Cat Is Art

Έφη Ρευματά: Η καταγραφή της Ιστορίας αφήνει μια ελπίδα, πως ο άνθρωπος θα μάθει από τα λάθη του

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Μια νέα γυναίκα με λάμψη, μια υποδειγματική καλλιτέχνιδα, ευαίσθητη, ελεύθερη, καλλιεργημένη σάς παρουσιάζει αυτή τη φορά το catisart.gr.

Η ταλαντούχα Έφη Ρευματά, ηθοποιός, σκηνοθέτις και μεταφράστρια, με ευρωπαϊκή κουλτούρα, γνώστης του θεάτρου και της ποίησης, διακρίνεται στο θέατρο για την εμπειρία της, τη μεθοδικότητά της, τις καινοτόμες ιδέες της.

Έχει συμμετάσχει από το 2000 ως ηθοποιός σε πάμπολλες θεατρικές παραγωγές (Εθνικό Θέατρο, Σύγχρονο Θέατρο, Θέατρο Χώρα, Ελληνική Θεαμάτων, Θέατρο Καισαριανής, Θέατρο Κάππα, Θέατρο Μέλι, ΔΗ. ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης, ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Β. Αιγαίου, Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, Studio Μαυρομιχάλη) και μεταξύ άλλων σε έργα των Μ. Τζόνσον, Ρ. Τομά, Φ. Ντοστογιέφσκι, Γ. Μπύχνερ, Π. Σάφφερ αλλά και Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων όπως ο Ευριπίδης, ο Μέντης, ο Μπακόλας, ο Σακελλάριος, ο Μάτεσις. Πρωταγωνίστησε επίσης σε κινηματογραφικές ταινίες και σε τηλεοπτικές σειρές.

Έχει μεταφράσει Γερμανούς συγγραφείς μεταξύ των οποίων H. Achternbush, D. Loher, M. Mayenburg, R. Schimmelpfennig, του οποίου το έργο “Idomeneus” ανέβηκε το 2014 στο Φεστιβάλ Αθηνών (Πειραιώς 260) σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου. Η συγκεκριμένη μετάφρασή της βραβεύτηκε από το Eurodrama 2015.
Μια ακόμα αξιόλογη συνεργασία ήταν η μετάφρασή της για το Θέατρο Τέχνης του έργου “Αγαπημένε μου Χέρμπερτ” του Χέρμπερτ Άχτερνμπους σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη, το 2016.

Έχει συμμετάσχει στην παράσταση του Τ. Ostermeier “Volksfeind” ως διερμηνέας για το Φεστιβάλ Αθηνών. Επίσης έχει παίξει στον πρώτο γερμανόφωνο θίασο Maerz Buehne στην Ελλάδα ερμηνεύοντας Γκέτε, Φασμπίντερ και Μπέρφους στα γερμανικά σε σκηνοθεσία Μάρτιν Σάρνχορστ, Μαρλένε Καμίνσκυ και Άντριαν Φρίλιγκ.

Η Έφη Ρευματά, βλαστάρι αγαπημένης καλλιτεχνικής οικογένειας, είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου (1999), του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, 2014), του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (1998) και της Γερμανικής Σχολής Αθηνών.

Φέτος σκηνοθετεί στο Στούντιο Μαυρομιχάλη μία ρομαντική ιστορία αγάπης δύο επιφανών ανθρώπων που ολοκληρώνεται με την εκπλήρωση του στόχου που τους ένωσε… Πρόκειται για την ποιητική παράσταση «Χειμωνιάτικο Ταξίδι» του βραβευμένου συγγραφέα, Σταμάτη Πολενάκη. Το γοητευτικό «Χειμωνιάτικο Ταξίδι» έχει ήδη κάνει αίσθηση στο κοινό και η σκηνοθεσία εκπλήττει γιατί βρίσκεται κοντά στην πραγματικότητα και παράλληλα αποδίδει ανάγλυφα τους χαρακτήρες των ηρώων.

Τρεις συναρπαστικές ιστορίες, οι οποίες διαδραματίζονται σε διαφορετικό χώρο και χρόνο, συνδέονται στη σκηνή του Studio Μαυρομιχάλη κάθε Δευτέρα και Τρίτη μέχρι το τέλος Νοεμβρίου 2019. Η αυτοκτονία του ποιητή Χάινριχ φον Κλάιστ και της Ενριέττε Φόγκελ στη λίμνη Βανζέε έξω απ’ το Βερολίνο, το 1811. Μια μυστική συνάντηση αξιωματούχων των SS, που σφράγισε τη μοίρα εκατομμυρίων Εβραίων, στην ίδια λίμνη το 1942 και ταυτόχρονα ο θάνατος από ασιτία του ποιητή Σουβάροφ τον ίδιο χρόνο, στο πολιορκημένο από τους Ναζί, Λένινγκραντ.

Τρεις διαφορετικές αφηγήσεις ξετυλίγονται ταυτόχρονα και συνδέουν μια ιστορία αγάπης και μια σειρά από τραγικά γεγονότα που σημάδεψαν τον κόσμο, αναδεικνύοντας τα πιο φωτεινά και τα πιο σκοτεινά ένστικτα του ανθρώπου. Την καλύτερη και τη χειρότερη εκδοχή της Ανθρωπότητας.

Η παράσταση αφορά όλους τους θεατές που θα την παρακολουθήσουν, αγγίζει και συγκινεί. Μας μεταφέρει στην ατμόσφαιρα εκείνης της περιόδου μέσω των σκηνικών και των δυνατών ερμηνειών όλων των ηθοποιών. Έχει ένταση, δημιουργώντας δυνατά συναισθήματα και εγείρει προβληματισμούς. Εκτός από μάθημα Ιστορίας, είναι και ένας ηθικοκοινωνικός προβληματισμός που θέτει τη σφραγίδα μιας επαναστατικής – καλλιτεχνικής στάσης ζωής, αποκαλύπτοντάς μας μερικές κορυφαίες στιγμές της ανθρωπότητας.

Ας αφήσουμε όμως την Έφη να μας τα εξηγήσει καλύτερα…

*Μεγάλωσα στην Αθήνα και μέχρι τα έξι μου χρόνια μέναμε σε μια πολυκατοικία στους Αμπελόκηπους. Όταν μετακομίσαμε στην Άνω Κυψέλη, που τότε ήταν μια πιο αραιοκατοικημένη περιοχή, απέναντι απ’ το σπίτι υπήρχε ένα βουναλάκι. Αμέσως έτρεξα να παίξω και φώναζα στους γονείς μου: «Εδώ έχει πράσινο και χώμα!».

Υπάρχει μια μνήμη που θα έλεγες ότι σε καθόρισε ως άνθρωπο;

*Δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς κάποιο γεγονός, αλλά απ’ τη στιγμή που κατάλαβα πως δεν θα έχω αδέρφια, έγινα πολύ κοινωνική και έψαχνα συνεχώς για φίλους. Αυτό είναι κάτι που πιστεύω πως «κουβαλάω» ακόμα και σήμερα. Προσπαθώ να γνωρίζω όσους περισσότερους ανθρώπους μπορώ, να μαθαίνω τις ιστορίες τους, να προσπαθώ να τους καταλάβω και να ψάχνω κοινά σημεία και αναφορές, με τον εαυτό μου. Αυτό με έχει κάνει αρκετά εξωστρεφή και ιδιαίτερα επιεική με τις ανθρώπινες συμπεριφορές γύρω μου.

Ποια ήταν τα αναγνώσματα της παιδικής σου ηλικίας και ποιες οι καλλιτεχνικές σου επιρροές;

*Από πολύ μικρή διάβαζα και έβλεπα θέατρο. Θυμάμαι από τα πρώτα βιβλία που διάβασα -επειδή ο πατέρας μου είχε μια μεγάλη θεατρική βιβλιοθήκη στο σπίτι- ήταν «Το Κουκλόσπιτο» του Ίψεν, νομίζοντας πως έχει κάποια σχέση με τις κούκλες μου, που έπαιζα τότε. Δεν κατάλαβα πολλά πράγματα, αλλά μου κίνησε το ενδιαφέρον για τα θεατρικά κείμενα από πολύ νωρίς.

Με πατέρα ηθοποιό, μεγαλωμένη σε καλλιτεχνικό περιβάλλον, ήταν σχεδόν μονόδρομος να ασχοληθείς με το θέατρο;

*Και οι δύο γονείς μου ήταν ηθοποιοί (σ.σ.: μητέρα της, η Έλλη (Ελευθερία) Κωνσταντίνου), αλλά η επιρροή υπήρξε περισσότερο έμμεση και λιγότερο άμεση. Τον κόσμο του θεάτρου, αλλά και το ίδιο το θέατρο, παρόλο που υπήρχε μέσα στο σπίτι μου και στην καθημερινότητα μου και στις καλές και στις λιγότερο καλές στιγμές του, το έβλεπα πάντα από μια απόσταση. Οι γονείς μου ούτε με προέτρεψαν, ούτε με απέτρεψαν, απλά επειδή γνώριζαν πως η δουλειά αυτή είναι ένα «μικρόβιο», που τρυπώνει μέσα σου από μικρή ηλικία, προσπάθησαν να με κρατήσουν μακριά, να μου γνωρίσουν και άλλα πράγματα και να μου ανοίξουν κι άλλους δρόμους, ώστε όποια απόφαση κι αν έπαιρνα για το μέλλον μου να ήταν μια απόφαση απόλυτα συνειδητή, όπως και έγινε.

Σκηνοθετείς το «Χειμωνιάτικο Ταξίδι» του Σταμάτη Πολενάκη, το οποίο απαρτίζεται από τρεις διαφορετικές ιστορίες. Ποιο είναι το νήμα που συνδέει τρεις ιστορίες οι οποίες διαδραματίζονται σε διαφορετικό χώρο και χρόνο;

*Οι δύο από τις τρεις ιστορίες διαδραματίζονται στον ίδιο χώρο και η μία από αυτές τις δύο ιστορίες με την τρίτη ιστορία διαδραματίζονται στον ίδιο χρόνο. Οι τρεις ιστορίες αλληλεπιδρούν η μία με την άλλη, λειτουργούν ως κίνητρο η μία για την άλλη, αποτελούν συνέπεια η μία της άλλης και οι τρεις αφορούν «ανθρώπων έργα» με φόντο τον έρωτα και το θάνατο.

Το έργο αναφέρεται και στην αυτοκτονία του ποιητή Χάινριχ φον Κλάιστ και της Ενριέττε Φόγκελ στη λίμνη Βανζέε έξω απ’ το Βερολίνο, το 1811. Το γεγονός ότι μιλάς άπταιστα γερμανικά σε βοήθησε στην κατανόηση της υπόθεσης;

*Ως γερμανοτραφής λατρεύω τον Κλάιστ και είναι ένας ποιητής που με έχει απασχολήσει πολύ και με τα έργα του και με τη ζωή του. Όταν διάβασα το έργο του Πολενάκη και είδα πως μία από τις ιστορίες αφορούσε τον τρόπο που επέλεξε να βάλει τέλος στη ζωή του αυτός ο τόσο σημαντικός ρομαντικός ποιητής, σκέφτηκα πως αυτή είναι μια ιστορία που θα ήθελα να τη μάθει πολύ περισσότερος κόσμος. Από αυτή την άποψη η γερμανική μου παιδεία με παρακίνησε να ασχοληθώ με το συγκεκριμένο έργο, όμως επειδή ο Πολενάκης δεν μένει μόνο εκεί αλλά εμπλουτίζει το θέμα του με δύο δυνατές ιστορίες που αφορούν γεγονότα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, νομίζω πως αυτή είναι μια παράσταση που αφορά όλους τους θεατές που θα την παρακολουθήσουν.

Ποιο είναι το πιο δυνατό σημείο της παράστασης, κατά τη γνώμη σου;

*Η μουσική του Σούμπερτ και του Σοστακόβιτς που ακούγεται ζωντανά από το πιάνο που παίζει η μουσικός μας Μάγκυ Μελισσάρη κατά τη διάρκεια της παράστασης και οι ερμηνείες των ηθοποιών (Δημήτρης Φραγκιόγλου, Μάρω Μελισσάρη και Βασίλης Μπατσακούτσας) που με μοναδικό τρόπο ο καθένας αφηγείται από τη σκοπιά του ρόλου του τις ιστορίες του έργου μας, άλλοτε πιο σοβαρά, άλλοτε με χιούμορ, πάντα όμως με σκοπό να ταξιδέψουν τους θεατές σε ένα ξεχωριστό «χειμωνιάτικο ταξίδι».

