Cat Is Art

Φαίδων Καστρής: Η μεγάλη αλήθεια είναι πως έγινα ένα “κατοικίδιο” και μου αρέσει

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Η πανδημία τον βρήκε να πρωταγωνιστεί σε ένα από τα σημαντικότερα έργα της νέας ελληνικής δραματουργίας, τη «Δράκαινα» του Δημήτρη Μπόγρη, που έκανε πρεμιέρα από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου στις 14 Φεβρουαρίου 2020, σε σκηνοθεσία Λυδίας Κονιόρδου, με την ίδια να κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Μπόγρης (1890-1964) αποκαλύπτει τη ζωή ενός χαρακτήρα πολυσύνθετου, παράξενου και πρωτότυπου σε ένα έργο που γράφτηκε την περίοδο του Μεσοπολέμου και λειτουργεί ως διαχρονικός δείκτης κοινωνικών αξιών ως τις μέρες μας.

Ο Φαίδων Καστρής είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ηθοποιούς, με εξαιρετική πορεία και διακρίσεις στο θέατρο. Ένας ακούραστος εργάτης της υποκριτικής τέχνης, μια από τις πιο ευγενικές φυσιογνωμίες της σκηνής, άνθρωπος αρχοντικός, διακριτικός και πάντα με ένα ζεστό και αληθινό χαμόγελο στα χείλη, ένα χαμόγελο – καταστάλαγμα ζωής. Διόλου τυχαίο ότι τον αγαπούν οι γάτες. Μάλιστα η συνέντευξη που ακολουθεί είναι μια διαφορετική συνέντευξη γιατί αφορά αυτές και μόνον αυτές. Ο Φαίδωνας τις αποκαλεί “γατοκόρες” του και μας περιγράφει με συγκινητικό χιούμορ την κοινή ζωή τους. Πρόκειται, όπως το διατυπώνει, για τις “Κυρίες” του. Αυτές που τον περιμάζεψαν, τον υιοθέτησαν, ανέχονται τη λατρεία του και λατρεύουν να τον βασανίζουν…

“Έδωσα τη ζωή μου στα σκυλιά και την ψυχή μου στις γάτες”, εκμυστηρεύεται στο catisart.gr.

“Δεν πλήττουμε ποτέ, το τι σκαρφίζονται κάθε μέρα, ζούμε μια γατοσαπουνόπερα”, μας λέει. “Όλα αυτά τα υπέροχα, τα καθημερινά, η ζωή σαν γατοπεριπέτεια”, τονίζει.

“Η μεγάλη αλήθεια είναι πως έγινα ένα “κατοικίδιο” και μου αρέσει, με λένε Φαίδωνα και ζω τη ζωή με τις Κυρίες μου, οι Κυρίες μου, η Λουσίτσα και η Κοζέτ οι γατοκόρες που έγιναν το σπίτι μου”, προσθέτει.

Όσο για την καραντίνα, “η καραντίνα μου είναι η ζωή που ονειρεύτηκαν”, υπογραμμίζει. “Τις ευχαριστώ για όλες τις στιγμές που με “έσωσαν” από μένα, από τους φόβους μου κι από τη σκοτεινή μοναξιά, τη μοναξιά που δεν ήθελα, την καραντίνα που φοβήθηκα να μπω”.

 

Με την Κοζέτ. Στο βάθος παρακολουθεί η Λούσι

 

Φαίδωνα, ποιοι είναι οι συγκάτοικοί σου;

*Συγκάτοικοι; Δεν συνηθίζω να τις αποκαλώ έτσι, κόρες μου τις λέω, γατοκόρες, αν και ουσιαστικά είναι οι Κυρίες μου που με περιμάζεψαν, με υιοθέτησαν, ανέχονται τη λατρεία μου και λατρεύουν να με βασανίζουν.

Πώς και πότε γνωριστήκατε;

*Πρώτα να σας συστήσω τις Κυρίες μου, η μεγάλη είναι η Λούσι (από τη Λουσίλ Μπολ) έτσι μου φάνηκε μωρό το γατάκι όταν το πρωτοείδα πως θα γινόταν αστείο και γλυκό μαζί, κούνια που με κούναγε, έγινε Λουσίτσα τελικά από “Μουσίτσα”, ή και Λούσι-φερ πιο συχνά. Λοιπόν είχε σκοτωθεί η μανούλα της σε “αυτοκινητικό”, μια κοπελίτσα μάζεψε τα μωρά, τυφλά ακόμη και ζητούσε βοήθεια στη φροντίδα τους. Το 2012 που έπαιζα τη Μαρί-Πιερ στην παράσταση “Τρίτη στο σούπερ-μάρκετ”, του Εμμανουέλ Νταρλέ, είχα και νύχια μακριά για τον ρόλο, την τάιζα με το μικρό μπιμπερό και φαίνονται -τόσο αστείο- σε όλες τις πρώτες φωτογραφίες, τη λάτρεψα βέβαια αμέσως, ένιωσα πως ήρθε για να με σώσει, πάντα ένιωθα γάτος κι ο ίδιος, ήταν το οικογενειακό μας αστείο, πως είμαι γατούλης σε μια σκύλο-οικογένεια. Τώρα η Λουσίνα μου είναι οκτώ χρονών και αφέντρα του σπιτιού, μια ψυχεδελική προσωπικότητα, πότε ντίβα, πότε δαιμόνισσα, μας ορίζει η αγάπη μου, η μεγάλη μου, τη λέω γιατί εδώ και πεντέμισι χρόνια μπήκε στη ζωή μας και η μικρή, η Κοζέτ.

 

 

Φθινόπωρο του ’14, μετά την περιοδεία του “Ιππόλυτου”, μέναμε φυσικά Κουκάκι, άκουσα γατί να κλαίει από τη βεράντα που πότιζα τα λουλούδια, μια κυρία που έλεγε “το καημένο δεν βλέπει” κι έναν αγριάνθρωπο που απάντησε “θα το πατήσω να μη βασανίζεται”, έτρεξα σαν τρελός, την πρόλαβα στο τσακ, μια βρώμικη γκρι μπαλίτσα χωρίς μούτρο αλλά όλο νεύρο και φωνή, μωρό φυσικά, δούλεψε ξανά το μπιμπερό, αν κι έτρωγε συνέχεια τις λαστιχένιες θηλές. Το μουτράκι βέβαια είχε πέσει σε λάσπες που είχαν ξεραθεί και φάνηκε μετά το πλύσιμο, τι μουτράκι, μια Κοζέτ, Τιτίκα των «Αθλίων» του Βίκτωρος Ουγκώ, αμέσως την έβγαλα Κοζέτ, αν την ξαναβάφτιζα θα την έλεγα Κίτον από τον Μπάστερ Κίτον, έχει το πιο αστείο, το πιο σοβαρό, το πιο επίσημο, το πιο ανέκφραστο, το πιο “μπάστερ κίτον” πρόσωπο, ύφος που έχω δει. Λατρεία μου, η μικρή μου, κοιμάται και μαζί μου, με μοίρασαν κανονικά, τη νύχτα και το κρεβάτι η Κοζέτ, τη μέρα αποκλειστικά στην μπερζέρα μου η Λουσίτσα, λόγω λάπτοπ εκεί γίνονται και οι “σφαγές” της μάχης, η Λουσίτσα με την Κοζέτ παίζουν το «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν;» με μένα στη μέση, μια ωραία ατμόσφαιρα, μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούμε.

 

Με τη Λούσι (από τη Λουσίλ Μπολ)

 

Είχες και παλαιότερα κατοικίδια;

*Παλιά είχαμε σκυλιά, μια ζωή, ήταν αλλιώς, λόγω θεάτρου αλλά και επειδή ξέρω πόσο δένομαι και βασανίζομαι δεν ήθελα να πάρω γατί, ποτέ, δέχτηκα όμως τα σκυλιά, για την κόρη μου πιο πολύ, ήταν σαν να μεγάλωνα άλλα δύο “παιδιά”, άλλη ζωή, άλλη η σχέση με τα σκυλιά, είχαμε τον Σεξ και την Μπαλού, ένα κανισάκι και μια γκριφονούλα, πλάσματα αγάπης, πανέμορφα, ζήσαμε δεκάξι χρόνια μαζί, οικογένεια, μετά αφέθηκα στις γάτες, μα ήξερα πως θα μου πάρουν την ψυχή, έτσι θα το πω, έδωσα τη ζωή μου στα σκυλιά και την ψυχή μου στις γάτες.

 

Με την Κοζέτ ή Μπάστερ Κίτον

 

Πώς συμπεριφέρονται σε φίλους, γνωστούς και επισκέπτες;

*Δεν είναι πολύ φιλικές, δεν έχουν μάθει βέβαια και με τον κόσμο, αλλά δεν τις λες και κοινωνικές. Είναι περίεργες πολύ, θέλουν όλα να τα δουν, να τα τσεκάρουν, να τα επιθεωρήσουν κι ελέγξουν, αλλά αντιδρούν φοβικά, κρύβονται στην αρχή και μετά αφού σε κυκλώσουν, επιτίθενται με όλους τους τρόπους, με τόλμη και γοητεία και άμα χρειαστεί και με νύχια, στρίγκλες κανονικές.

 

 

Έχουν ιδιοτροπίες;

*Νομίζω δεν υπάρχει γάτα χωρίς ιδιοτροπία, μα έχουν μόνο ιδιοτροπίες, η καθεμιά τις δικές της, αντιγράφουν και η μία την άλλη, είναι όμως και εξαιρετικά εφευρετικές, δεν πλήττουμε ποτέ, το τι σκαρφίζονται κάθε μέρα, ζούμε μια γατοσαπουνόπερα, μια γατο-δυναστεία όπου η Κοζέτ τρώει από το πιάτο της Λούσι που θα τρέξει αμέσως να κάνει εμετό στο δικό της να την εκδικηθεί, που θα κρυφτούν στα πλέον απίθανα του σπιτιού, θα πάρουν την πιο απίθανη πόζα για να κατασκοπεύσουν, για να “διαολέψουν” ακριβώς τη στιγμή που βιάζεσαι και να σε κάνουν να βγεις από τα ρούχα σου, όλα αυτά τα υπέροχα, τα καθημερινά, η ζωή σαν γατοπεριπέτεια.

 

 

Πώς αισθάνεσαι όταν επιστρέφεις στο σπίτι και σε περιμένουν;

*Μα σπίτι μου είναι οι γάτες μου, αυτό το ένιωσα κι ένα χρόνο πριν που μετακόμιζα από το Κουκάκι στην Αγία Παρασκευή, μέχρι την τελική μετακόμιση τη βαριά, μετέφερα για καιρό λίγα λίγα και μαζί γίνονταν κατασκευές στο νέο σπίτι, οι γάτες βέβαια περίμεναν πίσω, είχαμε βιώσει και το πένθος, την απώλεια του πατέρα μου, δύο χρόνια έζησε μαζί μας, τον έζησαν, ειδικά η Κοζέτ, της είχε αδυναμία, τώρα μπαίναμε σε μεγάλη μπόρα για τις ίδιες, το ένιωθαν, είναι δύσκολη η αλλαγή σπιτιού για όλους, για τις γάτες νομίζω πιο δύσκολο δεν έχουν. Ένιωσα κι εγώ πως σπίτι μου είναι αυτές κι όσο περίμεναν πίσω σπίτι μου ήταν η Ζαχαρίτσα, η οδός μου στο Κουκάκι, μόνο όταν έφτασαν εδώ έγινε σπίτι μου η Επτανήσου. Πήρε καιρό και στις ίδιες να μάθουν το νέο σπίτι, κι εγώ από πάνω τους, να μάθουν τα μπαλκόνια, να μοιραστούν τους χώρους, να δουν πού θα πηγαίνουν για τα ψηλά που για να κρυφτούν μετά τη ζημιά, που στεκόμαστε για να μας καμαρώσουν όλα αυτά! Το πιο δύσκολο που έζησα και γρήγορα δυστυχώς μετά τη μετακόμιση, ήταν που έφυγα στην Κύπρο. Αυτό δεν θα το έκανα για κανέναν στον κόσμο αλλά ήταν η Λυδία, μόνο για τη Λυδία (σ.σ. Λυδία Κονιόρδου), δεν μπορούσα να αρνηθώ, πήγα για τη «Δράκαινα», δουλέψαμε, βγήκε μια υπέροχη παράσταση, άτυχη λόγω του κορονοϊού, μόνο δώδεκα παραστάσεις προλάβαμε, έντεκα στην κεντρική σκηνή του ΘΟΚ στη Λευκωσία και μία στη Λάρνακα. Έλειψα μεγάλο διάστημα, ειδικά για τις πρόβες, ερχόμουν κάθε δεκαπέντε μέρες για δύο μέρες κι έφευγα, βασανιστήκαμε με τα γατουλάκια μου, τι χαρά όταν βρισκόμασταν, πολύ μου έλειπαν, με κορόιδευαν οι συνάδελφοι εκεί, αγαπημένοι φίλοι, γιατί όλο αναστέναζα κι όλο ήμουν “αχ τα γατουλίνια μου”, ούτε αχ το παιδί μου ούτε αχ ο καθένας, μόνο τα γατούνια, γέλαγαν όλοι, αλλά ήταν η αλήθεια, κι εξηγούσα, οι άλλοι καταλαβαίνουν, ενώ οι γατοκόρες μου δεν ξέρουν, νομίζουν πως τις εγκατέλειψα, πως πέθανα, πως χάθηκα κι εγώ υποφέρω, όλα αυτά τα δραματικά κι ωραία. Η μεγάλη αλήθεια είναι πως έγινα ένα “κατοικίδιο” και μου αρέσει, με λένε Φαίδωνα και ζω τη ζωή με τις Κυρίες μου, οι Κυρίες μου, η Λουσίτσα και η Κοζέτ οι γατοκόρες που έγιναν το σπίτι μου.

 

 

Θα ήταν διαφορετική η ζωή τις μέρες της καραντίνας χωρίς αυτές;

*Μα είναι η μόνιμη καραντίνα μου αυτές, απλά τώρα είμαστε και σε καραντίνα, δηλαδή έχω χάσει τους φίλους μου, κέρδισαν αυτές, δεν μπορώ να πάω πουθενά παρά μόνο μαζί τους στο σπίτι, αυτό ήθελαν πάντα, η καραντίνα μου είναι η ζωή που ονειρεύτηκαν, ναι ομολογώ, μην είμαι αχάριστος ευτυχώς που είναι εδώ, που είμαστε μαζί, που η ζωή μαζί τους συνεχίζεται και για να μιλήσω λίγο σοβαρά τις ευχαριστώ για όλες τις στιγμές που με “έσωσαν” από μένα, από τους φόβους μου κι από τη σκοτεινή μοναξιά, τη μοναξιά που δεν ήθελα, την καραντίνα που φοβήθηκα να μπω.

 

 

Ποια υπόσχεση θα ήθελες να τους δώσεις;

*Πως θα τις αγαπώ πάντα και μαζί θα αγαπώ, θα νοιάζομαι, θα φροντίζω όσο μπορώ και τις “αδελφές” τους στους δρόμους, θα νοιάζομαι και θα προσέχω.

  • Δείτε περισσότερες φωτογραφίες με τη Λούσι, την Κοζέτ και φυσικά τον Φαίδωνα:

 

 

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΦαίδων Καστρής: Η μεγάλη αλήθεια είναι πως έγινα ένα “κατοικίδιο” και μου αρέσει

Related Posts