Cat Is Art

Εν Τω Μηνί Αθύρ, Κωνσταντίνος Καβάφης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

*Η δομή του ποιήματος είναι όπως δημοσιεύεται με κενά ανάμεσα σε κάθε πρόταση.

Με δυσκολία διαβάζω   στην πέτρα την αρχαία.
«Κύ[ρι]ε Ιησού Χριστέ».   Ένα «Ψυ[χ]ήν» διακρίνω.
«Εν τω μη[νί] Αθύρ»   «Ο Λεύκιο[ς] ε[κοιμ]ήθη».
Στη μνεία της ηλικίας   «Εβί[ωσ]εν ετών»,
το Κάππα Ζήτα δείχνει   που νέος εκοιμήθη.
Μες στα φθαρμένα βλέπω   «Αυτό[ν]… Αλεξανδρέα
Μετά έχει τρείς γραμμές   πολύ ακρωτηριασμένες·
μα κάτι λέξεις βγάζω –   σαν «δ[ά]κρυα ημών», «οδύνην»,
κατόπιν πάλι «δάκρυα»,   και «[ημ]ίν τοις [φ]ίλοις πένθος».
Με φαίνεται που ο Λεύκιος   μεγάλως θ’ αγαπήθη.
Εν τω μηνί Αθύρ   ο Λεύκιος εκοιμήθη.