Ποιες δυσκολίες τυχόν αντιμετώπισες στη σκηνοθεσία της;

*Το έργο είναι ένα ποιητικό κείμενο γεμάτο εικόνες και όπως όλα τα ποιητικά κείμενα έχει μια απίστευτη γοητεία όταν μεταφέρεται στο θέατρο, αλλά και μια δυσκολία να ειπωθεί με αμεσότητα ο λόγος, κάτι που μας ενδιέφερε πολύ να επιτευχθεί στην παράστασή μας και οι ηθοποιοί δούλεψαν αρκετά πάνω σε αυτό, ώστε να συνδυάσουν τον ποιητικό λόγο με τη χάρη της αμεσότητας.

«Τι είναι λοιπόν ο άνθρωπος;». Πώς απαντά η παράσταση σε αυτό το θεμελιώδες ερώτημα;

*Το συγκεκριμένο έργο ενώνει δύο πραγματικά γεγονότα, τα οποία συνέβησαν στο ίδιο μέρος (στη λίμνη Wahnsee, έξω από το Βερολίνο) με διαφορά ενός αιώνα. (Αυτοκτονία Κλάιστ 1811 και Διάσκεψη των Ες Ες 1942). Η ιστορία μυθοπλασίας, που αναφέρεται σε μια ηρωική πράξη και συνδέει τα δύο αυτά γεγονότα, συμπίπτει χρονικά με τη μία απ’ τις δύο πραγματικές ιστορίες (Πολιορκία Λένινγκραντ 1942). Η παράστασή μας είναι ένα ταξίδι στο χρόνο, μέσα από προσωπικές ιστορίες αλλά και γεγονότα που άφησαν το στίγμα τους στην ιστορία της ανθρωπότητας. Όλα τα καθορίζουν ανθρώπινες πράξεις. Μέσα απ’ το κακό γεννιέται το καλό. Ένα ζευγάρι αυτοκτονεί, γιατί «υποπτεύεται» πως έρχονται χειρότερες μέρες, αυτές οι μέρες πράγματι έρχονται αλλά μέσα απ’ αυτές γεννιέται ένα παράδειγμα ηρωισμού, που φωτίζει την καλύτερη πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης. Πολλές φορές στον μικρόκοσμο της καθημερινότητάς μας έχουμε έρθει αντιμέτωποι με την εσφαλμένη εντύπωση περί μοναδικότητας και ανωτερότητας του ανθρώπινου είδους, όμως η καταγραφή της Ιστορίας αφήνει μια αχτίδα φωτός και ελπίδας, πως ο άνθρωπος θα μάθει από τα λάθη του και θα σταματήσει να τα επαναλαμβάνει.

Πώς ερμηνεύει η παράσταση την αυτοχειρία του μεγάλου συγγραφέα;

*Ο Κλάιστ επιλέγει την αυτοκτονία, γιατί ξέρει πως «έρχονται μαύρες μέρες» και πράγματι η Ιστορία θα τον δικαιώσει, αφού έναν αιώνα αργότερα στο ίδιο μέρος που αυτοκτόνησε, κάποιοι γιορτάζοντας, επικυρώνουν την άφιξη μιας μαύρης περιόδου, που θα στιγματίσει για πάντα το πέρασμα του ανθρώπου απ’ αυτό τον κόσμο, αναδεικνύοντας τη χειρότερη εκδοχή του. Κι όμως μέσα από αυτή τη φρικαλεότητα, ξεπηδάει μια πράξη ηρωισμού, μια άλλη αυτοκτονία, με διαφορετικό σκοπό: «Τα παιδιά πρέπει να ζήσουν κι αύριο. Εμείς πια ξοφλήσαμε». Και τότε ο άνθρωπος εκπλήσσει: Δεν είναι ικανός μόνο για τα χειρότερα, αλλά και για τα καλύτερα!

Και στην ελληνική και στην παγκόσμια λογοτεχνία είναι αρκετοί εκείνοι που επέλεξαν την πράξη της αυτοκαταστροφής, για να δώσουν τέλος στη ζωή τους και πολλοί περισσότεροι όσοι το αποπειράθηκαν έστω μία φορά. Ποιες οι συνθήκες που παράγουν ή συνδαυλίζουν την «επιθυμία» της αυτοχειρίας στους λογοτέχνες;

*Πολλοί καλλιτέχνες, ανάμεσά τους και λογοτέχνες επέλεξαν να βάλουν τέλος στη ζωή τους. Επίσης πολλοί λογοτέχνες επέλεξαν να ασχοληθούν με αυτό το θέμα. Ένας βασικός παράγοντας που οδηγεί σε αυτές τις αυτοκτονίες είναι η κατάθλιψη. Την κατάθλιψη δεν μπορεί κανείς εύκολα να την κατανοήσει. Το ζήτημα της άρνησης του ανθρώπου να επιθυμεί τη ζωή είναι ξεχωριστό και μοναδικό για τον κάθε πάσχοντα. Συνήθως υπάρχει μια σχέση μεταξύ συναισθηματικών διαταραχών, καλλιτεχνικής ευφυΐας και δημιουργικής ευαισθησίας. Ίσως γι’ αυτό συναντούμε τόσο συχνά αυτή την τάση από καλλιτέχνες, χωρίς έκδηλο λόγο.

Το εικαστικό πόσο σημαντικό κομμάτι μιας παράστασης είναι;

*Πολύ σημαντικό και πιο συγκεκριμένα στη δική μας παράσταση, επειδή και τα δύο γεγονότα και η αυτοκτονία του Κλάιστ αλλά και η διάσκεψη των Ες Ες διαδραματίζονται στον ίδιο χώρο, στη λίμνη Wahnsee έξω από το Βερολίνο, που όπως το περιγράφει ο συγγραφέας, είναι ένα ειδυλλιακό τοπίο, δώσαμε μεγάλη σημασία στο εικαστικό κομμάτι της. Το σκηνικό του Νίκου Δεντάκη, με τα πεσμένα φύλλα στο γρασίδι, τα κοστούμια της Βάσιας Χρονοπούλου, με το γαλάζιο παλτό της Ενριέττε σε συνδυασμό με τα ατμοσφαιρικά φώτα του Δημήτρη Μπαλτά δένουν αρμονικά μεταξύ τους και δίνουν την αφετηρία του «Χειμωνιάτικου ταξιδιού» μας.

Την ελληνική θεατρική σκηνή πώς τη βλέπεις, εξελίσσεται;

*Βλέπω πολλά νέα παιδιά, με ταλέντο και αφάνταστη όρεξη να δημιουργούν ομάδες και να ανεβάζουν καινούργια έργα, βλέπω ταλαντούχους νέους σκηνοθέτες να πειραματίζονται σε πιο κλασικά έργα, βλέπω ηθοποιούς να δοκιμάζουν με επιτυχία τις δυνάμεις τους στην παραγωγή και στη σκηνοθεσία, βλέπω ιδιώτες παραγωγούς να επενδύουν όλο και πιο πολύ στο θέατρο και όλα αυτά συνθέτουν ένα σκηνικό που κάνουν την ελληνική θεατρική σκηνή ενδιαφέρουσα και γεμάτη εκπλήξεις. Το ταλέντο ξεχειλίζει και μακάρι το κράτος να μπορέσει να βοηθήσει το ελληνικό θέατρο περισσότερο, ώστε όλο αυτό το ταλέντο να βρει έδαφος να ανθήσει και να βλέπουμε όλο και περισσότερο όμορφα πράγματα.

Από όλες τις παραστάσεις που έχεις δει στη ζωή σου ποια έχεις αγαπήσει πιο πολύ;

*Επειδή αγαπάω το θέατρο πάρα πολύ, βλέπω πάνω από πενήντα παραστάσεις το χρόνο. Έχω δει πολλά όμορφα πράγματα και δε θα ήθελα να αδικήσω κάποιες αξιόλογες παραστάσεις. Σίγουρα θυμάμαι τον εαυτό μου εντυπωσιασμένο, όταν το “Αμόρε” του Γιάννη Χουβαρδά έδινε το στίγμα του στο ελληνικό θέατρο. Ήταν κάτι πρωτοποριακό τόσο η επιλογή των έργων όσο και το εναλλασσόμενο ρεπερτόριο, που νομίζω σφράγισε το μέλλον του ελληνικού θεάτρου.

Τι θα συμβούλευες κάποιον νεότερό σου, που κάνει τώρα τα πρώτα του βήματα στον χώρο;

*Να είναι ο εαυτός του, να μην προσπαθήσει να μιμηθεί κάποιον, να μην επηρεάζεται από τις καριέρες των άλλων, να χρησιμοποιήσει τα ελαττώματά του υπέρ του, να μην απογοητεύεται εύκολα, να μη σταματάει να δημιουργεί, να μην περιμένει την τύχη να του χτυπήσει την πόρτα αλλά να την κυνηγάει, να θέλει πολύ αυτό που κάνει και πάνω απ’ όλα να δουλεύει πολύ, περισσότερο απ’ όσο φαντάζεται.

