Η Eleonora Duse (Βιτζεβάνο, Παβία 1858 – Πίτσμπουργκ, Πενσιλβάνια 1924) ήταν Ιταλίδα ηθοποιός. Από οικογένεια καλλιτεχνών, ακολούθησε τους γονείς της στις περιοδείες τους από τη μια επαρχιακή πόλη στην άλλη και όταν έγινε τεσσάρων ετών ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή, στον ρόλο της Τιτίκας σε μια θεατρική διασκευή των Αθλίων, που ανέβασε ο θίασος στον οποίο ο πατέρας της ήταν πρώτος κωμικός. Σε ηλικία 14 ετών, στη Βερόνα, ερμήνευσε για πρώτη φορά την τραγική περιπέτεια της Ιουλιέτας. Την πρόσεξε ο Τζιοβάνι Εμανουέλε και την παρουσίασε στην Υακίνθη Πετσάνα, με την οποία μοιράστηκε την επιτυχία στην Τερέζα Pακέν του Ζολά. Ο πρώτος της όμως μεγάλος θρίαμβος ήταν η Πριγκίπισσα της Βαγδάτης του Δουμά. Η μεγάλη επιτυχία επαναλήφθηκε και σε άλλες πόλεις (Βενετία, Μιλάνο, Φλωρεντία, Ρώμη), στις οποίες παρουσίασε ένα ρεπερτόριο με τα έργα Η Κυρία με τας καμελίας, Η σύζυγος του Κλαυδίου, Γαμήλια επίσκεψη και Ντενίζ του Δουμά· Φρου – φρου των Μεγιάκ και Αλεβί· Καβαλερία Ρουστικάνα του Βέργκα. Το 1885 υπέγραψε συμβόλαιο για μια περιοδεία στη Νότια Αμερική, και η φήμη της, που ήταν ήδη μεγάλη, ξεπέρασε τα σύνορα της Ιταλίας. Σε αυτήν τη συναισθηματικά θυελλώδη περίοδο της ζωής της, τη γεμάτη από πάθη ορμητικά και πικρές απογοητεύσεις, η Ελεονόρα Ντούζε συνάντησε τον Αρίγκο Μπόιτο, τον οποίο ανέφερε πάντα με τον χαρακτηρισμό «ο άγιος»· από τη φιλία της μαζί του βγήκε εξαγνισμένη και οπλισμένη με τη δύναμη μιας νέας ευαισθησίας, ενός εκλεπτυσμένου γούστου. Στη σταθερή της όμως αυτή επίπονη αναζήτηση της τελειότητας, το κοινό αντέταξε μια σιωπηρή ή και κάποτε εχθρική αδιαφορία. Κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας της στην Ευρώπη (1891-92), άρχισε στη Βιέννη τη μάχη για τον Ίψεν και επέβαλε στο κοινό Το κουκλόσπιτο. Το 1893 διέσχισε πάλι τον ωκεανό, ενθουσιάζοντας το κοινό της Βόρειας Αμερικής. Το 1894 συνάντησε για πρώτη φορά τον Ντ’ Ανούντσιο, που βρισκόταν τότε στο αποκορύφωμα της φήμης του ως ιερού βάρδου της Ιταλίας. Ύστερα από την απογοήτευση που δοκίμασε για τη Νεκρή Πόλη (ο Ντ’ Ανούντσιο την πρόσφερε στη Σάρα Μπερνάρ, και όχι σε αυτήν) ο θρίαμβος που απέσπασε στο Παρίσι με το Όνειρο ενός ανοιξιάτικου πρωινού (1897), την έπεισε ότι βρήκε στο πρόσωπο του Ιταλού ποιητή το δημιουργό της σύγχρονης τραγωδίας. Από τότε αρχίζει η πιο δύσκολη περίοδος της σταδιοδρομίας της. Πλάι στην Τζοκόντα, στη Δόξα, στη Φραντσέσκα ντα Ρίμινι, δεν θα έχουν πια θέση παρά μόνο οι ηρωίδες του Ίψεν (Έντα Γκάμπλερ, Ρόσμερλσχολμ, Η Κυρά της θάλασσας) και του Μέτερλινγκ (Μόνα Βάνα), τις οποίες θα περιφέρει θριαμβευτικά σε όλον τον κόσμο με ιμπρεσάριο τον Λινιέ – Πο. ΄Υστερα από μια τελευταία ερμηνεία της Λοκαντιέρας του Γκολντόνι, τον Φεβρουάριο του 1909, ξαφνικά και τελείως απροσδόκητα, η Ντούζε εγκατέλειψε το θέατρο. Ακολούθησαν δώδεκα ατέλειωτα χρόνια σιωπής, μελέτης και αυτοσυγκέντρωσης. Το 1916 δέχτηκε να ερμηνεύσει την κινηματογραφική διασκευή του μυθιστορήματος της Γκράτσια Ντελέντα, Στάχτη. Στο θέατρο επέστρεψε το 1921 με την Κυρά της θάλασσας (θέατρο Μπάλμπο του Τορίνο) φέρνοντας στη σκηνή τους καρπούς μιας πικραμένης ωριμότητας, που αποκαλύπτεται στη θαυμαστή απλότητα της ερμηνείας της. Προσθέτοντας στο ρεπερτόριό της τη Νεκρή Πόλη του Ντ’ Ανούντσιο, την Κλειστή Πύλη του Πράγκα, τους Βρικόλακες του Ίψεν και το Έτσι ας είναι του Γκαλαράτι-Σκότι, η ανανεωμένη Ντούζε ξανάρχισε τις ενθουσιώδεις και θριαμβευτικές περιοδείες της που, από την Ιταλία και ανάμεσα απ’ όλη την Ευρώπη κι ύστερα την Αμερική, την έφεραν στο Πίτσμπουργκ. Ηθοποιός προικισμένη με μεγάλη ευαισθησία που αναζητούσε διαρκώς την τελειότητα, η Ελεονόρα Ντούζε ενσάρκωσε με εκπληκτική επιτυχία τις ηρωίδες του Ντ’ Ανούντσιο και του Ίψεν.
Την Ντούζε οι ειδικοί του θεάτρου τη θεωρούν πρόδρομο της σύγχρονης υποκριτικής τέχνης.

“Αν άκουγα την καρδιά μου, έλεγε η μυθική και αξεπέραστη Ιταλίδα ηθοποιός Ελεονόρα Ντούζε, θα ζούσα στη θάλασσα, σ’ ένα καράβι μέσα, δίχως ποτέ να σιμώνω την ανθρωπότητα. Μοναδική ευτυχία να κλείνει κάποιος την πόρτα του και να δημιουργεί. Να δημιουργεί ζωή, σε μια απομόνωση από τη ζωή”.
Πριν από 60 χρόνια περίπου ο σκηνοθέτης Αλέξης Σολομός έγραφε στην “Καθημερινή”:
«Με την Ελεονόρα Ντούζε αρχίζει το σύγχρονο θεατρικό παίξιμο, όπως με τον Ίψεν αρχίζει το σύγχρονο θεατρικό γράψιμο. Τον Νορβηγό δραματουργό μπορούμε να τον διαβάσουμε, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με την Ντούζε και τον υποκριτικό τρόπο που θέσπισε. Ξέρουμε την ηθοποιό μονάχα από αρετές που θαυμάζουμε σε μερικές συναδέλφους της, στις πιο τέλειες στιγμές τους. Το εσωτερικό αίσθημα που εκφράζεται στο βλέμμα, σε αποχρώσεις της φωνής και σε ανεπαίσθητες κινήσεις. Η γλώσσα αυτή της σκηνής, η φαινομενικά ασήμαντη, που μεταφράζει όμως όλη τη σημαντικότητα της ανθρώπινης ψυχής, είναι κληροδότημα της Ντούζε.
»Αν σήμερα αντιπαθούμε το στόμφο και γυρεύουμε στο θέατρο μια αίσθηση γνώριμης ζωής είναι γιατί η Ντούζε νίκησε τη Σάρα Μπερνάρ στον “δια βίου” εξολοθρευτικό αγώνα τους. Αν το συγκρατημένο, απλό, εσωτερικό παίξιμο της Ελεονόρας δεν είχε χρησιμεύσει για αντιφάρμακο στο γοητευτικό δηλητήριο της Σάρας, στην πλαστική ομορφιά της κίνησης, στη μουσική ρητορεία του λόγου, τα τελευταία αυτά θα αποτελούσαν και σήμερα το ιδανικό μας. Εμείς, όμως, τα ονομάζουμε ξεπερασμένα, παληάς σχολής δασκαλέματα. Θέλουμε τη “φυσικότητα” γιατί σ’ αυτή συνηθίσαμε απ’ τα παιδικά μας χρόνια».
«… Χθες είδα να παίζει η Ντούζε… Δεν ξέρω ιταλικά μα ήταν έξοχη… Τι εκπληκτική ηθοποιός! Ποτέ πριν δεν έχω δει τίποτα πιο έξοχο». Με αυτά τα λόγια ο Αντον Τσέχοφ περιέγραψε την Ελεoνόρα Ντούζε σε ένα γράμμα προς την αδελφή του.
Το ελληνικό κοινό κάνει την πρώτη γνωριμία του με την Έντα Γκάμπλερ το 1899, με την επίσκεψη του θιάσου της Ελεονόρας Ντούζε. Η διάσημη Ιταλίδα ηθοποιός έρχεται στην Ελλάδα με τρία έργα και παρουσιάζει την “Έντα Γκάμπλερ” στις 23 Ιανουαρίου 1899, στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών.

- Αρχική εικόνα: Eleonora Duse, 1891 by Ilya Repin