Στο εξαίρετο αυτό ποίημα ο Κωνσταντίνος Καβάφης επιχειρεί την ανάγνωση ενός επιτύμβιου επιγράμματος που προέρχεται από τα πρωτοχριστιανικά χρόνια της Αιγύπτου και γι’ αυτό είναι ξεθωριασμένο και δυσανάγνωστο. Η ιδιαιτερότητα του ποιήματος βρίσκεται στο γεγονός ότι το επίγραμμα αυτό είναι επίσης δημιούργημα του ποιητή, ο οποίος με τη χαρακτηριστική του οξυδέρκεια συνθέτει το ποίημά του με διπλή διαστρωμάτωση. Τα θραύσματα του επιγράμματος που υποτίθεται ότι έχουν διασωθεί, είναι ακριβώς εκείνα που έχει επιλέξει ο ποιητής, ώστε να επιτύχει την ανάγνωση που επιθυμεί.
Η σύντομη ιστορία που επιδιώκει να μας μεταφέρει ο Καβάφης είναι πως ένας νεαρός άντρας, 27 χρονών, πέθανε στην Αλεξάνδρεια, τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, προκαλώντας μεγάλη οδύνη στους φίλους του οι οποίοι πολύ τον είχαν αγαπήσει.
Κάθε στοιχείο που ο ποιητής διακρίνει από το φθαρμένο επιτύμβιο έχει ξεχωριστή έννοια για την ιστορία που θέλει να αναπαραστήσει. Από τον πρώτο κιόλας στίχο μάς κάνει γνωστό πως η πέτρα είναι αρχαία, ως εκ τούτου όταν ξεκινάμε την ανάγνωση με μια προσφώνηση στον Ιησού, αντιλαμβανόμαστε πως το επιτύμβιο προέρχεται από την πρώτη περίοδο της χριστιανικής λατρείας.
Η λέξη «ψυχή» μας παραπέμπει σ’ ένα στοιχείο σημαντικό για το χριστιανισμό, το οποίο βάζει το σώμα και τις επιθυμίες του σε δεύτερη μοίρα και προτάσσει την αξία της προσπάθειας των ανθρώπων να διασώσουν την ψυχή τους.
Εν τω μηνί Αθύρ: Ο μήνας Αθύρ κάλυπτε την περίοδο Οκτωβρίου – Νοεμβρίου και είχε λάβει την ονομασία του από τη θεά Αθώρ, η οποία για τους Αιγυπτίους ήταν ανάλογη με την Αφροδίτη των Ελλήνων. Ο χρονικός αυτός προσδιορισμός δίνεται με βάση το αιγυπτιακό ημερολόγιο, φανερώνοντας πως στοιχεία του προ-χριστιανικού πολιτισμού είναι ακόμη κυρίαρχα εκείνη τη μεταβατική εποχή, που η νέα θρησκεία συνυπάρχει με τον παγανισμό που παρακμάζει.
Ο Λεύκιος για τον οποίο έχει συντεθεί το επιτύμβιο δεν είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο, αλλά λειτουργεί πρωτίστως ως μια αλληγορία για ό,τι ήταν πάντοτε σημαντικό για τον ποιητή. Είναι ένας νέος άντρας, ο οποίος πεθαίνει μόλις στα 27 του χρόνια και το δίχως άλλο θα ήταν ωραίος και ερωτικός. Ο ποιητής τοποθετεί το θάνατο του Λεύκιου στα 27 του, σταματώντας τη ζωή του στην ακμή της νεότητάς του, διασώζοντάς τον από το μεγάλο φόβο του ποιητή, από τη φθορά, δηλαδή, η οποία θα του προκαλούσε το γήρας.
Ο ποιητής επιλέγει να δημιουργήσει αυτή την καταγραφή θρήνου για έναν νεαρό άντρα, και μάλιστα για έναν Αλεξανδρινό, εντάσσοντας σ’ αυτή αναφορές στον πόνο που προκάλεσε ο χαμός του νεαρού στους φίλους του, παρά το γεγονός ότι στα χριστιανικά επιτύμβια κάτι τέτοιο δεν ήταν σύνηθες. Τα χριστιανικά επιτύμβια περιορίζονταν σε χρονικές και ηλικιακές αναφορές και έκλειναν με στερεότυπα λόγια παραμυθίας που σχετίζονταν με τη θνητή φύση των ανθρώπων. Ο Καβάφης εντούτοις συμπληρώνει στο επιτύμβιο που έχει δημιουργήσει κάτι που για εκείνον ήταν ολωσδιόλου αναμενόμενο, τη θλίψη που προκλήθηκε στα αγαπημένα πρόσωπα του νεαρού, αναφέροντας όμως όχι τους γονείς ή τη σύζυγο, αλλά τους φίλους του, αποδίδοντας στο Λεύκιο μια στενή σχέση αγάπης μαζί τους.
Απ’ ό,τι φαίνεται, σχολιάζει ο ποιητής, ο Λεύκιος αγαπήθηκε πολύ. Το επιτύμβιο που δημιουργεί ο Καβάφης για τον εικοσιεπτάχρονο Λεύκιο, έρχεται να δώσει με έμφαση τα επώδυνα συναισθήματα που προκάλεσε η απώλειά του και να αφήσει έτσι έμμεσα να εννοηθεί η ομορφιά του νεαρού, στοιχείο που για τον ποιητή είναι πάντοτε άρρηκτα συνυφασμένο με τη νεότητα.

  • Στην ουσία πρόκειται για τρία επίπεδα ανάγνωσης, η πρώτη της φθαρμένης ταφόπετρας, η δεύτερη του ποιητή ο οποίος συμπληρώνει τα κενά και η τρίτη του αναγνώστη του ποιήματος που διαβάζει το ολοκληρωμένο κείμενο.

E.M.Forster [σχόλιο για τα ποιήματα «Αλεξανδρινοί Βασιλείς» και «Εν τω Μηνί Αθύρ»]

Ξεχωρίζω δύο από τα ποιήματα αυτά ως ικανά δείγματα της μεθόδου του. Στο πρώτο ο Καβάφης υιοθετεί το ακριβολόγο, το σχεδόν υπερβολικά λεπτομερές περιγραφικό ύφος των παλαιών χρονικών για να δημιουργήσει την εντύπωση που θέλει. Το ποίημα επιγράφεται «Αλεξανδρινοί Βασιλείς» και αναφέρεται σ’ ένα περιστατικό της βασιλείας της Κλεοπάτρας και του Αντωνίου… Ακόμη και μεταφρασμένο ένα ποίημα σαν και τούτο έχει ύφος «αριστοκρατικό». Είναι έργο ενός καλλιτέχνου που δεν ενδιαφέρεται για την εύκολη ομορφιά. Στο δεύτερο παράδειγμά μου, μολονότι το θέμα του είναι συγκινητικό, ο Καβάφης διατηρεί την ίδια αντικειμενική στάση. Το ποίημα είναι σπασμένο σε ημιστίχια -ο ποιητής συλλαβίζει το επιτύμβιο ενός νέου που πέθανε «εν τω μηνί Αθύρ» (τον Νοέμβριο των αρχαίων Αιγυπτίων), θέλοντας να εκφράσει την αφάνεια και τον σπαραγμό, που κάποτε προβάλλουν μαζί μέσα από το παρελθόν, ενωμένες σε ένα και το αυτό φάντασμα…