Η τηλεόραση τι ρόλο έχει παίξει στη σταδιοδρομία σου;

*Όταν τελείωσα τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου ξεκίνησα αμέσως από την τηλεόραση. Δεν ήταν μέσα στα όνειρά μου, εγώ ήθελα να παίξω στην Επίδαυρο, αλλά προέκυψε. Έτσι έμαθα ένα άλλο μέσο, που δούλεψα αρκετά πάνω σε αυτό, κυρίως τα πρώτα μου χρόνια στη δουλειά. Την αγάπησα πολύ την τηλεόραση με τον καιρό και την επαφή με το φακό, κυρίως γιατί ως ηθοποιός καλείσαι να ανακαλύψεις και άλλα εκφραστικά μέσα, απ’ αυτά που χρησιμοποιείς στο θέατρο. Χαίρομαι που φέτος η ελληνική μυθοπλασία έχει επιστρέψει στους δέκτες μας.

Τι θα έλεγες πως είναι ευλογία για έναν καλλιτέχνη;

*Να έχει τη δυνατότητα να επιλέγει τις δουλειές, στις οποίες καλείται να συμμετάσχει και να έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί αυτά που ονειρεύεται.

Υπήρξε κάποιος ξεχωριστός συγγραφέας ή και καλλιτέχνης που έπαιξε καθοριστικό στη θεατρική και λογοτεχνική σου πορεία;

*Από πολλούς καλλιτέχνες «κλέβω» ιδέες, σκέψεις, νοήματα, εμπειρίες, αλλά επειδή μεγάλωσα σε μια οικογένεια με δύο καλλιτέχνες μέσα στο σπίτι, νομίζω πώς οι γονείς μου έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου, όχι τόσο για την επαγγελματική τους πορεία, όσο για τη στάση ζωής τους ως άνθρωποι και ως καλλιτέχνες.

Διατηρείς φιλίες από τα χρόνια της σχολής;

*Φυσικά. Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Παντελής Δεντάκης και η Τερέζα Γριμάνη (που τα τελευταία χρόνια ζει και δουλεύει ως ηθοποιός στη Νέα Υόρκη) είναι φίλοι μου απ’ τα χρόνια της Σχολής και έχουμε διανύσει παρέα μια μακρά πορεία ζωής, που πια μπορώ να τους αποκαλώ «αδέρφια» μου.

Έχει τύχει ποτέ να σε αναστατώσει ένα κείμενο τόσο ώστε να θέλεις να το παρουσιάσεις στη σκηνή;

*Όλα τα κλασικά έργα, αλλά και πολλά νεοελληνικά έργα, όπως ακριβώς συνέβη με το έργο του Σταμάτη Πολενάκη, που αμέσως μόλις το διάβασα, το είδα μπροστά μου σε εικόνες και ανυπομονούσα να το δω στη σκηνή. Επίσης με ενδιαφέρει και η λογοτεχνία, γιατί πιστεύω πως είναι πολύ όμορφο κάτι που έχει γραφτεί μόνο για να διαβαστεί, να το μετουσιώνει ένας δημιουργός δίνοντάς του σάρκα και οστά σε θεατρικό έργο.

Το θέατρο σήμερα ποιες ανάγκες σου καλύπτει;

*Με κάνει να αισθάνομαι ζωντανή, δημιουργική και πολύ τυχερή, που έχω καταφέρει να κάνω το χόμπι μου επάγγελμα και να ζω απ’ αυτό.

Αν σου ζητούσα να μου πεις ένα στίχο που σε αντιπροσωπεύει, ποιος θα ήταν αυτός;

«Τι να την κάνω εγώ την πραγματικότητα τους, λέω – εγώ έχω τ’ όνειρο»
Τάσος Λειβαδίτης

Τι σε κάνει να αισιοδοξείς και να ονειρεύεσαι…

*Οι καλές πράξεις των ανθρώπων, η δουλειά και οι φίλοι μου.

Ποιο θεατρικό ή λογοτεχνικό έργο ταυτίζεις με την εποχή μας;

*Το «Χειμωνιάτικο ταξίδι» του Σταμάτη Πολενάκη, που παίζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Στούντιο Μαυρομιχάλη.

Τι παράδοξο θεωρείς ότι υπάρχει στην κοινωνία μας;

*Η άγνοια ή η αδιαφορία πολλών ανθρώπων για το περιβάλλον.

Πώς θα ήθελες να σε βρει η επόμενη δεκαετία;

*Υγιή, δημιουργική και σε συνεχή αναζήτηση.

Ποια είναι τα σχέδιά σου για το άμεσο μέλλον;

*Ετοιμάζουμε μια ακόμα δουλειά, που έχει ως θέμα τα Βούρλα και τις πόρνες που στεγάζονταν εκεί, αλλά περισσότερες λεπτομέρειες θα πούμε όταν έρθει ο καιρός.

Αν μπορούσες να αλλάξεις κάτι στη σύγχρονη κοινωνία, τι θα ήταν αυτό;

*Την παιδεία και τη νοοτροπία πολλών ανθρώπων που έχει ως αποτέλεσμα τη λανθασμένη συμπεριφορά τους απέναντι σε ανθρώπους με «διαφορετικότητα», απέναντι σε ανθρώπους με ψυχολογικά και κινητικά προβλήματα, απέναντι σε ανθρώπους εξαρτημένους, απέναντι στους πρόσφυγες, γενικότερα απέναντι σε ανθρώπους που η ζωή δεν τους φέρθηκε ευνοϊκά αλλά και απέναντι στα ζώα, στο περιβάλλον και στη φύση.

Πώς θα χαρακτήριζες τον τρόπο που φέρονται οι Έλληνες στα ζώα, και δη στα αδέσποτα;

*Ευτυχώς τελευταία οι φιλοζωικές οργανώσεις κάνουν πολλή δουλειά και υπάρχουν αδέσποτα που βρίσκουν καταφύγιο, υιοθετούνται και δεν βρίσκονται στο δρόμο. Μου φαίνεται αδιανόητο, κάποιος που δεν ξέρει από κατοικίδια να παίρνει ένα ζωάκι και να το αντιμετωπίζει σαν πράγμα, που όταν δεν τον εξυπηρετεί πια, το «ξεφορτώνεται». Ένα ζώο που από δεσποζόμενο γίνεται αδέσποτο, εκτός από το αίσθημα της εγκατάλειψης που βιώνει ακριβώς όπως ο άνθρωπος, έχει ελάχιστες πιθανότητες να επιβιώσει στο δρόμο.

Πώς είναι η δική σχέση σου με τα ζώα; Έχεις σπίτι κάποιο ζωάκι για συγκάτοικο;

*Έχω ζήσει με σκυλιά όλη μου τη ζωή. Επειδή και οι γονείς μου ήταν ζωόφιλοι και εγώ ήμουν μοναχοπαίδι από πολύ μικρή ηλικία, είχα συντροφιά ένα σκύλο. Έτσι έμαθα να τα αγαπώ, να τα καταλαβαίνω και να συμβιώνω μαζί τους. Σήμερα έχω την Αύρα, ένα μαλτεζάκι τριών χρονών και η καλύτερη ώρα της ημέρας είναι όταν βγαίνουμε τη βόλτα μας.

Ευχαριστώ πολύ, Έφη!

*Kι εγώ σας ευχαριστώ!

  • Φωτογραφία: Κοσμάς Ινιωτάκης

***

 

 

“Χειμωνιάτικο Ταξίδι” του Σταμάτη Πολενάκη στο Studio Μαυρομιχάλη

Λίγα λόγια για την αληθινή ιστορία

Ο Heinrich von Kleist (Χάινριχ φον Κλάιστ) γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1777 στη μικρή πόλη της Φρανκφούρτης. Ορφανός από μικρός ζούσε με τη θεία του και στα 14 του στάλθηκε σε οικοτροφείο.
Με τη συγγραφή θεατρικών έργων ασχολήθηκε από το 1803 μέχρι το 1811. Η «Σπασμένη Στάμνα», η «Πενθεσίλεια» και πολλά άλλα έργα του θεωρούνται σήμερα κλασικά.
Ο ίδιος ήταν καταθλιπτικός και κάποιες επαγγελματικές ατυχίες επιδείνωσαν την κατάστασή του. Τότε έτυχε να συναντήσει τη Χενριέτε Φόγκελ, μια παντρεμένη γυναίκα που έπασχε από ανίατο καρκίνο. Πριν είχε προτείνει στην ξαδέρφη του μια συμφωνία αυτοκτονίας, την οποία εκείνη αρνήθηκε. Αντίθετα η Φόγκελ δέχτηκε με ενθουσιασμό την ιδέα ενός διπλού θανάτου. Ετοίμασαν επιμελώς τις τελικές λεπτομέρειες. Ο Κλάιστ έκαψε τα υπολείμματα των έργων του. Το μεσημέρι της 21ης Νοεμβρίου του 1811, βγήκαν στην εξοχή, στις όχθες της λίμνης Wannsee, νοτιοδυτικά του Βερολίνου. Εκεί ο Κλάιστ πρώτα πυροβόλησε τη Φόγκελ κι έπειτα τον εαυτό του.
Την προηγούμενη μέρα είχαν κάνει πρόβα αυτοκτονίας στο πανδοχείο Στίμινγκ και είχαν αφήσει επιστολές στον πανδοχέα για να σταλούν στα δικά τους πρόσωπα. Ο ίδιος φυσικά, δεν γνώριζε τίποτα.

***

Όπως γράφει στο σκηνοθετικό της σημείωμα η Έφη Ρευματά, στην παράσταση θα δούμε δύο πραγματικά γεγονότα:

Μία ρομαντική ιστορία αγάπης δύο επιφανών ανθρώπων που ολοκληρώνεται με την εκπλήρωση του στόχου που τους ένωσε: τη διπλή αυτοκτονία τους.
Μια γιορτή αξιωματούχων της ελίτ του γερμανικού στρατού για την εκπλήρωση του δικού τους στόχου: την εξόντωση ολόκληρου του εβραϊκού πληθυσμού της Ευρώπης.
Τα δύο αυτά γεγονότα συμπληρώνονται με την αφήγηση μιας φανταστικής ιστορίας με φόντο το πολιορκημένο από τους Ναζί Λένινγκραντ και πρωταγωνιστή έναν δάσκαλο, που μοιράζει όλα τα δελτία τροφίμων του σε ηλικιωμένους και παιδιά μέχρι που πεθαίνει από την πείνα.

***

Στο έργο του Σταμάτη Πολενάκη τρία πρόσωπα αφηγούνται αυτές τις τρεις ιστορίες: Ένας πανδοχέας (Δημήτρης Φραγκιόγλου), του οποίου το πανδοχείο βρίσκεται λίγο έξω απ’ τη λίμνη Βάνζεε και φιλοξένησε το ζευγάρι τις δύο τελευταίες μέρες της ζωής του, ο ίδιος ο Κλάιστ (Βασίλης Μπατσακούτσας) και η Ενριέττε (Heinrich von Kleist (Χάινριχ φον Κλάιστ). Εμπνέονται από την Έβδομη Συμφωνία του Σοστακόβιτς και από το έργο του Σούμπερτ Χειμωνιάτικο ταξίδι, κομμάτια του οποίου ερμηνεύει ζωντανά στο πιάνο η μουσικός Μάγκυ Μελισσάρη και μέσα από ένα ταξίδι στο χώρο και το χρόνο, οι τρεις τους – ο καθένας με το δικό του τρόπο και από τη δική του οπτική – αφηγούνται το παρελθόν, βιώνουν το παρόν και προφητεύουν το μέλλον, μας θυμίζουν την ανάγκη του ανθρώπου για ευτυχία, την προσευχή που όλοι κάποια στιγμή απευθύναμε σ’ έναν άγνωστο Θεό και επιβεβαιώνουν τη ρήση του Λέσινγκ: «Τι είναι λοιπόν ο άνθρωπος; Πολύ κακός για να είναι δημιούργημα του Θεού. Πολύ καλός για να είναι δημιούργημα της τύχης».

 

  • Διαβάστε αναλυτικά ΕΔΩ:

«Χειμωνιάτικο ταξίδι»: Μια ιστορία για τα πιο φωτεινά και τα πιο σκοτεινά ένστικτα του ανθρώπου

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΈφη Ρευματά: Η καταγραφή της Ιστορίας αφήνει μια ελπίδα, πως ο άνθρωπος θα μάθει από τα λάθη του

Related Posts