Ο Franz Kafka δεν έγραφε για τη γραφειοκρατία από θεωρητικό ενδιαφέρον. Τη ζούσε. Καθημερινά. Σωματικά σχεδόν.
Από το 1908 εργαζόταν στο Ινστιτούτο Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων της Βοημίας, στην Πράγα. Η δουλειά του ήταν να αξιολογεί βιομηχανικά ατυχήματα. Μελετούσε φακέλους εργατών που είχαν χάσει δάχτυλα σε πρέσες, είχαν συνθλιβεί σε μηχανές, είχαν σακατευτεί σε εργοστάσια. Έπρεπε να αποφασίζει αποζημιώσεις, να συντάσσει νομικά κείμενα, να ερμηνεύει κανονισμούς.
Και ήταν καλός σε αυτό. Εξαιρετικά σχολαστικός.
Η ειρωνεία είναι ότι το πρωί υπηρετούσε το σύστημα και το βράδυ το αποδομούσε στη λογοτεχνία.
Το 1914 ξεκινά να γράφει το μυθιστόρημα The Trial. Εκεί, ο Γιόζεφ Κ. συλλαμβάνεται χωρίς να του πουν ποτέ το έγκλημά του. Περιπλανιέται σε έναν αόρατο, απρόσωπο, ακατανόητο μηχανισμό δικαιοσύνης.
Αυτό δεν ήταν αφηρημένη αλληγορία. Ήταν η ψυχολογική εμπειρία του ίδιου.
Σε μια επιστολή προς τη Φελίτσε Μπάουερ (με την οποία είχε μια βασανιστική σχέση), περιγράφει μια «ανάκριση» που του έκαναν φίλοι και συγγενείς για τη σχέση τους, μέσα σε δωμάτιο ξενοδοχείου. Το γεγονός τον τραυμάτισε βαθιά. Ένιωσε κυριολεκτικά κατηγορούμενος χωρίς σαφές κατηγορητήριο. Λίγο μετά αρχίζει να γράφει τη Δίκη.
Η γραφειοκρατία για τον Kafka δεν ήταν απλώς χαρτιά και σφραγίδες. Ήταν υπαρξιακή συνθήκη. Ένας κόσμος όπου:
οι κανόνες υπάρχουν αλλά δεν εξηγούνται,
η ενοχή προηγείται της πράξης,
το άτομο συνθλίβεται από αόρατες δομές.
Όταν πέθανε το 1924, ζήτησε από τον φίλο του Max Brod να κάψει τα χειρόγραφά του. Ο Brod δεν υπάκουσε. Παρέβη τη ρητή επιθυμία του.
Έτσι, ο κόσμος γνώρισε τη Δίκη και το The Castle, όπου ένας γεωμέτρης προσπαθεί μάταια να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα απροσπέλαστο κάστρο-διοίκηση.
Παρατήρησε την ανατριχιαστική ειρωνεία: ο Kafka φοβόταν τη γραφειοκρατική απανθρωπιά. Και σήμερα ο όρος «καφκικός» χρησιμοποιείται για να περιγράψει ακριβώς αυτό.
Τι τον κινητοποίησε λοιπόν;
Δεν ήταν ιδεολογία. Δεν ήταν πολιτικό μανιφέστο. Ήταν η εμπειρία του να είσαι μικρός μέσα σε έναν απρόσωπο μηχανισμό, είτε οικογενειακό, είτε νομικό, είτε κρατικό.
Η ιδιοφυΐα του ήταν ότι δεν κατήγγειλε απλώς τη γραφειοκρατία. Έδειξε πως μπορεί να γίνει εσωτερική κατάσταση. Να την κουβαλάς μέσα σου. Να αισθάνεσαι ένοχος χωρίς να ξέρεις γιατί.
Και εδώ βρίσκεται η διαχρονικότητα: ο Kafka έγραψε πριν από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα. Πριν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πριν από τις μαζικές διοικητικές μηχανές του μοντέρνου κράτους.
Κι όμως, περιέγραψε το ψυχολογικό τους τοπίο.
Μερικές φορές η λογοτεχνία δεν προβλέπει το μέλλον. Απλώς ακούει πιο προσεκτικά το παρόν.



