32.5 C
Athens
Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Εντίθ Πιάφ. Επιστροφή στη σκηνή του θεάτρου “Κοτοπούλη” ύστερα από 69 χρόνια…

Πάνω: Όλος ο θίασος επί σκηνής. Μια φοβερή ομάδα.

 

Του Παναγιώτη Μήλα
[email protected]

«Σ’ αγαπώ όπως δεν αγάπησα ποτέ κανέναν, Τάκη, μη μου πληγώσεις την καρδιά».
Έτσι άρχιζε η τετρασέλιδη επιστολή της Εντίθ Πιάφ προς τον Δημήτρη Χορν στις 20 Σεπτεμβρίου 1946. Δύο ημέρες πριν, στις 18 Σεπτεμβρίου, η Πιάφ έδινε τη μοναδική της συναυλία στην Αθήνα, στο θέατρο “Κοτοπούλη”.
Εκείνη την εποχή, η Πιάφ «που τραγουδούσε –μαζί με την Ιρένε ντε Τρεμπέρ – στο κέντρο “Μαϊάμι” της Κυψέλης, γνώρισε στα διαλείμματα τον Χορν, στο μπαρ του κέντρου». Ο Χορν, ωραίος και ευγενικός, γνώστης της γαλλικής και της αγγλικής γλώσσας, μπορούσε με άνεση να συναναστραφεί την Πιάφ. Όπως γράφει o κ. Ζάχος Χατζηφωτίου, «η Πιάφ είχε δει τότε και το χορευτικό ζευγάρι Γιάννη Φλερύ και Λίντας Άλμα για τους οποίους έκλεισε δουλειά με εξάμηνο συμβόλαιο στο κέντρο Μονσενιέρ, στο Παρίσι».
Στην Κυψέλη λοιπόν η τραγουδίστρια γνώρισε τον Χορν ο οποίος ήταν μόλις 25 ετών, εκείνη έκλεινε τότε τα 31. Η διάσημη Γαλλίδα τραγουδίστρια όταν γύρισε στο Παρίσι έστειλε στον Χορν και ένα τηλεγράφημα στις 13 Νοεμβρίου του 1946 και του έγραφε: «Αν μπορείς γράψε μου στο όνομα κυρία Μπιγκάρ, στην οδό Μπερί 26. Μη βάλεις το όνομά μου στη διεύθυνση».
Εκείνη τη χρονιά ο Χορν ανήκε στο δυναμικό του Εθνικού Θεάτρου και έπαιζε στον «Κύριο Ντε Φαλεντόρ» σε σκηνοθεσία Γιάννη Τσαρούχη με την Ελένη Χαλκούση και τον Λυκούργο Καλλέργη. Παράλληλα προετοιμαζόταν για την πρεμιέρα της 27ης Νοεμβρίου 1946 στο «Πολύ κακό για το τίποτα» του Σαίξπηρ σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα και σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη. Σκηνογράφος ο Κλεόβουλος Κλώνης. Ενδυματολόγος ο Αντωνάκης Φωκάς. Συμπρωταγωνιστές του Χορν -που έπαιζε τον ρόλο του Βενέδικτου- ήταν οι Μάνος Κατράκης, Μαίρη Αρώνη, Στέλιος Βόκοβιτς, Χριστόφορος Νέζερ.
Στην επιστολή της στον Χορν, η Πιάφ έγραφε επίσης: «Θα έρθω εγώ κοντά σου τον Νοέμβριο, κανείς στον κόσμο δεν θα με εμποδίσει να έρθω στην Αθήνα».
Η Πιάφ όμως δεν ήρθε ξανά στην Αθήνα, αλλά ούτε και το ταξίδι του Χορν στο Παρίσι έγινε ποτέ… έτσι «το σπουργιτάκι» δεν μπόρεσε να πει:

Η Ελεονώρα Ζουγανέλη, ως Πιάφ. Μια επιτυχημένη μεταμόρφωση και όχι μόνο…

«Και μόνο που τον βλέπω,
αισθάνομαι στα στήθια μου
τη καρδιά μου να βροντά»…

Ούτε μπόρεσε να ζήσει μαζί του:

«Νύχτες αγάπης αξημέρωτες,
που δεν λένε να τελειώσουν»…

Εδώ με την Κωνσταντίνα Τάκαλου, στο ρόλο της Μαρλένε Ντίτριχ

Τα παραπάνω είναι στίχοι από το «La Vie En Rose»
https://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=rzeLynj1GYM#t=2
που είχε γράψει η ίδια το 1945. Σε όλη της την καριέρα έγραψε 80 τραγούδια. Στη συναυλία της Αθήνας το «La Vie En Rose» ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία της. Το κοινό της πρωτεύουσας αποθέωσε τη Γαλλίδα τραγουδίστρια, όπως έγραφαν και οι εφημερίδες της εποχής. Η εφημερίδα «Ελευθερία» σημείωνε σε ένα μονόστηλο στη σελίδα 2 της 18ης Σεπτεμβρίου 1946: «Σήμερα στις 6.30 μ.μ. συναυλία της μεγάλης τραγωδού του γαλλικού άσματος Εντίθ Πιάφ και της Ιρένε ντε Τρεμπέρ. Το σύνολον των εισπράξεων θα διατεθεί υπέρ των ελληνικών και των εν Ελλάδι γαλλικών φιλανθρωπικών έργων». Επίσης η εφημερίδα «Εμπρός» και πάλι στη σελίδα 2 της 18ης Σεπτεμβρίου πρόσθετε ότι η συναυλία «θα πραγματοποιηθεί υπό την προστασία της ενταύθα γαλλικής πρεσβείας και του υπουργού Τύπου κ. Μπαλτατζή».
Αργότερα τα «Νέα» της 24ης Οκτωβρίου 1946 μιλούσαν για τον Απόλλωνα που ανακάλυψε η διάσημη Γαλλίδα στην Αθήνα.
Αυτά για το πέρασμα της Πιάφ από την όμορφη πόλη και το θέατρο “Κοτοπούλη”.
Σε αυτό το ίδιο θέατρο και στην ίδια σκηνή «γύρισε» ύστερα από 69 χρόνια. Όταν έμαθα για ανέβασμα του έργου της Παμ Γκεμς «Πιάφ» δεν ενθουσιάστηκα. Η δική μου γενιά μεγάλωσε με τα δισκάκια των 45 στροφών. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε η σημερινή καταιγίδα της ενημέρωσης μέσα από το Διαδίκτυο και η υπερπαραγωγή. Τα ιταλικά και τα γαλλικά τραγούδια είχαν την πρώτη θέση στις επιλογές μας και το «σπουργιτάκι» βρισκόταν στην κορυφή. Ο τραγικός της θάνατος στις 10 Οκτωβρίου του 1963 μας είχε συγκλονίσει. Δεν θα μπορούσα λοιπόν να βρω σημεία επαφής με την όποια Πιάφ του 2015. Ήμουν αποφασισμένος να μην πάω. Λίγες ημέρες μετά την πρεμιέρα βρέθηκα στο θέατρο “Κοτοπούλη” με την Ειρήνη Αϊβαλιώτου για μια συνέντευξη με την Ευγενία Δημητροπούλου για το catisart.gr. Τα φώτα άναψαν κάποια στιγμή όταν μουσικοί και ηθοποιοί βγήκαν στη σκηνή για «ζέσταμα». Ενδιαφέρον θέαμα. Γερή προπόνηση και στο σώμα και στη φωνή. Ευτυχώς η Ευγενία και η Ειρήνη συνέχιζαν για λίγο ακόμη τη συζήτησή τους. Έτσι είχα την ευκαιρία να απολαύσω την προετοιμασία των ηθοποιών. Ήταν μαγεία. Αλλά ήταν και ο λόγος να αλλάξω γνώμη. Μπήκα στον πειρασμό να δω την παράσταση. Το πρώτο που είχα να κάνω ήταν να διαβάσω δυο λόγια για το έργο:
«Σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια και με πρωταγωνίστρια την Ελεονώρα Ζουγανέλη ανεβαίνει η «Πιάφ» της Παμ Γκεμς από το Εθνικό Θέατρο στο «Κοτοπούλη». Είναι μια τρίωρη παράσταση, με δεκάδες ηθοποιούς και ζωντανή μουσική επί σκηνής. Έχει αναπαρασταθεί η ατμόσφαιρα της εποχής του Mεσοπολέμου και των δεκαετιών ’40 και ’50. Η περιστρεφόμενη σκηνή διευκολύνει την άμεση εναλλαγή των σκηνών και έτσι παρουσιάζονται με κινηματογραφικό τρόπο όλες σχεδόν οι πτυχές της πολυτάραχης ζωής της».
Ακολουθεί, σε μετάφραση, το «La vie en rose», του 1945 σε στίχους της Πιάφ:

Επάνω δεξιά, ο φάκελος της επιστολής. Κάτω δεξιά, το τηλεγράφημα της Πιάφ προς τον Χορν στις 13 Νοεμβρίου 1946.

«Μάτια που κάνουνε τα μάτια μου
να χαμηλώνουν.
Χαμόγελο που σβήνεται
στις άκρες των χειλιών του,
να το πορτρέτο,
χωρίς ρετούς κανένα,
του άντρα που ανήκω.
Όταν με παίρνει αγκαλιά
και μου σιγοψιθυρίζει,
βλέπω τη ζωή ρόδινη.
Μου λέει λόγια αγάπης,
λόγια καθημερινά
κι αυτό μου κάνει κάτι…

Μπήκε στην καρδιά μου,
ένα κομμάτι ευτυχίας,
για το οποίο ξέρω
πολύ καλά την αιτία:
Είναι αυτός για μένα
κι εγώ γι’ αυτόν,
σε τούτη τη ζωή…
Μου το ‘πε,
μου τ’ ορκίστηκε,
για όλη τη ζωή.
Και μόνο που τον βλέπω,
αισθάνομαι στα στήθια μου
τη καρδιά μου να βροντά…

Νύχτες αγάπης αξημέρωτες,
που δε λένε να τελειώσουν
με κυριεύει μια πελώρια ευτυχία,
καημοί κι έννοιες σβήνουνε.
Ευτυχισμένοι… τόσον ευτυχισμένοι,
που μας έρχεται να πεθάνουμε».

Το δημοσίευμα των «Νέων» στις 24 Οκτωβρίου 1946.

Από τη σκηνή, στο χαρτί…
Και μετά τη… φλυαρία, ας πω και δυο λόγια για την παράσταση. Πάντα ως απλός θεατής και πάντα χωρίς ειδικές γνώσεις, μετά τη σκηνή παίρνω το χαρτί.
Η καλή μέρα αρχίζει με την πρωτότυπη μουσική και την ενορχήστρωση των τραγουδιών από τον Θοδωρή Οικονόμου, ο οποίος βρίσκεται στο πιάνο έχοντας δίπλα του μια ομάδα βιρτουόζων μουσικών: στο αριστερό μέρος της σκηνής ο Κώστας Ράπτης με balan και ο Διονύσης Βερβιτσιώτης με βιολί. Στο δεξί μέρος της σκηνής ο Παρασκευάς Κίτσος στο κοντραμπάσο, ο Γιάννης Αγγελόπουλος στα drams / κρουστά και ο Νίκος Πασσαλίδης στην ακουστική κιθάρα και στο μαντολίνο. Εξαιρετική ομάδα που απέδωσε τις μοναδικές επιτυχίες της Πιάφ και κράτησε σε υψηλό επίπεδο την παράσταση.
Η Ελεονώρα Ζουγανέλη κάνει αμέσως την εμφάνισή της με το που ανάβουν τα φώτα. Κερδίζει το κοινό από τις πρώτες νότες. Είναι άψογη. Δεν μιμείται το ηχόχρωμα της Πιάφ. Είναι η Ζουγανέλη που ξέρουμε σε μια πολύ δύσκολη αποστολή που τελικά τη φέρνει σε αίσιο πέρας. Το πρώτο τραγούδι το ακολουθεί η ιστορία της μεγάλης Γαλλίδας. Σε ένα σκηνικό με περιστρεφόμενους παράλληλους κύκλους, η Αναστασία Αρσένη (σκηνικά – κοστούμια) «ζωγραφίζει» με τρόπο θαυμαστό την εποχή και τα πρόσωπά της. Υπηρετεί με μαεστρία την κινηματογραφική επιλογή στην εναλλαγή των εικόνων και των σκηνών του σκηνοθέτη Πέτρου Ζούλια. Φυσικά όλα αυτά κάτω από την «ομπρέλα» του Λευτέρη Παυλόπουλου ο οποίος -όπως πάντα- δίνει τα φώτα του και αναδεικνύει πρόσωπα και λεπτομέρειες. Ένα σημαντικό στοιχείο της παράστασης είναι και η αέναη κίνηση των ηθοποιών. Ο Φώτης Διαμαντόπουλος έχει χορογραφήσει το κάθε βήμα των 19 ηθοποιών οι οποίοι κινούνται με δεξιοτεχνία στο σκηνικό καρουσέλ του θεάτρου “Κοτοπούλη”. Τη μουσική διδασκαλία έχει αναλάβει η Μελίνα Παιονίδου που πέτυχε να παρουσιάσει ένα εξαιρετικό φωνητικό σύνολο χωρίς το παραμικρό ψεγάδι. Αν και τον αναφέρω τελευταίο, εν τούτοις «εν αρχή ην ο λόγος». Το κείμενο της Παμ Γκεμς έχει μεταφρασθεί από τον Αντώνη Γαλέο. Λόγος άμεσος και καθημερινός. Καθαρός, σαφής και χωρίς πρόθεση να προκαλέσει απλώς και μόνο συγκίνηση. Στα θετικά του έργου και τα μεταφρασμένα τραγούδια. Ο στιχουργός Γεράσιμος Ευαγγελάτος έκανε την απαραίτητη προσαρμογή. Βέβαια ο ήχος των στίχων αυτών των επιτυχιών είναι πιο οικείος σε μας που μάθαμε –και χωρίς να ξέρουμε γαλλικά– απλά και μόνο να τα τραγουδάμε, αν και δεν γνωρίζαμε τι σήμαιναν όλα αυτά τα λόγια. Πιστεύω λοιπόν πως τα μεταφρασμένα τραγούδια είναι ένα από τα πλεονεκτήματα της παράστασης. Ήταν ένα επιπλέον δώρο στους θεατές μιας και οι στίχοι αυτοί είναι βιωματικοί και έτσι έκαναν πιο πλούσια την εικονογράφηση αυτής της μοναδικής τραγουδίστριας.

Χορεύοντας με την «Πιάφ», ο εξαίρετος Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος.

Στην απεικόνιση αυτή ο Πέτρος Ζούλιας ήταν τυχερός που είχε μια εξαιρετική ομάδα ταλαντούχων ηθοποιών. Παλιοί και νέοι κυριολεκτικά «ζωγράφιζαν» σε κάθε εμφάνισή τους στη σκηνή. Δεν αναφέρω τους ρόλους, επειδή με ενδιέφεραν αποκλειστικά οι ηθοποιοί που τους ερμήνευαν.
– Ο Στέφανος Μουαγκιέ είχε τη δύσκολη αποστολή με την έναρξη να δώσει το στίγμα της παράστασης. Σαν μαγνήτης πετυχαίνει απόλυτα να συγκεντρώσει την προσοχή των θεατών από το πρώτο λεπτό. Με τη φωνή και τη σκηνική του άνεση.
– Σε ρόλους χαρακτηριστικούς στηρίζουν το οικοδόμημα της «Πιάφ» οι ηθοποιοί: Δημήτρης Καραμπέτσης, Μαρίνος Δεσύλλας, Τάσος Πυργιέρης, Αντώνης Χαντζής και Αλέξανδρος Μπαλαμώτης. Όλοι έχουν τις γνώσεις και τα προσόντα για να κάνουν το επόμενο βήμα πιο ψηλά.
– Σε ρόλους «δημοφιλείς» αλλά απαιτητικούς και με τον αέρα πρωταγωνιστή ανταποκρίνονται άριστα οι ηθοποιοί Νίκος Μαγδαληνός, Γιάννης Αθητάκης και Μιχάλης Λεβεντογιάννης. Το χειροκρότημα στο φινάλε με επιβεβαιώνει…
– Ακολουθούν δύο φοβερά κορίτσια, εξαιρετικά, πανέμορφα, με μπρίο και δυναμισμό: Η Γεωργία Μητροπούλου (με λαμπερή φωνή και άνεση χορεύτριας) και η Δήμητρα Σιγάλα (τρυφερή ενζενύ αλλά και σκληρή κυρία όπου χρειάζεται).
– Επειδή είναι φίλος μου δεν μπορώ να πω πολλά για τον Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο. Αν τον έβλεπα για πρώτη φορά, σίγουρα θα τον ξεχώριζα. Καταπληκτικός ηθοποιός. Τα έκανε όλα να φαίνονται τόσο απλά και φυσικά που νόμιζα ότι θα μπορούσα να τα κάνω κι εγώ με την ίδια ευκολία. Σίγουρα δεν θα μπορούσα ούτε για αστείο να κάνω ποδήλατο σε… μία ρόδα (!) όπως έκανε εκείνος. Λες και το ήξερε από μικρός. Διαμάντι ο Κωνσταντίνος και στην ερμηνεία, και στο χορό, και στο τραγούδι.
Πάμε τώρα σε άλλους έξι ηθοποιούς που και από μόνοι τους θα μπορούσαν να κρατήσουν μια παράσταση:
– Η Ευγενία Δημητροπούλου, με νεανικό σφρίγος και χαμόγελο. Πατάει σταθερά στα πόδια της και ανεβαίνει. Αξίζουν ακόμη και οι σιωπές της.
– Ο Δημήτρης Αλεξανδρής, απαραίτητος σε κάθε βασική ομάδα. Στιβαρός και δεξιοτέχνης. Απόλαυση να τον παρακολουθείς.
– Ο Σπύρος Μπιμπίλας, διαχρονικός, έμπειρος, ξεχωριστός και με αμέτρητες μεταμορφώσεις. Μεταμορφώσεις σε βάθος και όχι επιφανειακά.
– Η Κωνσταντίνα Τάκαλου, σταθερή αξία. Το άκρον άωτον της μετάλλαξης. Δυνατός κρίκος στην αλυσίδα που δένει την παράσταση με την επιτυχία. Μπορεί σε χρόνο μηδέν να προσφέρει χίλιες εικόνες με την ερμηνευτική της δεινότητα.
– Η Μυρτώ Αλικάκη, εντελώς διαφορετική από ό, τι την είχα συνηθίσει. Μοναδικό στολίδι στη σκηνή του θεάτρου “Κοτοπούλη”. Αξίζει να τη δουν οι μαθητές των δραματικών σχολών. Μια ερμηνεία – μάθημα. Ήταν στιγμές που κινούσε μόνο τα μάτια της. Απόλαυση.
– Ο Χρήστος Στέργιογλου. Τον γνώρισα και τον άκουσα για πρώτη φορά το 1993, στο «Γκάζι» στην παράσταση της Άλκηστης Πρωτοψάλτη «Ανθρώπων έργα». Τι να πω; Για χάρη του πήγα στην παράσταση. Τον είχα δει στο «ζέσταμα», που σας έλεγα πιο πάνω. Μου είχε κάνει εντύπωση ο επαγγελματισμός του. Έτσι κι αλλιώς πάντα είναι άψογος. Τώρα όμως ακόμη πιο πολύ, αφού μάλιστα μας χάρισε και ένα τραγούδι που το ερμήνευσε εξαίσια. Η φωνή του ίδια κι απαράλλαχτη όπως το ’93…
– Κλείνω με την πρωταγωνίστρια Ελεονώρα Ζουγανέλη. Τόλμησε και είπε το «ναι» για αυτή την παράσταση. Ασφαλώς τίποτα δεν της χαρίστηκε. Ασφαλώς τίποτα δεν χρωστάει σε κανέναν. Ασφαλώς μας μάγεψε καθώς πέτυχε να κάνει εντελώς δικιά της την «Εντίθ Πιάφ». Δεν βούλιαξε στο μύθο της μεγάλης τραγουδίστριας. Έχτισε με τον καλύτερο τρόπο αυτόν το ρόλο. Τα βουρκωμένα μάτια όσων περίμεναν να τη συγχαρούν στο καμαρίνι, είναι η καλύτερη κριτική για την εμφάνιση της Ελεονώρας. Την ευχαριστούμε επειδή μας χάρισε απλόχερα το ταλέντο της.
Το ταλέντο του μας χάρισε για άλλη μια φορά και ο σκηνοθέτης Πέτρος Ζούλιας που συνέθεσε αυτό τον εκπληκτικό πίνακα με το πορτρέτο της Πιάφ. Χρησιμοποίησε την τεχνική του κινηματογράφου δίνοντας αμέτρητες εικόνες. Εικόνες ολοζώντανες που γέμιζαν τη σκηνή και τις καρδιές μας. Έκανε μια εξαιρετικά σύνθετη δουλειά. Ένα πολύπλοκο κέντημα κλασικής ομορφιάς.
Οπωσδήποτε όμως αξίζουν ευχαριστίες και στον πρώην -δυστυχώς- καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, Σωτήρη Χατζάκη, για την επιλογή αυτής της παράστασης. Ας ελπίσουμε ότι η «Πιάφ» θα επαναληφθεί και την επόμενη σεζόν, όπως ανακοινώθηκε από τον κ. Χατζάκη μία ημέρα πριν από την αποπομπή του. Πρέπει να επαναληφθεί όχι τόσο επειδή είναι εμπορική επιτυχία αλλά επειδή είναι ένα κομψοτέχνημα που θα πρέπει να το δουν και να το χαρούν πολλοί ακόμα θεατές.

Πληροφορίες για την παράσταση

Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
Σκηνοθεσία – Απόδοση – Διασκευή: Πέτρος Ζούλιας
Σκηνικά – κοστούμια: Αναστασία Αρσένη
Πρωτότυπη μουσική – Ενορχήστρωση τραγουδιών: Θοδωρής Οικονόμου
Χορογραφίες: Φώτης Διαμαντόπουλος
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Στιχουργός – Προσαρμογή τραγουδιών: Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριάννα Τουντασάκη
Β΄βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία-Ελένη Σολδάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Φώτης Μουρτάς

Διανομή

-Στο ρόλο της Εντίθ Πιάφ, η Ελεονώρα Ζουγανέλη
-Μυρτώ Αλικάκη, Τουάν.
-Ευγενία Δημητροπούλου, Αγία Τερέζα.
-Χρήστος Στέργιογλου, Λουί Λεπλέ.
-Δημήτρης Αλεξανδρής, Λουί.
-Κωνσταντίνα Τάκαλου, Λουίζ, Μαρλένε Ντίντριχ.
-Νίκος Μαγδαληνός, Μπρούνο.
-Σπύρος Μπιμπίλας, Νοσοκόμος, Βαμπέρ, Σαρλ Αζναβούρ, Σαρλό, Κλοσάρ.
-Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Λουί Γκασιόν, Ρεημόν Ασσό, Ναύτης, Νοσοκόμος.
-Δημήτρης Καραμπέτσης, Επιθεωρητής, Γιατρός, Δημοσιογράφος, Κλοσάρ, Ναύτης.
-Μαρίνος Δεσύλλας, Σάρλ Ντυμόν, Έντι, Γερμανός, Ναύτης, Κλοσάρ.
-Δήμητρα Σιγάλα, Τιν-Τίν, Μαντλέν.
-Τάσος Πυργιέρης, Ζώρζ, Βαποράκι, Ναύτης, Κλοσάρ.
-Αντώνης Χαντζής, Ζακ, Γερμανός, Μποξέρ, Ναύτης, Γκαρσόνι, Νοσοκόμος, Κλοσάρ.
-Στέφανος Μουαγκιέ, Κομφερασιέ, Εμίλ, Λουσιέν, Σερβιτόρος, Ναύτης, Νοσοκόμος, Δημοσιογράφος.
-Γιάννης Αθητάκης, Μικρός Λουί, Μαρσέλ Σερντάν, Ναύτης, Γερμανός, Δημοσιογράφος, Κλοσάρ.
-Αλέξανδρος Μπαλαμώτης, Ζάν, Γερμανός, Γιατρός, Δημοσιογράφος, Νοσοκόμος, Μπάρμαν, Κλοσάρ, Σερβιτόρος
-Γεωργία Μητροπούλου, Μικρή Πιάφ, Δημοσιογράφος
-Μιχάλης Λεβεντογιάννης, Αμερικάνος, Τεό Σαγαπώ, Γκαρσόνι, Νοσοκόμος, Κλοσάρ

Μουσικοί επί σκηνής

-Πιάνο: Θοδωρής Οικονόμου
-Balan: Κώστας Ράπτης
-Βιολί: Διονύσης Βερβιτσιώτης
-Κοντραμπάσο: Παρασκευάς Κίτσος
-Drams / Κρουστά: Γιάννης Αγγελόπουλος
-Ακουστική κιθάρα / Μαντολίνο: Νίκος Πασσαλίδης
Φωτογράφος της παράστασης: Μαριλένα Σταφυλίδου

Πληροφορίες

Εθνικό Θέατρο – Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη», Πανεπιστημίου 48
Τηλέφωνα: 210-330.50.74 και 210- 52.88.170. Επίσης στο 210-723.45.67 (μέσω πιστωτικής κάρτας).
Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο 20.30
Κυριακή 19.30
Τιμές εισιτηρίων: 20, 15 και 10 ευρώ (φοιτητικό)
Πέμπτη ενιαία τιμή 13 ευρώ.

Λίγα λόγια για το θέατρο “Κοτοπούλη”

Να θυμίσω εδώ –για να μην υπάρχουν ασάφειες– ότι το πρώτο «Θέατρο Κοτοπούλη» στην πλατεία Ομονοίας κατεδαφίστηκε το 1936 και την ίδια χρονιά πήρε τη θέση του ο κινηματογράφος «Κρόνος», που μετά τον πόλεμο μετονομάστηκε σε «Κοτοπούλη».
Ένα χρόνο πριν, το 1935, η ανάθεση του Σικιαρίδειου Μεγάρου, στην οδό Πανεπιστημίου, έγινε στους αρχιτέκτονες Λεωνίδα Μπόνη και Βασίλειο Κασσάνδρα. Το Μέγαρο είναι ένα κτήριο που στεγάζει τρεις σκηνές, έχει ύψος 34 μέτρα και η πρόσοψή του παραπέμπει στην αμερικάνικη αισθητική της εποχής που χτίστηκε. Η σκηνή “Rex” λειτούργησε από το 1937 για να στεγάσει το θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη. Το πρώτο έργο που ανέβηκε τότε ήταν η «Βασίλισσα Ελισάβετ», του Α. Ζωσέ, σε σκηνοθεσία Γιαννούλη Σαραντίδη, τον Φεβρουάριο του 1937. Τα σκηνικά είχε κάνει ο αρχιτέκτονας Κίμωνας Λάσκαρις. Το 1982 το θέατρο “Κοτοπούλη” καταστράφηκε από πυρκαγιά, και το 1987 περιήλθε στην κυριότητα του Υπουργείου Πολιτισμού ως διατηρητέο. Από το 1993 λειτουργεί ως σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Έχει πλατεία, περιμετρικό εξώστη και 15 θεωρεία καθώς και αμφιθεατρικό υπερώο. Η σκηνή έχει πλάτος 18, 9 μέτρα, βάθος 12, 85 μέτρα, ύψος 17 μέτρα και είναι η μεγαλύτερη της Αθήνας.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -