οὖν λέγομεν περὶ τοῦ ὁσίου, ὦ Εὐθύφρων; ἄλλο τι φιλεῖται ὑπὸ θεῶν πάντων, ὡς ὁ σὸς λόγος;

Εὐθύφρων ναί.

Σωκράτης ἆρα διὰ τοῦτο, ὅτι ὅσιόν ἐστιν, ἢ δι᾽ ἄλλο τι;

Εὐθύφρων οὔκ, ἀλλὰ διὰ τοῦτο.

Σωκράτης διότι ἄρα ὅσιόν ἐστιν φιλεῖται, ἀλλ᾽ οὐχ ὅτι φιλεῖται, διὰ τοῦτο ὅσιόν ἐστιν;

Εὐθύφρων ἔοικεν.

Σωκράτης ἀλλὰ μὲν δὴ διότι γε φιλεῖται ὑπὸ θεῶν φιλούμενόν ἐστι καὶ θεοφιλές.

Εὐθύφρων πῶς γὰρ οὔ;

Σωκράτης οὐκ ἄρα τὸ θεοφιλὲς ὅσιόν ἐστιν, ὦ Εὐθύφρων, οὐδὲ τὸ ὅσιον θεοφιλές, ὡς σὺ λέγεις, ἀλλ᾽ ἕτερον τοῦτο τούτου.

Εὐθύφρων [10e] πῶς δή, ὦ Σώκρατες;

Σωκράτης ὅτι ὁμολογοῦμεν τὸ μὲν ὅσιον διὰ τοῦτο φιλεῖσθαι, ὅτι ὅσιόν ἐστιν, ἀλλ᾽ οὐ διότι φιλεῖται ὅσιον εἶναι· ἦ γάρ;

Εὐθύφρων ναί.

Σωκράτης τὸ δέ γε θεοφιλὲς ὅτι φιλεῖται ὑπὸ θεῶν, αὐτῷ τούτῳ τῷ φιλεῖσθαι θεοφιλὲς εἶναι, ἀλλ᾽ οὐχ ὅτι θεοφιλές, διὰ τοῦτο φιλεῖσθαι.

Εὐθύφρων ἀληθῆ λέγεις.

Σωκράτης ἀλλ᾽ εἴ γε ταὐτὸν ἦν, ὦ φίλε Εὐθύφρων, τὸ θεοφιλὲς καὶ τὸ ὅσιον, εἰ μὲν διὰ τὸ ὅσιον εἶναι ἐφιλεῖτο τὸ [11a] ὅσιον, καὶ διὰ τὸ θεοφιλὲς εἶναι ἐφιλεῖτο ἂν τὸ θεοφιλές, εἰ δὲ διὰ τὸ φιλεῖσθαι ὑπὸ θεῶν τὸ θεοφιλὲς θεοφιλὲς ἦν, καὶ τὸ ὅσιον ἂν διὰ τὸ φιλεῖσθαι ὅσιον ἦν· νῦν δὲ ὁρᾷς ὅτι ἐναντίως ἔχετον, ὡς παντάπασιν ἑτέρω ὄντε ἀλλήλων. τὸ μὲν γάρ, ὅτι φιλεῖται, ἐστὶν οἷον φιλεῖσθαι· τὸ δ᾽ ὅτι ἐστὶν οἷον φιλεῖσθαι, διὰ τοῦτο φιλεῖται. καὶ κινδυνεύεις, ὦ Εὐθύφρων, ἐρωτώμενος τὸ ὅσιον ὅτι ποτ᾽ ἐστίν, τὴν μὲν οὐσίαν μοι αὐτοῦ οὐ βούλεσθαι δηλῶσαι, πάθος δέ τι περὶ αὐτοῦ λέγειν, ὅτι πέπονθε τοῦτο τὸ ὅσιον, φιλεῖσθαι ὑπὸ πάντων [11b] θεῶν· ὅτι δὲ ὄν, οὔπω εἶπες. εἰ οὖν σοι φίλον, μή με ἀποκρύψῃ ἀλλὰ πάλιν εἰπὲ ἐξ ἀρχῆς τί ποτε ὂν τὸ ὅσιον εἴτε φιλεῖται ὑπὸ θεῶν εἴτε ὁτιδὴ πάσχει–οὐ γὰρ περὶ τούτου διοισόμεθα–ἀλλ᾽ εἰπὲ προθύμως τί ἐστιν τό τε ὅσιον καὶ τὸ ἀνόσιον;