E.M. Forster, «Η ποίηση του Κ.Π. Καβάφη» (στο συλλογικό τόμο Εισαγωγή στην ποίηση του Καβάφη), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

 

 

Κωνσταντίνος Καβάφης, «Ἀλεξανδρινοί Βασιλεῖς»

Μαζεύθηκαν οἱ Ἀλεξανδρίνοι
νά δοῦν τῆς Κλεοπάτρας τά παιδιά,
τόν Καισαρίωνα, καί τά μικρά του ἀδέρφια,
Ἀλέξανδρο καί Πτολεμαῖο, πού πρώτη
φορά τά βγάζαν ἔξω στό Γυμνάσιο,
ἐκεῖ νά τά κηρύξουν βασιλεῖς,
μές στή λαμπρή παράταξι τῶν στρατιωτῶν.

Ὁ Ἀλέξανδρος – τόν εἶπαν βασιλέα
τῆς Ἀρμενίας, τῆς Μηδίας, καί τῶν Πάρθων.
Ὁ Πτολεμαῖος – τόν εἶπαν βασιλέα
τῆς Κιλικίας, τῆς Συρίας, καί τῆς Φοινίκης.
Ὁ Καισαρίων στέκονταν πιό ἐμπροστά,
ντυμένος σέ μετάξι τριανταφυλλί,
στό στήθος του ἀνθοδέσμη ἀπό ὑακίνθους,
ἡ ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι ἀμεθύστων,
δεμένα τά ποδήματά του μ’ ἄσπρες
κορδέλλες κεντημένες μέ ροδόχροα μαργαριτάρια.
Αὐτόν τόν εἶπαν πιότερο ἀπό τούς μικρούς,
αὐτόν τόν εἶπαν Βασιλέα των Βασιλέων.

Οἱ Ἀλεξανδρινοί ἔνοιωθαν βέβαια
πού ἦσαν λόγια αὐτά καί θεατρικά.

Ἀλλά ἡ μέρα ἤτανε ζεστή καί ποιητική,
ὁ οὐρανός ἕνα γαλάζιο ἀνοιχτό,
τό Ἀλεξανδρινό Γυμνάσιο ἕνα
θριαμβικό κατόρθωμα τῆς τέχνης,
τῶν αὐλικῶν ἡ πολυτέλεια ἔκτακτη,
ὁ Καισαρίων ὅλο χάρις κ’ ἐμορφιά
(τῆς Κλεοπάτρας υἱός, αἷμα τῶν Λαγιδῶν)∙
κ’ οἱ Ἀλεξανδρινοί ἔτρεχαν πιά στήν ἑορτή,
κ’ ἐνθουσιάζονταν, κ’ ἐπευφημοῦσαν
ἑλληνικά, κ’ αἰγυπτιακά, καί ποιοί ἑβραίικα,
γοητευμένοι μέ τ’ ὡραῖο θέαμα –
μ’ ὅλο πού βέβαια ἤξευραν τί ἄξιζαν αὐτά,
τί κούφια λόγια ἤσανε αὐτές ἡ βασιλεῖες.

[1912]
  • Αρχική εικόνα: Αντώνης Απέργης, Εν τω Μηνί Αθύρ, 1998. Αθήνα
Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΕν Τω Μηνί Αθύρ, Κωνσταντίνος Καβάφης

Related Posts