Cat Is Art

Ειρήνη Δράκου: Πιστεύω σε όλους τους θεούς που δεν είναι τιμωροί και δεν σκοτώνουν…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Η Αγγλικανική Εκκλησία του Αγίου Παύλου, νεογοτθικού ρυθμού, κτισμένη στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Φιλελλήνων, σε προσελκύει με τη μαρμάρινη ομορφιά της, το απέριττο και διακριτικό εσωτερικό της και την μπεργκμανική ατμόσφαιρά της. Χώρος προσευχής αλλά και πολιτισμού, δικαίως επελέγη από την Ομάδα ΑΣΙΠΚΑ για να παρουσιάσει τη νέα της δουλειά, με τίτλο “Οι Δανειστές. Μια Αυτοβιογραφία”. Η ομάδα προσκαλεί τους θεατές σε μια παράσταση μεθυστικής αίσθησης μαγείας πάνω στο ομώνυμο έργο του Αύγουστου Στρίντμπεργκ “Οι Δανειστές”.

Η ηθοποιός Ειρήνη Δράκου αφού μας ταξιδεύει, με μια ακαταμάχητα φορτισμένη από μνήμες αφήγηση, στην Άνδρο των παιδικών της χρόνων, μας ξεναγεί στον κόσμο του Στρίντμπεργκ.
Τα πρόσωπα είναι ένα ζευγάρι καλλιτεχνών, ο άντρας ζωγράφος – η γυναίκα συγγραφέας. Κατά την απουσία της γυναίκας σε μια εκδρομή ο άντρας της βρίσκεται μόνος στο σαλόνι του ξενοδοχείου, ερωτευμένος και κυριευμένος από τη δύναμη της γυναίκας του αποτυπώνει συνεχώς τη μορφή της.
Εκεί τον βρίσκει ο πρώην άντρας της, που η γυναίκα τον είχε παρατήσει χρόνια πριν για το ζωγράφο και εκμεταλλευόμενος την απουσία της προσποιείται κάποιον ξένο.
Κατά τη συνάντηση των δύο αντρών, νυν και πρώην, το πορτρέτο εξελίσσεται σε γλυπτό. Το γλυπτό παραμορφώνεται. Μαζί του και το ερωτικό ιδεώδες του ζωγράφου το οποίο σκορπά θριαμβικά σαν θρυμματισμένη φωτογραφία ο εκδικητής επισκέπτης στα πόδια της γυναίκας κατά την επιστροφή της.
Οι τρεις ήρωες δε θα συναντηθούν μαζί ποτέ παρά μόνο στο τέλος, αλλά τότε είναι μάλλον αργά.
Στο αυτοβιογραφικό αυτό έργο του ο συγγραφέας έχει τοποθετήσει τους ήρωές του σ’ ένα δεδομένο περιβάλλον, στο σαλόνι ενός ξενοδοχείου σε τόπο παραθερισμού και παρακολουθεί πώς θα αντιδράσουν.

Η προδοσία ενός έρωτα πληρώνεται ακριβά στους «Δανειστές». Οι δυναμικές στις σχέσεις μεταξύ των τριών χαρακτήρων αναπτύσσονται εντυπωσιακά, ενώ γίνεται μια ευρηματική χρήση της ανατροπής. Ο λόγος είναι υψηλού επιπέδου, αλλά κυρίως η διεισδυτικότητα είναι αυτή που καθηλώνει, καθώς η ψυχολογική ανάλυση των χαρακτήρων είναι αριστουργηματική.
Σ’ αυτό το σκληρό παιχνίδι εξουσίας τα τρία πρόσωπα εκδικούνται, εκμυστηρεύονται, έρχονται αντιμέτωπα με το παρελθόν και τα «ανεξόφλητα» χρέη τους. Αλλάζουν συνεχώς ρόλους παίζοντας πότε το θύμα και πότε το θύτη μέσα σε ένα συνεχή υπαρξιακό προβληματισμό. Οι μάσκες κάποια στιγμή πέφτουν και οι χαρακτήρες φτάνοντας στα άκρα, προχωρούν πια σε μια κατά μέτωπο επίθεση μέσα σ’ ένα βίαιο και δίχως διέξοδο “τρίγωνο”.

Η Ειρήνη Δράκου είναι ιδρυτικό μέλος της ομάδας ΑΣΙΠΚΑ. Έχει παρακολουθήσει εργαστήρια με τους Δημήτρη Μπίτο, Θόδωρο Τερζόπουλο, Στάθη Λιβαθινό, Ρούλα Πατεράκη, Κωστή Σφυρικίδη, Μίρκα Γεμεντζάκη, C. Bocker, Kitt Johnson και Przemysław Błaszczak. Κατά τη διάρκεια των παραστάσεων του έργου «Οι Δανειστές. Μια Αυτοβιογραφία», συναντήσαμε την Ειρήνη και μιλήσαμε μαζί της για τους «Δανειστές», το θέατρο και τους καλλιτέχνες, το κοινό, την ανθρώπινη ύπαρξη, την παρουσία ή απουσία της πίστης, σε μια άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη.

 

“Οι Δανειστές. Μια Αυτοβιογραφία” (Φωτογραφία: Αλέξανδρος Γαρνάβος)

 

Πού γεννήθηκες, από πού κατάγεσαι και πού έζησες τα παιδικά σου χρόνια;

* Γεννήθηκα μεγάλωσα και πέρασα τα παιδικά μου χρόνια στην Άνδρο.

Ποιες είναι οι πιο αγαπημένες αναμνήσεις από την παιδική σου ηλικία;

* Αυτό που κυριαρχεί στις αναμνήσεις μου είναι το …ιιιιι… που έφτανε στα αυτιά μου στο διπλανό χωριό που είχα φτάσει με τα ποδήλατα μαζί με τους φίλους μου. Το γρήγορο πετάλι στην επιστροφή μέχρι ν’ ακούσω το όνομά μου ολόκληρο Ειρήνηηη… από τη μητέρα μου που φώναζε στο μπαλκόνι. Πολύ παιχνίδι στο χωράφι με τα ζώα που είχε ο μπαμπάς, κότες, γουρούνια, κουνελάκια, μια κατσικούλα και πάπιες, τζιτζίκια, σαύρες, πουλιά και ό,τι άλλο ανακαλύπταμε καθημερινά, πλατσούρισμα στα χαντάκια όσο εκείνος πότιζε και εμείς δήθεν τον βοηθούσαμε με την αδερφή μου… κολύμπι στη χαβούζα με τα χρυσόψαρα όταν μας την καθάριζε, κι άλλο παιχνίδι με τους φίλους στα κοντινά χωριά τριγύρω και στη θάλασσα, μακροβούτια, στοιχήματα και ψαρέματα που πάντα κατέληγαν άδοξα, παρέες κυρίως με αγόρια, μπόλικη ελευθερία και φυσικά άφθονη σκανταλιά ενώ φαινόμουν ήσυχο το καημένο.
Θυμάμαι να λέω πολλά ψέματα και να το σκάω, να τρώω τα μούτρα μου και τα γόνατά μου, να επινοώ διάφορες ιστορίες, και να σκηνοθετώ την αδερφή μου, που τη θεωρούσα παιχνίδι μου και που εκτελούσε σαν τον πιο πειθαρχημένο ηθοποιό ό,τι μου κατέβαινε στο κεφάλι, μέχρι που αποφάσισα μια μέρα ότι χάλασε όταν άρχισε να μη με υπακούει και να κάνει επιτέλους τα δικά της. Βέβαια δεν ήταν πάντα έτσι, όταν τις ανακαλώ όμως, συνειδητοποιώ, ότι οι ευτυχισμένες στιγμές παρά τον μάλλον δραματικό χαρακτήρα μου, ήταν πολλές.

 

“Οι Δανειστές. Μια Αυτοβιογραφία” (Φωτογραφία: Αλέξανδρος Γαρνάβος)

 

Ποια ήταν η πρώτη παράσταση που παρακολούθησες στη ζωή σου; Τι σου τη θυμίζει;