Εὐθύφρων ἀλλ᾽, ὦ Σώκρατες, οὐκ ἔχω ἔγωγε ὅπως σοι εἴπω ὃ νοῶ· περιέρχεται γάρ πως ἡμῖν ἀεὶ ὃ ἂν προθώμεθα καὶ οὐκ ἐθέλει μένειν ὅπου ἂν ἱδρυσώμεθα αὐτό.

Σωκράτης τοῦ ἡμετέρου προγόνου, ὦ Εὐθύφρων, ἔοικεν εἶναι [11c] Δαιδάλου τὰ ὑπὸ σοῦ λεγόμενα. καὶ εἰ μὲν αὐτὰ ἐγὼ ἔλεγον καὶ ἐτιθέμην, ἴσως ἄν με ἐπέσκωπτες ὡς ἄρα καὶ ἐμοὶ κατὰ τὴν ἐκείνου συγγένειαν τὰ ἐν τοῖς λόγοις ἔργα ἀποδιδράσκει καὶ οὐκ ἐθέλει μένειν ὅπου ἄν τις αὐτὰ θῇ• νῦν δὲ σαὶ γὰρ αἱ ὑποθέσεις εἰσίν. ἄλλου δή τινος δεῖ σκώμματος• οὐ γὰρ ἐθέλουσι σοὶ μένειν, ὡς καὶ αὐτῷ σοι δοκεῖ.

Εὐθύφρων ἐμοὶ δὲ δοκεῖ σχεδόν τι τοῦ αὐτοῦ σκώμματος, ὦ Σώκρατες, δεῖσθαι τὰ λεγόμενα• τὸ γὰρ περιιέναι αὐτοῖς τοῦτο καὶ μὴ μένειν ἐν τῷ αὐτῷ οὐκ ἐγώ εἰμι ὁ ἐντιθείς, [11d] ἀλλὰ σύ μοι δοκεῖς ὁ Δαίδαλος, ἐπεὶ ἐμοῦ γε ἕνεκα ἔμενεν ἂν ταῦτα οὕτως.

Σωκράτης κινδυνεύω ἄρα, ὦ ἑταῖρε, ἐκείνου τοῦ ἀνδρὸς δεινότερος γεγονέναι τὴν τέχνην τοσούτῳ, ὅσῳ ὁ μὲν τὰ αὑτοῦ μόνα ἐποίει οὐ μένοντα, ἐγὼ δὲ πρὸς τοῖς ἐμαυτοῦ, ὡς ἔοικε, καὶ τὰ ἀλλότρια. καὶ δῆτα τοῦτό μοι τῆς τέχνης ἐστὶ κομψότατον, ὅτι ἄκων εἰμὶ σοφός• ἐβουλόμην γὰρ ἄν μοι τοὺς λόγους μένειν καὶ ἀκινήτως ἱδρῦσθαι μᾶλλον ἢ πρὸς τῇ [11e] Δαιδάλου σοφίᾳ τὰ Ταντάλου χρήματα γενέσθαι. καὶ τούτων μὲν ἅδην• ἐπειδὴ δέ μοι δοκεῖς σὺ τρυφᾶν, αὐτός σοι συμπροθυμήσομαι [δεῖξαι] ὅπως ἄν με διδάξῃς περὶ τοῦ ὁσίου. καὶ μὴ προαποκάμῃς· ἰδὲ γὰρ εἰ οὐκ ἀναγκαῖόν σοι δοκεῖ δίκαιον εἶναι πᾶν τὸ ὅσιον.

Εὐθύφρων ἔμοιγε.

Σωκράτης ἆρ᾽ οὖν καὶ πᾶν τὸ δίκαιον ὅσιον; ἢ τὸ μὲν ὅσιον [12a] πᾶν δίκαιον, τὸ δὲ δίκαιον οὐ πᾶν ὅσιον, ἀλλὰ τὸ μὲν αὐτοῦ ὅσιον, τὸ δέ τι καὶ ἄλλο;

Εὐθύφρων οὐχ ἕπομαι, ὦ Σώκρατες, τοῖς λεγομένοις.

Σωκράτης καὶ μὴν νεώτερός γέ μου εἶ οὐκ ἔλαττον ἢ ὅσῳ σοφώτερος· ἀλλ᾽, ὃ λέγω, τρυφᾷς ὑπὸ πλούτου τῆς σοφίας. ἀλλ᾽, ὦ μακάριε, σύντεινε σαυτόν· καὶ γὰρ οὐδὲ χαλεπὸν κατανοῆσαι ὃ λέγω. λέγω γὰρ δὴ τὸ ἐναντίον ἢ ὁ ποιητὴς ἐποίησεν ὁ ποιήσας–

Ζῆνα δὲ τὸν [θ᾽] ἔρξαντα καὶ ὃς τάδε πάντ᾽ ἐφύτευσεν [12b] οὐκ ἐθέλει νεικεῖν· ἵνα γὰρ δέος ἔνθα καὶ αἰδώς. (Stasinus Cypria Fr. 20)

ἐγὼ οὖν τούτῳ διαφέρομαι τῷ ποιητῇ. εἴπω σοι ὅπῃ;

Εὐθύφρων πάνυ γε.

Σωκράτης οὐ δοκεῖ μοι εἶναι “ἵνα δέος ἔνθα καὶ αἰδώς” πολλοὶ γάρ μοι δοκοῦσι καὶ νόσους καὶ πενίας καὶ ἄλλα πολλὰ τοιαῦτα δεδιότες δεδιέναι μέν, αἰδεῖσθαι δὲ μηδὲν ταῦτα ἃ δεδίασιν· οὐ καὶ σοὶ δοκεῖ;

Εὐθύφρων πάνυ γε.

Σωκράτης ἀλλ᾽ ἵνα γε αἰδὼς ἔνθα καὶ δέος εἶναι· ἐπεὶ ἔστιν ὅστις αἰδούμενός τι πρᾶγμα καὶ αἰσχυνόμενος οὐ πεφόβηταί [12c] τε καὶ δέδοικεν ἅμα δόξαν πονηρίας;

Εὐθύφρων δέδοικε μὲν οὖν.

Σωκράτης οὐκ ἄρ᾽ ὀρθῶς ἔχει λέγειν· “ἵνα γὰρ δέος ἔνθα καὶ αἰδώς”, ἀλλ᾽ ἵνα μὲν αἰδὼς ἔνθα καὶ δέος, οὐ μέντοι ἵνα γε δέος πανταχοῦ αἰδώς· ἐπὶ πλέον γὰρ οἶμαι δέος αἰδοῦς. μόριον γὰρ αἰδὼς δέους ὥσπερ ἀριθμοῦ περιττόν, ὥστε οὐχ ἵναπερ ἀριθμὸς ἔνθα καὶ περιττόν, ἵνα δὲ περιττὸν ἔνθα καὶ ἀριθμός. ἕπῃ γάρ που νῦν γε;

Εὐθύφρων πάνυ γε.

Σωκράτης τὸ τοιοῦτον τοίνυν καὶ ἐκεῖ λέγων ἠρώτων· ἆρα ἵνα [12d] δίκαιον ἔνθα καὶ ὅσιον; ἢ ἵνα μὲν ὅσιον ἔνθα καὶ δίκαιον, ἵνα δὲ δίκαιον οὐ πανταχοῦ ὅσιον· μόριον γὰρ τοῦ δικαίου τὸ ὅσιον; οὕτω φῶμεν ἢ ἄλλως σοι δοκεῖ;

Εὐθύφρων οὔκ, ἀλλ᾽ οὕτω. φαίνῃ γάρ μοι ὀρθῶς λέγειν.

