Cat Is Art

Ηλιόπουλος: Με προσφωνούσαν «Ντίνο, Ντινάκο, Ντινάρα», ήταν η πιο γλυκιά μουσική που είχα ακούσει

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Να είσαι κάτι το ’49 (όπου αναδείχτηκα) και να εξακολουθείς να είσαι κάτι το ’99, είναι επίσης κάτι! Μου το δείχνει η τρυφερότητα του κόσμου, των συναδέλφων μου, της κριτικής… Μου το δείχνουν οι δυο- τρεις γενιές που μεγάλωσα, που καταφθάνουν πάνω μου συγκινημένοι να τους μείνω κι άλλο παρών. Οι στενοί μου άγνωστοι του δρόμου, ο φοιτητής, το κοριτσόπουλο, ο φορτηγατζής, ο μηχανόβιος που ανάμεσα στο «γέρασε» που τους ξεφεύγει και το «δεν το έκανα επίτηδες» που τους απαντάω, με φέρνουν στην ηλικία τους και με προσφωνούν «Ντίνο, Ντινάκο, Ντινάρα». Αν υπάρχει σ’ αυτό τον κόσμο μια μουσική πιο γλυκιά, δεν την έχω ακούσει»!

 

***

 

Τα παραπάνω λόγια είχε γράψει ο Ντίνος Ηλιόπουλος στο βιβλίο – αυτοβιογραφία του με τον τίτλο «Ένας Ηλιόπουλος ονόματι Ντίνος».

 

***

 

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου 1913, στην Αλεξάνδρεια. Πέθανε στις 4 Ιουνίου 2001, στην Αθήνα, σε ηλικία 88 χρόνων. Στο μνήμα του, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, υπάρχει μια πλάκα, που γράφει κατ’ απαίτησή του: «Με συγχωρείτε κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ»…

 

***

 

Γιόρταζε στις 21 Μαΐου. Δύο συνονόματοί του, ο ζωγράφος Κώστας Ι. Σπυριούνης με το γραμματόσημο που φιλοτέχνησε το 2009 και ο συγγραφέας και κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος, με το κείμενο του 1999 που ακολουθεί, συνθέτουν αυτό το μικρό αφιέρωμα για έναν μεγάλο του ελληνικού θεάτρου.

 

***

 

Ντίνος Ηλιόπουλος

 

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

 

«Η κωμική τέχνη του κ. Ηλιόπουλου ξεκινάει από την Κομέντια ντελ Άρτε, όχι τόσο γιατί ακολουθεί κάποιον συγκεκριμένο τύπο αυτής της υποκριτικής παράδοσης, αλλά γιατί οικοδομεί τους ρόλους με τον ίδιο τρόπο.
Ο Ηλιόπουλος παίζει ένα ρόλο και, ταυτόχρονα, τον τόπο του μέσα στο ρόλο.

Είναι ο κατεξοχήν ηθοποιός με τα τυποποιημένα τερτίπια, με τη διαφορά πως δεν είναι ένας τυποποιημένος ηθοποιός.
Έχει κατασκευάσει έναν κωμικό κώδικα τελείως προσωπικό, ύστερα από μελέτη των προσόντων του και των ελαττωμάτων του. Μεγάλοι κωμικοί είναι εκείνοι που, κωδικοποιώντας τα μέσα τους, εξαίρουν υπερτονίζοντας, υπογραμμίζοντας το ελάττωμά τους.

Αυτή η μέθοδος απαιτεί ένστικτο και μεγάλη φαντασία, δύο προσόντα που διαθέτει αφειδώλευτα ο Ηλιόπουλος. Το ελάττωμα του Ηλιόπουλου ως ηθοποιού είναι η δυσχέρειά του ν’ απομνημονεύει το λόγο, και μια έμφυτη αφηρημάδα.

Ο Ηλιόπουλος μαθαίνει -υποπτεύομαι- με το αφτί. Ακούει αυτοσχεδιάζοντας στα κενά, ώσπου να κατανοήσει το λόγο.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα έναν ιδιάζοντα ρυθμό, ο οποίος από τη φύση του, είναι κωμικός.

Τυπικό γνώρισμα του ρυθμού του είναι η εναλλαγή αργής κίνησης και γρήγορης εκφώνησης του λόγου.

Σπάνια κινείται όταν μιλά, έτσι ώστε η παρουσία του στη σκηνή είναι μια συνεχής χορευτική κίνηση που διακόπτεται από στάσεις, όπου εκφωνείται ο λόγος, πάντα σε αργότερο ρυθμό από το ρυθμό της κίνησης που προηγείται ή έπεται.

Η κίνηση, όμως, δεν είναι τυχαία, πολλές φορές, φτάνει στο αραβούργημα με τη συμμετοχή όλου του σώματος.

Ποτέ ο Ηλιόπουλος δεν αποκρυσταλλώνει την κίνηση σε μια πάγια έκφραση. Ενώ δίνει την εντύπωση του τέλεια μελετημένου, ένα είδος γοητευτικής άμυνας που τον συνέχει, αφήνει γύρω από τις κινήσεις του ένα ασαφές μετείκασμα, με αποτέλεσμα να φαίνεται πως συνεχώς εφευρίσκει το ρυθμό κι αυτοσχεδιάζει.

Έχω την εντύπωση πως δεν υπάρχει πιο σχολαστικός ηθοποιός κατά τη διάρκεια της δοκιμής.

Μένω με τη γνώμη, όπως τόσα χρόνια τον παρακολουθώ, πως έχει μετρήσει με το χιλιοστό κάθε βήμα του, κάθε απόσταση και κάθε φωτοσκίαση των αντιδράσεών του.

Κι όμως, όταν τον βλέπεις στην παράσταση, νομίζεις πως ψάχνει να βρει την επόμενη κίνηση, πως τώρα μαθαίνει τις θέσεις του και πως με κόπο εκφωνεί τα λόγια του.

Η όλη του προσπάθεια αφήνει στον θεατή τη γεύση του ανολοκλήρωτου, κι εδώ ακριβώς είναι το μυστικό της μεγάλης του τέχνης, αλλά κι ο μεγάλος του εχθρός.

Είναι ένας κωμικός δύσκολος, γιατί δεν κολακεύει ποτέ με ευκολίες το κοινό.

Η αφέλεια και η αμηχανία του δημιουργούν στον θεατή μιαν ανασφάλεια, κι ο ρυθμός του έχει ένα υπόγειο χρώμα που, όταν έρχεται πότε-πότε στην επιφάνεια, τρομάζει.

Η ανασφάλεια και ο τρόμος δημιουργούν στον θεατή μια διαθεσιμότητα και του επιβάλλουν το δίλημμα αν πρέπει ή δεν πρέπει να γελάσει – και σωστά, γιατί ο Ηλιόπουλος είναι ο κωμικός που, όταν είναι παγιδευμένος, θύμα, σου δίνει την εντύπωση πως πίσω απ’ τα φαινόμενα κυριαρχεί μια δική του διαβολική συνέργεια που τα ελέγχει και τα κατευθύνει.

Η τέχνη του κωμικού στον Ντίνο Ηλιόπουλο είναι μια επιβεβαίωση του κανόνα πως, η μεγάλη τέχνη είναι αδιαίρετη, μία, πως δεν υπακούει σε είδη ἡ μόδες ή ευκολίες. Σ’ ένα κοινό όπως το ελληνικό, που τροφοδοτήθηκε πάντα με ευκολίες, ο κώδικας του Ηλιόπουλου είναι δυσκολονόητος, γιατί είναι επιθετικός και ανοίκειος».

 

***

 

Το παραπάνω κείμενο του Κώστα Γεωργουσόπουλου, δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «Ένας Ηλιόπουλος ονόματι Ντίνος» που κυκλοφόρησε το 1999 από τις «Εκδόσεις Άγκυρα».

Εκτύπωση
Παναγιώτης ΜήλαςΗλιόπουλος: Με προσφωνούσαν «Ντίνο, Ντινάκο, Ντινάρα», ήταν η πιο γλυκιά μουσική που είχα ακούσει

Related Posts