* Πέρα από τον Καραγκιόζη και τον Κουταλιανό που είχε έρθει στο χωριό και για μένα αυτό ήταν τότε παράσταση… προσπαθώντας να θυμηθώ… και αν θυμάμαι καλά η πρώτη πρώτη φορά που είδα παράσταση, ήταν όταν με πήγαν οι δικοί μου στο «Δελφινάριο», σε κάποια επιθεώρηση που δεν θυμάμαι καν… θα πρέπει να ήμουν πολύ πιτσιρίκι. Έχω μια μάλλον θολή ανάμνηση αλλά αυτό που κυριαρχεί ήταν το έντονο φως, τα χρωματιστά κοστούμια, τα συντονισμένα γέλια του κόσμου και μια αίσθηση μεταξύ πανηγυριού και λούνα-παρκ. Αυτή την ίδια αίσθηση έχω συχνά όταν πηγαίνω σε πανηγύρια, μάλλον οφείλεται σε αυτόν τον ίδιο φωτισμό και στην προσμονή μιας έκπληξης μέσα σε μια μάλλον απλή και απενεχοποιημένη συνθήκη.

Γιατί επέλεξες να γίνεις ηθοποιός;

* Για να είμαι ειλικρινής όπως κι αν ακούγεται, δεν ξέρω αν πρόλαβα να το επιλέξω ή ήρθε και με άρπαξε αυτή η τέχνη από τα μαλλιά όπως σώζει κανείς κάποιον που πνίγεται. Αλήθεια δεν ξέρω. Ίσως γιατί αυτό που προσπαθώ να κρύψω είναι μια τεράστια συστολή που είχα από παιδί, μια τεράστια δειλία απέναντι στον κόσμο, μια κοινωνική αδεξιότητα ή μια τάση απομόνωσης. Φοβόμουν κάποτε πολύ τα αδέσποτα σκυλιά ύστερα από ένα ατυχές συμβάν, μέχρι που μια ωραία μέρα ενώ ερχόταν ένας μεγάλος κι εξαγριωμένος σκύλος καταπάνω μου πρόλαβα και του γάβγισα τόσο δυνατά, χωρίς καν να το σκεφτώ που αυτομάτως το έβαλε στα πόδια… ξέσπασα βέβαια αμέσως σε γέλια αλλά με μια καταπληκτική αίσθηση απελευθέρωσης… κάπως έτσι ήρθε και το θέατρο στη ζωή μου.

Ποιοι δάσκαλοι σου διεύρυναν τους ορίζοντες;

* Α… μεγάλη ερώτηση, καθώς δεν αποτελώ το τυπικό παράδειγμα ενός ηθοποιού που έχει τελειώσει δραματική σχολή και ξεκίνησα να ασχολούμαι με την τέχνη αυτή από τα 30 και μετά. Αυτό βέβαια μου πρόσφερε την πολυτέλεια κυρίως να διαλέξω τους δασκάλους μου που ήταν οι περισσότεροι πολύ ενδιαφέροντες καλλιτέχνες και άνθρωποι. Στη διαδρομή αυτή δε θα μπορούσα να μην ξεχωρίσω και να είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων εκτός από τον σταθερό συνεργάτη μου, τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Δημήτρη Μπίτο, και τον πρόσφατο συνεργάτη μου ηθοποιό και σκηνοθέτη Przemysław Błaszczak, την performer Kitt Johnson και αναμφισβήτητα τον σκηνοθέτη και μεγάλο δάσκαλο Θεόδωρο Τερζόπουλο. Χωρίς να παραλείπω όμως να είμαι και ιδιαίτερα ευγνώμων σε δασκάλους που γνώρισα κατά τα πρώτα μου βήματα, ξεχωρίζοντας την έντονη εμπειρία που είχα σε μια Ακαδημία του Εθνικού με τη Ρούλα Πατεράκη, τον καταπληκτικό και στοργικό Κωστή Σφυρικίδη, τον απίστευτα γενναιόδωρο Ευδόκιμο Τσολακίδη αλλά και την έντονη και πολύτιμη εμπειρία που είχα το λίγο που τον γνώρισα για τις ανάγκες της τελευταίας του ταινίας, με τον Νίκο τον Κούνδουρο.

 

“Οι Δανειστές. Μια Αυτοβιογραφία” (Φωτογραφία: Αλέξανδρος Γαρνάβος)

 

Γιατί επιλέξατε να ανεβάσετε Στρίντμπεργκ φέτος; Σε ποια ενδιαφέροντα και αναζητήσεις του σύγχρονου ελληνικού κοινού απαντάει η επιλογή αυτού του έργου;

* Αρχικά η επιλογή του έργου ήταν του Δημήτρη. Η αρχική μου αντίδραση ήταν αρνητική σε σχέση με αυτό το έργο, σήμερα. Στην πορεία ξαναδιαβάζοντας το όμως ένιωσα ένα πολύ προσωπικό και ταυτόχρονα οικουμενικό στοιχείο να κυριαρχεί στις σιωπές του έργου. Ένιωσα ότι είναι ένα έργο γεμάτο ρωγμές όπως ακριβώς και η ανθρώπινη ψυχή κι ο αρχικός μου φόβος για μια πολύ κλειστή αφήγηση, αντικαταστάθηκε από μια ανάγνωση που βαθαίνει και ανοίγει δημιουργώντας ένα χώρο για να κατατεθεί ένα ταπεινό αλλά ουσιαστικό και σύγχρονο παράπονο. Αυτό του ρομαντικού ανθρώπου, που νιώθω ότι ευθυγραμμίζεται με ένα συλλογικό αίτημα για επιστροφή στους χρόνους της ψυχής και της φύσης.
Είναι σαν ένας ανεστραμμένος κι αντιφατικός κόσμος να αναδύεται στο έργο του Στρίντμπεργκ όπου μέσα από ένα παραλήρημα μίσους ταυτόχρονα ακούγεται και μια κραυγή για ανθρωπιά και αγάπη. Αυτή ήταν και η πρόθεσή μας σε σχέση με αυτό το έργο εμπλέκοντας θραύσματα από ερωτικές επιστολές και κείμενα, με στόχο να ξεπλύνουν το έργο και οποιαδήποτε «θεατρική» ανάγνωση πάνω σ’ αυτό. Να διασώσουν το αφήγημα του ρομαντικού ανθρώπου.

Ποια θέματα διαπραγματεύεται που να απασχολούν το σημερινό κοινό;

* Σε μια περίοδο που οι ταχύτητες αυξάνονται ιλιγγιωδώς σε όλους τους τομείς υποκαθιστώντας την αίσθηση, το συναίσθημα και την εμπειρία από τη γνώση, την πληροφορία και την κατανάλωση, και από τους χρόνους της σκέψης, νιώθω ότι αυτό το κυνήγι στεγνώνει εσωτερικά όλο και περισσότερο κόσμο γύρω μας, απελπίζει και εξουθενώνει οδηγώντας σε παραίτηση απ’ τους ίδιους μας τους εαυτούς και τα όνειρά μας.
Νομίζω ότι ο κόσμος σήμερα δείχνει «στοιχειωμένος» από αυτό τον ιό, από μια ματιά που μολύνει τα πράγματα, όπως και η επίσκεψη του ορθολογιστή Γκούσταφ, ενός εκ των τριών ηρώων του έργου, που καταφέρνει στο τέλος να αποχρωματίσει τον κόσμο του ζευγαριού, που αντιπροσωπεύουν ο ζωγράφος Άντολφ και η συγγραφέας Τέκλα, στο έργο, διαβάλλοντας την πίστη τους και την ελπίδα για την ομορφιά και το καλό, καταστρέφοντας το ερωτικό τους ιδεώδες, τον προσωπικό τους παράδεισο, και στο τέλος τους ίδιους.

Στη διάρκεια της προετοιμασίας της παράστασης, αισθανθήκατε να γεννώνται ερωτήματα;

* Ναι πολλά, κυρίως με το ζήτημα των ενοχών και ενός τιμωρού θεού.

Τι πρέπει να γνωρίζουμε για τους ρόλους και για τους ηθοποιούς της παράστασης;

* Νιώσαμε ότι και οι τρεις ήρωες αποτελούν και διαφορετικούς καθρεφτισμούς του ίδιου προσώπου, μπορεί και του ίδιου αντιφατικού και αυτοβιογραφικού Στρίντμπεργκ, ως μια προσπάθεια εξευμενισμού των δικών του φαντασμάτων.
Τον Γκούσταφ, τον υποδύεται ο Νίκος ο Καμόντος, τον Άντολφ ο Δημήτρης ο Μπίτος και την Τέκλα, εγώ. Προσωπικά αισθάνομαι πολύ τυχερή γι’ αυτό το τρίπτυχο και νομίζω ότι έχουμε κερδίσει και οι τρεις πολλά από αυτή την εμπειρία.

Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο χώρο, την Αγγλικανική Εκκλησία, για το ανέβασμα της παράστασης και όχι κάποια θεατρική αίθουσα;

* Η επιλογή αυτή είναι φυσική συνέχεια της δουλειάς μας μέχρι σήμερα και της επίσκεψής μας τόσο στις πρόβες αλλά και στις παραστάσεις μας σε μη συμβατικούς θεατρικούς χώρους, σε εγκαταλελειμμένα ή ιδιαίτερα για μας ιστορικά ή άλλα κτήρια, δημόσιους χώρους στην ύπαιθρο ή στο δρόμο.
Η ατμόσφαιρα της Αγγλικανικής Εκκλησίας είναι ο χώρος που θεωρήσαμε ότι αποδίδει αυτή την τραγικότητα του καλλιτέχνη ως μέρος του έργου του και την απομάκρυνσή του προς σ’ ένα προσωπικό τοπίο μακριά από την κοινωνία αναδεικνύοντας τη ρομαντική διάθεση και ενδόμυχη ανάγκη του για μοναχικότητα ως τη μόνη αγνή δημιουργική συνθήκη. Μια διάθεση αναζήτησης του θείου που συναντά κανείς τόσο στους νοτισμένους από προσευχές ναούς όσο και στη φύση. Και βρίσκεται σε αντίστιξη και σύγκρουση όπως και στο έργο με μια ατμόσφαιρα ενοχής που σκεπάζει τα πάντα και το πνεύμα ενός θεού τιμωρού, που μπορεί να φαίνεται ότι έχει παρέλθει αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και το θεμέλιο όλου του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Την ανάγκη του αυτή μεταφέρει μοναδικά κι ο συγγραφέας μέσα από μια επιστολή προς τη γυναίκα του: «Θα ζήσουμε στη μοναξιά μέσα σε καταπράσινα λιβάδια μακριά από τους ανθρώπους».

 

“Οι Δανειστές. Μια Αυτοβιογραφία” (Φωτογραφία: Αλέξανδρος Γαρνάβος)

 

Ποια είναι η σχέση σου με την πίστη;

* Μεγάλη και περιπετειώδης. Πιστεύω σε όλους τους θεούς που δεν είναι τιμωροί και δεν σκοτώνουν… αλλά και στους «θεανθρώπους» και τους ήρωες.

Στους «Δανειστές» ποιος από τους ήρωες επιβιώνει στο τέλος;

* Και οι τρεις ήρωες του έργου ενώ φαίνεται να συγκρούονται και να ανταγωνίζονται, καταστρέφονται στο τέλος ως θύματα ενός ασυγχρόνιστου πάθους.

Θεωρείς το σκηνογράφο, τον ενδυματολόγο, το φωτιστή, όλους τους συντελεστές, το ίδιο σημαντικούς για μια παράσταση;

* Φυσικά. Μπορεί να συναντιόμαστε κυρίως στην τελική ευθεία, ειδικά σε συνθήκες μη ανθηρής οικονομικά παραγωγής όπως η δική μας, αλλά γι’ αυτό σε αυτή την περίπτωση οι άνθρωποι που μας εμπιστεύονται και μας ακολουθούν είναι πραγματικοί συνοδοιπόροι. Ειδικά σε αυτή την παραγωγή προσωπικά αισθάνομαι πάρα πολύ τυχερή για τους συνεργάτες που μας πλαισιώνουν, για τη Θοδώρα την Αθανασοπούλου η οποία ερμηνεύει το ανείπωτο και μεγάλο κομμάτι των επιστολών του έργου, για τον Άγγελο τον Μέντη με βοηθό τον Αλέξανδρο τον Γαρνάβο που μας πρόσφεραν μεγάλη έμπνευση σε σχέση με το χώρο αυτό, τη Στέλλα την Κάλτσου με τους εξαιρετικούς φωτισμούς της, τον Αχιλλέα τον Μαρούλη και την καταπληκτική δουλειά που έκανε και τη φοβερή υπομονή με τους υπέρτιτλους, και τους φίλους, τον Θωμά τον Καζάση που τρέχει τους υπέρτιτλους σε κάθε παράσταση, και τη Νόρα τη Δεληδήμου που είναι σταθερά δίπλα μας σε όλες τις παραστάσεις αυτή τη φορά και στην κονσόλα και στον ήχο. Την παθιασμένη Χρύσα Ματσαγκάνη στην επικοινωνία, τον καλό φίλο και συνεργάτη Γιώργο Αμαραντίδη στη δημιουργία της αφίσας και πολλούς ανθρώπους που είναι δίπλα μας σε αυτή τη δουλειά, που θα ήθελα μια ολόκληρη σελίδα για να τους αναφέρω… χωρίς την πίστη και τη γενναιοδωρία όλων αυτών των ανθρώπων φυσικά και δεν υπάρχει παράσταση.

 

“Οι Δανειστές. Μια Αυτοβιογραφία” (Φωτογραφία: Αλέξανδρος Γαρνάβος)

 

Στο ημερολόγιό σου ποια μέρα της ζωής σου θα μείνει ανεξίτηλη;

* Η μέρα που γνώρισα τον άντρα μου.

Πόσο μας καθορίζει, κατά τη γνώμη σου, η εικόνα που έχουν οι άλλοι για μας;

* Πολύ. Το να μη σε καθορίζουν οι γνώμες των πολλών, είναι μια προσωπική άσκηση νομίζω με την οποία έρχεται αντιμέτωπος κάποιος, ειδικά ο καλλιτέχνης σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Είναι όμως και μια δεξιότητα που νιώθω ότι όσο βελτιώνει τόσο πιο βαθιά απολαμβάνει την τέχνη του και τη ζωή του.

Πιστεύεις ότι έχουμε ικανή θεατρική παιδεία στην Ελλάδα;

* Είμαι η πλέον ακατάλληλη για να απαντήσω. Όπως σας ανέφερα και παραπάνω ακολούθησα έναν μάλλον ανορθόδοξο και πολύ προσωπικό τρόπο μόρφωσης κι εκπαίδευσης σε σχέση με την τέχνη αυτή.

Υπάρχει καλλιτεχνική δημιουργικότητα σήμερα στη χώρα μας;

* Νομίζω πολύ, αλλά είναι πιο δύσκολο από ποτέ να αναδειχθεί.

 

“Οι Δανειστές. Μια Αυτοβιογραφία” (Φωτογραφία: Αλέξανδρος Γαρνάβος)

 

Το θέατρο είναι και μέσο θεραπείας;

* Αναπόφευκτα.

Ο σημερινός καλλιτέχνης οφείλει να είναι πολιτικοποιημένος, κατά τη γνώμη σου, ή όχι;

* Νομίζω ότι η πολιτικοποίηση στην τέχνη είναι σαν έκφραση πλεονασμός. Η τέχνη από μόνο της είναι πολιτική πράξη απλά όταν είναι ανώδυνη είναι μια νόθα αλλά επικίνδυνη πολιτική πράξη.

Σε ποια θεατρικά έργα θα ήθελες να παίξεις και ποιους ρόλους;

* Αυτό είναι μυστικό. Είμαι προληπτική με τις πολύ κρυφές μου επιθυμίες.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδια της Ομάδας ΑΣΙΠΚΑ;

* Καταρχήν ν’ ανεβάσουμε και πάλι τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού, πάλι σ’ έναν μη συμβατικό χώρο. Κι έπειτα μελετάμε διάφορα αλλά δεν μπορώ να μιλήσω ακόμη γι’ αυτά.

Τέλος, ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; Συμβιώνεις με κάποιο κατοικίδιο;

* Όσο μεγαλώνω αγαπώ τα ζώα όλο και περισσότερο… στο σπίτι μας στην Άνδρο, συμβιώνουμε με τη γάτα την Τούμπα, τον γάτο τον Άμλετ, δύο χήνες και διάφορους «επισκέπτες» τριγύρω. Όταν έρχομαι στην Αθήνα συμβιώνω με τη φοβερή σκυλίτσα, τη Λένια!

***

 

 

  • Αναλυτικά για την παράσταση, διαβάστε εδώ:

“Οι Δανειστές. Μια Αυτοβιογραφία”. Στρίντμπεργκ στην Αγγλικανική Εκκλησία από την Ομάδα ΑΣΙΠΚΑ

Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΕιρήνη Δράκου: Πιστεύω σε όλους τους θεούς που δεν είναι τιμωροί και δεν σκοτώνουν…

Related Posts