Σωκράτης ὅρα δὴ τὸ μετὰ τοῦτο. εἰ γὰρ μέρος τὸ ὅσιον τοῦ δικαίου, δεῖ δὴ ἡμᾶς, ὡς ἔοικεν, ἐξευρεῖν τὸ ποῖον μέρος ἂν εἴη τοῦ δικαίου τὸ ὅσιον. εἰ μὲν οὖν σύ με ἠρώτας τι τῶν νυνδή, οἷον ποῖον μέρος ἐστὶν ἀριθμοῦ τὸ ἄρτιον καὶ τίς ὢν τυγχάνει οὗτος ὁ ἀριθμός, εἶπον ἂν ὅτι ὃς ἂν μὴ σκαληνὸς ᾖ ἀλλ᾽ ἰσοσκελής· ἢ οὐ δοκεῖ σοι;

Εὐθύφρων ἔμοιγε.

Σωκράτης [12e] πειρῶ δὴ καὶ σὺ ἐμὲ οὕτω διδάξαι τὸ ποῖον μέρος τοῦ δικαίου ὅσιόν ἐστιν, ἵνα καὶ Μελήτῳ λέγωμεν μηκέθ᾽ ἡμᾶς ἀδικεῖν μηδὲ ἀσεβείας γράφεσθαι, ὡς ἱκανῶς ἤδη παρὰ σοῦ μεμαθηκότας τά τε εὐσεβῆ καὶ ὅσια καὶ τὰ μή.

Εὐθύφρων τοῦτο τοίνυν ἔμοιγε δοκεῖ, ὦ Σώκρατες, τὸ μέρος τοῦ δικαίου εἶναι εὐσεβές τε καὶ ὅσιον, τὸ περὶ τὴν τῶν θεῶν θεραπείαν, τὸ δὲ περὶ τὴν τῶν ἀνθρώπων τὸ λοιπὸν εἶναι τοῦ δικαίου μέρος.

Σωκράτης καὶ καλῶς γέ μοι, ὦ Εὐθύφρων, φαίνῃ λέγειν, ἀλλὰ [13a] σμικροῦ τινος ἔτι ἐνδεής εἰμι· τὴν γὰρ θεραπείαν οὔπω συνίημι ἥντινα ὀνομάζεις. οὐ γάρ που λέγεις γε, οἷαίπερ καὶ αἱ περὶ τὰ ἄλλα θεραπεῖαί εἰσιν, τοιαύτην καὶ περὶ θεούς– λέγομεν γάρ που–οἷόν φαμεν ἵππους οὐ πᾶς ἐπίσταται θεραπεύειν ἀλλὰ ὁ ἱππικός· ἦ γάρ;

Εὐθύφρων πάνυ γε.

Σωκράτης ἡ γάρ που ἱππικὴ ἵππων θεραπεία.

Εὐθύφρων ναί.

Σωκράτης οὐδέ γε κύνας πᾶς ἐπίσταται θεραπεύειν ἀλλὰ ὁ κυνηγετικός.

Εὐθύφρων οὕτω.

Σωκράτης ἡ γάρ που κυνηγετικὴ κυνῶν θεραπεία.

Εὐθύφρων [13b] ναί.

Σωκράτης ἡ δέ γε βοηλατικὴ βοῶν.

Εὐθύφρων πάνυ γε.

Σωκράτης ἡ δὲ δὴ ὁσιότης τε καὶ εὐσέβεια θεῶν, ὦ Εὐθύφρων; οὕτω λέγεις;

Εὐθύφρων ἔγωγε.

Σωκράτης οὐκοῦν θεραπεία γε πᾶσα ταὐτὸν διαπράττεται; οἷον τοιόνδε· ἐπ᾽ ἀγαθῷ τινί ἐστι καὶ ὠφελίᾳ τοῦ θεραπευομένου, ὥσπερ ὁρᾷς δὴ ὅτι οἱ ἵπποι ὑπὸ τῆς ἱππικῆς θεραπευόμενοι ὠφελοῦνται καὶ βελτίους γίγνονται· ἢ οὐ δοκοῦσί σοι;

Εὐθύφρων ἔμοιγε.

