31.9 C
Athens
Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

«Η πλύστρα» και οι μαχητές της ζωής μιας όχι και πολύ μακρινής εποχής…

Του Διονύση Βραϊμάκη

Η πλύστρα, της οποίας τον γιο πρέπει να φοβόμαστε (σύμφωνα με ό,τι γράφτηκε, αλλά ανακλήθηκε, στον χωρίς όρια ενδοκομματικό πόλεμο των ημερών) τιμήθηκε από τον σπουδαίο γλύπτη Χρήστο Καπράλο με αυτό το έργο, που εκτίθεται στο μουσείο Καπράλου, παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης στην Αίγινα: «Η πλύστρα», 1954. Τιμημένη! Και καθόλου φόβητρο.

Ακολουθούν μερικές σύντομες σκέψεις για την πλύστρα, τον χαμάλη, τον λούστρο, τον σκουπιδιάρη και άλλους μαχητές της ζωής μιας όχι και πολύ μακρινής εποχής. Τότε που αυτοί οι όροι έμοιαζαν με ύβρεις –και έτσι χρησιμοποιούνταν από κάποιους.

***

Την πλύστρα μην τη φοβάσαι, τους Γιαβάσηδες να φοβάσαι

Ο γιος ή η κόρη της πλύστρας που αξιώθηκαν την κοινωνική αναγνώριση, είναι χορτάτοι από υπερηφάνεια για την καταγωγή τους και για τη μητέρα τους.

«Τον χορτασμένο μη φοβάσαι, το γιο της πλύστρας να φοβάσαι» που έγραψε η Έλενα Ακρίτα είναι αναντίστοιχο με την ελληνική πραγματικότητα. Πολλά από τα παιδιά τής πλύστρας, του χαμάλη, του λούστρου, του σκουπιδιάρη και άλλων μαχητών της ζωής ξεχώρισαν, πέτυχαν και δεν αποτέλεσαν απειλή για κανέναν ώστε να τους φοβηθεί η κοινωνία.

Η πλύστρα –όρος και εργασία που δεν υπάρχει εδώ και δεκαετίες– δεν ήταν ντροπή. Στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, που έδωσε ζωντανές εικόνες μιας άλλης Ελλάδας, τα περιφρονημένα επαγγέλματα παρουσιάστηκαν με συμπάθεια, αγάπη και λαϊκότητα, ακόμα και σε κωμωδίες.

Η θρυλική «Καφετζού» Καλλιόπη (Γεωργία Βασιλειάδου), έβγαζε το ψωμί της πλένοντας στη σκάφη ρούχα ξένων, ώσπου ο απόφοιτος της οδοντιατρικής Σπύρος –που έγινε καφετζής για να επιβιώσει– την έπεισε να πάρει τη θέση τής επιτυχημένης καφετζούς της γειτονιάς που αναβαθμιζόταν μετακομίζοντας στο Κολωνάκι. Η Καλλιόπη, εκμεταλλευόμενη την αφέλεια κυριών («χορτασμένων» όπως φαινόταν) τους πουλούσε όχι ακριβώς απάτη, αλλά αυτό που ήθελε να ακούσει ο ταραγμένος ψυχισμός τους σε μια εποχή που η καφεμαντεία ήταν αποδεκτή και της μόδας.

Τελικά, η Καφετζού ξεσκέπασε το χορτασμένο μεγαλόσχημο Γιαβάση που είχε εκμεταλλευτεί μια νέα κοπέλα, της πήρε το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, το πρόσφερε στη γυναίκα του και αργότερα της το έκλεψε για να το παραδώσει στη Γαλλίδα που του ανταπέδιδε με το αζημίωτο τον έρωτά της στο καμπαρέ που εργαζόταν.

Η σκάφη, η σφουγγαρίστρα, ο γκασμάς, η βελόνα, έθρεψαν γενιές Ελλήνων που δεν φόβισαν κανέναν. Αντίθετα με επιφανείς Γιαβάσηδες που όταν τους βλέπεις κουμπώνεσαι ως τον λαιμό.

[*] Ο Διονύσης Βραϊμάκης είναι δημοσιογράφος, μέλος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού και Ηλεκτρονικού Τύπου [ΕΣΠΗΤ].

Πηγή: [email protected]

***

ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΗΣ ΠΛΥΣΤΡΑΣ [1936]. ΜΟΥΣΙΚΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΕΜΣΗΣ [ΣΑΛΟΝΙΚΙΟΣ] – ΣΤΙΧΟΙ: ΡΟΖΑ ΕΣΚΕΝΑΖΥ – ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΡΟΖΑ ΕΣΚΕΝΑΖΥ

 

ΚΑΙ ΕΔΩ Η «ΠΛΥΣΤΡΑ» ΤΗΣ ΕΣΚΕΝΑΖΥ ΣΕ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΜΗ ΑΝΔΡΕΑΔΗ [1975]

***

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΠΡΑΛΟΣ, γεννήθηκε στο Παναιτώλιο ή Μουσταφούλι Αιτωλοακαρνανίας στις 16 Νοεμβρίου 1909 και ήταν γιος αγροτικής οικογένειας. Με τη βοήθεια των Αγρινιωτών αδελφών Παπαστράτου, σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (1930-1934) κοντά στον Ουμβέρτο Αργυρό (1882-1963) και συνέχισε σπουδάζοντας γλυπτική στο Παρίσι κοντά στο γλύπτη Μαρσέλ Ζιμόν (Marcel Gimond). Επέστρεψε στην Ελλάδα, στο Παναιτώλιο το 1940. Το 1946 μετακινήθηκε στην Αθήνα και μετέπειτα στην Αίγινα, όπου έστησε το 1963 δικό του εργαστήριο. Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ). Ήταν ένας από τους σημαντικότερους γλύπτες του 20ού αιώνα, ιδίως σε ό,τι αφορά τον μοντερνισμό. Ένα από τα διάσημα έργα του είναι η μπρούτζινη προτομή του Καρόλου Κουν [1987], που βρίσκεται στη Στοά του Βιβλίου, στην είσοδο του θεάτρου. Ο Χρήστος Καπράλος έφυγε από τη ζωή στις 20 Ιανουαρίου του 1993.

***

«Η ΚΑΦΕΤΖΟΥ», είναι ταινία του 1956 σε σκηνοθεσία και σενάριο του Αλέκου Σακελλάριου. Η πρώτη προβολή έγινε στις 29 Οκτωβρίου 1956. Κόβοντας 137.267 εισιτήρια, κατατάχθηκε δεύτερη θέση σε εισπράξεις από το σύνολο των 30 ελληνικών ταινιών της ίδιας χρονιάς. Αρκετά εξωτερικά γυρίσματα έχουν γίνει στα Πετράλωνα, στην οδό Θεσσαλονίκης, κοντά στη Γέφυρα του Άτζακα. Στο σενάριο συμμετείχε και ο Γιώργος Ασημακόπουλος. Την μουσική έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις. Πρωταγωνιστές ήταν: Γεωργία Βασιλειάδου [Καλλιόπη], Μίμης Φωτόπουλος [Σπύρος Τσαρδής], Βασίλης Αυλωνίτης [Νικήτας], Σμαρούλα Γιούλη [Καίτη Γιαβάση – Τσαρδή], Περικλής Χριστοφορίδης [Ανδρέας Γιαβάσης / Μπελίρης], Ελένη Ζαφειρίου [Άννα Γιαβάση], Γιώργος Δαμασιώτης [ο φοβερός μεθυσμένος], Μπέτυ Μοσχονά, Μπεάτα Ασημακοπούλου, Κώστας Παπαχρήστος [Διοικητής αστυνομικού τμήματος], Νίκος Φέρμας, Κώστας Μεντής, Νίκη Λινάρδου [Μαρικάκι], Γιώργος Βελέντζας, Ράλλης Αγγελίδης και ο Γιάννης Καλατζόπουλος [στον ρόλο του Γιαννάκη].

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -