Ελένη Παπαδάκη. Άφησε μυθικό αποτύπωμα στο ελληνικό θέατρο, αν και έζησε μόνο 36 χρόνια

Την Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου του 1938, έγινε η πρώτη μετά την αρχαιότητα παράσταση Αρχαίου Δράματος στην Επίδαυρο: Η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη και μουσική από τον Δημήτρη Μητρόπουλο. Ηλέκτρα η Κατίνα Παξινού και Ορέστης ο Θάνος Κωτσόπουλος.
Τον ρόλο της Κλυταιμνήστρας ερμήνευσε η Ελένη Παπαδάκη.
Η Ελένη Παπαδάκη γεννήθηκε στην Αθήνα την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 1908 και δολοφονήθηκε άγρια στο Γαλάτσι την Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 1944. Το πέρασμά της από την ελληνική σκηνή άφησε ένα μυθικό αποτύπωμα οριακό και ανεπανάληπτο και ήδη σε ηλικία 36 ετών κατόρθωσε να οικοδομήσει ένα μέγιστο παράδειγμα ολοκληρωμένου καλλιτέχνη. Διέπρεψε σε ποικίλους ρόλους.

***

 

 

Ήταν μέλος ευκατάστατης οικογένειας. Ο πατέρας της, Νικόλαος Παπαδάκης, ήταν ανώτερος υπάλληλος της Ιονικής Τράπεζας και η μητέρα της Αικατερίνη Κωνσταντινίδη ήταν κόρη του πανεπιστημιακού καθηγητή Στυλιανού Κωνσταντινίδη, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη.
Η οικογένεια Παπαδάκη είχε και ένα γιο, τον Μιχάλη, δύο χρόνια μικρότερο από την Ελένη. Έτυχε εξαιρετικής μόρφωσης και από νεαρή ηλικία έτρεφε μεγάλο πάθος για το θέατρο.
Αποφοίτησε από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και παρακολούθησε ως ακροάτρια μαθήματα φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μιλούσε απταίστως τέσσερις γλώσσες (γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά) και τελειοποίησε τα αρχαία ελληνικά της για να μπορεί να διαβάζει τους τραγικούς από το πρωτότυπο.
Τη μόρφωσή της συμπλήρωσε με σπουδές φωνητικής μουσικής και πιάνου στο «Ελληνικό Ωδείο» Αθηνών.
Σε ηλικία 17 ετών εμφανίσθηκε επί σκηνής στο «Θέατρο Τέχνης» του Σπύρου Μελά (25 Ιουνίου 1925), ερμηνεύοντας το ρόλο της Προγονής στο έργο του Λουίτζι Πιραντέλο «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα». Η πρώτη αυτή εμφάνισή της χαιρετίστηκε με ενθουσιώδεις κριτικές. «Η σκηνή απέκτησε μίαν μεγάλην ηθοποιόν» έγραψε στην εφημερίδα «Δημοκρατία» ο Κωστής Μπαστιάς.
Το ίδιο έτος διακρίθηκε και ως Ηρωδιάς στη «Σαλώμη» του Όσκαρ Γουάιλντ και ως Ρίλκε βαν Έιντεν στο έργο του Λενορμάν «Ο χρόνος είναι όνειρο».
Το 1926 συμμετείχε στο θίασο «Οι Νέοι» ως πρωταγωνίστρια σε έργα των Ντ’ Ανούτσιο (Τζοκόντα), Γρηγορίου Ξενόπουλου (Η Αναδυομένη) και άλλων συγγραφέων. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με την Κυβέλη, τη Μαρίκα Κοτοπούλη, τον Αιμίλιο Βεάκη, τον Νίκο Δενδραμή, τον Γιώργο Παππά, τον Περικλή Γαβριηλίδη.

 

***

Διακρίθηκε ιδίως ως:

Μαργαρίτα («Κυρία με τις Καμέλιες» του Δουμά)
Άννα («Ωραία Νεράιδα» του Λοτάρ)
Κάτια Μάσλοβα («Ανάσταση» του Τολστόι)
Νόρα («Σπίτι με τις Κούκλες» του Ίψεν)
Δούκισσα («Εχθρά» του Νικοντέμι)
Ελένη Νικολάγεβνα («Ζήλεια» του Αρτσιμπάτσεφ)

 

***

 

Το 1931 έπαιξε με δικό της θίασο στην Κωνσταντινούπολη, όπου της έγιναν μεγάλες τιμές και γράφτηκαν ενθουσιώδεις κριτικές. Ο Τούρκος συγγραφέας και ποιητής Χαλίτ Φαχρί σε κριτική του ανέφερε μεταξύ άλλων:
«Είδα τότε την Παπαδάκη εμπρός μου ζωντανό σύμβολο μιας ευγενούς τέχνης. Αν και δεν γνωρίζω λέξη ελληνική, ούτε και είχα διαβάσει το έργο στο πρωτότυπο, η φωνή της, οι κινήσεις, η μιμική και οι στάσεις της καλλιτέχνιδας αυτής με τη φλογερή ψυχή, μου μιλούσαν και έρχονταν σε εμένα ως λόγια. Είναι ιδιαιτέρως άξιο εκτίμησης και επαίνου το γεγονός ότι μια καλλιτέχνις τόσο νέα υποδύεται με τόση δύναμη το πρόσωπο μιας ώριμης γυναίκας, μιας μητέρας».
Το 1931 πραγματοποίησε και τη μοναδική της εμφάνιση στον κινηματογράφο. Πρωταγωνίστησε στη βωβή ταινία του Ιωάννη Λούμου «Στέλλα Βιολάντη, η ψυχή του πόνου», που βασιζόταν στο διήγημα του Γρηγόριου Ξενόπουλου «Στέλλα Βιολάντη».
Το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν την ικανοποίησε και αποφάσισε να αφιερωθεί στο θέατρο. Το 1932 προσελήφθη στο επανασυσταθέν Εθνικό Θέατρο, στο οποίο μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής της έπαιξε πρωταγωνιστικούς ρόλους, που άφησαν εποχή.

 

***

 

Ξεχώρισε ως:

Έλα Ρεντχάιμ («Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ίψεν, 1933)
Δυσδαιμόνα («Οθέλλος» του Σέξπιρ, 1933)
Ζελφά («Ιούδας» του Σπύρου Μελά, 1934)
Βασίλισσα («Δον Κάρλος» του Σίλερ, 1934)
Έρσίλια Ντρέι («Να ντύσουμε τους γυμνούς» του Πιραντέλο, 1935)
Μπετίνα Κλάουζεν («Πριν από το ηλιοβασίλεμα» του Χάουπτμαν, 1936)
Αγγέλα Παπαστάμου («Πειρασμός» του Ξενόπουλου, 1936)
Λαίδη Γουίντερμιρ («Βεντάλια» του Όσκαρ Γουάιλντ, 1937)
Μανταλένια («Ψευτοσπουδαίες» του Μολιέρου, 1938)
Ναταλία της Οράγγης («Πρίγκηπας του Χόμπουργκ» του Κλάιστ, 1938)
Ρεγάνη («Βασιλιάς Λιρ» του Σέξπηρ, 1938)
Λαίδη Τσίλτερν («Ιδανικός σύζυγος» του Όσκαρ Γουάιλντ, 1938)
Λαίδη Τιζλ («Σχολείο κακογλωσσιάς» του Σέρινταν, 1939)
Μαρία («Το Κοντσέρτο» του Χέρμαν Μπαρ, 1939)
Δωροθέα («Δωροθέα Άνγγερμαν» του Χάουπτμαν, 1940)
Δοούκισσα του Μάλμπορο («Ένα ποτήρι νερό» του Σκριμπ, 1940)
Πόρσια («Έμπορος της Βενετίας» του Σέξπιρ,1940)
Σελιμένη («Μισάνθρωπος» του Μολιέρου, 1943)

 

***

 

 

Στην κριτική του για την παράσταση του έργου του Πιραντέλο «Να ντύσουμε τους φτωχούς» ο Αχιλλέας Κύρου έγραψε:
«Τα χειροκροτήματα ανήκον ιδίως εις την δεσποινίδα Παπαδάκη, η οποία απέδειξε προσόντα αληθώς ανωτέρου ηθοποιού».
Για τον ίδιο ρόλο ο Θεμιστοκλής Αθανασιάδης-Νόβας σημείωνε: «Αλλά η δόξα της βραδυάς ήταν η δεσποινίς Παπαδάκη. Σ’ αυτή δεν λέω ότι ημπορεί να είναι υπερήφανη. Υπερήφανοι πρέπει να είμαστε ημείς γι’ αυτήν».

 

***

 

Υψηλού επιπέδου ήταν και οι ερμηνείες της σε παραστάσεις αρχαίου δράματος.

Ξεχώρισε ως:

-Κλυταιμνήστρα στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, το 1936. Η τραγωδία αυτή στις 11 Σεπτεμβρίου του 1938, έγινε η πρώτη μετά την αρχαιότητα παράσταση Αρχαίου Δράματος που ανέβηκε στην Επίδαυρο από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη, μουσική από τον Δημήτρη Μητρόπουλο.
-Αντιγόνη («Αντιγόνη» του Σοφοκλή. 1940 και 1941)
-Ιφιγένεια («Ιφιγένεια Εν Ταύροις» του Ευριπίδη, 1941)
-Εκάβη («Εκάβη» του Ευριπίδη, 1943 και 1944).

 

***

 

 

Στις 30 Δεκεμβρίου του 1943 ο Άγγελος Σικελιανός έγραψε στο «Ελεύθερο Βήμα» για την Εκάβη της Παπαδάκη, που αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα της καριέρας της:
«Η καταπληκτική ερμηνεία της Εκάβης μας σταμάτησε μπρος σε ένα γεγονός, που πολύ ολίγα όμοιά του μπορούμε να απαντήσουμε, όχι μόνο ανάμεσά μας, μα και γενικά στην ιστορία ολόκληρη της ηθοποιίας. Εννοώ το γεγονός αυτό: Να ιδούμε μια μεγάλη καλλιτέχνιδα σαν την Ελένη Παπαδάκη, να υποταχθή, να πειθαρχήση απόλυτα και ολόκληρη στο Λόγο και το Πνεύμα του έργου, με μια τέτοια καθαυτό θρησκευτική ταπείνωση μπροστά στον ποιητή, ώστε μονομιάς -όσο μεγάλη καλλιτέχνιδα κι’ αν ήταν σε πρωτήτερες της επιδόσεις- να μας αποκαλυφθή αναπλασμένη σ’ ένα άλλο ανώτατο επίπεδο δημιουργικής της Αρετής».
Η ηθοποιός Έλσα Βεργή έλεγε αργότερα ότι «Η Εκάβη της Παπαδάκη ήταν το σύμβολο μιας ολόκληρης φυλής στο πρόσωπο μιας μάνας».