Σωκράτης καὶ οἱ κύνες γέ που ὑπὸ τῆς κυνηγετικῆς, καὶ οἱ [13c] βόες ὑπὸ τῆς βοηλατικῆς, καὶ τἆλλα πάντα ὡσαύτως· ἢ ἐπὶ βλάβῃ οἴει τοῦ θεραπευομένου τὴν θεραπείαν εἶναι;

Εὐθύφρων μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγε.

Σωκράτης ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ὠφελίᾳ;

Εὐθύφρων πῶς δ᾽ οὔ;

Σωκράτης ἦ οὖν καὶ ἡ ὁσιότης θεραπεία οὖσα θεῶν ὠφελία τέ ἐστι θεῶν καὶ βελτίους τοὺς θεοὺς ποιεῖ; καὶ σὺ τοῦτο συγχωρήσαις ἄν, ὡς ἐπειδάν τι ὅσιον ποιῇς, βελτίω τινὰ τῶν θεῶν ἀπεργάζῃ;

Εὐθύφρων μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγε.

Σωκράτης οὐδὲ γὰρ ἐγώ, ὦ Εὐθύφρων, οἶμαί σε τοῦτο λέγειν –πολλοῦ καὶ δέω–ἀλλὰ τούτου δὴ ἕνεκα καὶ ἀνηρόμην [13d] τίνα ποτὲ λέγοις τὴν θεραπείαν τῶν θεῶν, οὐχ ἡγούμενός σε τοιαύτην λέγειν.

Εὐθύφρων καὶ ὀρθῶς γε, ὦ Σώκρατες· οὐ γὰρ τοιαύτην λέγω.

Σωκράτης εἶεν· ἀλλὰ τίς δὴ θεῶν θεραπεία εἴη ἂν ἡ ὁσιότης;

Εὐθύφρων ἥνπερ, ὦ Σώκρατες, οἱ δοῦλοι τοὺς δεσπότας θεραπεύουσιν.

Σωκράτης μανθάνω· ὑπηρετική τις ἄν, ὡς ἔοικεν, εἴη θεοῖς.

Εὐθύφρων πάνυ μὲν οὖν.

Σωκράτης ἔχοις ἂν οὖν εἰπεῖν ἡ ἰατροῖς ὑπηρετικὴ εἰς τίνος ἔργου ἀπεργασίαν τυγχάνει οὖσα ὑπηρετική; οὐκ εἰς ὑγιείας οἴει;

Εὐθύφρων ἔγωγε.

Σωκράτης [13e] τί δὲ ἡ ναυπηγοῖς ὑπηρετική; εἰς τίνος ἔργου ἀπεργασίαν ὑπηρετική ἐστιν;

Εὐθύφρων δῆλον ὅτι, ὦ Σώκρατες, εἰς πλοίου.

Σωκράτης καὶ ἡ οἰκοδόμοις γέ που εἰς οἰκίας;

Εὐθύφρων ναί.

Σωκράτης εἰπὲ δή, ὦ ἄριστε· ἡ δὲ θεοῖς ὑπηρετικὴ εἰς τίνος ἔργου ἀπεργασίαν ὑπηρετικὴ ἂν εἴη; δῆλον γὰρ ὅτι σὺ οἶσθα, ἐπειδήπερ τά γε θεῖα κάλλιστα φῂς εἰδέναι ἀνθρώπων.

Εὐθύφρων καὶ ἀληθῆ γε λέγω, ὦ Σώκρατες.

Σωκράτης εἰπὲ δὴ πρὸς Διὸς τί ποτέ ἐστιν ἐκεῖνο τὸ πάγκαλον ἔργον ὃ οἱ θεοὶ ἀπεργάζονται ἡμῖν ὑπηρέταις χρώμενοι;

Εὐθύφρων πολλὰ καὶ καλά, ὦ Σώκρατες.

Σωκράτης [14a] καὶ γὰρ οἱ στρατηγοί, ὦ φίλε· ἀλλ᾽ ὅμως τὸ κεφάλαιον αὐτῶν ῥᾳδίως ἂν εἴποις, ὅτι νίκην ἐν τῷ πολέμῳ ἀπεργάζονται· ἢ οὔ;

Εὐθύφρων πῶς δ᾽ οὔ;

Σωκράτης πολλὰ δέ γ᾽, οἶμαι, καὶ καλὰ καὶ οἱ γεωργοί· ἀλλ᾽ ὅμως τὸ κεφάλαιον αὐτῶν ἐστιν τῆς ἀπεργασίας ἡ ἐκ τῆς γῆς τροφή.

Εὐθύφρων πάνυ γε.

Σωκράτης τί δὲ δὴ τῶν πολλῶν καὶ καλῶν ἃ οἱ θεοὶ ἀπεργάζονται; τί τὸ κεφάλαιόν ἐστι τῆς ἐργασίας;

Εὐθύφρων καὶ ὀλίγον σοι πρότερον εἶπον, ὦ Σώκρατες, ὅτι [14b] πλείονος ἔργου ἐστὶν ἀκριβῶς πάντα ταῦτα ὡς ἔχει μαθεῖν· τόδε μέντοι σοι ἁπλῶς λέγω, ὅτι ἐὰν μὲν κεχαρισμένα τις ἐπίστηται τοῖς θεοῖς λέγειν τε καὶ πράττειν εὐχόμενός τε καὶ θύων, ταῦτ᾽ ἔστι τὰ ὅσια, καὶ σῴζει τὰ τοιαῦτα τούς τε ἰδίους οἴκους καὶ τὰ κοινὰ τῶν πόλεων· τὰ δ᾽ ἐναντία τῶν κεχαρισμένων ἀσεβῆ, ἃ δὴ καὶ ἀνατρέπει ἅπαντα καὶ ἀπόλλυσιν.

Σωκράτης ἦ πολύ μοι διὰ βραχυτέρων, ὦ Εὐθύφρων, εἰ ἐβούλου, εἶπες ἂν τὸ κεφάλαιον ὧν ἠρώτων· ἀλλὰ γὰρ οὐ [14c] πρόθυμός με εἶ διδάξαι–δῆλος εἶ. καὶ γὰρ νῦν ἐπειδὴ ἐπ᾽ αὐτῷ ἦσθα ἀπετράπου, ὃ εἰ ἀπεκρίνω, ἱκανῶς ἂν ἤδη παρὰ σοῦ τὴν ὁσιότητα ἐμεμαθήκη. νῦν δὲ ἀνάγκη γὰρ τὸν ἐρῶντα τῷ ἐρωμένῳ ἀκολουθεῖν ὅπῃ ἂν ἐκεῖνος ὑπάγῃ, τί δὴ αὖ λέγεις τὸ ὅσιον εἶναι καὶ τὴν ὁσιότητα; οὐχὶ ἐπιστήμην τινὰ τοῦ θύειν τε καὶ εὔχεσθαι;

Εὐθύφρων ἔγωγε.

Σωκράτης οὐκοῦν τὸ θύειν δωρεῖσθαί ἐστι τοῖς θεοῖς, τὸ δ᾽ εὔχεσθαι αἰτεῖν τοὺς θεούς;

Εὐθύφρων καὶ μάλα, ὦ Σώκρατες.

Σωκράτης [14d] ἐπιστήμη ἄρα αἰτήσεως καὶ δόσεως θεοῖς ὁσιότης ἂν εἴη ἐκ τούτου τοῦ λόγου.

Εὐθύφρων πάνυ καλῶς, ὦ Σώκρατες, συνῆκας ὃ εἶπον.

Σωκράτης ἐπιθυμητὴς γάρ εἰμι, ὦ φίλε, τῆς σῆς σοφίας καὶ προσέχω τὸν νοῦν αὐτῇ, ὥστε οὐ χαμαὶ πεσεῖται ὅτι ἂν εἴπῃς. ἀλλά μοι λέξον τίς αὕτη ἡ ὑπηρεσία ἐστὶ τοῖς θεοῖς; αἰτεῖν τε φῂς αὐτοὺς καὶ διδόναι ἐκείνοις;

Εὐθύφρων ἔγωγε.

Σωκράτης ἆρ᾽ οὖν οὐ τό γε ὀρθῶς αἰτεῖν ἂν εἴη ὧν δεόμεθα παρ᾽ ἐκείνων, ταῦτα αὐτοὺς αἰτεῖν;

Εὐθύφρων ἀλλὰ τί;

Σωκράτης [14e] καὶ αὖ τὸ διδόναι ὀρθῶς, ὧν ἐκεῖνοι τυγχάνουσιν δεόμενοι παρ᾽ ἡμῶν, ταῦτα ἐκείνοις αὖ ἀντιδωρεῖσθαι; οὐ γάρ που τεχνικόν γ᾽ ἂν εἴη δωροφορεῖν διδόντα τῳ ταῦτα ὧν οὐδὲν δεῖται.

Εὐθύφρων ἀληθῆ λέγεις, ὦ Σώκρατες.

Σωκράτης ἐμπορικὴ ἄρα τις ἂν εἴη, ὦ Εὐθύφρων, τέχνη ἡ ὁσιότης θεοῖς καὶ ἀνθρώποις παρ᾽ ἀλλήλων.

Εὐθύφρων ἐμπορική, εἰ οὕτως ἥδιόν σοι ὀνομάζειν.

Σωκράτης ἀλλ᾽ οὐδὲν ἥδιον ἔμοιγε, εἰ μὴ τυγχάνει ἀληθὲς ὄν. φράσον δέ μοι, τίς ἡ ὠφελία τοῖς θεοῖς τυγχάνει οὖσα ἀπὸ τῶν δώρων ὧν παρ᾽ ἡμῶν λαμβάνουσιν; ἃ μὲν γὰρ διδόασι [15a] παντὶ δῆλον· οὐδὲν γὰρ ἡμῖν ἐστιν ἀγαθὸν ὅτι ἂν μὴ ἐκεῖνοι δῶσιν. ἃ δὲ παρ᾽ ἡμῶν λαμβάνουσιν, τί ὠφελοῦνται; ἢ τοσοῦτον αὐτῶν πλεονεκτοῦμεν κατὰ τὴν ἐμπορίαν, ὥστε πάντα τὰ ἀγαθὰ παρ᾽ αὐτῶν λαμβάνομεν, ἐκεῖνοι δὲ παρ᾽ ἡμῶν οὐδέν;

Εὐθύφρων ἀλλ᾽ οἴει, ὦ Σώκρατες, τοὺς θεοὺς ὠφελεῖσθαι ἀπὸ τούτων ἃ παρ᾽ ἡμῶν λαμβάνουσιν;

Σωκράτης ἀλλὰ τί δήποτ᾽ ἂν εἴη ταῦτα, ὦ Εὐθύφρων, τὰ παρ᾽ ἡμῶν δῶρα τοῖς θεοῖς;

Εὐθύφρων τί δ᾽ οἴει ἄλλο ἢ τιμή τε καὶ γέρα καί, ὅπερ ἐγὼ ἄρτι ἔλεγον, χάρις;

Σωκράτης [15b] κεχαρισμένον ἄρα ἐστίν, ὦ Εὐθύφρων, τὸ ὅσιον, ἀλλ᾽ οὐχὶ ὠφέλιμον οὐδὲ φίλον τοῖς θεοῖς;

Εὐθύφρων οἶμαι ἔγωγε πάντων γε μάλιστα φίλον.

Σωκράτης τοῦτο ἄρ᾽ ἐστὶν αὖ, ὡς ἔοικε, τὸ ὅσιον, τὸ τοῖς θεοῖς φίλον.

Εὐθύφρων μάλιστά γε.

Σωκράτης θαυμάσῃ οὖν ταῦτα λέγων ἐάν σοι οἱ λόγοι φαίνωνται μὴ μένοντες ἀλλὰ βαδίζοντες, καὶ ἐμὲ αἰτιάσῃ τὸν Δαίδαλον βαδίζοντας αὐτοὺς ποιεῖν, αὐτὸς ὢν πολύ γε τεχνικώτερος τοῦ Δαιδάλου καὶ κύκλῳ περιιόντα ποιῶν; ἢ οὐκ αἰσθάνῃ ὅτι ὁ λόγος ἡμῖν περιελθὼν πάλιν εἰς ταὐτὸν [15c] ἥκει; μέμνησαι γάρ που ὅτι ἐν τῷ πρόσθεν τό τε ὅσιον καὶ τὸ θεοφιλὲς οὐ ταὐτὸν ἡμῖν ἐφάνη ἀλλ᾽ ἕτερα ἀλλήλων· ἢ οὐ μέμνησαι;

Εὐθύφρων ἔγωγε.

Σωκράτης νῦν οὖν οὐκ ἐννοεῖς ὅτι τὸ τοῖς θεοῖς φίλον φῂς ὅσιον εἶναι; τοῦτο δ᾽ ἄλλο τι ἢ θεοφιλὲς γίγνεται; ἢ οὔ;

Εὐθύφρων πάνυ γε.

Σωκράτης οὐκοῦν ἢ ἄρτι οὐ καλῶς ὡμολογοῦμεν, ἢ εἰ τότε καλῶς, νῦν οὐκ ὀρθῶς τιθέμεθα.

Εὐθύφρων ἔοικεν.

Σωκράτης ἐξ ἀρχῆς ἄρα ἡμῖν πάλιν σκεπτέον τί ἐστι τὸ ὅσιον, ὡς ἐγὼ πρὶν ἂν μάθω ἑκὼν εἶναι οὐκ ἀποδειλιάσω. [15d] ἀλλὰ μή με ἀτιμάσῃς ἀλλὰ παντὶ τρόπῳ προσσχὼν τὸν νοῦν ὅτι μάλιστα νῦν εἰπὲ τὴν ἀλήθειαν· οἶσθα γὰρ εἴπερ τις ἄλλος ἀνθρώπων, καὶ οὐκ ἀφετέος εἶ ὥσπερ ὁ Πρωτεὺς πρὶν ἂν εἴπῃς. εἰ γὰρ μὴ ᾔδησθα σαφῶς τό τε ὅσιον καὶ τὸ ἀνόσιον, οὐκ ἔστιν ὅπως ἄν ποτε ἐπεχείρησας ὑπὲρ ἀνδρὸς θητὸς ἄνδρα πρεσβύτην πατέρα διωκάθειν φόνου, ἀλλὰ καὶ τοὺς θεοὺς ἂν ἔδεισας παρακινδυνεύειν μὴ οὐκ ὀρθῶς αὐτὸ ποιήσοις, καὶ τοὺς ἀνθρώπους ᾐσχύνθης· νῦν δὲ εὖ οἶδα ὅτι [15e] σαφῶς οἴει εἰδέναι τό τε ὅσιον καὶ μή. εἰπὲ οὖν, ὦ βέλτιστε Εὐθύφρων, καὶ μὴ ἀποκρύψῃ ὅτι αὐτὸ ἡγῇ.

Εὐθύφρων εἰς αὖθις τοίνυν, ὦ Σώκρατες· νῦν γὰρ σπεύδω ποι, καί μοι ὥρα ἀπιέναι.

Σωκράτης οἷα ποιεῖς, ὦ ἑταῖρε. ἀπ᾽ ἐλπίδος με καταβαλὼν μεγάλης ἀπέρχῃ ἣν εἶχον, ὡς παρὰ σοῦ μαθὼν τά τε ὅσια καὶ μὴ καὶ τῆς πρὸς Μέλητον γραφῆς ἀπαλλάξομαι, ἐνδειξάμενος [16a] ἐκείνῳ ὅτι σοφὸς ἤδη παρ᾽ Εὐθύφρονος τὰ θεῖα γέγονα καὶ ὅτι οὐκέτι ὑπ᾽ ἀγνοίας αὐτοσχεδιάζω οὐδὲ καινοτομῶ περὶ αὐτά, καὶ δὴ καὶ τὸν ἄλλον βίον ὅτι ἄμεινον βιωσοίμην.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -