Συνεντεύξεις

Ελένη Μολέσκη: «Για εμένα Ιστορία και Θέατρο δεν είναι δύο διαφορετικές πορείες, είναι μία»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Η φετινή Χρυσόθεμις γεννήθηκε καλλιτεχνικά σε ένα σταυροδρόμι εποχής και ανθρώπων, στο Αμόρε – Θέατρο του Νότου, με την παράσταση «Χιόνι στο στόμα» του Δημήτρη Καραντζά το 2008 (αυλαία για το Αμόρε). Κατόπιν τη γνωρίσαμε σιγά σιγά και μετά ορμητικά, σε μια πρωτοποριακή και δημιουργική ομάδα θεατρικής τέχνης, μια ομάδα πρωτοβουλιών και καινοτομιών, με σεβασμό στο κοινό της, τη Helter Skelter Company που ίδρυσε ο Θάνος Παπακωνσταντίνου.
Η Ελένη Μολέσκη μας έχει προσφέρει αλησμόνητες στιγμές στο «Colossus» – Κολοσσός (2017), το «Pedestal» – Βάθρο (2013), το «Venison» – Κρέας από κυνήγι (2012) -τη σκηνική τριλογία «Carnage» (Σφαγή) με την οποία η Helter Skelter Company πρότεινε τόσο δραματουργικά όσο και σκηνοθετικά μια ελεύθερη απόδοση της «Ορέστειας» του Αισχύλου- αλλά και στην παράσταση της Έφης Μπίρμπα «Τα ωραία χέρια μας» (2015) σε κείμενο Ευθύμη Φιλίππου. Έχει παίξει επίσης στην πολύγλωσση, πολυμεσική παράσταση «De-Fences» (2010) της Μαρίλλης Μαστραντώνη, στις παραστάσεις «Άμλετ, ο Πρίγκηπας της Δανίας» (2011) σε διασκευή – σκηνοθεσία Θάνου Παπακωνσταντίνου, «Δωδέκατη Νύχτα ή ό,τι προτιμάτε» (2015) του William Shakespeare σε μετάφραση Νίκου Χατζόπουλου και σκηνοθεσία Δήμητρας Δερμιτζάκη.

Όταν την είχα πρωτοδεί είχα μείνει έκθαμβη από την ατμόσφαιρα, την αδιάκοπα υποβλητική, που δημιουργούσε στη σκηνή, καθώς και από την αύρα της παράξενης κι ευλαβικής παρουσίας της, τη σοβαρή γλυκύτητα που εμφυσούσε στο θεατή, το σφρίγος το ερμηνευτικό, την όμορφη ποιότητα των σιωπών της, την κυριαρχική της οικειότητα. Λες και κάποιες χειρονομίες, ένα βλέμμα, μια έκφραση πύκνωναν στο χρόνο και ενίσχυαν την πίστη της αφήγησης στο κοινό. Κάπως έτσι είχα την αόριστη διαίσθηση ότι επρόκειτο για λαμπρό πλάσμα. Και όταν τη γνώρισα επιβεβαιώθηκε η διαίσθησή μου. Επρόκειτο για μια βαθιά καλλιεργημένη νέα γυναίκα με πίστη και αφοσίωση στην τέχνη της. Με μια ισορροπία κατακτημένη, ένα κοίταγμα δυνατό και ταυτόχρονα ψύχραιμο. Μια αίσθηση ευγένειας. Ακόμα και ο τρόπος που απαντά είναι μια πράξη δημιουργίας. Οι φράσεις της έχουν τη δύναμη του στοχασμού που προηγουμένως τις ζυγίζει και τις αποτιμά, καθώς η επιθυμία για γνώση είναι πυξίδα στη ζωή της.
Η Ελένη Μολέσκη μεγάλωσε στην Κύπρο, στη Λευκωσία. Σε μια οικογένεια όπου οι τέχνες και τα γράμματα ήταν κυρίαρχες. Με πατέρα ποιητή και μητέρα κριτικό θεάτρου. Με μνήμες από την Αρμενία και τη Ρωσία, με μια γιαγιά που έφερνε τη «μοσχοβίτικη» μυρωδιά στο σπίτι.
Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στην Αθήνα. Μετά τις σπουδές της στο θέατρο, πήγε για μεταπτυχιακές σπουδές στη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου. Έχοντας την πεποίθηση πως Ιστορία και Θέατρο δεν είναι δύο διαφορετικές πορείες, είναι μία.
Σε λίγες ημέρες (Παρασκευή 20 Ιουλίου και Σάββατο 21 Ιουλίου 2018) θα τη δούμε να εμφανίζεται στην ορχήστρα της Αρχαίας Επιδαύρου, υποδυόμενη την αδελφή της Ηλέκτρας, μια ηρωίδα η οποία «λειτουργεί αντιθετικά από την Ηλέκτρα γιατί επιλέγει να πιστέψει στους ζωντανούς κι όχι στους πεθαμένους, επιλέγει να διατηρήσει τη θέση της στο παλάτι, να αποφύγει τον βασανισμό, να λειτουργήσει με τα δεδομένα που έχει μπροστά της».
Από τις πλέον προσδοκώμενες παραστάσεις του φετινού καλοκαιριού και του Φεστιβάλ Επιδαύρου η «Ηλέκτρα», σε σκηνοθεσία του οραματιστή Θάνου Παπακωνσταντίνου, έχει ως θέμα την εκδίκηση της Ηλέκτρας για τον θάνατο του πατέρα της. Γραμμένη στη σκιά του Πελοποννησιακού Πολέμου, η τραγωδία αυτή του Σοφοκλή είναι από τα πιο «άγρια» έργα του ποιητή. Μια έκρηξη φρεσκάδας και ασέβειας, ένα μυστήριο τελετουργικό, που είναι ταυτόχρονα μυθικό και βάρβαρο.
Ας αφήσουμε όμως την Ελένη να μας τα πει καλύτερα…

 

 

* Μεγάλωσα στην Κύπρο, στη Λευκωσία. Σε μια πολύ διαφορετική οικογένεια από το γύρω περιβάλλον. Οι τέχνες και τα γράμματα ήταν κυρίαρχες στο σπίτι. O πατέρας μου είναι ποιητής και η μητέρα μου κριτικός θεάτρου. Η μητέρα μου είναι από την Αρμενία και ζούσε στη Μόσχα. Εκεί γνωρίστηκαν με τον πατέρα μου. Αυτό ενίσχυε τη «διαφορετικότητα» της οικογένειας. Είμαστε τρία αδέλφια και σχεδόν όλες μου οι αναμνήσεις είναι συνδεμένες μαζί τους. Θυμάμαι πολύ έντονα τις επισκέψεις της γιαγιάς μου. Την ανυπομονησία για τα δώρα και τη μυρωδιά τους. Έχω μια θεωρία ότι τα πράγματα που έφερνε η γιαγιά από τη Μόσχα είχαν μια «μοσχοβίτικη» μυρωδιά.

Σπούδασες Αρχαιολογία. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να στραφείς στο θέατρο;

* Σπούδασα Ιστορία και Αρχαιολογία. Σ’ αυτή τη σχολή διαμορφώθηκα σε μεγάλο βαθμό ως άνθρωπος. Εκεί γνώρισα και τους πιο κοντινούς μου φίλους στην Ελλάδα. Από μικρή ήθελα να σπουδάσω αυτά τα δύο πράγματα, ιστορία και θέατρο. Ήθελα να γίνω ηθοποιός από αλλά ένιωθα ότι χρειαζόμουν πρώτα πανεπιστημιακή μόρφωση. Η επιθυμία μου για γνώση είναι πυξίδα στη ζωή μου. Γι’ αυτό και μετά τις σπουδές μου στο θέατρο, πήγα στο Λονδίνο για μεταπτυχιακές σπουδές, στη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου. Σ’ ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα που συνδύαζε δημιουργικά και θεωρία και πράξη. Εκεί ένιωσα ότι χωρούσα ολόκληρη κι ότι οι πρώτες μου σπουδές τροφοδοτούσαν προωθητικά το θέατρο. Για εμένα Ιστορία και Θέατρο δεν είναι δύο διαφορετικές πορείες, είναι μία.

Είχες παίξει στο «Χιόνι στο στόμα» του Δημήτρη Καραντζά, την εποχή που έριξε αυλαία το «Αμόρε». Τι θυμάσαι και τι αισθάνεσαι για την εποχή εκείνη;

* Ήμουν ακόμα στη σχολή όταν μου πρότεινε ο Δημήτρης Καρατζάς να παίξω στο έργο του. Ένιωσα φοβερή χαρά όταν μου πρωτοείπε. Βασανιζόμουν από φοβέρες ανασφάλειες αν θα μπορούσα να γίνω ηθοποιός και η πρότασή του ήταν ένα φως. Έπαιζε και ο Θάνος Παπακωνσταντίνου σ’ αυτό. Όλα ήταν πολύ μεγάλα και πρωτόγνωρα. Και η δυσκολία και η χαρά. Η συνύπαρξη στη σκηνή με τη καθηγήτριά μας τότε, Άννα Μακράκη και ιδιαίτερα μια συγκεκριμένη στιγμή είναι ανεκτίμητη ανάμνηση. Ξέραμε ότι το θέατρο θα έκλεινε κι αυτό φόρτιζε την ατμόσφαιρα.

Είσαι μέλος της ομάδας Helter Skelter Company που ίδρυσε ο Θάνος Παπακωνσταντίνου. Πώς προέκυψε η ομάδα και πώς έγινες μέλος της;

* Η πρωτοβουλία ανήκε στον Θάνο Παπακωνσταντίνου. Το συζητούσαμε έντονα από τη σχολή. Ο Θάνος πάντα ενδιαφερόταν για να αναπτύξει μια δική του ολοκληρωμένη θεατρική γλώσσα. Ένα δικό του σκηνικό σύμπαν. Γύρω από αυτόν διαμορφώθηκε ένας πυρήνας αξιόλογων και αγαπημένων συνεργατών με ουσιαστική καλλιτεχνική σύμπνοια. Με τη Νίκη Ψυχογιού και τον Μάριο Παναγιώτου γνωριζόμασταν από πολύ παλιά, με την Ελεάνα Γεωργιάδου, τον Αντώνη Μόρα, τη Χαρά Κότσαλη, τη Χριστίνα Θανάσουλα γνωριστήκαμε στην πορεία. Δεν λειτουργούμε με την αποκλειστικότητα της ομάδας αλλά με μια πιο γόνιμη καλλιτεχνική σχέση,που συνεχώς επαναπροσδιορίζεται ανάλογα με το ζητούμενο.

Τι ελπίζετε και ονειρεύεστε για την πορεία της;

* Μετά την ολοκλήρωση της τριλογίας Carnage, ο Θάνος Παπακωνσταντίνου έχει στόχο τη δημιουργία μιας νέας τριλογίας που θα συνομιλεί με το γερμανικό ρομαντισμό και την ιδέα της ολοκληρωτικής πίστης σε κάτι απόλυτο και πώς αυτό οδηγεί στην καταστροφή. Της πίστης σ’ ένα φως απόλυτο και μοναδικό, που δεν μπορεί παρά να καταστρέψει και να καταστραφεί. Ελπίζω να γίνει και να φέρει νέα δημιουργικά μονοπάτια.

Πώς είναι να συνεργάζεσαι με τον Θάνο Παπακωνσταντίνου;

* Ο Θάνος είναι οραματιστής σκηνοθέτης. Μέσα στο μυαλό του δημιουργεί ένα δικό του αισθητικό σύμπαν. Για να λειτουργήσει κανείς ως ηθοποιός μέσα σε αυτό χρειάζεται να εμπλακεί, ασχολούμενος όχι μόνο με τον ρόλο του, αλλά μελετώντας τις καταβολές αυτού του σύμπαντος. Η ισορροπία μεταξύ φόρμας και περιεχομένου είναι ιδιαίτερα λεπτή και ευαίσθητη. Για να τη συναντήσεις πρέπει να βυθιστείς καθολικά μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Να του παραδοθείς. Επίσης, στις παραστάσεις του Θάνου φορέας νοήματος δεν είναι μόνο ο λόγος και ο ηθοποιός. Υπάρχει μια «δημοκρατία» ανάμεσα σε όλα στοιχεία της παράστασης όσον αφορά την παραγωγή νοήματος. Τίποτα δεν είναι απλά περιγραφικό.

Είσαι σε πρόβες για την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή που σκηνοθετεί ο Θάνος Παπακωνσταντίνου και θα δούμε σε λίγες μέρες στην Επίδαυρο. Η «Ηλέκτρα» είναι η τραγωδία της ανταπόδοσης;

* Νομίζω ότι ο Σοφοκλής σε αυτό το έργο μιλάει για το φαύλο κύκλο της βίας, ένας κύκλος που δεν κλείνει αλλά γίνεται μια δίνη που καταπίνει τα πάντα. Η ταχύτητα του τέλους και η εκκρεμότητα του θανάτου του Αιγίσθου, σε αφήνει με κομμένη την ανάσα. Τίποτα δεν τακτοποιείται. Τίποτα δεν επιλύεται. Η τελετουργία της ανταπόδοσης εκτρέπεται και τα πρόσωπα μένουν αντιμέτωπα με τις πράξεις τους.

Ο Σοφοκλής παρουσιάζει τη Χρυσόθεμη ως δειλή και αδύναμη, με στόχο να γίνει πιο εμφανής ο ηρωισμός της Ηλέκτρας, κατά τον ίδιο τρόπο που η δειλία της Ισμήνης σκιαγραφεί το θάρρος και το δυναμικό ήθος της Αντιγόνης στην ομώνυμη τραγωδία;

* Δεν σκέφτομαι τον ρόλο μέσα από αυτούς του χαρακτηρισμούς αλλά προσπαθώ να ακούσω και να συνδεθώ με τα επιχειρήματα που φέρνει για τη στάση της. Η Χρυσόθεμις λειτουργεί αντιθετικά από την Ηλέκτρα γιατί επιλέγει να πιστέψει στους ζωντανούς κι όχι στους πεθαμένους, επιλέγει να διατηρήσει τη θέση της στο παλάτι, να αποφύγει τον βασανισμό, να λειτουργήσει με τα δεδομένα που έχει μπροστά της. Πιστεύει ότι η Ηλέκτρα έχει δίκαιο, ένα δίκαιο όμως που οδηγεί στη συμφορά. Θεωρεί μάταιους τους θρήνους της γιατί οι δύο τους είναι αποδυναμωμένες. Έχει επιχειρήματα για τη στάση της και έχεις μέσα στην τραγωδία μια συγκλονιστική διαδρομή. Από τον φόβο, στην ελπίδα, στη διάψευσή της και την τελική ρήξη της με την Ηλέκτρα.

Για τη Χρυσόθεμη η σιωπή είναι μια μορφή ελευθερίας;

* Η Χρυσόθεμις λέει «Αλλά πρέπει στα αντίξοα να κατεβάζω τα πανιά και να επιπλέω προσέχοντας μην κάνω κάτι και προξενήσω κακό σε κανέναν». Το ρήμα επιπλέω μου δίνει την αίσθηση μιας αθόρυβης και συνεχώς μετέωρης παρουσίας που ακροβατεί σε λεπτές ισορροπίες. Αυτός είναι ο τρόπος της να παραμείνει ελεύθερη, όπως εννοεί αυτή την ελευθερία. Ελεύθερη να διατηρήσει την αρχοντική της θέση, όχι ελεύθερη να μιλάει και να λέει αυτά που πιστεύει, όπως η Ηλέκτρα.

Η Χρυσόθεμις τελικά με την ατολμία της αποσπά τη συμπάθεια του κοινού;

* Νομίζω πως είναι ο ρόλος που οι περισσότεροι από εμάς ταυτιζόμαστε αλλά θα χρησιμοποιούσα δίπλα στη λέξη ατολμία και τη λέξη συμβιβασμός. Μάλλον αισθανόμαστε ότι κι εμείς κάνουμε ανάλογους συμβιβασμούς για να επιβιώσουμε. Οι τραγικοί ήρωες, όπως η Ηλέκτρα, υπερβαίνουν το μέτρο και γι’ αυτό βρίσκονται στο κέντρο της τραγωδίας.

Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που έχεις να αντιμετωπίσεις με το ρόλο αυτό;

* Οι προκλήσεις είναι καθημερινές. Συνεχώς έρχομαι αντιμέτωπη με το όριά μου. Είναι η πρώτη φορά που έρχομαι αντιμέτωπη με τον ανοικτό χώρο και μάλιστα με αυτόν της Επιδαύρου. Έχει τους δικούς του κανόνες… Όποτε χάνομαι επιστρέφω στο λόγο του Σοφοκλή και ξαναρχίζω.

Όταν παρακολουθείς μια παράσταση, νιώθεις θεατής ή ηθοποιός;

* Λατρεύω να παρακολουθώ παραστάσεις. Από πάρα πολύ μικρή οι γονείς μου με πήγαιναν σχεδόν σε όλες τις παραστάσεις που γινόντουσαν στην Κύπρο. Όχι μόνο εμένα αλλά και τα αδέλφια μου. Όταν η παράσταση με συνεπάρει τότε ναι, είμαι σίγουρα μαγεμένος θεατής. Αρχίζω να αισθάνομαι ότι παρακολουθώ σαν ηθοποιός, όταν δεν με κερδίσει κάτι στην ολότητά του. Τότε, ενώ παρακολουθώ, ταυτόχρονα συνεχώς αναζητάω τι δεν δουλεύει…

Το κοινό είναι παρτενέρ ή αντίπαλος;

* Μπορεί να γίνει και τα δύο και πολλά άλλα. Ιδανικά ο ρόλος του μεταβάλλεται στη διάρκεια μιας παράστασης. Το ζητούμενο είναι να μην είναι παθητικό, βολικά καθισμένο στη σκοτεινή πλατεία.

Η δουλειά του ηθοποιού εμπεριέχει και αντιφάσεις;

* Μόνο αντιφάσεις. Αυτό αρχίζω να καταλαβαίνω. Διαισθάνομαι ότι περιέχει και τον έλεγχο και την απώλειά του, και τη συνέπεια και τον παρορμητισμό, και την εσωστρέφεια και την εξωστρέφεια. Ποτέ δεν βολεύεσαι σε σιγουριές σ’ αυτήν τη δουλειά. Ανακαλύπτω ακόμα τι είναι η δουλειά του ηθοποιού… και ειδικά αυτή την περίοδο καθημερινά.

Αν μπορούσες να ξεχωρίσεις μία ή δύο αγαπημένες ηρωίδες που θα ήθελες να ερμηνεύσεις, ποιες θα ήταν και γιατί;

* Δεν σκέφτομαι τόσο ρόλους, όσο συνεργασίες με σκηνοθέτες που θαυμάζω κι έργα. Θα ήθελα πολύ να ασχοληθώ κάποτε με τον «Προμηθέα» του Αισχύλου.

Ασχολείσαι και με το θέατρο και με την τηλεόραση. Ποιο από τα δύο σου δίνει μεγαλύτερο αίσθημα ελευθερίας;

* Σίγουρα το θέατρο. Αν καταφέρεις να βρεις μια ροή στη λειτουργία που έχεις σε μια παράσταση είναι φοβερά απελευθερωτικό.

Με ποιους χαρακτήρες ανθρώπων δυσκολεύεσαι να συνεργαστείς;

* Η δουλειά μας περιλαμβάνει συνεχώς να συνεργάζεσαι με καινούριους ανθρώπους. Η σύμπραξη με τους άλλους είναι και μέρος της γοητείας της τέχνης μας. Είναι κάτι γοητευτικό αλλά είναι και δύσκολο. Όχι τόσο γιατί οι άλλοι είναι δύσκολοι. Για μένα το μεγαλύτερο στοίχημα είναι να διαχειριστώ τον εαυτό μου σε σχέση με το καινούριο πλαίσιο που βρίσκομαι κάθε φορά. Αυτό είναι το πρώτο νομίζω.

 

 

Τι είναι αυτό που πιστεύεις ότι σε χαρακτηρίζει;

* Δεν ξέρω… Το οκτάχρονο ανιψάκι μου λέει, η επιμονή μου.

Ποια είναι η προετοιμασία σου πριν από την παράσταση, πώς ξεπερνάς το άγχος και το τρακ;

* Μάλλον, δεν το ξεπερνώ. Είναι εκεί πάντα. Βοηθάει λίγο να σπάω τον μεγάλο αγώνα σε μικρότερες μάχες και να επιτρέπω στην χαρά γι’ αυτό που θα κάνω, να βρίσκει το χώρο της.

Τι σημασία έχει για τον καλλιτέχνη η συνέπεια και η πειθαρχία;

* Ξεκίνησα από τον κλασικό χορό. Εκεί η πειθαρχία και η συνέπεια είναι το παν. Στο θέατρο το σώμα σου και η φωνή σου είναι το όργανό σου. Πρέπει να το σέβεσαι και το δουλεύεις για να είναι διαθέσιμο τη στιγμή που το χρειάζεσαι. Μέσα όπως από την πειθαρχία και τη συνέπεια πρέπει συνεχώς να ανακαλύπτεις περιθώρια απροσδόκητης ελευθερίας και στιγμές ανατροπής. Τότε είσαι στα αλήθεια δημιουργικός. Είναι μια μεγάλη αντίφαση που με δυσκολεύει.

Το νεανικό κοινό τι ερεθίσματα έχει; Το απασχολεί η ποιότητα;

* Το νεανικό κοινό είναι ένα κοινό που έχει διαμορφωθεί όχι μόνο σε μια εποχή εικόνας αλλά και σε εποχή που με τις εικόνες αφής μπορεί να επέμβει στις εικόνες αυτές, αλλοιώνοντάς τις όπως θέλει. Είναι ένα κοινό που ενώ μιλάει στο κινητό, παρακολουθεί μια ταινία, στέλνει ένα mail ή διαβάζει ένα άρθρο. Σ’ αυτό το κοινό απευθυνόμαστε πια. Δεν εννοώ ότι η ενσωμάτωση τεχνολογίας στη σκηνή είναι η λύση, μπορεί η λύση να είναι και το ακριβώς αντίθετο αλλά δεν μπορούμε να δημιουργούμε θέατρο αγνοώντας την πραγματικότητα των νέων τεχνολογιών και της μεταβολής που έφερε στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Σε δουλειές των σκηνοθετών όπως η Katie Mitchell και ο Ivo Van Hove αισθάνομαι ότι αυτό συμβαίνει με γόνιμες προοπτικές.

Αν η κρίση δεν είχε εμφανιστεί, πώς νομίζεις ότι θα λειτουργούσαν τα πράγματα στο θέατρο;

* Αυτό, δυστυχώς, δεν μπορώ να το φανταστώ . Τέλειωσα τη σχολή το 2009. Η κρίση ήταν ήδη γεγονός. Δεν έχω επαγγελματική αναφορά σε μια εποχή που να μην υπήρχε. Κι αυτό είναι κάπως επικίνδυνο… ότι έχει χαθεί η αναφορά σε μια λιγότερο έκρυθμη λειτουργία των πραγμάτων. Δεν ξέρω αν έχει νόημα να αναρωτιέται κανείς πώς θα ήταν αν… Βρίσκω πιο δημιουργικό να ψάχνεις τις εναλλακτικές που έχεις τώρα.

H δημοσιότητα βοηθά τον καλλιτέχνη;

* Σίγουρα τον βοηθά να προσεγγίσει ένα ευρύτερο κοινό και να προβάλει τη δουλειά του. Ωστόσο θρέφει και τον ναρκισσισμό, που υπάρχει σε πολλούς από εμάς. Θέλει μέτρο και χιούμορ.

Τι έχει μεγαλύτερη σημασία στη ζωή για σένα;

* Όσο μεγαλώνω νομίζω ότι τη μεγαλύτερη σημασία στη ζωή έχει να αγαπάς, αυτούς που είναι γύρω σου, αυτό που κάνεις, τη ζωή την ίδια.

Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτό τον καιρό;

* Μονοπώλησε το ενδιαφέρον μου το διάβασμα για την Ηλέκτρα. Ξεχώρισα το βιβλίο του Richard Seaford, Ανταπόδοση και τελετουργία και του Rene Girard, Βία και το Ιερό. Για να ξεφεύγει όμως το μυαλό μου από όλα αυτά, άρχισα να διαβάζω τα βιβλία του ιστορικού Yuval Noah Harari, Homo Sapiens και Homo Deus. Η ανατρεπτική ματιά του για την ανθρωπότητα και την εξέλιξή της με βοηθά να βλέπω τα πράγματα από ψηλά, μακροσκοπικά. Είναι ανακουφιστικό την περίοδο αυτή.

Τι σε πληγώνει στην Ελλάδα;

* Ότι ζούμε σε μια πόλη που δεν ικανοποιεί την αισθητική μας. Στο κέντρο που μένω βλέπω συνεχώς θυμωμένους ανθρώπους. Αγαπώ πολύ την Αθήνα και την ιστορία της. Ήρθα σ’ αυτή την πόλη με μεγάλη λαχτάρα, τους πρώτους έξι μήνες στην Αθήνα τους θυμάμαι σαν ένα συναρπαστικό όνειρο, και παρέμεινα εδώ, κάνοντας μια επιλογή που δεν ήταν πάντα εύκολη. Με στενοχωρεί όταν βλέπω πόσο λίγο την αγαπάμε.

Πώς κρίνεις τη συμπεριφορά των Ελλήνων προς τα ζώα;

* Η σχέση των Ελλήνων με τα ζώα αλλά και το περιβάλλον είναι βαθιά προβληματική. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τις αλυσιδωτές επιπτώσεις της συμπεριφοράς μας στο περιβάλλον. Ο άνθρωπος είναι αδηφάγο και καταστροφικό ον για τον πλανήτη και τα υπόλοιπα είδη που ζουν σ’ αυτόν. Χρειάζεται να σκεφτούμε τι σημαίνει σεβασμός κι αρμονική συνύπαρξη με τα ζώα τον πλανήτη. Και αυτό ισχύει και γι’ αυτούς που έχουν κατοικίδια. Δεν μας ανήκουν, συνυπάρχουν μαζί μας και θέλουν τον ανάλογο σεβασμό και φροντίδα.

Τέλος, ποια είναι η δική σου σχέση με τα ζώα; Συμβιώνεις με κάποιο κατοικίδιο;

* Το πατρικό μου είναι ένα σπίτι με πολλά κατοικίδια. Αγαπάμε όλοι μας πολύ τα ζώα. Έχουμε γάτες, σκύλους, καναρίνια, κουνέλια, ψάρια… Στην εφηβεία μου είχα ένα σκύλο, το Ρενάτο. Είχαμε μια απίστευτη σύνδεση, ήταν ένας πραγματικός φίλος. Τον έχασα στα 19 μου κι από τότε δεν έχω τολμήσει να συνδεθώ με άλλο ζώο τόσο πολύ. Ακόμα τον βλέπω στον ύπνο μου. Θέλω όμως πολύ να ξαναγαπήσω ένα ζώο. Ελπίζω να βρω το κατάλληλο σύντομα.

* Οι φωτογραφίες για την παράσταση «Ηλέκτρα» είναι της Ελίνας Γιουνανλή. Το μακιγιάζ της Olga Falei και το κοστούμι της Νίκης Ψυχογιού.

 

Η Ελένη Μολέσκη στο «Pedestal»

 

  • Διαβάστε ακόμη:

Σχετικά με την «Ηλέκτρα»

Συνέντευξη με τον Θάνο Παπακωνσταντίνου

 

«Colossus»

 

«Colossus». Με τη Μαρία Καλλιμάνη

Φωτογραφίες από το «Colossus»: Σταύρος Χαμπάκης

eirini aivaliwtouΕλένη Μολέσκη: «Για εμένα Ιστορία και Θέατρο δεν είναι δύο διαφορετικές πορείες, είναι μία»
Περισσότερα

Βαλέρια Δημητριάδου. Το «πεταχτό γαλαζοπούλι» του θεάτρου με το πολύχρωμο οπλοστάσιο μέσα του

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Προετοιμασία και πρόβες. Αυτή είναι η ζωή της. Από τα ιδρυτικά μέλη της εκπληκτικής ομάδας «C. for Circus», είναι μια καλλιτέχνις -ηθοποιός, μουσικός, ενίοτε και μεταφράστρια- η οποία ψάχνει με πάθος όλες εκείνες τις κλειδωμένες ενέργειες που κρατούν τα μυστικά τους και άλλο δεν περιμένουν από το να τις εξερευνήσουμε, να τις γνωρίσουμε και να ενώσουμε ξανά τα σκορπισμένα μας κομμάτια. Είτε είμαστε κοινό, είτε δημιουργοί. Η Βαλέρια Δημητριάδου, με έναν τόνο διαυγή και μια ολοζώντανη παρουσία, έχει παίξει -μεταξύ άλλων- στις παραστάσεις «Με το ίδιο Μέτρο» και «Το Αηδόνι και το τριαντάφυλλο» του Όσκαρ Ουάιλντ. Πέρσι ξεχωρίσαμε τη δυναμική ερμηνεία της στη «Δύναμη του Σκότους» του Τολστόι, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη.

Έχει μεταφράσει το έργο «ГЛУМ» (Γκλουμ), που ως παράσταση βασίστηκε στο «Ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Αλεξάντρ Οστρόφσκι. Η δε πρώτη της εμφάνιση στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου έγινε με τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη, όπου είχε αναλάβει και τη μουσική διδασκαλία.

Με τη συνάδελφο, φίλη της και συμμαθήτρια Αθανασία Κουρκάκη δημιούργησαν το γκρουπ Valsia, ένα μουσικό σχήμα που δίνει θεατρικές διαστάσεις στις εμφανίσεις του, συνδυάζοντας ήχο και αυτοσχεδιαστικό λόγο.
Φέτος ήταν μια πολύ δημιουργική χρονιά γι’ αυτήν αφού η μουσική παράσταση «Σταχτομπούτα», σε μια πρωτότυπη ιδέα και κείμενο της ίδιας και της Αθανασίας Κουρκάκη (σκηνοθεσία του Στέργιου Κοντακιώτη), αγαπήθηκε από το κοινό όλων των ηλικιών και ενδέχεται να συνεχιστεί. Πρόκειται για μια πειραγμένη εκδοχή του παραμυθιού της Σταχτοπούτας. Μια τολμηρή μουσικοθεατρική σάτιρα που διακωμωδεί την ανάγκη μας για παραμύθια, τις στερεοτυπικές ερωτικές σχέσεις και την ανθρώπινη ματαιοδοξία.

Επίσης έκανε τη μουσική διδασκαλία στους «7 κρεμασμένους» του Λεονίντ Αντρέγιεφ και «Το δαχτυλίδι της μάνας» του Γιάννη Καμπύση, το οποίο λόγω επιτυχίας θα επαναληφθεί το φθινόπωρο. Τώρα βρίσκεται σε πρόβες για τις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, που θα παρουσιαστούν στην Επίδαυρο στις 27 και 28 Ιουλίου.

Η Βαλέρια Δημητριάδου, με μια αιφνιδιαστική κίνηση, άφησε τη Νομική, παρότι πήρε πτυχίο και εισέβαλε με αυτοπεποίθηση στη θεατρική σκηνή. Φρονώ πως ήρθε στο θέατρο για να μείνει και θα μείνει. Γιατί είναι μια σταθερή και ουσιαστική φωνή στην τέχνη. Η ίδια χαρακτηρίζει τον εαυτό της «πεταχτό γαλαζοπούλι». Από το γαλάζιο της χρώμα ας πιαστούμε, λοιπόν. Αν και πιστεύω πως η Βαλέρια έχει ένα ολόκληρο πολύχρωμο οπλοστάσιο μέσα της. Ένα πράσινο αστέρι, ένα μπλε, ένα ρουμπινί, χρώματα του δειλινού και κεχριμπαρένιο χρυσαφί.  Είναι ένα πλάσμα που αντανακλά το φως και λάμπει σαν μάρμαρο. Γεμάτη ρεαλιστικό χιούμορ και αθώο αισθησιασμό. Η φρεσκάδα της βαθιάς πηγής της ζωής. Με τη διάθεση της θέλησης, την ιδιότητα της φαντασίας, τη δύναμη να δημιουργεί και μια δεσποτική γοητεία που αναδύει ένα παιδί γλυκά αστειευόμενο.

 

Φωτογραφία: Νικόλας Παπαδομιχελάκης

 

* Γεννήθηκα στην Τσάλκα στη Γεωργία, έζησα λίγο στη Ρωσία και γύρω στα 5 ήρθαμε οικογενειακώς στην Ελλάδα. Μείναμε 3 χρόνια στη Θεσσαλονίκη κι από τα 8 μου έμενα και μεγάλωσα στην Αλεξανδρούπολη (μέχρι να φύγω για σπουδές). Παρά τις όποιες αντιξοότητες είχα στην παιδική μου ζωή, θυμάμαι με πολλή χαρά τα παιδικά μου χρόνια κι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο πώς μας μεγάλωσε (την αδελφή μου κι εμένα) η μαμά μου.
Ήμουν πολύ άτακτο παιδί. Και πολύ αγοροκόριτσο. Μεγάλωσα με την ξαδέλφη μου και καλύτερη μου φίλη, την Ελένη, με την οποία είμαστε ακόμη σαν αδελφές.Είχαμε τα μαλλιά μας αγορέ, φορούσαμε φαρδιά ρούχα, παίζαμε ποδόσφαιρο. Όποτε σκέφτομαι εκείνα τα χρόνια μου έρχονται πάντα αναμνήσεις από τις βλακείες που κάναμε παρέα. Μία απ’ αυτές που θα μπορούσα να μοιραστώ είναι μια μέρα που κάναμε βόλτα και είδαμε να κάνουν μπάνιο τσιτσίδι στο σιντριβάνι του Φάρου μια παρέα αγοριών Ρομά. Χωρίς καν να συνεννοηθούμε, πήραμε όλα τα ρούχα τους κι αρχίσαμε να τρέχουμε σαν τις τρελές. Και το χειρότερο, για το οποίο ντρέπομαι πολύ… Είναι πως αδειάσαμε ό,τι ψιλά είχαν στις τσέπες των παντελονιών τους, πήγαμε σ’ ένα περίπτερο και αγοράσαμε αυτοκόλλητα για τα άλμπουμ μας (101 σκυλάκια Δαλματίας).

Ποια ήταν τα πρώτα διαβάσματα που έκανες ως παιδί;

* Η αλήθεια είναι ότι δεν ήμουν και πολύ του διαβάσματος. Παρότι πολύ φυτό στο σχολείο, τον ελεύθερο μου χρόνο τον περνούσα χρόνο παίζοντας. Θυμάμαι όμως ότι το πρώτο βιβλίο που με είχε ενθουσιάσει ήταν ο Μάγκας της Πηνελόπης Δέλτα. Αγαπούσα επίσης το Μικρό Νικόλα και είχα δανειστεί και διαβάσει σχεδόν όλες τις Ανατριχίλες από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη.

Ποια συναισθήματα ένιωσες την πρώτη φορά που ανέβηκες σε σκηνή και πώς τα αντιμετώπισες;

* Η πρώτη φορά που έπαιξα ήταν με τη θεατρική ομάδα του Πολυτεχνείου της Θεσσαλονίκης (ΘΟΠ). Μου φαινόταν πολύ δύσκολο αυτό που είχα να κάνω. Είχαμε κάνει μια παράσταση με κείμενα δικά μας και η δική μου σκηνή δεν είχε κανένα τερτίπι, καμιά σκηνοθεσία στην οποία μπορούσα να βασιστώ. Απλά έβγαινα και έλεγα το κείμενο που είχα γράψει. Ήταν πάρα πολύ άβολο κι ένιωθα πολύ εκτεθειμένη, αλλά ταυτόχρονα αυτή η συνειδητοποίηση του πόσο δύσκολο είναι απλά να ανέβεις εκεί πάνω «γυμνός» και να πεις ένα κείμενο στο κοινό μ’ έφερε πιο κοντά στο γιατί θέλω να κάνω θέατρο.

Τι ήταν εκείνο που σου κέντρισε το ενδιαφέρον στο θέατρο ώστε να ασχοληθείς επαγγελματικά με αυτό τον χώρο;

* Πριν αποφασίσω ν’ ασχοληθώ επαγγελματικά με το θέατρο, ασχολούμουν ήδη 5 χρόνια ερασιτεχνικά με την ομάδα μου C. for Circus, στη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι κάτι που ήθελα να κάνω από μικρή. Προέκυψε ν’ ασχοληθώ, μάλλον επειδή δε μου άρεσε καθόλου η Νομική. Αυτό που με κέντρισε αρχικά ήταν όσα ανακάλυπτα στη διαδικασία των προβών. Είδα πλευρές του εαυτού μου που δε γνώριζα καν μέχρι τότε. Όπως επίσης και πλευρές άλλων ανθρώπων, των συμπαικτών μου. Ώσπου γνωριστήκαμε σε τέτοιο βαθμό που απέκτησα μια δεύτερη οικογένεια. Ενηλικιώθηκα μέσα από το θέατρο και άλλαξε ο τρόπος σκέψης μου. Άρχισα να παρατηρώ περισσότερο και να ‘χω περισσότερη ενσυναίσθηση κατά κάποιον τρόπο. Την απόφαση να το σπουδάσω την πήρα τους μήνες που λόγω συνθήκης απείχα (στο Εράσμους). Εκεί πλέον και λόγω απόστασης μού ήταν πολύ καθαρό ότι αυτό θέλω να κάνω.

Φωτογραφία: Νικόλας Παπαδομιχελάκης

 

Σε ποια σχολή σπούδασες και ποιοι δάσκαλοί σου άφησαν τα ίχνη τους στη μετέπειτα πορεία σου;

* Σπούδασα στη Δραματική Σχολή του Εθνικού. Σε γενικές γραμμές θεωρώ πως ήμασταν πολύ τυχερό έτος ως προς τους καθηγητές που είχαμε. Με σιγουριά μπορώ να πω πως αγάπησα πολύ τον Νίκο Χατζόπουλο, που τον είχαμε στο πρώτο έτος. Ερχόταν πάντα προετοιμασμένος, σα να μην είχε άλλες δουλειές πέραν της σχολής (ενώ είχε 100), δεν έχανε χρόνο σε κουβέντες εκτός πλαισίου μαθήματος. Ήταν συγκεκριμένος και καταλάβαινες ότι τον νοιάζει πραγματικά να σε διδάξει. Συχνά μάλιστα ανέβαινε κι ο ίδιος στη σκηνή και έπαιζε σχεδόν μαζί μας. Όχι όμως για να μιμηθούμε κάτι, ίσα ίσα. Για να μάθουμε να αλληλεπιδρούμε. Τον εκτιμώ βαθιά ως καλλιτέχνη αλλά κυρίως ως άνθρωπο, γιατί έχει ήθος και χιούμορ.

Το επαγγελματικό σου ξεκίνημα πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν;

* Εύκολο δεν ήταν σίγουρα. Ούτε όμως θέλω να γκρινιάζω, γιατί άλλοι είχαν πιο δύσκολα ξεκινήματα. Σίγουρα ήταν περίεργο το συναίσθημα. Από τα καθημερινά 12ωρα στο απόλυτο τίποτα. Στη σχολή βρίσκεσαι σ’ ένα πολύ ασφαλές πλαίσιο και δε συνειδητοποιείς πόσο δύσκολα είναι εκεί έξω. Οπότε μου ‘ρθε κάπως απότομο που δεν είχα κανένα πρόγραμμα, καμία υποχρέωση. Επειδή όμως ποτέ μου δεν κατάφερα να μείνω άπραγη (το horror vacui που λέμε) καταπιάστηκα με τη μουσική που την είχα αφημένη. Και τότε δημιουργήσαμε σιγά σιγά και τις ValSia με τη συμμαθήτρια και φίλη μου, Αθανασία Κουρκάκη.

Μίλησέ μας για το γκρουπ Valsia, που ιδρύσατε με την Αθανασία Κουρκάκη, και γνωρίζει μεγάλη απήχηση από το κοινό…

* Δεν νομίζω ότι γνωρίζει μεγάλη απήχηση η αλήθεια είναι. Κυρίως φίλοι και γνωστοί μας ξέρουν. Και είναι και λογικό αφού δεν το κυνηγάμε σε επαγγελματικό επίπεδο. Το αγαπάμε πολύ και μας απελευθερώνει, αλλά ο χρόνος μας δε μας έχει επιτρέψει ακόμη να ασχοληθούμε όσο θα θέλαμε.

Ποια ήταν από τις πιο ενδιαφέρουσες αντιδράσεις ή σχόλια που εισπράξατε από το κοινό όταν με την Αθανασία παρουσιάζατε την παράστασή σας «Σταχτομπούτα»;

* Ήταν τόσο ωραίο που συμμετείχε το κοινό σ’ αυτήν την παράσταση. Και ιδίως όταν την παίζαμε στο θέατρο «104», που πολλές φορές έρχονταν άνθρωποι πιο μεγάλης ηλικίας. Ο αγαπημένος μου είναι ένας κύριος άνω των 60 που άρχισε να τραγουδάει όλον τον Ολυμπιακό Ύμνο μαζί με την Αθανασία και μια κυρία που ήταν πολύ ενεργή καθ’ όλη τη διάρκεια και συμμετείχε και στις δράσεις (μοίραζε τα μπαλόνια στο κοινό).

Η «Σταχτομπούτα» θα συνεχίσει τη σταδιοδρομία της;

* Άγνωστο. Προς το παρόν έχει κάνει τον κύκλο της και τη χορτάσαμε αρκετά. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω πως όταν τελειώσει το καλοκαίρι θα μας έχει λείψει, οπότε τίποτα δεν αποκλείεται.

 

Φωτογραφία: Νικόλας Παπαδομιχελάκης

 

Είσαι από τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας C. For Circus. Τι σημαίνει ακριβώς το όνομα και πώς προέκυψε;

* C. for Circus. Τσ για τσίρκο. Το όνομα ήταν πρόταση του τότε σκηνοθέτη μας Κώστα conie Ισαακίδη. Επειδή οι πρόβες που κάναμε όλον τον πρώτο καιρό ήταν εργαστηριακού χαρακτήρα και κάναμε ασκήσεις κυρίως σωματικές και πολύ εξαντλητικές, μας πρότεινε αυτό το όνομα (προφανώς κατ’ ευφημισμόν).

Θα ήθελες να μας αναφέρεις τα ονόματα όλης της ομάδας και έναν χαρακτηρισμό για τον καθένα;

* Μου είναι κάπως δύσκολο να βρω έναν χαρακτηρισμό για τον καθένα. Προτιμώ να τους βρω ινδιάνικα ονόματα! Το λοιπόν…

Παναγιώτης Γαβρέλας: Το φιλότιμο αρκούδι

Κίτσος Δημήτρης: Το αστέρι του χάους

Μαρία – Ελισάβετ Κοτίνη: Η θεόμουρλη κάμπια

Χρύσα Κοτταράκου: Το ατάραχο ρακούν

Ειρήνη Μακρή: Η αμαζόνα των ουρανών

Νικόλας Παπαδομιχελάκης: Το ασόβαρο αερικό

Παύλος Παυλίδης: Το τετράγωνο κοάλα

Νατάσα Ρουστάνη: Το μυστήριο στρειδάκι

Γιωργής Σφυρής: Ο σοφός γέροντας

Σπύρος Χατζηαγγελάκης: Το φλογερό γεράκι

Αθανασία Κουρκάκη: Η κελαηδιστή μαργαρίτα

Με την ομάδα ανεβάσατε τώρα «Το δαχτυλίδι της μάνας» του Γιάννη Καμπύση, ένα θεατρικό έργο του 1898, γραμμένο σε ντοπιολαλιά, που εμπνέεται απ’ τη ζωή του ποιητή και πεζογράφου Κώστα Κρυστάλλη. Πώς το έργο αυτό συνδέεται με τη σημερινή εποχή;

* Όλο το έργο διαδραματίζεται σε μία μόνο μέρα, την τελευταία της ζωής του Γιαννάκη, που είναι ο κεντρικός ήρωας. Ο Γιαννάκης είναι ποιητής και επιλέγει να αντιμετωπίσει, με μέσο τη φαντασία του, το αναπόφευκτο του θανάτου εκπληρώνοντας όσα δεν πρόλαβε να κάνει όσο ζούσε. Τις τελευταίες του στιγμές, λοιπόν, κλείνει τα μάτια και πάει στα βουνά της πατρίδας του. Εκεί βρίσκει τη Νεράιδα του Βουνού και της ζητάει να τον οδηγήσει στην κορυφή του βουνού, όπου δεν έχει πατήσει ποτέ άνθρωπος. Η παράστασή μας είναι μια μικρή γιορτή για τη ζωή, τον έρωτα και τη φαντασία. Όταν μπορείς να έρθεις αντιμέτωπος με το θάνατο, τότε δεν υπάρχει κανένα απτό εμπόδιο, όλα είναι ζήτημα οπτικής. Είναι η πιο αισιόδοξή μας παράσταση μέχρι τώρα, μάλλον λόγω της μεγάλης μας ανάγκης να μη χάσουμε την πίστη μας στον άνθρωπο και στη δύναμή του. Και εκεί ακριβώς είναι που συνδέεται το έργο με τη σημερινή εποχή που τόσο εύκολα χάνουμε το κουράγιο μας.

Πώς ήταν η εμπειρία στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, όπου συμμετείχες πέρσι στην παράσταση «Οιδίπους επί Κολωνώ»;

* Μου ήταν σίγουρα πρωτόγνωρο το να παίζω σε τόσο μεγάλο θέατρο. Όμορφα και ταυτόχρονα αγχωτικά, γιατί όπως και να ‘χει, πέραν της μαγείας που φέρει, αυτός ο χώρος έχει και απαιτήσεις. Πώς υπάρχεις εκεί, σωματικά και φωνητικά. Κι επειδή είχα αναλάβει και τη μουσική διδασκαλία της παράστασης και ήταν η πρεμιέρα μας εκεί, είχα αρκετό άγχος για το αποτέλεσμα του ήχου. Για το συντονισμό δηλαδή του Χορού, καθώς δεν είχαμε κανένα μουσικό όργανο να μας κρατάει τέμπο ή να μας κουρδίζει. Ήταν όλο α καπέλα και βρισκόμασταν και συχνά σκόρπια στο χώρο. Εν τούτοις, όλα πήγαν μια χαρά.

Φέτος για άλλη μια φορά στην Επίδαυρο, αυτή τη φορά με τις «Θεσμοφοριάζουσες» σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Αισθάνεσαι χαρά, τιμή, ευθύνη;

* Νιώθω ευγνώμων που θα συνεργαστώ μ’ αυτούς τους ανθρώπους και θα παίξω ξανά σ’ αυτό το θέατρο. Η διαδικασία των προβών είναι ακραία διαφορετική από την περσινή, πόσο μάλλον από τη στιγμή που ανεβάζουμε κωμωδία.

Πώς ήταν η συνεργασία με τη δασκάλα σου Ελένη Σκότη και την ομάδα «Νάμα» στη «Δύναμη του σκότους»;

* Η Ελένη Σκότη ήταν πολύ ανοιχτή στο να δημιουργήσουμε όλοι μαζί την παράσταση κι αυτό και έγινε. Ήταν πολύ ομαδική δουλειά, οπότε νιώθαμε όλοι δημιουργικοί. Δεν υπήρχαν διακρίσεις, σε μεγάλους και μικρούς ρόλους, σε παλιούς και νέους ηθοποιούς. Ήμασταν όλοι ένα. Επίσης, ήταν πολύ καλή η συνεργασία μας και στο κομμάτι της μουσικής, καθώς είχαμε αναλάβει τη σύνθεση με τον Γιώργο Παπαγεωργίου. Και η Ελένη και όλος ο θίασος μάς εμπιστεύτηκαν και μας βοήθησαν δίνοντας τον καλύτερό τους εαυτό.

Φωτογραφία: Νικόλας Παπαδομιχελάκης

 

Ποια είναι, κατά τη γνώμη σου, η ψυχολογική λειτουργία του θεάτρου;

* Δηλαδή; Πώς επιδράει στην ψυχολογία του θεατή; Νομίζω πως σκοπός του θεάτρου είναι κατά βάση η ψυχαγωγία. Να φεύγει ο θεατής και κάτι να χαμογελάει μέσα του (ακόμη κι αν του προκλήθηκαν άλλα συναισθήματα κατά τη διάρκεια της παράστασης). Να νιώθει έστω και λίγο πιο γεμάτος απ’ ό,τι όταν μπήκε, να έχει μια πνευματική ευφορία.

Το κοινό είναι παρτενέρ ή αντίπαλος;

* Ξεκάθαρα παρτενέρ. Κι ακόμη κι αν το αντιμετωπίζεις ως αντίπαλο για συγκεκριμένο σκοπό, πάλι παρτενέρ είναι. Αλλιώς η παράσταση κινδυνεύει να γίνει αυτοαναφορική και να μην αφορά κανέναν.

Η δουλειά του ηθοποιού εμπεριέχει και αντιφάσεις;

* Αντιφάσεις υπάρχουν κυρίως όταν μπλέκονται οι σκοποί. Όταν δεν είναι ξεκάθαρος ο λόγος για τον οποίο κάνει κανείς θέατρο. Πολύ εύκολα θα μιλήσει ο καθένας για την ουσία της τέχνης και τα όσα αυτή προσφέρει, ενώ ταυτόχρονα στη ζωή του μπορεί ν’ ακολουθεί μονοπάτια τελείως αντίθετα απ’ αυτά που δείχνει να ασπάζεται. Η αλήθεια είναι πως δεν έχω καταφέρει ακόμη να συμφιλιωθώ μέσα μου με ανθρώπους που αποσκοπούν καθαρά στο κέρδος ή στην όποια δόξα. Θα ήθελα να υπήρχε περισσότερη ταπεινότητα. Να μην ταυτίζεται η έννοια του ηθοποιού με το κοινωνικό κομμάτι της προβολής.

Αν μπορούσες να ξεχωρίσεις μία ή δύο αγαπημένες ηρωίδες που θα ήθελες να ερμηνεύσεις, ποιες θα ήταν και γιατί;

* Κάποια στιγμή στη ζωή μου, αν νιώσω ποτέ έτοιμη, θα ήθελα να καταπιαστώ με το έργο «Δεσποινίς Μαργαρίτα». Ήταν ένας από τους δύο μονολόγους που έδωσα στις εισαγωγικές στη σχολή και μου ‘χει κολλήσει από τότε ότι θα ‘θελα κάποτε να το κάνω ολόκληρο.

Ασχολείσαι με τη μουσική και το θέατρο. Ποιο από τα δύο σου δίνει μεγαλύτερο αίσθημα ελευθερίας;

* Εξαρτάται. Νομίζω πως λόγω της τάσης για τελειομανία που έχω, συνήθως νιώθω πιο ελεύθερη στο θέατρο. Η μουσική με αγχώνει κάπως, καθώς εκεί τα λάθη είναι πολύ πιο φανερά, ενώ στο θέατρο μπορούν να σωθούν όλα. Από την άλλη, το πλαίσιο που πρέπει να υπηρετήσεις στη μουσική σού δημιουργεί και μία ασφάλεια. Ξέρεις τι είναι αυτό που πρέπει να κάνεις και πού πρέπει να φτάσει κάτι, ενώ στο θέατρο είναι πολύ συχνό φαινόμενο το να θολώνει το τοπίο και να μην έχεις καθαρή εικόνα του αποτελέσματος.

Με ποιους χαρακτήρες ανθρώπων δυσκολεύεσαι να συνεργαστείς;

* Δυσκολεύομαι τρομερά με ανθρώπους που καταχρώνται τη θέση εξουσίας που μπορεί να έχουν, που δε σε αντιμετωπίζουν ισάξια, αλλά ως εκτελεστικό όργανο του όποιου οράματός τους. Επίσης, δυσκολεύομαι με ανθρώπους που βλέπεις πως το μόνο που τους αφορά είναι το πώς θα φανούν οι ίδιοι καλοί με αποτέλεσμα πολλές φορές να παίζουν μόνοι τους.

Ποιος χαρακτηρισμός είναι αυτός που πιστεύεις ότι σε χαρακτηρίζει;

* «Το πεταχτό γαλαζοπούλι».

Ποια η προετοιμασία σου πριν από την παράσταση, πώς ξεπερνάς το άγχος και το τρακ;

* Κάνω πάντα ένα ζέσταμα φωνής και κάποιες διατάσεις. Κάποιες φορές κάνω ένα φαστ φόρουαρντ την παράσταση στο μυαλό μου, για να μην «ξεχνάω» τι είναι αυτό που αφηγούμαστε. Προσπαθώ να μην απομονώνομαι από τους υπόλοιπους ηθοποιούς, γιατί νιώθω ότι είναι κάτι που με κλειδώνει. Το ιδανικό για μένα είναι να κάνουμε όλοι μαζί κάποιο ζέσταμα για να μπούμε σ’ ένα κοινό κλίμα παράστασης. Όταν μοιράζεσαι το άγχος σου με τους άλλους, αυτομάτως μικραίνει.

Πώς φαντάζεσαι τα επόμενα βήματά σου στο χώρο της τέχνης;

* Μάλλον αργά και σταθερά όπως συνέβαινε και μέχρι τώρα. Γενικά, προσπαθώ να μην πολυσκέφτομαι το μέλλον γιατί είναι κάτι που με αγχώνει. Οπότε βήμα βήμα. Ξέρω σίγουρα πως θέλω να συνεχίσουμε να δημιουργούμε και να εμβαθύνουμε με την ομάδα μου κι αυτό μου αρκεί σαν σκέψη.

Ποια πράγματα στη ζωή έχουν σημασία για σένα;

* Οι άνθρωποι που αγαπώ. Θέλω να μην αφήνομαι, να μην τεμπελιάζω και θεωρώ δεδομένες τις σχέσεις που έχω χτίσει μέχρι τώρα στη ζωή μου. Να έχω το χρόνο και την ψυχική δύναμη, ανεξαρτήτως εξωτερικών συνθηκών στην καθημερινότητά μου, να διατηρώ την ηρεμία μέσα μου, ώστε να μπορώ να είμαι εντάξει με τους ανθρώπους που αγαπώ.

Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτό τον καιρό;

* Τελειώνω την «Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» του Κούντερα.

Πώς κρίνεις τη συμπεριφορά των Ελλήνων προς τα ζώα;

* Στην Ελλάδα, λόγω κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών, είναι πολλά πράγματα που έχουν μείνει λίγο πίσω σε σχέση μ’ άλλες χώρες. Αυτό συμβαίνει κι όσον αφορά τα ζώα. Κυρίως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι, επειδή δεν είχαν κατοικίδια για συντροφιά αλλά για πρακτικούς λόγους όπως φύλαξη, αντιμετωπίζουν λίγο άγαρμπα έως απολίτιστα το ζήτημα. Φυσικά δεν ισχύει εν γένει αυτό, εξαρτάται πολύ κι απ’ τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.

Τέλος, ποια είναι η δική σου σχέση με τα ζώα; Συμβιώνεις με κάποιο κατοικίδιο;

* Εγώ λατρεύω τα σκυλιά. Με τα γατιά, θα με συγχωρέσεις, αλλά προς το παρόν δεν τo ‘χουμε πολυβρεί. Συμβιώνω με δύο σκυλιά. Τη Μικρή και το Μαύρο.

[Το catisart.gr ευχαριστεί τον Νικόλα Παπαδομιχελάκη για τη φωτογράφιση].

***

Σε φωτογράφιση για τις ανάγκες της παράστασης «Το δαχτυλίδι της μάνας», πρώτη από αριστερά, με μέλη της ομάδας C. For Circus: Αθανασία Κουρκάκη, Ειρήνη Μακρή, Νατάσα Ρουστάνη, Παναγιώτης Γαβρέλας, Σπύρος Χατζηαγγελάκης, Χρύσα Κοτταράκου, Νικόλας Παπαδομιχελάκης. Φωτογραφία: Νίκος Πανταζάρας

Η ομάδα θεάτρου C. For Circus δημιουργήθηκε το Μάιο του 2008 στη Θεσσαλονίκη κάνοντας πρόβες στο υπόγειο ενός μπαρ στη Ροτόντα. Μέσα σε λίγο καιρό κατάφερε να φτιάξει το δικό της χώρο στο κέντρο της πόλης, όπου έκανε εργαστήρια θεάτρου (ενηλίκων και παιδικό) και παρουσίαζε τις δουλειές της. Από το 2011 μέλη της ομάδας αποφασίζουν να κατέβουν στην Αθήνα για σπουδές σε δραματικές σχολές (Δραματική Σχολή Εθνικού, Ωδείο Αθηνών και Δήλος), ενώ ταυτόχρονα ένα από τα μέλη της (Γιωργής Σφυρής) συνεχίζει να δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη. Φτιάχνει την ομάδα Επιπόλαιος Φρεντ και ο χώρος της ομάδας μετονομάζεται σε θέατρο Εφ (συνεχίζοντας να κάνει εργαστήρια με μόνιμους συνεργάτες και φιλοξενώντας στο χώρο διάφορους καλλιτέχνες για σεμινάρια και παρουσιάσεις). Μετά το πέρας των σπουδών τους, οι C. For Circus επανενώνονται επίσημα και συνεχίζουν την πορεία τους ως επαγγελματίες πλέον ηθοποιοί στην Αθήνα αυτοσκηνοθετώντας τις δουλειές τους. Τελευταίες παραστάσεις της ομάδας είναι το «Γκλουμ» (βασισμένο στο «Ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Αλεξάντρ Οστρόφκι), το «Με το ίδιο μέτρο» του Σαίξπηρ και το «Κάτι διαφορετικό» (συρραφή από το τέσσερα κείμενα: «Το κάτι άλλο» της Κέιβ Κάθριν, «Ο μελαγχολικός θάνατος του Στρειδάκη» του Τιμ Μπάρτον, «Η καλή οικογένεια» του Γιόακιμ Πίρινεν και «Ο χρυσός δράκος» του Ρόλαντ Σιμελπφένιχ. Τέλος, έχουν συμμετάσχει σε διάφορα φεστιβάλ όπως τα «Αισχύλεια», το «Bob Theater Festival» καθώς και το «International Shakespeare Festival» της Σερβίας (όπου η ομάδα έκανε το ντεμπούτο της στο εξωτερικό με την παράσταση «Με το ίδιο μέτρο» το 2016). Η πιο πρόσφατη δουλειά της ομάδας είναι «Το δαχτυλίδι της μάνας» του Γιάννη Καμπύση σε σκηνοθεσία Παύλου Παυλίδη, που παρουσιάστηκε στο Tempus Verum І Εν Αθήναις

Η ομάδα θεάτρου C. For Circus, σε μια ξέγνοιαστη στιγμή. Από αριστερά, όρθιοι, Νατάσα Ρουστάνη, Χρύσα Κοτταράκου, Δημήτρης Κίτσος, Βαλέρια Δημητριάδου. Καθιστοί: Ειρήνη Μακρή, Παναγιώτης Γαβρέλας, Σπύρος Χατζηαγγελάκης, Παύλος Παυλίδης, Νικόλας Παπαδομιχελάκης

 

Βαλέρια Δημητριάδου – Βιογραφικό

ΘΕΑΤΡΟ:
• Αριστούχος απόφοιτη της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου το 2015
• Φοιτήτρια στο τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ.
• Ιδρυτικό μέλος της ομάδας θεάτρου C. for Circus (από το 2008)
ΆΛΛΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ
• Πτυχιούχος Νομικής του ΑΠΘ
• Πτυχιούχος πιάνου με βαθμό Άριστα
• Βασικές γνώσεις κιθάρας κι ακορντεόν
• Γνώση Αγγλικής και Ρωσικής γλώσσας (Μετάφραση για την ομάδα C. for Circus το
«Ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Οστρόφσκι το 2016)
Παραστάσεις:
• «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη στο φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου, σκην. Β.
Θεοδωρόπουλος (2018)
• «Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο» του Όσκαρ Ουάιλντ στο θέατρο Φούρνος, σκην. Δ.
Κίτσος (2018)
• «Σταχτομπούτα», μουσικοθεατρική παράσταση στο θέατρο άλφα.ιδέα και θέατρο 104
(2017-18)
• «Γκλουμ, με την ομάδα C. for Circus στο θέατρο 104 (2017)
• «Οιδίπους επί Κολωνώ» του Σοφοκλή στο φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου, σκην. Σ.
Τσακίρης (2017)
• «Δύναμη του σκότους» του Τολστόι στο Σύγχρονο Θέατρο, σκην. Ελ. Σκότη (2017)
• «Πάρε Δώσε», ένα παραμύθι για παιδιά, σκην. Παν. Εξαρχέας (2016)
• «Με το ίδιο μέτρο» του Σαίξπηρ στο Από Μηχανής θέατρο με την ομάδα C. for Circus
(2016)
ΜΟΥΣΙΚΗ
• Διδασκαλία και σύνθεση μουσικής στο «Δαχτυλίδι της μάνας» του Καμπύση, σε
σκην. Π. Παυλίδη με την ομάδα C. for Circus
• Διδασκαλία μουσικής (σύνθεση: Μίνως Μάτσας) στο «Οιδίπους επί Κολωνώ» σε
σκην. Σ. Τσακίρη
• Σύνθεση και διδασκαλία μουσικής στη «Δύναμη του σκότους», σκην. Ελ. Σκότη
(2017)
• Σύνθεση και διδασκαλία μουσικής στο «Τσεχ off», σκην. Ιω Βουλγαράκη.(2016)
• Μουσικό σχήμα με την Αθανασία Κουρκάκη, με το όνομα Valsia
Σεμινάρια
• Συμμετοχή στο εργαστήριο μουσικής σύνθεσης στο Εθνικό Θέατρο με τον Κορνήλιο
Σελαμσή και τον Νίκο Κυπουργό (2015-2016)
• Παρακολούθηση τριβδόμαδου σεμιναρίου στο Εθνικό Θέατρο με τους Δημήτρη
Παπαϊωάννου και Λυδία Κονιόρδου (2016)
• Παρακολούθηση ως ηθοποιός σεμιναρίου συγγραφής θεατρικού έργου με σκηνοθέτες
τους: Δημήτρη Καραντζά και Γιώργο Λύρα
• Σεμινάριο σωματικού θεάτρου με τον Πολωνό Ryszard Nieoczym, συνεργάτη του
J.Grotowski.
• Σεμινάριο ‘Ensemble Σωματικού Θεάτρου’ με τον John Britton
• Σεμινάριο ‘Σύγχρονου Χορού Contact Improvisation’ με την Ann Cooper Albright.

«Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο» του Όσκαρ Ουάιλντ στο θέατρο «Φούρνος», σκηνοθεσία Δ. Κίτσος (2018)

eirini aivaliwtouΒαλέρια Δημητριάδου. Το «πεταχτό γαλαζοπούλι» του θεάτρου με το πολύχρωμο οπλοστάσιο μέσα του
Περισσότερα

Κώστας Τσόκλης: συνδέωσυναντώσυνομιλώσυνθέτω συναγωνίζομαισυνεισφέρωσυνεργάζομαισυνεχίζω…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Την Τετάρτη 6 Ιουνίου 2018 στο Μουσείο Μπενάκη, στο κεντρικό κτήριο συνάντησα τον ζωγράφο Κώστα Τσόκλη στη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε με θέμα τις εκδηλώσεις που θα πραγματοποιηθούν στην Τήνο για το έτος Γιαννούλη Χαλεπά.

Κάθισε διακριτικά στο πίσω μέρος της αίθουσας και λίγο πριν ολοκληρωθεί η συνέντευξη του ζήτησαν να πει δυο λόγια. Εκείνος απάντησε σεμνά λέγοντας: «Είμαι εδώ μόνο για να τιμήσω τον Χαλεπά». Μόνο 8 λέξεις είπε και κάθισε πάλι στη θέση του. Φυσικά ο ζωγράφος ήταν και πάλι μαγνήτης για τα φλας των φωτορεπόρτερ.

Φεύγοντας τον χαιρέτησα και τον ευχαρίστησα για άλλη μια φορά για τη συζήτηση που είχαμε κάνει στο ατελιέ του τον Ιούλιο του 2010 για συνέντευξη στη «Ναυτεμπορική».

 

«Το καμακωμένο ψάρι». Ο Κώστας Τσόκλης με το διάσημο έργο του.

 

Με αφορμή τη νέα του έκθεση στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) σκέφτηκα να αναρτήσω εκείνη τη συνέντευξη με όσα είχα γράψει στο μαγνητόφωνο και δεν είχαν χωρέσει στο δισέλιδο (σελ. 52-53) αφιέρωμα το Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010.

***

Μέχρι την Κυριακή 1η Ιουλίου στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

 

«Υπάρχουν έργα αδελφοκτόνα. Και υπάρχουν έργα πατροκτόνα. Και είναι εκείνα που ρίχνουν τη σκιά της λαμπρότητάς τους στα άλλα έργα του καλλιτέχνη και είναι αυτά που η φήμη τους ξεπερνά τη διασημότητα του δημιουργού τους. Σε αυτές τις κατηγορίες ανήκουν τα λίγα έργα που εκθέτω στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ), ευχαριστώντας το για τη τιμή που κάνει στο Δημοτικό Μουσείο Κώστα Τσόκλη στην Τήνο, φιλοξενώντας το για ένα διάστημα στο πλαίσιο της Ημέρας των Μουσείων. Τα έργα αυτά είναι τέκνα πολυμελών οικογενειών που κατάφεραν να ξεχωρίσουν, χάρη στην απλότητα και την αμεσότητά τους. Έργα που δεν χρειάζονται εξηγήσεις, έργα εικαστικά, μονολεκτικά. Έργα – γεγονότα».
Τα παραπάνω λόγια είπε ο ζωγράφος για τη συνεργασία του ΕΜΣΤ με το Δημοτικό Ίδρυμα «Μουσείο Κώστα Τσόκλη».

***

 

«Τα πέντε κινούμενα πορτραίτα» 1986. Μάνος Περράκης, Ελένη Τσόκλη, Μάκης Παπαμιχαήλ, Αλέξανδρος Ιόλας, Σπύρος Σακκάς.

 

Το ΕΜΣΤ εγκαινίασε το νέο του πρόγραμμα «Εντός – Εκτός» που έχει ως στόχο να γνωρίσει στο κοινό της πρωτεύουσας τη δραστηριότητα μικρότερων Μουσείων της επικράτειας. Αυτό το πρόγραμμα που θα αποτελέσει τη γέφυρα δια-σύνδεσής τους με το Εθνικό Μουσείο μέσα από αμφίδρομες δράσεις, ξεκίνησε με τη συνεργασία του με το Δημοτικό Ίδρυμα «Μουσείο Κώστα Τσόκλη» που διανύει ήδη τον όγδοο χρόνο λειτουργίας του στο νησί της Τήνου.

Κώστας Τσόκλης, Αυτοπροσωπογραφία, 1953, λάδι σε καμβά, 47 x 34 εκ.

***

Ας δούμε λοιπόν εδώ τι μου είχε πει ο προκλητικός, εκρηκτικός και απρόβλεπτος ο Κώστας Τσόκλης, κάνοντας την αυτοπροσωπογραφία του για τη «Ναυτεμπορική» με 8+1 πινελιές

***

«Όταν ακούω το όνομα Τσόκλης, εκνευρίζομαι. Όταν μαθαίνω για τα happening που διοργανώνει, ενοχλούμαι αφάνταστα. Όταν βλέπω έργα του, αδιαφορώ. Δεν ξέρω όμως γιατί…».

Αυτό του είπα μόλις τον είδα να μπαίνει στη φιλόξενη αυλή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου μαζί με τη σύζυγό του, κυρία Ελένη Τσόκλη, πριν αρχίσει η performance με τον τίτλο «Προς εγκατάστασιν…».

– Και σε μένα συμβαίνει πολλές φορές το ίδιο. Μου απάντησε…

– Οταν όμως είδα πέρυσι τη δουλειά σας στο «Σχολείον» στην Πειραιώς με τον τίτλο «Η Ζωντανή Ζωγραφική 1985-2009», είπα: Ευτυχώς που υπάρχει αυτός ο διεθνής Έλληνας εικαστικός. Ευτυχώς…

 

***

 

Έτσι ακριβώς έγινε η πρώτη μας γνωριμία που κατέληξε σε μια συνάντηση στο σπίτι του. Μας υποδέχθηκε ο αγαπημένος του Νέρο…
Καθίσαμε σε μια γωνιά του ολόλευκου φωτεινού ατελιέ του κάτω από δύο κλασικούς του πίνακες: Το «Μικάντο», ξύλα και σχέδιο με μολύβι σε χαρτί. Συλλογή του καλλιτέχνη. (1975) και το «Δέντρο», ζωγραφική σε μουσαμά και ριζόχαρτα. Συλλογή του καλλιτέχνη (1983).

Εκεί ο Κώστας Τσόκλης σε ένα διάλειμμα της δουλειάς του έκανε την αυτοπροσωπογραφία του για τη «Ναυτεμπορική» με 8+1 πινελιές…

Μια λεμονάδα από… λεμόνι από την κυρία Ελένη Τσόκλη ήταν ό,τι καλύτερο για μια καλοκαιρινή μέρα.
– Δεν θα μας προκαλείτε μόνο εσείς, του είπα. Ήρθα εδώ για να σας προκαλέσω. Έχω για σας 8+1 ερωτήσεις. Σας τις λέω και… ακούω:

Συνδέω, Συναντώ, Συνομιλώ, Συνθέτω, Συναγωνίζομαι, Συνεισφέρω, Συνεργάζομαι, Συνοδοιπορώ, Συνεχίζω…

***

 

Το έργο του Κώστα Τσόκλη «The bleeding cross».

 

Συνδέω…

Στην περίπτωσή μας υπάρχει μια σύνδεση. Ήμασταν μια οικογένεια με έναν πατέρα που είχε το ψώνιο της τέχνης και ένα είδος μεγαλομανίας, που δεν είχε όμως τρόπο να αποδείξει τη βάση της. Ήθελε να είναι αριστοκράτης.
Ήταν ένας λεπτός, ψηλός, όμορφος άνθρωπος, ο οποίος ξεκίνησε τη ζωή του σαν ιμπρεσάριος στα «Ολύμπια» φέρνοντας θιάσους από το εξωτερικό και σιγά σιγά, εξαιτίας των γεγονότων και διαφόρων συγκυριών, άρχισε με τον καιρό να ξεπέφτει. Και «έφυγε» θυρωρός πια στα θέατρα του Μπουρνέλη. Αυτός ο άνθρωπος ήταν συγχρόνως και ζωγράφος. Ζωγράφος ερασιτέχνης.
Οχι καλός ζωγράφος. Αλλά να όμως εγώ, μέσα στη φτώχεια και στη δυστυχία που κυκλοφορούσε, είχα τη δυνατότητα να έρθω σε επαφή με χρώματα και με πινέλα και με κάποιες ρεπροντιξιόν της εποχής. Άρχισα από μικρό παιδί να ζωγραφίζω κοντά του. Έτσι, λοιπόν, συνέδεσα και δικαιολόγησα κατά κάποιον τρόπο με ομολογία του πατέρα μου αργότερα την προηγούμενη υπόθεση της γενιάς μας.
Ο πατέρας μου ήθελε να κατάγεται από σπουδαία οικογένεια, έτσι έλεγε. Όμως τελικά με τη δικιά μου προσπάθεια δώσαμε στο όνομά του κάποια αίγλη, τόσο εγώ, όσο και η Μάγια, η κόρη μου. Δηλαδή αυτή τη στιγμή μέσα στην ελληνική πραγματικότητα υπάρχει μια οικογένεια «Τσόκλης». Να που τον ικανοποιήσαμε. Να είναι καλά εκεί που βρίσκεται. Εγώ συνέχισα παράλληλα την επιθυμία του να κάνει τέχνη. Να, λοιπόν, η σύνδεση…

 

«Η μητέρα μου». Λάδι σε μουσαμά, (1955). Συλλογή του καλλιτέχνη.

 

Συναντώ…

 

Είχα την τύχη να συναντήσω στη ζωή μου τον Γιώργο Βακιρτζή, που ήταν μάστοράς μου για πολλά χρόνια, γιατί εγώ μόλις τέλειωσα το Δημοτικό πήγαινα και δούλευα στα ντεκόρ για να βγάζω το ψωμί μου.
Ήταν ένας άνθρωπος που τον λάτρεψα κυριολεκτικά. Αν μου έλεγε πήγαινε να πνιγείς, θα πήγαινα χωρίς δεύτερη κουβέντα. Αν μου έλεγε να κάνω κάτι που δεν ήταν ανθρώπινο, το έκανα -και είναι πράγματα που συνέβησαν αυτά- και που αργότερα αυτός ο άνθρωπος με απογοήτευσε, διότι όταν θέλησα να πάω στη Σχολή Καλών Τεχνών, με εμπόδισε. Δεν ήθελε να πάω. Τον βόλευε που με είχε βοηθό γιατί ήμουν ένας καταπληκτικός βοηθός. Είχα τέτοια λατρεία σε αυτούς τους ανθρώπους και στην τέχνη που δούλευα!

-Να, λοιπόν, μια πρώτη συνάντηση που δυνάμωσε την ψυχή μου. Κι εκείνη την ίδια στιγμή πέφτει στα χέρια μου το βιβλίο του Ρομέν Ρολάν «Η μαγεμένη ψυχή» την οποία ξεκινάω να διαβάζω και πάλι ο Γιώργος με σταματάει γιατί μου λέει: «Θα πάρουν τα μυαλά σου αέρα». Αυτό ήταν ένα βιβλίο που με μαρκάρισε. Να, λοιπόν, μια διπλή συνάντηση στα πρώτα μου χρόνια. Μετά πάω στη Σχολή Καλών Τεχνών.

-Μπαίνω σαν εξαιρετικό ταλέντο γιατί δεν είχα τελειώσει το Γυμνάσιο και συναντάω τον Γιάννη Μόραλη. Νομίζω πως κι αυτή ήταν μια πολύ σημαντική συνάντηση για τη ζωή μου. Κι αυτή όμως με απογοήτευσε στο τέλος. Γιατί όταν έφυγα από την Ελλάδα και πήγα έξω ανακάλυψα ότι μας μάθαιναν όχι αυτά τα πράγματα που έπρεπε να μάθει ένας νέος άνθρωπος, αλλά αυτά που εκείνοι αγαπήσανε στη ζωή τους. Και θύμωσα τότε και πέρασε μια περίοδος που δεν ήμαστε σε καλές σχέσεις με τον Μόραλη.
Εγώ έφταιγα βασικά, γιατί δεν υπολόγισα, ο βλάκας, ότι ζήταγα πράγματα από ένα παιδί που ήταν 30-32 χρόνων όταν έγινε δάσκαλός μου. Τι ήξερε κι αυτός. Τώρα που το σκέπτομαι ντρέπομαι, γιατί του ζητούσα πράγματα που δεν μπορούσε να μου δώσει. Δεν ήταν της ηλικίας του. Λοιπόν αυτή ήταν μια δεύτερη συνάντηση.

-Μια τρίτη συνάντηση πολύ σημαντική στη ζωή μου ήταν στο Παρίσι με τον Μichael Sonnabend. Είχε μια από τις μεγαλύτερες γκαλερί εκείνη την εποχή στο Παρίσι και μετά στη Νέα Υόρκη. Με ανέλαβε και με μετέτρεψε σε λίγο διάστημα από έναν άσημο καλλιτέχνη στο Παρίσι, που πάλευε να βρει τον τρόπο να φανεί λίγο και να βγάλει το ψωμί του, γιατί δυστυχούσαμε τότε, σε μια μικρή διεθνή βεντέτα περιζήτητη παντού σε όλο τον κόσμο. Αυτός και η γυναίκα του, Ileana, με μεταμόρφωσαν από το τίποτα σε κάτι.

-Ήταν μια πολύ σπουδαία συνάντηση. Και τελευταία συνάντηση που ίσως δεν μου έδωσε πολλά πράγματα, αλλά δυνάμωσε την εμπιστοσύνη στον εαυτό μου είναι ο Giuliano Gori. Ένας πολύ μεγάλος έμπορος υφασμάτων και συλλέκτης από τους μεγαλύτερους του κόσμου, στη Φλωρεντία στο Prato, που αγάπησε πολύ τη δουλειά μου στην Μπιενάλε του 1986 και από τότε είναι κοντά μου, με έχει φροντίσει, έχει κάνει πράγματα πολλά για μένα…

 

Στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, κατά την προετοιμασία της έκθεσής του.

 

Συνομιλώ…

Αυτό είναι επίσης πολύ ενδιαφέρον. Συνομιλίες με πρόσωπα ή με έργα προσώπων. Θα έλεγα λοιπόν ότι στα νεανικά μου χρόνια θυμάμαι τις ατέλειωτες συνομιλίες πάνω στην τέχνη που είχα με δύο συναδέλφους μου.
Έναν Βασίλη Γκρόζα, που δυστυχώς δεν ζει… Δουλεύαμε όλη τη μέρα και όλη τη νύχτα. Ξεκινάγαμε με ένα ποδήλατο πότε να πάμε στον Υμηττό που έμενε αυτός, πότε να με φέρει στη Μαυρομιχάλη που έμενα εγώ. Ξενυχτάγαμε μιλώντας για τέχνη. Αυτός ήταν πιο μορφωμένος από μένα. Ήταν από οικογένεια πιο διανοουμένων. Ήταν πολύ αγαπητός φίλος.
Μετά ήταν ένας άλλος φίλος, ο Παντελής Ξαγοράρης, επίσης στη Σχολή Καλών Τεχνών. Η φιλία μας κράτησε μέχρι μεγάλη ηλικία. Συνομιλίες για τέχνη είχα με το ζωγράφο Παύλο. Πολλά χρόνια στο Παρίσι δουλέψαμε κοντά κοντά. Είχαμε τις ίδιες επιτυχίες, στις ίδιες γκαλερί. Μέχρι που φτιάξαμε και έργα μαζί που βρίσκονται σε διάφορες συλλογές έξω και νομίζω ότι ο τελευταίος συνομιλητής μου -αν εξαιρέσω την Ελένη με την οποία μοιραζόμαστε τα πάντα- είναι ο Bruno Cora. Κριτικός τέχνης και διευθυντής μουσείων στην Ιταλία και στην Ελβετία, με τον οποίο επιθυμώ βαθύτατα να βρεθώ κάθε λίγο για να ανταλλάξω επιτέλους κάποια λόγια.
Είδα τώρα ένα κείμενο, δεν είχα δώσει σημασία τότε, του κριτικού τέχνης Πιέρ Ρεστανί που γράφει «υπήρχε μια συνομιλία του Τσόκλη με μένα χωρίς καν να την υποψιάζεται και ο ίδιος και βεβαίως κανείς από όσους ήταν τριγύρω μας και έτσι δεν μπορεί να γίνει κατανοητό το τι τεράστια σημασία έχει η επίδραση ενός καλλιτέχνη πάνω στη σταδιοδρομία ενός κριτικού τέχνης». Και αυτός ήταν ένας από τους μεγαλύτερους κριτικούς τέχνης παγκοσμίως και φυσικά αυτό με κολακεύει. Άρα εδώ υπήρξε μια ουσιαστική συνομιλία.
Η άλλου είδους συνομιλία όμως δεν ήταν με πρόσωπα, αλλά με το λόγο. Ήταν η ελληνική ποίηση πρώτα την οποία λάτρεψα από μικρό παιδί και της οποίας -ένα μεγάλο μέρος- γνωρίζω απ’ έξω. Και πιο πρόσφατα, με τον Φερνάντο Πεσόα, με τον οποίο βρίσκω ότι έχω μια συγγένεια μεγάλη σαν χαρακτήρας και που αυτή τη στιγμή τον θεωρώ -αν και έχει φύγει- ένα άνθρωπο που μπορώ ακόμη να συνομιλήσω.

 

Ο Κώστας Τσόκλης, στην Τήνο, στο Μουσείο του.

 

Συνθέτω…

 

Γυρίζοντας στο χώρο το δικό μας της τέχνης, ανακαλύπτουμε δύο μεγάλες κατευθύνσεις. Από τη μία είναι εκείνοι που απεικονίζουν έναν κόσμο, αντιγράφουν έναν κόσμο για λόγους ή εκφραστικούς ή αναγκαίους ιστορικά και υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι συνθέτουν έναν ανύπαρκτο κόσμο, χρησιμοποιώντας πολλές φορές και ψήγματα φαινομένων ή εικόνων που προϋπήρχαν.
Ένας λοιπόν από τους συνθέτες της ζωής -μιλάω εικαστικά πάντα- υπήρξε ο Γκρέκο, που το τελευταίο κομματάκι του πίνακά του έχει την ίδια σημασία που έχει και το κέντρο του, το βασικό του θέμα. Μετά από σχεδόν τρεις αιώνες χρησιμοποιεί το δίδαγμά του συνειδητά ή ασυνείδητα ο Σεζάν, ο οποίος πια πραγματικά διαλύει το θέμα του και δίνει σημασία στο πώς οργανώνεται ένας πίνακας -περνάμε στον κυβισμό που είναι η αποθέωση αυτής της υποθέσεως- και να ‘μαι κι εγώ που έρχομαι να σου πω ότι στη δουλειά μου και σέβομαι τα διδάγματα τα παλιά, δηλαδή όταν συνθέτω υπολογίζω ότι κάθε μέρος του πίνακα έχει την ίδια σημασία με το βασικό του θέμα, αλλά και διηγούμαι μέσω του έργου μου ιστορίες, είμαι στην ουσία ένας σκηνοθέτης-καλλιτέχνης. Πάντα σκηνοθετώ τα έργα μου. Δεν είναι αυθόρμητα. Δεν είμαι αυθόρμητος καλλιτέχνης. Και λυπάμαι γι’ αυτό.

 

Στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, κατά την προετοιμασία της έκθεσής του, συνομιλεί με συνεργάτη του.

 

Το αυθόρμητο περιέχει και το θαύμα καμιά φορά και το δώρο του Θεού. Ενώ εγώ είμαι στερημένος από αυτό το δώρο. Πάντα θα δεις όταν κάνω ένα έργο, όσο μεγάλο κι αν είναι, υπάρχουν μικρά σχεδιάκια σε χαρτί τόσα δα, τα οποία σέβομαι σαν να είναι νόμοι θεϊκοί και όταν τα μεταφέρω στο μεγάλο μου έργο, δεν παίρνω το θάρρος να κάνω κάτι άλλο. Ανατρέχω στο μικρό. Αυτό που είχα προβλέψει. Αυτό που είχα δει. Λοιπόν είμαι ένας σκλάβος της σύνθεσης… Και από εκεί αντλώ και τις ντροπές μου και τις περηφάνιες μου.

 

«Η Πολυτίμη», 1956, λάδι σε μουσαμά, 80 x 60 εκ

Αυτό που δεν μπορώ να κάνω είναι το να Συντονίζω… Δεν είναι χαρακτηριστικό του Τσόκλη να συντονίζει πράγματα. Δεν έχω αυτή την ικανότητα. Καμιά φορά έχω την ανάγκη να με βοηθήσουν οι άλλοι… Δεν μπορώ να πάρω την ευθύνη… Δεν είναι μέσα στα ταλέντα μου.

 

Συναγωνίζομαι…

Εδώ είναι η μανία μου. Μπορώ να σας πω χίλια πράγματα. Επειδή γεννήθηκα σε μια πολύ φτωχή οικογένεια, δεν έκανα τις σωστές σπουδές την ώρα που έπρεπε και αισθανόμουν πάντα μέσα μου μια έλλειψη όταν βρισκόμουν ανάμεσα σε κόσμο πιο εξελιγμένο από μένα… Ήταν επιτακτική ανάγκη για να μπορέσω να ζήσω κοντά τους να γίνω ανώτερος απ’ αυτούς. Κι αυτό άρχισε να εμφανίζεται πολύ έντονα την εποχή που ήμουν στη Σχολή Καλών Τεχνών. Τότε είχα ελλείψεις πολλές.

Όταν κάναμε ρυθμολογία και προοπτική χρειαζόμαστε μαθηματικά. Όλα τα παιδιά τ’ άλλα ήξεραν. Εγώ δεν είχα βγάλει το Γυμνάσιο και δεν ήξερα. Και θυμάμαι ότι είχα δημιουργήσει ένα σύστημα κατανόησης τελείως δικό μου, τρελό, αλλιώτικο. Για να ζήσω όμως έπρεπε να δείξω ότι δεν είμαι κατώτερος από τους άλλους. Βέβαια εκεί που ήμουν ανώτερος το παρατράβαγα και δημιούργησα ένα χαρακτήρα ανταγωνιστικό.
Ακόμη και σήμερα δεν έχει φύγει από πάνω μου αυτή η ανταγωνιστικότητα. Πάντα σε μια έκθεση ομαδική που έπαιρνα μέρος ήθελα να υπερβώ τους άλλους… Και ενώ ξέρω τώρα πια πόσο ανόητο είναι αυτό, είναι βίτσιο, ένα ελάττωμα που δεν μπορώ να το ξεπεράσω.

Ακόμη και τώρα και στις συζητήσεις με τους φίλους, θα δεις πως μέσα μου υπάρχει ένας κρυφός παρατηρητής που περιμένει την ώρα του λάθους του άλλου για να του αποδείξω ότι εγώ βλέπω καλύτερα απ’ αυτόν.
Είμαι πάρα πολύ ανταγωνιστικό άτομο… Όμως καμιά φορά αναγκάζεσαι και λες πράγματα που αν είσαι φιλότιμος πρέπει να τα αποδείξεις. Έτσι λοιπόν αυτή μου η μανία να υπάρξω, να φανώ με οδήγησε σε σκληρή δουλειά και συχνά σε καλά αποτελέσματα. Να λοιπόν που είναι και το ανάποδο του νομίσματος.
Νομίζω ότι με βοήθησε πάρα πολύ ο ανταγωνισμός. Πολλές φορές αυτό μπορεί να με κατέστησε αντιπαθή σε πολλούς, αλλά στο βάθος δεν μετανιώνω. Αυτός είμαι εξάλλου…

 

Συνεισφέρω…

Από πεποίθηση συνεισφέρω σε όλους τους τομείς. Βασική μου συνεισφορά θα πρέπει να θεωρηθεί η υπόθεση της Τέχνης. Έχω θυσιάσει όλες τις χαρές της ζωής για την Τέχνη, αλλά και έχω το πάθος να βοηθάω τους άλλους τριγύρω μου. Όσοι δούλεψαν μαζί μου, όποιοι βρέθηκαν κοντά μου, είχαν πάντα ένα κέρδος.
Είτε οικονομικό, είτε ηθικό, είτε εκπαιδευτικό. Σε όλους έχω προσφέρει… Λίγα πήρα από τους άλλους. Ενώ είχαν, δεν μου έδιναν. Έχω ένα παράπονο μέσα μου. Το γεγονός ότι έχω αυτή την τάση να δώσω τους φοβίζει… Οικονομικά βέβαια αυτός που μου έδωσε ήταν ο Ιόλας. Αυτός δεν υπολόγιζε τα λεφτά, αλλά δεν έκανε κάτι άλλο για να σε κάνει να δικαιώσεις την ύπαρξή σου…

 

Συνεργάζομαι…

Στη ζωή μου είχα μερικούς συνεργάτες. Κάποτε ήταν παθητικό και κάποτε ήταν σωτήριο. Υπήρχαν συνεργάτες πνευματικοί, σαν τον Παύλο, που δουλέψαμε μαζί στο Παρίσι. Υπήρξαν και συνεργάτες πρακτικοί που μπορούσαν να πραγματοποιήσουν κάποια ιδέα σου που εσύ φυσικά δεν μπορούσες να την κάνεις. Τέτοιοι υπάρχουν και σήμερα, όπως το συνεργείο του Γαβρήλου, οι οποίοι εδώ και πολλά χρόνια έχουν πραγματοποιήσει σχεδόν το σύνολο των μεγάλων μνημειακών έργων που έχω φτιάξει. Άρα αυτοί είναι πραγματικοί συν-εργάτες και νομίζω ότι δικαίωμα έχουνε σε όλα τα οφέλη που η Τέχνη ουσιαστικά αποφέρει. Πιστεύω ότι είμαι ένας τίμιος άνθρωπος. Κι όμως. Δεν μοίρασα ίσως τα κέρδη με σωστό τρόπο. Κράτησα περισσότερα για τον εαυτό μου. Δεν είχα την ευγένεια να δώσω σε αυτούς τους ανθρώπους το ανάλογο των κερδών που απέφερε η δουλειά τους…
Βέβαια υπάρχουν και οι συνεργασίες οι εμπορικές με τις γκαλερί. Πολλές φορές χρήσιμες και άλλοτε καταστροφικές. Με τη Sonnabend σώθηκα. Δούλεψα για πέντε χρόνια με συμβόλαιο και από το τίποτα κάτι έγινα και από την άλλη έπαθα μεγάλο κακό από τη συνεργασία μου με τον Αλέξανδρο Ιόλα. Δώδεκα χρόνια μαζί του, όμως ο Ιόλας θεωρούσε τον εαυτό του το βασικό έργο και εμάς μας χρησιμοποιούσε σαν όργανα, σαν υλικά…

 

«Νομίζω ότι με βοήθησε πολύ ο ανταγωνισμός. Πολλές φορές αυτό μπορεί να με κατέστησε αντιπαθή σε πολλούς, αλλά στο βάθος δεν μετανιώνω. Αυτός είμαι εξάλλου».

 

Συνοδοιπόροι…

Η λέξη «συνοδοιπόροι» ταιριάζει για μερικούς συναδέλφους της γενιάς του ’60 με τους οποίους ξεκινήσαμε μαζί. Θα σου φανεί περίεργο, αλλά είναι και οι πιο γνωστοί Έλληνες καλλιτέχνες: Νίκος Κεσσανλής, Βλάσσης Κανιάρης, Χρίστος Καρράς, Γιάννης Κουνέλης, Pavlos (Διονυσόπουλος), Θόδωρος, Αλέκος Φασιανός. Κινηθήκαμε όλοι μαζί εκτός Ελλάδας με την προσπάθεια να υπάρξουμε. Πολλές φορές μοιραστήκαμε και τις ιδέες μας και τα έργα μας, αλλά σιγά σιγά ο καθένας άρχισε να υποστηρίζει τις δικές του απόψεις. Και πώς θα γινόταν αλλιώς άλλωστε… Αυτοί, λοιπόν, είναι πραγματικοί συνοδοιπόροι μου…
Τώρα στην καθημερινότητα της ζωής, ποιος άλλος από την Ελένη Τσόκλη, που είμαστε 24 ώρες την ημέρα μαζί, που ό,τι είναι να φτιαχτεί συζητάμε, το μοιραζόμαστε, το κριτικάρουμε, διαφωνούμε, φτάνουμε πάντα στο τέλος να αποφασίζουμε μαζί. Περισσότερο από τόσο δεν γίνεται. Είναι ένα από τα θαύματα της φύσης αυτή η αρμονία…

 

Η βασική φωτογραφία του θέματος και αυτή είναι από το ντοκιμαντέρ του Αντώνη Θεοχάρη Κιούκα: «Κώστας Τσόκλης: Το Τι, το Πώς, και το Γιατί της Τέχνης», (2016).

 

Συνεχίζω…

 

Ναι! Συνεχίζω ακόμη. Πάντα η ζωή μου ήταν μια συνέχεια, έστω και αν -όπως έγραφα σε ένα κείμενό μου- είναι μια αλυσίδα που την έχω δέσει με παλιοσύρματα. Συνεχίζω ακόμη να κάνω, όχι πια πιστεύοντας ότι μπορώ να προσφέρω κάτι καινούργιο… Εύχομαι να πέφτω έξω σε αυτά που λέω, αλλά σίγουρα συνεχίζω, υποστηρίζοντας το οικοδόμημα που σιγά σιγά κατασκεύασα και που το καθιστά έτσι πιο ανθεκτικό στο χρόνο. Αυτό για λόγους πρακτικούς, αλλά και για λόγους επίσης ψυχικούς και φυσικούς, ανάγκη πάσα να συνεχίσεις τη δραστηριότητά σου… Δεν υπάρχει περίπτωση να υπογράψω την καταδίκη μου…

***

[Σ.Σ. O κανονικός τρόπος γραφής στην αρχαιότητα, σε κάθε τύπου κείμενα, ήταν η scriptio continua, η συνεχόμενη δηλαδή γραφή. Αυτόν τον τρόπο χρησιμοποίησα και στον τίτλο της συνέντευξης].

***

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
Συνεργασία με το Δημοτικό Ίδρυμα «Μουσείο Κώστα Τσόκλη»
Πρόγραμμα «Εντός – Εκτός»
19 Μαΐου – 1 Ιουλίου 2018
Ωράριο Λειτουργίας
Δευτέρα: Κλειστό, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή: 11.00 π.μ – 7.00 μ.μ.
Λεωφόρος Καλλιρρόης και Αμβροσίου Φραντζή
Αθήνα, Τηλέφωνο: 211-101.9000
Σταθμός μετρό «Φιξ»

***

Ο Κώστας Τσόκλης με τον θρυλικό Αη Γιώργη του στο «Μουσείο Κώστας Τσόκλης» στην Τήνο.

«Μουσείο Κώστα Τσόκλη»
Βρίσκεται στο χωριό Κάμπος της Τήνου
Λειτουργεί από την 1η Ιουνίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου καθημερινά εκτός Τρίτης, από 10 π.μ. έως 2 μ.μ. και από 6 μ.μ. έως 9 μ.μ.
Από 15 Σεπτεμβρίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου από 10 π.μ. έως 6 μ.μ.
Τηλέφωνο επικοινωνίας: 2283-051.009
e-mail: tsoclismuseum@gmail.com
facebook: facebook.com/TSOCLIS-MUSEUM

Παναγιώτης ΜήλαςΚώστας Τσόκλης: συνδέωσυναντώσυνομιλώσυνθέτω συναγωνίζομαισυνεισφέρωσυνεργάζομαισυνεχίζω…
Περισσότερα

Κυριάκος Ψυχαλής: «Για να κάνεις τέχνη χρειάζεται μόνο ένα πράγμα, έρωτας»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Όταν ήταν παιδί, πολύ συχνά χανόταν σε άλλους, ονειρικούς κόσμους, ευχόμενος να ξυπνήσει εκεί το επόμενο πρωί. Μέχρι που μια στιγμή ξύπνησε από το όνειρο και βρέθηκε να συμπρωταγωνιστεί με έναν από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς μας στην «Εκδοχή του Μπράουνινγκ», σκηνοθετημένος από την Ελένη Σκότη. Δεν είναι όμως τόσο απλό. Γιατί με τα όνειρα αρχίζει η ευθύνη και για όσους τον είδαμε σ’ αυτή την παράσταση ήταν μεγάλη έκπληξη το πόσο πειστικά αυτός ο πρωτοεμφανιζόμενος ηθοποιός απέδωσε τον αυθορμητισμό της εφηβικής ηλικίας. Ο πολυτάλαντος Κυριάκος Ψυχαλής είναι νέος, είναι παιδί και τυχαίνει «να ‘ναι και καλὴ σοδειά». Ο σεβασμός, η συνεργασία και η ευγενής άμιλλα, η πειθαρχία στους κανόνες, το ήθος, η παιδεία, η αφοσίωση, είναι ο σκοπός και ο προορισμός του ταξιδιού του, που στην πορεία έφερε και θα φέρνει την επιτυχία, την εκτίμηση, την καταξίωση.

Ο δάσκαλός του Δημήτρης Καταλειφός ήταν ο άνθρωπος που του έμαθε θέατρο. Αυτός που του έδειξε πώς να αναπνέει μέσα σε αυτό και μέσω αυτού. Ο άνθρωπος που τον εμπιστεύτηκε, τον δικαίωσε και τον στήριξε. Δύο ολόκληρα χρόνια το θέατρο «Εμπορικόν» υπήρξε το σπίτι του και ο ρόλος του μικρού Τάπλοου, το ορμητήριό του.

Εκτός από απόφοιτος δραματικής σχολής, έχει παρακολουθήσει σεμινάρια Master Key To Acting Freedom / Michael Chekhov Technique – Graham Dixon στο περίφημο Michael Chekhov Studio London. Σπουδάζει κλασικό τραγούδι με τη mezzo-soprano Ελένη Λιώνα και πιάνο με την πιανίστα Ιλιάνα Γκίνη. Παίζει φυσαρμόνικα και χορεύει τάνγκο.
Στον κινηματογράφο έλαβε μέρος στις ταινίες μικρού μήκους «Μετά την απουσία σου» του Θανάση Πετρόπουλου και «1.500 Πίνακες» του Χρίστου Ξένου με τους Δημήτρη Καταλειϕό και Πέγκυ Σταθακοπούλου. Επίσης έχει παίξει στην παράσταση «Πετώντας για την Ειρήνη» (Θέατρο «Coronet») σε σκηνοθεσία Άννας Παπαμάρκου.
Φέτος, για άλλη μια φορά, τον ξεχωρίσαμε στην παράσταση «Στα Άκρα», σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια, μια ιδιαίτερη θεατρική δουλειά βασισμένη στο λογοτεχνικό έργο του Ζορζ Μπατάιγ «Γαλάζιο του ουρανού», όπου υποδύθηκε τον Μισέλ, έναν εκπρόσωπο της εργατικής τάξης. Ιδεολόγο, επαναστάτη, συνεσταλμένο, ταπεινό, ευαίσθητο, αθεράπευτα ερωτευμένο.
Ειλικρινής και αυθεντικός, φιλικός, ευγενικός, ο Κυριάκος Ψυχαλής είναι άνθρωπος με βούληση, εργατικότητα, ζωντάνια, τόλμη και ικανότητες. Κυρίως όμως χτίζει σχέσεις και συνεργασίες με συναισθήματα και ανθρωπιά. Σπουδάζοντας, ερευνώντας, δουλεύοντας.

Οι νέοι καλλιτέχνες είναι εδώ, ενώπιόν μας κι έχουν μπροστά τους μια σκληρή εποχή. Το θέμα δεν είναι αν θα συνεχίσουν να κάνουν θέατρο ή όχι, αλλά ποια θα είναι η βαρύτητα του έργου τους, πώς θα ριζώσουν στην εποχή, πώς θα συνδεθούν με τον κόσμο και με το μέλλον. Ας συγκρατήσουμε ωστόσο τα ονόματά τους, όπως του Κυριάκου, κι ας ψάξουμε για τις δουλειές τους. Ίσως έχουμε κι εμείς πολλά να μάθουμε από μια άνοιξη που μας χαμογελάει φορώντας καινούργια φορεσιά κι έρχεται να μας σφίξει τα χέρια με θέρμη…

 

Κυριάκο, πού γεννήθηκες και πού μεγάλωσες;

* Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Παγκράτι, πρώτα δίπλα στο Καλλιμάρμαρο και έπειτα, αρχίζοντας το σχολείο, στη γειτονιά της Αρχελάου και του Άλσους Παγκρατίου.

Θα ήθελες να μας περιγράψεις μια σκηνή ή ένα γεγονός από την παιδική σου ηλικία;

* Μου είναι πραγματικά πολύ δύσκολο. Η παιδική μου ηλικία είναι ίσως το μεγαλύτερο κομμάτι έμπνευσής μου.

 

Ποια ήταν τα παιδικά σου αναγνώσματα και οι πρώτες καλλιτεχνικές σου επιρροές;

* Τα κλασικά μυθιστορήματα υπήρξαν το καταφύγιο που μπορούσε η φαντασία μου να δημιουργήσει εικόνες και να ταξιδεύσει. Πολύ συχνά χανόμουν σε άλλους, ονειρικούς κόσμους ευχόμενος να ξυπνήσω εκεί το επόμενο πρωί. Ακόμα το ελπίζω, ευτυχώς. Στο δωμάτιό μου δημιουργούσα κόσμους με play mobile και κουκλάκια. Ιστορίες έρωτα και μάχες για την απόκτησή του. Έπαιζα με τις ώρες. Μπορούσα όμως να παίξω και με ένα κομματάκι χαρτί επί ώρες, δεν είχα πρόβλημα με αυτό. Ποτέ δεν χρειάστηκα πολλά για να δημιουργήσω.

Σαν παιδί, τι επιθυμούσες για το μέλλον σου;

* Να είμαι ευτυχισμένος. Αυτό ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω. Ευτυχισμένος.

«Η Εκδοχή του Μπράουνινγκ». Θέατρο «Εμπορικόν». Δημήτρης Καταλειφός. Studio Kominis

Πώς είναι από τα πρώτα σου κιόλας βήματα να έχεις συνεργαστεί με τόσο σπουδαίους θεατράνθρωπους, όπως ο Δημήτρης Καταλειφός και η Ελένη Σκότη;

* Ο Δημήτρης Καταλειφός ήταν ο δάσκαλός μου. Ο άνθρωπος που μου έμαθε θέατρο, πώς να αναπνέω μέσα σε αυτό και μέσω αυτού. Ο άνθρωπος που με εμπιστεύτηκε, με δικαίωσε και με στήριξε. Η «Εκδοχή του Μπράουνινγκ» είναι για εμένα η πιο γλυκιά θεατρική ανάμνηση και η πρώτη μου παράσταση. Δύο ολόκληρα χρόνια το θέατρο «Εμπορικόν» υπήρξε το σπίτι μου και ο ρόλος του μικρού Τάπλοου, το δικό μου ορμητήριο. Είναι και θα είναι για πάντα, για εμένα, ο θεατρικός μου πατέρας. Τον ευχαριστώ και τον αγαπώ.
Η Ελένη Σκότη, με τη μέθοδό της και το πάθος της, με ενέπνευσε και με βοήθησε πολύ. Έμαθα ουσιαστικά πώς να αλληλεπιδρώ με την/τον παρτενέρ μου και πώς από κοινού ταξιδεύουμε την ιστορία στον θεατή. Θέλω πολύ να ξανασυνεργαστώ μαζί της. Οι δουλειές της είναι πολύ σημαντικές.

Ως ηθοποιός παίζεις και σε θεατρικές παραστάσεις για παιδιά. Τι κοινό είναι τα παιδιά; Συνάδελφοί σου έχουν πει ότι είναι το πιο αυθόρμητο και δύσκολο κοινό. Ποια είναι η δική σου άποψη;

* Όπως λέω συχνά σε ανάλογες συζητήσεις, το ενήλικο κοινό, αν βαρεθεί σε μια παράσταση απλά θα περιμένει να τελειώσει το έργο ή στη χειρότερη περίπτωση θα φύγει στα μισά μέσα στα σκοτάδια. Το παιδί, το δευτερόλεπτο που θα σκεφτεί ότι βαρέθηκε, θα το πει δυνατά σε όλους. Αυθόρμητο και εξαιρετικά δύσκολο κοινό αλλά και μεγάλο μάθημα για έναν νέο ηθοποιό. Εκεί δοκιμάζεται και εκπαιδεύεται.
Πόση ενέργεια και φαντασία πρέπει να έχεις και να μεταφέρεις ώστε εκείνο το παιδάκι στην πέμπτη σειρά, αυτό που δείχνει λυπημένο, για μία ώρα να ξεχάσει τα πάντα και να ταξιδέψει; Μήπως ισχύει το ίδιο και για το ενήλικο κοινό;

 

Ποια είναι η ευθύνη του να κάνεις παιδικό θέατρο και ποιο το κέρδος;

* Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είναι παιδικό θέατρο αλλά θέατρο για παιδιά. Υπάρχουν εξαιρετικές ομάδες με πολύ ποιοτικές παραστάσεις που καταφέρνουν να αναπτύξουν τη φλόγα που έχει κάθε παιδί μέσα του. Η ευθύνη είναι μεγάλη, το ίδιο και το κέρδος τού να ξυπνήσεις τη δημιουργικότητα, τη φαντασία και την καλοσύνη ενός παιδιού.

Υπάρχουν Έλληνες ή ξένοι καλλιτέχνες των οποίων την πορεία θαυμάζεις;

* Αρκετοί. Περισσότερο όμως θαυμάζω τους νέους στην Ελλάδα που δεν το βάζουν κάτω και καταφέρνουν υπό αυτές τις συνθήκες να κάνουν τέχνη.

 

Ποια είναι η σχέση σου με τη μουσική και το τραγούδι;

* Σπουδάζω κλασικό τραγούδι με τη mezzo-soprano Ελένη Λιώνα και πιάνο με την πιανίστα Ιλιάνα Γκίνη.
Από μικρός άκουγα πολλή και καλή μουσική, φρόντισαν οι γονείς μου γι’ αυτό και τους ευχαριστώ, έτσι μεγαλώνοντας άρχισε να γίνεται κομμάτι της ζωής μου. Είχα κάνει δύο χρόνια πιάνο στο δημοτικό με τη δασκάλα μου και έχω την τιμή, τώρα στα 25, να συνεχίζω τις σπουδές μου πλάι της.
Το τραγούδι ήταν μια μορφή έκφρασης που πάντα φλέρταρα αλλά και πάντα ντρεπόμουν. Ευτυχώς ήρθα σε επαφή με το κλασικό τραγούδι κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στη δραματική σχολή και μπόρεσε να ξεκαθαρίσει μέσα μου η ανάγκη μου για αυτό. Η ροή των πραγμάτων οδήγησε στο να γνωρίσω τη δασκάλα μου και να ανοιχτεί ένας καινούργιος κόσμος έκφρασης αλλά και προοπτικής.

Νιώθεις τυχερός;

* Ναι. Είμαι πολύ τυχερός που έχω καλλιτέχνες – πρότυπα για δασκάλους στο θέατρο και τη μουσική.

Τι κοινό έχουν ο μουσικός και ο ηθοποιός;

* Ρυθμό, αρμονία, παρτιτούρα, μουσικότητα, αυτοσχεδιασμό, έκφραση και το αποτέλεσμα αυτών, συγκίνηση. Το θέατρο και η μουσική είναι αλληλένδετα.

 

Έχεις συμμετάσχει, απ’ όσο γνωρίζω, και σε δύο πολύ ενδιαφέρουσες ταινίες μικρού μήκους. Τι κοινά και τι διαφορές έχει το κινηματογραφικό παίξιμο από το θεατρικό;

* «Μετά την απουσία σου» του Θανάση Πετρόπουλου και «1.500 Πίνακες» του Χρίστου Ξένου. Η πρώτη ήταν μια ταινία που εξερευνούσε από τη μεριά του γιου, την απόσταση/απώλεια του πατέρα στην οικογένεια, τα συναισθήματα και τις επιπτώσεις της καθώς και τον ρόλο που αναλαμβάνει ο ίδιος και η μητέρα του.
Η δεύτερη, μια ταινία – μελέτη για τον άνθρωπο και τη σχέση του με τη ζωή. Είχα τη χαρά να συνεργαστώ με τους Δημήτρη Καταλειφό, Πέγκυ Σταθακοπούλου, Βύρωνα Σεραϊδάρη και Αλέξανδρο Μαυρόπουλο, αυτή τη φορά, πίσω από τις κάμερες. Το κοινό στοιχείο είναι η αλήθεια. Η διαφορά είναι στο μέγεθος των εκφράσεων και των κινήσεων. Είναι πιο πρακτικό το ζήτημα…

Πρόσφατα έπαιξες στην παράσταση «Στα Άκρα» του Ζορζ Μπατάιγ σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια. Στο έργο παρακολουθούμε την εποχή της ανόδου του ναζισμού καθώς και την αιματηρή κατάληξή της που στιγμάτισε την ανθρωπότητα. Υπάρχει στα γεγονότα αυτά κάτι κοινό με τη σύγχρονη πραγματικότητα;

* Δεν υπάρχει απλά, αλλά επαναλαμβάνεται συνειδητά και αυτό είναι το χειρότερο.

Η Ιστορία μας διδάσκει;

* Θα έπρεπε. Αλλά είναι στη φύση μας να κάνουμε λάθη.

 

Υποδύθηκες τον Μισέλ, έναν εκπρόσωπο της λαϊκής τάξης. Τι έχεις να πεις για τον χαρακτήρα και για τον τρόπο που τον προσέγγισες ως ηθοποιός;

* Σε κάθε ρόλο, αντιμετωπίζουμε τους εαυτούς μας. Συχνά πρέπει να αναζητήσουμε τα σκοτεινά ή αντίθετά μας σημεία, κάτι που είναι τρομακτικά γοητευτικό, αλλά και τις ιδέες μας, τις σκέψεις μας και τα κοινά μας σημεία μετουσιωμένες από έναν άλλον άνθρωπο.
Αυτό επίσης είναι ένα στοίχημα με τους ρόλους που συχνά μας βασανίζει. Ο Μισέλ ήταν ένας ρόλος που ένιωθα πολύ κοντά ιδεολογικά και προσπάθησα να απομακρύνω ώστε να τον μελετήσω. Στο θέατρο συχνά, δεν αρκεί να θες να πεις κάτι ή να το νιώθεις. Πρέπει να αφορά και το κοινό. Πρέπει να «περάσει κάτω» που λέμε και είναι απαραίτητο να βρεις τον τρόπο.

Το ταλέντο και οι στοιχειώδεις σπουδές αρκούν για να κάνει κάποιος τέχνη;

* Ναι. Η τέχνη δεν έχει όρια ούτε ανήκει σε μια κάστα ανθρώπων. Μόνο θεμέλια έχει και αυτά συγκροτημένα από την ανθρώπινη φύση.
Για να κάνεις τέχνη χρειάζεται μόνο ένα πράγμα, έρωτας. Δίψα για ζωή, αισθήσεις και χρώματα.

 

Τι σημαίνει να είσαι νέος ηθοποιός στην Ελλάδα της κρίσης;

* Αναγκάζεσαι να μάθεις να διαχειρίζεσαι το χάος και την κρίση μέσα σου που επιβάλλεται από τις εξωτερικές όμοιες συνθήκες.
Ο κάθε ένας από διαφορετική γραμμή εκκίνησης πάντα.
Σημαίνει να ξέρεις άλλες δουλειές, σημαίνει να μην κάνεις αυτό που σπούδασες και αγαπάς, σημαίνει να παλεύεις συνέχεια.
Θέλει να βλέπεις τον τοίχο και να ονειρεύεσαι τον κόσμο που κρύβει πίσω του, θέλει να ξεπεράσεις τον εαυτό σου.
Θέλει πολύ θάρρος και κόπο για να είσαι νέος ηθοποιός στην Ελλάδα της κρίσης.

Τι είναι αυτό που, κατά τη γνώμη σου, αναζητά ο θεατής όταν πηγαίνει στο θέατρο;

* Να βγει από το θέατρο πιο πλούσιος από πριν. Να νιώσει ψυχική ανάταση ή συγκίνηση.
Ακόμα και να του αλλάξει η διάθεση ή να τον βάλει σε σκέψεις, είναι επιτυχία.

 

Η εκπαίδευση στη χώρα μας προωθεί την τέχνη;

* Όχι. Εξαρτάται από την οικογένεια του παιδιού και τα ερεθίσματα που θα τύχουν από κάποιους φωτισμένους ανθρώπους στη ζωή του, για να γνωρίσει την τέχνη.

Η τέχνη -και ειδικά το θέατρο- πόση πειθαρχία χρειάζεται;

* Πολύ και καθόλου. Σκληραίνεις και ωριμάζεις, ανακαλύπτεις τον εαυτό σου και έρχεσαι αντιμέτωπος με αυτόν αλλά ταυτόχρονα σε δεδομένες συνθήκες βλέπεις ότι πρέπει να αφεθείς και να παίξεις σαν παιδί.

Το περιβάλλον στο οποίο κινείσαι επαγγελματικά και καλλιτεχνικά, θεωρείται πολύ ανταγωνιστικό. Είναι πράγματι, κατά τη γνώμη σου;

* Είναι, όπως είναι όλα τα επαγγέλματα. Ίσως η διαφορά είναι στο ότι στο θέατρο φαίνεται πιο έντονα το «είναι» του καθενός και η απόρριψή του έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο μέσα μας.

 

Οι σωστές επιλογές είναι ένας τομέας που απαιτεί ταλέντο και στρατηγική;

* Είναι θέμα χαρακτήρα αλλά και συνθηκών. Ακόμα όμως και οι λάθος επιλογές, συντελούν στις μετέπειτα σωστές.

Η Αθήνα έχει την καλλιτεχνική ζωή που της αξίζει;

* Ναι, το πιστεύω ειλικρινά.

Σε τι θα έλεγες ασυζητητί «όχι».

* Σε οτιδήποτε προσβάλλει την ψυχή μου, την αισθητική μου και την/τον συνάδελφό μου.

Τι πιστεύεις ότι πρόκειται να δει και να ζήσει η γενιά σου;

* Εύχομαι να πάρει επιτέλους την ανάσα που της αξίζει.

Τι απολαμβάνεις;

* Να ακούω μουσική, να διαβάζω και να βλέπω θέατρο, να παίζω πιάνο, να βλέπω τους φίλους μου. Να ζω.

Τι ψάχνεις;

* Ό,τι έψαχνε ο μικρότερος εαυτός μου. Δεν έχω αλλάξει και ούτε πρόκειται. Το πιο απλό πράγμα είναι και το πιο δύσκολο.

Πώς ενημερώνεσαι; Από το Διαδίκτυο ή και από τον παραδοσιακό Τύπο (εφημερίδες, περιοδικά);

* Κυρίως από το Διαδίκτυο και τις εφημερίδες.

 

Σε ευαισθητοποιούν τα γεγονότα της επικαιρότητας;

* Ναι, είναι η κατάσταση που ζούμε και οφείλουμε να είμαστε ενεργοί πολίτες.
Όχι γιατί «πρέπει» αλλά γιατί έτσι υπάρχουμε. Αλλιώς είμαστε another brick in the wall.

Πώς θα χαρακτήριζες τη συμπεριφορά των Ελλήνων προς το δημόσιο χώρο;

* Όσο κι αν προσπαθώ για μια αισιόδοξη απάντηση, πρέπει να πω την αλήθεια.
Απαράδεκτη. Εγκληματική σε αρκετές περιπτώσεις.

Ποια εικόνα στην πόλη σε θλίβει περισσότερο;

* Νομίζω ότι πλέον είναι αντίθετα τα πράγματα.
Είναι γεμάτη από θλιβερές εικόνες και ψάχνεις να βρεις τις όμορφες. Δεν έχει νόημα αλλιώς.

 

Πώς κρίνεις τον τρόπο που φέρονται οι Έλληνες στα ζώα;

* Είναι ο ίδιος τρόπος που φερόμαστε προς όλες τις ψυχές αυτού του κόσμου. Δεν μας αφορά μέχρι να δούμε μπροστά μας τον πόνο. Εκεί ξαφνικά κάτι ξυπνάει. Γιατί όμως κοιμάται; Κουράστηκε από την ομορφιά και την αγάπη; Δύσκολο να το φανταστώ. Κάτι άλλο θα είναι…

Ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; Έχεις κατοικίδιο;

* Είχα μικρότερος και έχω πολύ όμορφες αναμνήσεις. Πάντα τα αγαπώ. Ιδανικά, τα θέλω ελεύθερα και ξέγνοιαστα.

Ευχαριστώ πολύ, Κυριάκο!

* Εγώ ευχαριστώ και οφείλω να σας ευχαριστήσω για έναν επιπλέον λόγο. Στην πρώτη μου παράσταση («Η Εκδοχή του Μπράουνινγκ») ήσασταν εκεί και γράψατε μια πολύ όμορφη κριτική. Μου δώσατε πολύ θάρρος και κουράγιο για να συνεχίσω και σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου.
Η ουσία του έργου ήταν αυτό το σπρώξιμο στην πλάτη, αυτή η καλοσύνη των ξένων που λαχταρά και ο Τενεσί Ουίλιαμς μαζί με τον Ράτιγκαν. «Είδατε» το έργο. Σας ευχαριστώ και γι’ αυτό.

«Στα άκρα». Φωτογραφία: Μαριλένα Αναστασιάδου

eirini aivaliwtouΚυριάκος Ψυχαλής: «Για να κάνεις τέχνη χρειάζεται μόνο ένα πράγμα, έρωτας»
Περισσότερα

Τρύφων Καρατζάς: Το επάγγελμα του ηθοποιού είναι το πιο αξιοκρατικό… Κανείς άξιος δεν έχει χαθεί…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Στην εφηβική και νεανική μου ηλικία, οι ήρωές μου ήταν εκείνοι που δούλευαν σκληρά. Εκείνοι που αποδείκνυαν αδιάκοπα την αξία τους. Ανάμεσά τους ζωγράφοι, συνθέτες, δημοσιογράφοι, γλύπτες, καλλιτέχνες, δάσκαλοι, λογοτέχνες, τεχνίτες, αθλητές, ηθοποιοί.

Ο αγιογράφος Δημήτρης Καφής, οι δημοσιογράφοι Χρήστος Πασαλάρης και Κώστας Νίτσος. Οι καθηγητές μου στο γυμνάσιο Γιώργος Καζάσογλου, συνθέτης, Γιάννης Σιδέρης, ιστορικός και δημιουργός του Θεατρικού Μουσείου, Σπύρος Πολυδώρου, θεολόγος, ο άνθρωπος που έσωσε από τη σφαγή των Καλαβρύτων 250 μαθητές. Η γλύπτρια Ειρήνη Χαριάτη – Πραμαντιώτη και ο ξυλογλύπτης Θεοφάνης Νομικός. Ο τενόρος Γρηγόρης Κορωναίος. Οι ηθοποιοί Νίκος Πιλάβιος, Λήδα Πρωτοψάλτη και η Κάκια Αναλυτή, στην πρώτη εμφάνισή της στο Θέατρο Rex, μαθήτρια ακόμη της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών. Ο ποδοσφαιριστής Κώστας Πολυχρονίου, ο πρωταθλητής των καταδύσεων Κώστας Πρέκας.

Επίσης οι ηθοποιοί Γιάννης Βογιατζής και Τρύφων Καρατζάς, λατρεμένοι κυρίως για τη ραδιοφωνική συντροφιά που μου κρατούσαν στα διαλείμματα της μελέτης («Σπίτι των Ανέμων», «Το ημερολόγιο ενός θυρωρού»), μιας και τότε το ραδιόφωνο ήταν ο καθημερινός μας φίλος.

Για χάρη των τελευταίων έκανα το επόμενο βήμα: Το 1964, ύστερα από μια σκληρή περίοδο διαβάσματος και αφού πέτυχα τον στόχο μου, να μπω στο Πανεπιστήμιο, αποφάσισα να κάνω ένα δώρο στον εαυτό μου. Ήταν Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 1964 και έπειτα από ένα σκασιαρχείο από το «Φροντιστήριον Οικονομικών Σπουδών Καρακάση» της οδού Τζωρτζ 4, στην πλατεία Κάνιγγος, βρέθηκα σε μια άλλη αγαπημένη πλατεία, μικρή μεν αλλά ιστορική.

 

Η πλατεία Καρύτση, το Θέατρο του Κώστα Μουσούρη, η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και οι εφημεριδοπώλες με το «παράρτημα» τρέχουν βγαίνοντας από το κτήριο του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη, δεξιά στη φωτογραφία. Τα πιεστήρια της εφημερίδας ήταν τότε στο υπόγειο της πολυκατοικίας.

 

Την Πλατεία Καρύτση η οποία εκτός από τον ομώνυμο ναό του Αγίου Γεωργίου, είχε στην αγκαλιά της τον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσό, τη Λέσχη Φιλελευθέρων, την εφημερίδα «Εμπρός», την εφημερίδα «Εστία» και τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη (Βήμα, Νέα, Ομάδα, Ταχυδρόμος). Εκεί ήταν – και είναι – το Θέατρο Κώστα Μουσούρη στο οποίο εκείνη τη σεζόν παρουσιάζονταν «Οι τρεις αδελφές», του Άντον Τσέχωφ.

Μια και δυο λοιπόν στο Θέατρο. Πήρα το εισιτήριο, μπήκα μέσα, αγόρασα το πρόγραμμα και πήγα στη θέση μου. Διάβασα: «Η Όλγα, 28 χρονών, η Μάσσα, 23, και η Ιρίνα, 20, Πραζόρωφ κατοικούν μαζί με τον αδελφό τους Αντρέι, σε μια επαρχιακή… κλπ. κλπ.».

«Οι τρεις αδελφές» του Άντον Τσέχωφ. Άννα Βενέτη, Τρύφων Καρατζάς, Σταύρος Ξενίδης, Τζένη Ρουσσέα. Το 1964 στο Θέατρο Κώστα Μουσούρη. (Από την ετήσια έκδοση του Θόδωρου Κρίτα «Θέατρο 65»)

Συνέχισα την ανάγνωση. Μετάφραση: Λυκούργος Καλλέργης. Σκηνοθεσία: Κώστας Μουσούρης. Σκηνικά-Κοστούμια: Γιάννης Καρύδης. Μουσική επιμέλεια: Άκης Λυμούρης. Πρωταγωνιστούν: Κώστας Μουσούρης, Βάσω Μεταξά, Σταύρος Ξενίδης, Μηνάς Χρηστίδης, Τζένη Ρουσσέα, Γιάννης Βογιατζής, Μίτση Κωνσταντάρου, Χρήστος Κατσιγιάννης, Τρύφων Καρατζάς, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Άννα Βενέτη, Φάνης Χηνάς, Κώστας Πρέκας, Μαρία Βοσταντζή, Μπέτυ-Μπέσυ Δακοπούλου, Γ. Μηναΐδης, Μάκης Ανδρικούλας.

Έπειτα από μια ανεξήγητη (για μένα) κινητικότητα και (ενοχλητική) καθυστέρηση, η παράσταση άρχισε αφού μπήκαν και οι τελευταίοι θεατές, προκαλώντας πολλά σχόλια. Στη συνέχεια όλα πήγαν κατ’ ευχήν: Η αυλαία, το χειροκρότημα, οι υποκλίσεις, και πάλι το χειροκρότημα, και πάλι…

Χωρίς να αργοπορήσω έσπευσα στα καμαρίνια για να προλάβω μετά και το λεωφορείο. Στους στενούς διαδρόμους του «Μουσούρη» ανακάλυψα πρώτα τον Κώστα Πρέκα και μετά τον Γιάννη Βογιατζή. Μόλις που πρόλαβα να τους πω δειλά ένα «ευχαριστώ από καρδιάς». Ο επόμενος που αναζήτησα ήταν ο Τρύφων Καρατζάς. Ατύχησα όμως.

 

Φωτογραφία που δημοσιεύτηκε στον ετήσιο τόμο του Θόδωρου Κρίτα με τον τίτλο «Θέατρο 65».

 

Εκείνη τη στιγμή ένας συνάδελφός τους ζήτησε από όλους να πάνε άμεσα στο φουαγιέ του θεάτρου όπου τους περίμεναν δυο υψηλοί επισκέπτες – θεατές: Οι τότε βασιλείς Κωνσταντίνος και Άννα – Μαρία που είχαν παρακολουθήσει την παράσταση τιμώντας με την παρουσία τους τα τριαντάχρονα του θεάτρου.

Έτσι – έπειτα από αυτόν τον τεράστιο, αντιδημοσιογραφικό πρόλογο – η συζήτηση με τον Τρύφωνα Καρατζά – που διακόπηκε τότε – συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε φέτος. Σίγουρα καμαρώνω γι’ αυτή τη συνομιλία η οποία θυμίζει master class για τελειόφοιτους δραματικών σχολών.

***

Οι «ερωτήσεις» προς τον αγαπημένο ηθοποιό είναι τίτλοι από συμμετοχές του στο ραδιόφωνο, στο θέατρο και στην τηλεόραση. Για όλες τις παραστάσεις αυτές, υπάρχουν και τα ονόματα των υπολοίπων συντελεστών. Η συνάντησή μας πραγματοποιήθηκε στο φιλόξενο διαμέρισμά του, με θέα την Ακρόπολη και την πανέμορφη μεγάλη και μικρή μας πόλη.

 

***

 

«Η μικρή μας πόλη»

[Στην τηλεόραση το 1978. Έργο του Thornton Wilder. Με τους ηθοποιούς: Νίκο Χατζίσκο, Πίτσα Μπουρνόζου, Ντίνο Αυγουστίδη, Εκάλη Σώκου, Βάντα Καρακατσάνη, Αντιγόνη Γλυκοφρύδη, Χρήστο Δακτυλίδη, Μαρία Αναστασίου, Ηλία Ασπρούδη, Νικήτα Αστρινάκη, Νίκο Γαλιάτσο, Βεατρίκη Δεληγιάννη, Ντίνο Δουλγεράκη, Φλώρα Κωστοπούλου, Μιχάλη Μαραγκάκη, Μαρία Μαρτίκα, Γιάννη Μαυρογένη, Γιώργο Μπάρτη, Χάρη Νάζο, Βασίλη Παπανίκα, Θόδωρο Συριώτη, Κώστα Τσάκωνα, Μάλαμα Αργυροπούλου, Νίκο Ηλιόπουλο, Ισίδωρο Σιδέρη, Κική Ρέππα, Θανάσης Μπενετάτος, Χρήστο Τσιλογιάννη και Τρύφωνα Καρατζά].

 

* Γεννήθηκα στην Αθήνα. Στην Ομόνοια ήταν το σπίτι της μάνας μου, της Στέλλας και του πατέρα μου, του Γιώργου, τότε που γεννήθηκα εγώ, στις 5 Οκτωβρίου 1935. Δεν το κρύβω, είμαι ήδη 83 χρονών. Στον Άγιο Παντελεήμονα Αχαρνών, εκεί, σε αυτή την περιοχή έζησα και μεγάλωσα με τον μικρότερο αδελφό μου, τον Δημήτρη.
Στο Β’ Γυμνάσιο Αρρένων είχαμε Γυμνασιάρχη τον Παναγιώτη Πάτρα ο οποίος ήταν φιλότεχνος. Μας έφτιαξε χορωδία και είχαμε εξετάσεις κάθε χρόνο με μαθητική ορχήστρα. Εγώ τραγουδούσα τον «Γεροδήμο», ο (ζωγράφος) Αλέκος Φασιανός έπαιζε τη «Σερενάτα» του Σούμπερτ στο βιολί. Είχα συμμαθητές τον σκηνοθέτη Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον στιχουργό και δημοσιογράφο Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον καθηγητή φιλοσοφίας και συγγραφέα Χρήστο Γιανναρά. Επίσης τον δημοσιογράφο Άγγελο Μαρόπουλο, ο οποίος κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ήταν η φωνή που μας ενημέρωνε από την «Ντόιτσε Βέλλε». Μάλιστα σε μια συνεστίαση με τους συμμαθητές όλων των τάξεων πήγα κι εγώ αλλά το μετάνιωσα γιατί είπα: «Τι θέλω εγώ εδώ με αυτούς τους γέρους;». Δεν κοιτάω καλύτερα τη μούρη μου… Ναι, φέτος κλείνω 60 ακριβώς χρόνια στο θέατρο…

 

 

«Όταν έκανα τη θητεία μου, μου μπήκε η ιδέα να γίνω εκφωνητής στο στρατιωτικό ραδιόφωνο».

 

Συνεχίζοντας τη ζωή μου στη «μικρή μας πόλη», εκεί γύρω στα 12, είχα μια απρόσμενη πρόταση. Επειδή είχα φωνή τενόρου κάποια κυρία που με άκουσε ήρθε στο σπίτι μας, ζήτησε από τους γονείς μου να με πάνε στην παιδική χορωδία της Βιέννης. Φυσικά οι γονείς μου δεν μου άναψαν το «πράσινο φως» για να πάω επειδή φοβήθηκαν ότι θα με χάσουν. Σε αυτή τη χορωδία πήγαινες εσώκλειστος. Εκεί μπορεί να γίνεις κάτι πολύ σπουδαίο, αλλά μπορεί να μη γίνεις και τίποτα. Το σίγουρο κέρδος είναι πως θα είσαι ένας μορφωμένος άνθρωπος. Τελικά όμως αυτό το όνειρο δεν πραγματοποιήθηκε. Ήταν ίσως η μοίρα, η ώρα, η στιγμή…

Εκείνη την εποχή μετοικήσαμε στη Νέα Φιλαδέλφεια, στα σπίτια που έδινε η Εργατική Εστία. Τότε ήρθε η ώρα του στρατού. Μια… ώρα που κράτησε πολλά χρόνια. Όταν έκανα τη θητεία μου επειδή είχα ως προσόν την καθαρή άρθρωση και την καθαρή φωνή, μου μπήκε η ιδέα να γίνω εκφωνητής στο στρατιωτικό ραδιόφωνο. Ο σταθμός λεγότανε …ΚΡΑΣΕΔΕ. Δηλαδή Κεντρικός Ραδιοφωνικός Σταθμός Ενόπλων Δυνάμεων Ελλάδος.
Τότε κατάφερα με μια θεία που δούλευε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού να πάρω μια μετάθεση για το Ραδιοφωνικό Σταθμό, όπου έκανα τον εκφωνητή. Βέβαια ήταν πάρα πολύ κουραστικό, ζούσα μια ζωή απίστευτη γιατί συγχρόνως έπαιζα στο θέατρο και επί 14 χρόνια κοιμόμουνα στις 2.15 τη νύχτα και ξύπναγα 5.20, γιατί έπαιρνα πάντα την πρωινή βάρδια για να έχω μετά την ημέρα ελεύθερη για το θέατρο.

Εκείνα τα χρόνια οικονομικά ήταν δύσκολα, με μια δουλειά δεν έβγαινε. Μεγάλωσα στην εποχή που οι πατεράδες και οι γονείς γενικώς έλεγαν «να μεγαλώσει το παιδί, να τελειώσει το σχολείο, να φέρει λεφτά στο σπίτι». Δεν είναι όπως τώρα, που οι παππούδες και οι γιαγιάδες δίνουν στα εγγόνια.
Παράλληλα ασχολιόμουνα πάρα πολύ με την τέχνη γιατί χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις ή εξειδίκευση δεν έχεις μέλλον. Πήγα και στο Ωδείο, πήγα και έκανα πιάνο, αλλά δεν είχα καθόλου ταλέντο, ενώ ο Δήμος Μούτσης, με τον οποίο είμαστε συμμαθητές, προόδευσε και έγινε κορυφαίος…

 

«Ευτυχώς πέρασα με υποτροφία, γιατί τις 25 δραχμές το μήνα για δίδακτρα δεν είχα να τις πληρώνω. Ήταν μεγάλο ποσό για την εποχή».

Στη συνέχεια σπούδασα στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Πήρα υποτροφία. Με εξέτασαν τρεις σπουδαίοι: Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Ροντήρης, ο ιστορικός του θεάτρου Γιάννης Σιδέρης και ο πιανίστας Σαραντάκος που ήταν ο διευθυντής του Ωδείου. Ευτυχώς πέρασα με υποτροφία, γιατί τις 25 δραχμές το μήνα για δίδακτρα δεν είχα να τις πληρώνω. Ήταν μεγάλο ποσό για την εποχή. Έτσι λοιπόν εξελίχθηκα. Στα 20 μου χρόνια να είμαι ηθοποιός και στα 83 μου εξακολουθώ να είμαι στις επάλξεις.

 

*

«Πάτερ Φαμίλιας»

 

[Από το Θέατρο στην τηλεόραση, το 1976. Έργο του Σώμερσετ Μομ, με τους: Αφροδίτη Γρηγοριάδου, Βύρωνα Πάλλη, Άννα Αδριανού, Πάνο Δούκα, Γιάννη Καλατζόπουλο, Βιβέτα Τσιούνη και Τρύφωνα Καρατζά].

 

* Οι γονείς μου, ο Γιώργος και η Στέλλα, ήταν απλοί άνθρωποι. Είχαν τελειώσει το δημοτικό, η μάνα μου είχε έρθει από τη Σμύρνη, ήτανε μια τρυφερή γυναίκα και πολύ κοκέτα για την εποχή της, όπως όλες οι Σμυρνιές. Ήταν πραγματική γυναίκα. Τότε δεν είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία, εκ των υστέρων το σκέφτηκα. Ο πατέρας μου δούλευε στο Ταμείο Τυπογράφων, και γύρω στις 2.30 με 3 παρά ερχότανε στο σπίτι. Μισή ώρα πριν έρθει, η μητέρα μου έβγαζε την ποδιά, έβαζε τη γόβα, έβαζε λίγο κραγιόν, χτενιζόταν για να τη βρει όμορφη και ελκυστική. Αυτό το βρίσκω υπέροχο.
Στο θέμα της επιλογής μου για το Θέατρο δεν με βοήθησαν. Με δυσκόλεψαν λόγω της οικονομικής δυσχέρειας. Μου λέγανε να τελειώσω πρώτα την Πάντειο και μετά να κάνω ό,τι θέλω. Τότε το Πάντειο Πανεπιστήμιο ήταν γένους θηλυκού… Δεν πήρα το πτυχίο επειδή δεν με ενδιέφερε. Πήγαινα όμως τότε στη Δραματική Σχολή και δούλευα σε ένα γραφείο, «στου Πεχλιβανίδη», για να έχω ένα οικονομικό στήριγμα. Δούλευα πολλές ώρες και να σκεφτείτε ότι η τηλεόραση δεν είχε αρχίσει ακόμα. Όταν άρχισε όμως ήταν ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα, γιατί το γύρισμα ήταν δέκα ώρες και στη συνέχεια είχα παράσταση στο θέατρο.

Δηλαδή την ώρα που ο οργανισμός σου θέλει να φάει, να ανασάνει και να ξεκουραστεί, εγώ έπινα δύο καφέδες για να ανέβω στη σκηνή. Γύρναγα ξημερώματα στο σπίτι μου. Ήμουνα σε υπερένταση και δεν μπορούσα ούτε να κοιμηθώ, ούτε να ξεκουραστώ αμέσως. Είχα ακόμη να διαβάσω. Να μελετήσω, να μάθω λόγια. Η δουλειά στο σπίτι για έναν ηθοποιό είναι βαρύ φορτίο. Πρέπει να πάει στο θέατρο προετοιμασμένος. Αυτό απαιτεί πολλές ώρες διάβασμα. Ακόμη πρέπει να ξέρει πώς θα αντιμετωπίσει κάθε ενδεχόμενη αναποδιά πάνω στη σκηνή. Είναι όπως ένας μουσικός της ορχήστρας που πρέπει να είναι 100% έτοιμος πριν παίξει την πρώτη νότα έτσι ώστε να ξέρει πώς θα ερμηνεύσει ιδανικά κάθε μουσικό κομμάτι.

 

1968 – 1969: Θέατρο Κώστα Μουσούρη. «Κόκκινα τριαντάφυλλα για σένα». Ο Τρύφων Καρατζάς με την Τζένη Ρουσσέα και τον Κώστα Μουσούρη.

 

Εν τω μεταξύ εκείνη την περίοδο – μόλις τέλειωσα τη Δραματική Σχολή – ο καθηγητής μου Γιάννης Σιδέρης μου έδωσε μια επιστολή να πάω στο θέατρο «Περοκέ» και να βρω την κυρία Σοφία Βερώνη, να της την επιδώσω. Έγραφε καλά λόγια για μένα και μάλιστα υπήρχε μια έκφραση θεατρική: «Αυτός το λέει».
Έφτασα λοιπόν έξω από το «Περοκέ» και έκανα μεταβολή. Δεν μπήκα μέσα. Δεν έδωσα ποτέ αυτή την επιστολή. Πιστεύω πως θα είχε αλλάξει η μοίρα μου εάν είχα μπει στην επιθεώρηση. Εμένα όμως -ενώ ήταν ανάγκη να δουλέψω- το μέσα μου, το πνεύμα μου και οι σπουδές μου με τον Ροντήρη, δεν μου επέτρεψαν να φτάσω ως εκεί. Δηλαδή αν και είχα ανάγκη, προτίμησα να κάνω επιλογή εκείνη την ώρα.
Ακολούθησα άλλο δρόμο και δεν μου βγήκε σε κακό, με αποτέλεσμα να σεμνύνομαι σήμερα ότι έζησα και βιοπορίστηκα μόνο μέσα από την τέχνη. Δεν χρειάστηκε να κάνω κάποια άλλη δουλειά. Γιατί και το ραδιόφωνο και η διαφήμιση είναι σχετικές δουλειές. Τότε μάλιστα που δεν υπήρχε η τηλεόραση πολλοί συνάδελφοι εργάζονταν στα ραδιοφωνικά σίριαλ.

Στο «Σπίτι των Ανέμων» που έπαιζα κι εγώ, δεκάδες νοικοκυρές είχαν κάψει το φαγητό στην κατσαρόλα… Καθόντουσαν να ακούσουν και ξεχνούσαν τα πάντα.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά κάτι από την τηλεόραση. Ξαφνιάστηκα πριν από μερικά χρόνια που επέστρεφα από το Μεγανήσι. Σταματήσαμε να πιούμε καφέ και δυο κυρίες με χαιρετούν και μου λένε: «Αχ, γεια σας κύριε Καρατζά, πέστε μας τι έγινε στο φινάλε της «Ονειροπαγίδας». Εκείνη την ημέρα ήμουν στον δρόμο από το Σικάγο προς τη Νέα Υόρκη και έτσι έχασα το επεισόδιο»… Έβαλα τα γέλια, τους είπα το φινάλε και καμάρωσα που μέσω του δορυφόρου είχα γίνει… διεθνής.

Αυτό το σίριαλ, της Τίνας Καμπίτση, ήταν το τελευταίο που έκανα. Είχα παίξει σε άλλα δύο δικά της, στα «40 κύματα» και στο «Ου μοιχεύσεις». Η Τίνα γράφει εκπληκτικά ελληνικά. Από αυτά που λέμε ότι «μιλιούνται», σε αντίθεση με άλλους που προσπαθούν να εντυπωσιάσουν με φράσεις, λέξεις και ακατανόητους διαλόγους.

Ξέρετε πόσες φορές κάποιοι από εμάς έχουμε αναγκαστεί να αλλάξουμε φράσεις, βεβαίως πάντα υπό την έγκριση του συγγραφέα, τον οποίο πάντα σέβομαι. Ο πρωτογενής δημιουργός είναι ο συγγραφέας κι εγώ είμαι ο ενδιάμεσος που θα μεταφέρω το έργο του στον κόσμο. Γιατί αν δεν ήταν έτσι θα παίρνανε οι άνθρωποι τα θεατρικά θα τα διαβάζανε και θα ήταν ευτυχείς.

***

 

«Ακολούθησα άλλο δρόμο και δεν μου βγήκε σε κακό, με αποτέλεσμα να σεμνύνομαι σήμερα ότι έζησα και βιοπορίστηκα μόνο μέσα από την τέχνη».

 

 

«Η ώρα της φαντασίας»

 

[Το Θέατρο στην τηλεόραση (1980), της Anna Bonacci, με τους: Νόρα Κατσέλη, Γιώργο Μπάρτη, Δημήτρη Καλλιβωκά, Γεωργία Ζώη, Γιώργο Κατσάρα, Σπύρο Κωνσταντινίδη, Βίνα Παπαδοπούλου και Τρύφωνα Καρατζά].

 

* Φθάνω έτσι στην ώρα που αποφάσισα να σπουδάσω θέατρο. Ήταν η ώρα της φαντασίας. Όταν ήμουν μικρός έβλεπα θέατρο γιατί ο πατέρας μου παρόλο που ήταν ένας απλοϊκός άνθρωπος μας πήγαινε στο θέατρο επειδή του άρεσε. Φυσικά δεν είχα δει θέατρο για παιδιά επειδή εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε. Έχω δει όμως βαριετέ, έχω δει επιθεώρηση, έχω δει πολλά έργα πρόζας αλλά και όλα τα έργα που έπαιζε ο Βασίλης Λογοθετίδης. Αργότερα με τον συμμαθητή του μου τον Θόδωρο Αγγελόπουλο μαζέψαμε δεκάρα, δεκάρα το εισιτήριο του εξώστη για να πάμε να δούμε την κυρία Κυβέλη. Απογοητευτήκαμε επειδή το παίξιμό της ήταν στομφώδες. Σήμερα αν δεν ακολουθήσεις την εποχή σου και την εξέλιξη του τρόπου ερμηνείας, είσαι «βέκιος», είσαι παλιός. Όμως και αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο. Οι νέοι συνάδελφοι νομίζουν ότι αν μιλήσουν αδιάφορα θα δείχνουν πιο… φυσικοί. Όμως δεν είναι έτσι. Μπορεί το θέατρο να αναζητά το φυσικό αλλά για να το πετύχεις αυτό χρειάζεται μια άλλη ενάργεια και ουσιαστική διεργασία για να γίνει απλό και καθημερινό. Γι’ αυτό κάνω πάντα το διαχωρισμό μεταξύ του ρεαλιστικού και του νατουραλιστικού. Το νατουραλιστικό θέατρο δεν πρέπει να ισχύει για όλα τα έργα. Δεν μπορείς να παίξεις την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή σαν να μιλάς στο μανάβικο της γειτονιάς σου. Έχει άλλο τρόπο τεχνικής ερμηνείας, ήχου, φωνής και εσωτερικότητας. Το ποιητικό κείμενο.
Το μεγαλείο του Αλέξη Μινωτή – που τον έχω ζήσει αρκετά, γιατί έπαιξα μαζί του – ήταν ότι έπαιζε την αρχαία τραγωδία ρεαλιστικά. Και φαινόταν να είναι απλός ενώ είχε το μέγεθος ολόκληρου του κειμένου και της ουσίας του.
Όταν άκουσα για πρώτη φορά τον Δημήτρη Ροντήρη να λέει πως «πρέπει να μάθετε να διαβάζετε κάτω από τις γραμμές», δεν μπορούσα να συλλάβω τι εννοεί. Όταν όμως το ανακάλυψα, έγινα ευτυχής, διότι αυτό σε οδηγεί στο πώς θα ερμηνεύσεις ένα ρόλο. Γιατί έτσι κι αλλιώς το δικό σου σώμα, τη δική σου φωνή, το δικό σου αίμα, τη δική σου κίνηση υιοθετεί αυτός ο ήρωας που έρχεται, που πρέπει να τον κάνεις άνθρωπο. Αν και πολλές φορές ανάλογα με το συναίσθημα – αν το συναίσθημα είναι αληθινό – ακολουθεί και η κίνηση και η φωνή. Το κάνουμε και στη ζωή μας. Δεν φωνάζουμε ποτέ «Σ’ αγαπώ Μαρία». Όταν είμαστε μαζί χαμηλώνουμε την ένταση της φωνής. Εκείνη τη στιγμή το «σ’ αγαπώ» πρέπει να ειπωθεί με έναν τέτοιο τρόπο αισθαντικό και έντονα εσωτερικό, που ενώ θα φαίνεται ότι το ψιθυρίζεις, θα ακούγεται κιόλας, γιατί αν δεν ακούσει ο θεατής πώς θα καταλάβει; Πρέπει πρώτα να ακούσει καθαρά. Μετά πρέπει να καταλάβει τι λέει και πως, ενώ στη συνέχεια η ψυχή του θα αισθανθεί δυνατή.

 

***

 

«Στάση λεωφορείου»

 

[Στην ΕΡΤ, το 1976, έργο του William Inge με τους: Ελένη Ανουσάκη, Ρένα Βενιέρη, Χρήστο Ζορμπά, Δημήτρη Καμπερίδη, Στέλιο Κυριακίδη, Υβόννη Μαλτέζου, Βασίλη Τσάγκλο και Τρύφωνα Καρατζά].

 

* Στη «στάση», όταν ήρθε το λεωφορείο του θεάτρου, ο πρώτος που συνάντησα μέσα ήταν ο Δημήτρης Ροντήρης, ο οποίος μόλις τελείωσα τη Δραματική Σχολή το 1957, ίδρυσε το Πειραϊκό Θέατρο. Μου ζήτησε μάλιστα να είμαι ένας από αυτούς που θα έβαζαν την υπογραφή τους για το ξεκίνημα αυτού του θιάσου. Πριν από λίγους μήνες, συγκεκριμένα τη Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017, ήμουν παρών στον εορτασμό για τα 70 χρόνια από την ίδρυση του Πειραϊκού. Η εκδήλωση έγινε στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά και προς τιμήν του δασκάλου μου δόθηκε το όνομά του στην «Κεντρική Σκηνή». Το 1957 έπαιξα για πρώτη φορά στη «Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ. Τότε το «Δημοτικό Πειραιώς» ήταν ερείπιο, ενώ σήμερα έχει γίνει παλάτι.

Μια από τις πιο σημαντικές στάσεις που έκανα στην πορεία της δουλειά μου – δεν θέλω να λέω καριέρα, γιατί η λέξη καριέρα είναι μεγάλη και περίεργη – ήταν όταν προσελήφθην στο θέατρο «Κώστα Μουσούρη», όπου και έμεινα 10 χρόνια. Εκεί δημιουργήθηκε ολόκληρη σχολή. Παίξαμε από κλασικό ρεπερτόριο μέχρι σύγχρονο μπουλβάρ. Αυτή ήταν η «πελατεία» του Μουσούρη, τότε που τα θέατρα στην Αθήνα ήταν μόνο 11.

Εκεί, στα καμαρίνια του θεάτρου νέοι άνθρωποι συναντηθήκαμε, συζητήσαμε και φτιάξαμε το 1960 τη «Δωδέκατη Αυλαία». Ήταν ο Στέφανος Ληναίος, ο Κώστας Μουρσελάς, ο Βασίλης Ζιώγας και άλλοι. Ανεβάζαμε τότε μονόπρακτα Ελλήνων συγγραφέων για να βοηθήσουμε το ελληνικό θέατρο. Ένα από αυτά ήταν το «Άνθρωποι και άλογα» του Μουρσελά. Η «Δωδέκατη Αυλαία» ήταν μια κίνηση που αξιοποιούσε τις Δευτέρες που είχαν αργία τα θέατρα. Έτσι νέοι ηθοποιοί έπαιζαν πρωταγωνιστικούς ρόλους, νέοι συγγραφείς παρουσίαζαν τα έργα τους και νέοι σκηνοθέτες «έχτιζαν» τις επόμενες ημέρες του ελληνικού θεάτρου. Ξεπετάχτηκαν αρκετοί τότε σε κάθε τομέα. Ήταν μια πολύ ελπιδοφόρα κίνηση. Τότε είχα παίξει ένα έργο του Μάνθου Κρίσπη, τα «Καπέλα» που είχε αρέσει πάρα πολύ. Το είχε σκηνοθετήσει ο Λυκούργος Καλλέργης, στην πρώτη σκηνοθετική του απόπειρα. Μετά τον Μουσούρη έκανα «στάση» σε πάρα πολλούς θιάσους, σχεδόν σε όλους, με τον Κατράκη, με την Κατερίνα και 4-5 χρόνια στο Εθνικό Θέατρο.

Με τον Μάνο Κατράκη είχαμε μια πολύ ωραία συνεργασία, η οποία δυστυχώς διεκόπη διότι έπρεπε να πάω να υπηρετήσω την πατρίδα. Είχαμε παίξει τη «Βασίλισσα Αμαλία» του Γεωργίου Ρούσου, με τη Μαίρη Αρώνη και τον Κατράκη. Ήταν το πρώτο έργο που έπαιξα στην Αθήνα μετά τη «Δωδεκάτη νύχτα» στον Πειραιά. Στο θερινό «Θέατρο του Άλσους» το καλοκαίρι του 1958. Το «Άλσος» τότε ήταν στη φυσική του κατάσταση, απλώς είχανε μπει καθίσματα, μετά το πήρε ο Μπουρνέλης και το κατέστρεψε…

 

Εθνικό Θέατρο, Κεντρική Σκηνή. «Η χαρτοπαίχτρα» (1982). Τρύφων Καρατζάς, Νίκος Τζόγιας, Μαίρη Αρώνη, Βασίλης Κανάκης, Κατερίνα Χέλμη. [Αρχείο Εθνικού Θεάτρου].


Στο «Εθνικό» δεν έμεινα πολύ γιατί είχα ζήτηση στο ελεύθερο θέατρο, το οποίο ήταν και καλύτερα οικονομικά και πιο ενδιαφέρον. Δεν ήταν αυτό το δημοσιοϋπαλληλίκι. Εκείνη την εποχή πηγαίνανε όλοι το πρωί στην καφετέρια του Εθνικού Θεάτρου και περιμένανε μήπως βγει καμιά διανομή να τους βάλουν να παίξουνε…

Στο «Εθνικό Θέατρο» έπαιξα με τον Μινωτή, τον «Καρδινάλιο της Ισπανίας», έπαιξα τον «Μισάνθρωπο» με τον Χρήστο Πάρλα στο «Σινεάκ» τότε και είχε μεγάλη επιτυχία σε σκηνοθεσία του Γιάννη Ιορδανίδη. Έπαιξα όμως και στη «Χαρτοπαίχτρα». Το τελευταίο έργο που έπαιξε η Μαίρη Αρώνη. Εγώ έπαιζα έναν από τους φίλους της που παίζανε χαρτιά. Μάλιστα ο ανιψιός της, ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, έχει βγάλει ένα βιβλίο και έχει μια ολοσέλιδη φωτογραφία τη Μαίρη κι εμένα. Ο Κωνσταντίνος είναι του αδερφού της παιδί. Η Μαίρη λεγόταν Αρβανιτάκη. Το Αρώνη το πήρε από τον άντρα της, τον Θόδωρο, ο οποίος πέθανε γρήγορα. Εκείνη όμως κράτησε το επώνυμο.
«Στάση» έκανα και στην Επίδαυρο στο πλευρό του Αλέξη Μινωτή. Στον «Φιλοκτήτη» το 1977.

***

 

«Λατρεύω να υπηρετώ το θέατρο και την τέχνη του θεάτρου με όλες τις δυσκολίες ή τις ευκολίες που μπορεί να παρουσιαστούν κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας».

 

 

«Διπλό παιχνίδι»

 

[Στον ΑΝΤ1, το 1996, έργο του Ρομπέρτ Τομά, με τους: Δάνη Κατρανίδη, Χριστίνα Θεοδωροπούλου, Μελίνα Μποτέλη, Κώστα Κοντογιαννίδη, Μιχάλη Κοβανίδη, Σπύρο Σπαντίδα και Τρύφωνα Καρατζά].

 

* Μπορεί με αυτόν το τίτλο να θυμάμαι τον Δάνη Κατρανίδη που παίξαμε μαζί, δεν ξεχνάω όμως ότι ποτέ δεν έπαιξα στη ζωή μου διπλό παιχνίδι. Δεν σκέφτηκα ποτέ πως έχω πάρει λάθος δρόμο. Δεν «έκλεισα το μάτι» σε κάποιο άλλο επάγγελμα. Από την αρχή είπα «Θέατρο και τίποτα άλλο». Με τα στάνταρ που υπάρχουν στη ζωή μας, ίσως έχω αδικήσει τον άνθρωπο τον Τρύφωνα γιατί αφοσιώθηκα απόλυτα στο θέατρο, δεν είχα την αίσθηση να υπηρετήσω τον εαυτό μου και να γίνω σταρ, πρωταγωνιστής. Λατρεύω να υπηρετώ το θέατρο, την τέχνη του θεάτρου με όλες τις δυσκολίες ή τις ευκολίες που μπορεί να παρουσιαστούν κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας. Όχι ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο. Δεν ήμουν άπιστος, τόσο που έχασα από την προσωπική μου ζωή πολλά πράγματα, γιατί όταν αφοσιώνεσαι χάνεις κάπου αλλά κερδίζεις εκεί που θέλεις.

 

***

 

«Μια παράξενη ιστορία»

 

[Στην ΥΕΝΕΔ, το 1973. Των Bruce Edward και George Mason. Έπαιξαν: Κατερίνα Βασιλάκου, Νικηφόρος Νανέρης, Αλέκα Μαβίλη, Λίλη Παπαγιάννη, Μαρούλα Ρώτα και Τρύφων Καρατζάς].

 

* Η ζωή μου είναι γεμάτη παράξενες ιστορίες. Αυτές που πάντα θυμάμαι με νοσταλγία είναι από την Επίδαυρο. Δεν ξεχνάω τους καβγάδες του Μινωτή με την Παξινού. Εκείνη όταν θύμωνε του έλεγε: «Κύριε Μινωτάκη, αφήστε μας ησύχους να παίξουμε, αφήστε μας να κάνουμε τη δουλειά μας».
Κατά κάποιο τρόπο εκείνη ήταν το αφεντικό, όμως ο ένας λάτρευε τον άλλον. Μια φορά όμως, βράδυ, σε μια πρόβα η Κατίνα έχασε τα λόγια της. Τότε ο Μινωτής φώναξε από εκεί που καθόταν: «Κυρία μου θα τα πείτε καμιά φορά ή δεν θα τα πείτε;». Και τότε εκείνη τι γυρνάει και του λέει; «Κύριε, μια μέλισσα μπήκε στον λαιμό μου». Κι εκείνος λύθηκε στα γέλια γιατί τέτοια ώρα είχε βρεθεί ξύπνια μέλισσα που διάλεξε το στόμα της Παξινού για να… κρυφτεί.

Μου έχουν λείψει εκείνα τα χρόνια. Τώρα δεν πηγαίνω πια διότι δεν παίζουν τα έργα, παίζουν τις παραξενιές τους χρησιμοποιώντας τα έργα του Ευριπίδη, του Σοφοκλή και του Αισχύλου. Θες να κάνεις την ιδιοτροπία σου; Κάνε ό,τι θες. Μη μου λες όμως ότι είναι το έργο του Σοφοκλή ή του Ευριπίδη. Πες μου ότι είναι ένα έργο βασισμένο σε μια ιδέα του Σοφοκλή. Βασίζομαι λοιπόν σε μια ιδέα του Αισχύλου και κάνω αυτό που θέλω εγώ. Διαφορετικά δεν μπορείς να μου γεμίζεις την ορχήστρα με πλέξιγκλας, να έχεις την πρωταγωνίστρια με ταγέρ και ένα τσιγάρο στο στόμα. Αυτό τι ωφελεί; Δείχνεις ότι είναι διαχρονικό; Μα είναι από μόνο του διαχρονικό, δεν χρειάζεται να το τονίσεις.

Ασφαλώς δεν είμαι υπέρ του κλασικού ανεβάσματος. Είμαι ανοιχτός σε κάθε σκηνοθετική άποψη. Προ καιρού είδα στο «Από Μηχανής Θέατρο» μια παράσταση για τον «Αίαντα» (σ.σ. σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη) του Σοφοκλή σε κλειστό χώρο. Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα άποψη χωρίς νεοτερισμούς. Τα ρούχα ήταν χλαίνες κι αυτά, φαντάροι είναι, εντάξει, όλα αυτά, το εικαστικό μέρος βολεύεται, από εκεί και πέρα ο τρόπος της ερμηνείας και έκφρασης του λόγου ήταν σύγχρονος αλλά πολύ δουλεμένος και πολύ ωραία ώστε να βγει και να γίνει κατανοητό το κείμενο. Η ουσία του κειμένου, εκεί δηλαδή που είναι το θαύμα. Όμως το κείμενο πολλές φορές το εξαφανίζουν οι νεωτερισμοί.

Θυμάμαι πως η Ρούλα Πατεράκη σε κάποια συνέντευξή της έχει πει: «Βαριέμαι τα χορικά, κανονικά έπρεπε να λείπουν». Ίσως γι’ αυτό ο Αργύρης Πανταζάρας συγκέντρωσε τους αγγελιαφόρους από όλες τις τραγωδίες και συνέθεσε τη δική του «Μητρόπολη» για τη Μικρή Επίδαυρο. Όπως έμαθα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση. Πάντα το κομμάτι του αγγελιαφόρου έχει στοιχεία τέτοια που αξίζει τον κόπο να φωτιστούν. Ο «Αγγελιαφόρος» είναι από τους πιο σημαντικούς ρόλους διότι περιγράφει και πρέπει να έχει αυτή την ενάργεια στην έκφρασή του που να το κάνει εικόνα σε εμένα που τον ακούω. Να θυμίσω εδώ πως ο καλύτερος «Αγγελιαφόρος» όλα τα χρόνια θεωρείτο και ήταν ο Στέλιος Βόκοβιτς. Πρώτα ήταν δάσκαλός μου και μετά φίλος μου. Στο «Εθνικό» παίξαμε μαζί το έργο του Καμπανέλη «Οδυσσέα γύρνα σπίτι».

***

 

«Δοκιμάστε ξανά»

 

[Τηλεοπτική μου εμφάνιση, το 1972, στο Θέατρο της Δευτέρας. Έργο του Τζον Πρίσλεϊ με τους συναδέλφους: Φοίβο Ταξιάρχη, Τασσώ Καββαδία, Έρση Μαλικένζου, Τόνια Καζιάνη, Νίκη Μακρή].

 

* Την προτροπή αυτή να «δοκιμάσει ξανά» θα την έλεγα σε κάποιον νέο ηθοποιό αν καταλάβαινα ότι πρέπει να ακολουθήσει κάποιον άλλο επαγγελματικό δρόμο. Εγώ είχα την ευτυχία να βιοποριστώ από την τέχνη. Δεν χρειάστηκε να κάνω κάτι άλλο. Αυτό σημαίνει πως είχα τα προσόντα και ήμουν χρήσιμος. Γιατί υπάρχουν και άλλοι που δεν είναι. Μάλιστα έχουν πάθος περίεργο χωρίς να ξέρουν τι θέλουν. Ένας γνωστός μου είπε: «Σε παρακαλώ να σου στείλω τον γιο μου που θέλει να γίνει ηθοποιός, να του πεις μερικά πράγματα». Ήρθε λοιπόν ένα παλικάρι περίπου 20 χρονών, κάτσαμε εκεί και τον ρώτησα αν βλέπει θέατρο. Αν έχει δει θέατρο. Μου απάντησε αρνητικά. Τον ρώτησα αν θέλει να γίνει ηθοποιός, αν ξέρει κάποιο θεατρικό έργο. Πάλι μου απάντησε αρνητικά. Τότε του είπα: «Θα σου δώσω εγώ δυο-τρία έργα να διαβάσεις και θα ξανάρθεις να μου πεις τις εντυπώσεις σου». Τα πήρε. Δεν νομίζω ότι τα διάβασε. Ξαναγύρισε και μου είπε: «Κοιτάξτε. Μη βασανίζεστε. Εγώ θέλω να γίνω… Σβαρτσενέγκερ. Να δέρνω και να «μπιπ» γυναίκες. Όχι να κάθομαι να διαβάζω».

 

Εθνικό Θέατρο: Νέα Σκηνή (1981). «Οι αρσενικοί». Μονόπρακτο του Χρήστου Σαμουηλίδη. Τρύφων Καρατζάς (Γρηγόρης) και Βίλμα Κύρου (Καφετζού). [Από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου].


Δυστυχώς υπάρχουν και αυτές οι περιπτώσεις. Ευτυχώς είναι πολύ λίγες.
Βεβαίως έχω πει σε άνθρωπο: «Έχεις ένα φοβερό προτέρημα αλλά όχι για το θέατρο. Πρέπει να αλλάξεις δρόμο». Πράγματι είχε το μυαλό. Έφυγε και διέπρεψε αλλού. Συνάντησα πολλούς ταλαντούχους όταν δίδασκα στη Σχολή Θεοδοσιάδη αλλά και όταν ήμουν Πρόεδρος της Επιτροπής εξετάσεων για το πτυχίο.

Καμαρώνω επειδή έδωσα το πτυχίο στη Λένα Παπαληγούρα. Λυπάμαι όμως επειδή ενώ έπρεπε δεν σταμάτησα κάποιους υποψήφιους αμέσως μετά την πρώτη «ατάκα». Μετά τα πρώτα 5 λεπτά καταλάβαινες τι γίνεται και λες: «Αχ, Θεέ μου, τώρα θα το πει όλο;».

Βέβαια είχα δικαίωμα, από τις διατάξεις του νόμου, να πω: «Εντάξει, ευχαριστούμε»… Δυστυχώς δεν το έκανα όμως αν και είχα άλλη άποψη. Όμως ο σχολάρχης για τρία χρόνια τους έπαιρνε 400 ευρώ κάθε μήνα, μετά τους έλεγε ότι «κάνεις για ηθοποιός», οπότε εγώ μπορεί να έλεγα το αντίθετο αλλά τελικά αποφάσιζε ο σχολάρχης… Την τελευταία ημέρα μπορούσα να του πω ότι δεν σου δίνω πτυχίο και έχεις δικαίωμα να ξαναδώσεις εξετάσεις τον Σεπτέμβριο; Δηλαδή τι θα γίνει; Σε τρεις μήνες θα αποκτήσει ταλέντο; Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να εισηγηθώ στην Επιτροπή να του βάλουμε ένα 5 ώστε να πάρει το πτυχίο, να φύγει και από εκεί και πέρα να βρει την τύχη του, κι ας τον απορρίψει το σανίδι.

Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάποιοι που διέπρεψαν είχαν απορριφθεί στις εξετάσεις. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ντίνος Ηλιόπουλος.

Το λέω αυτό ως τρανταχτό παράδειγμα επειδή έχω τη βεβαιότητα, ότι το επάγγελμα του ηθοποιού είναι το πιο αξιοκρατικό που υπάρχει. Κανείς άξιος δεν έχει χαθεί, όλοι τον ψάχνουμε. Όλοι τον ονειρευόμαστε και μόλις τον δούμε, τον αναγνωρίζουμε από την πρώτη στιγμή. Όλοι και όλες – ανεξάρτητα από το επώνυμό τους – πρέπει να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους. Αν «δεν τα λένε», θα χαθούν… Υπάρχει ασφαλώς και η άλλη άποψη που λέει ότι αν κάνεις τις οποιεσδήποτε υποχωρήσεις στον οποιονδήποτε τότε θα μπορέσεις να σταθείς στον χώρο. Λένε μάλιστα ότι κάποτε μια νεαρή ηθοποιός είπε στην Άννα Συνοδινού: «Ε, πώς να γίνει; Εμείς οι νέοι πρέπει να κάνουμε κάποιες υποχωρήσεις αν θέλουμε να προχωρήσουμε»… Και η Συνοδινού της είπε: «Αν είσαι άξια, να τις κάνεις. Ταλέντο όμως ποιος θα σου δώσει;».

Σχετικό είναι και το ανέκδοτο με τη Σάρα Μπερνάρ, που με την πάροδο των χρόνων αποδόθηκε στην Κατίνα Παξινού: Νεαρά ηθοποιός λέει μα καμάρι στη διάσημη συνάδελφό της ότι δεν έχει καθόλου τρακ. Και η απάντηση που πήρε ήταν: «Παιδί μου, το τρακ πάει μαζί με το ταλέντο»…

Όμως εμείς κάθε φορά που έχουμε πρεμιέρα ονειρευόμαστε να ξεκινούσαμε από τη… δεύτερη παράσταση. Η πρεμιέρα είναι δύσκολη. Έχει την αγωνία της γέννας. Αν όλα είναι τέλεια, στο τέλος όλα θα πάνε καλά. Μπορεί όμως να συμβεί ένα ατύχημα, να μην προσεχτεί κάποια λεπτομέρεια και όλα να πάνε μετά ανάποδα. Η πρεμιέρα έχει αυτές τις ανασφάλειες γι’ αυτό πάντα ονειρευόμουν να πηγαίνουμε στη… δεύτερη ημέρα κατευθείαν.
Απαραίτητο ασφαλώς να έχεις ανακαλύψει την αλήθεια του ρόλου σου. Αξίζει πάντως να πω ότι μέρα με τη μέρα, παράσταση με την παράσταση, όλη η ομάδα δένει πολύ πιο καλά, αποκτά άνεση και ρυθμό. Ο ένας με τον άλλον γνωρίζονται, συσχετίζονται, συγχρονίζουν ακόμη και την ανάσα τους. Η «χημεία» μεταξύ των ηθοποιών πάνω στη σκηνή παίζει πολύ μεγάλο ρόλο, η κίνηση και η φωνή ακολουθούν. Ανακαλύπτεις ξαφνικά ότι εσύ ο ίδιος μιλάς με χαμηλότερες νότες ή με πιο χαμηλές νότες, ή με πιο ψηλές νότες γιατί το απαιτεί ο ρόλος.

Ασφαλώς το πιο σημαντικό είναι η καλή συνεργασία. Πριν από ένα χρόνο μου έλεγε ένας… λίγο νεότερος συνάδελφος, ότι του πρότειναν να δουλέψει με έναν σκηνοθέτη περίπου 30χρονο. Δέχθηκε αμέσως επειδή, όπως μου είπε, συνεργαζόμενος με νέους ηθοποιούς θα είχε την ευκαιρία να βελτιώσει τα ερμηνευτικά του εργαλεία. Κοιτάξτε τι παράδειγμα δίνει αυτός ο συνάδελφος ο οποίος είναι χορτασμένος από επιτυχίες, διακρίσεις, μεγάλους ρόλους, μεγάλα θέατρα, χιλιάδες θεατές, βραβεία, ταινίες κλπ. κλπ. και όμως νοιάζεται στα 80 του να αποκτήσει νέες γνώσεις στο θέμα της ερμηνείας. Πιστεύω πως η στάση του πρέπει να είναι μάθημα ζωής και για όλους και κυρίως για τους νεότερους.

 

***

 

«Δικαίωση»

 

[Πάλι εγώ στην τηλεόραση, το 1977 και πάλι στο Θέατρο της Δευτέρας. Έργο του Νίκου Ζακόπουλου με τους: Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Γιώργο Νέζο, Χρήστο Δοξαρά, Ορφέα Ζάχο, Ειρήνη Κουμαριανού, Παναγιώτη Παναγόπουλος, Κική Πέρση].

 

* Ασφαλώς νιώθω δικαίωση για τις επιλογές μου. Δικαιωμένος με την έννοια ότι αυτό που μου άξιζε το εισέπραξα. Τόσο μου άξιζε, βεβαίως όταν είσαι 20 χρονών νομίζεις ότι σου ανήκουν όλα. Αλλά τώρα πια μετά το καταστάλαγμα των 60 χρόνων λέω τόσο μου άξιζε, τόσο έφτασα, για άλλους είναι αρκετό για άλλους δεν είναι, για μένα είναι αρκετό.

***

Ο Τρύφων Καρατζάς με τον Στυλιανό Χριστοδούλου σε μια σκηνή του έργου «12 ένορκοι».

 

«Παράσημο»

 

[Το 1977, στην ΥΕΝΕΔ. Θεατρική παράσταση στο πλαίσιο της εκπομπής «Από την κωμωδία στο δράμα». Έργο του Άντον Τσέχοφ. Έπαιξαν οι ηθοποιοί: Ιάκωβος Ψαρράς, Μαρία Κωνσταντάρου, Λάμπρος Κοτσίρης, Τζόλυ Γαρμπή, Πίτσα Μπουρνόζου, Χρήστος Μάντζαρης, Τάσος Κωστής, Βασίλης Πολίτης και Τρύφων Καρατζάς].

 

* Θα μπορούσα να δώσω πολλά παράσημα σε συναδέλφους και συνεργάτες μου. Αυτή τη στιγμή όμως προτιμώ να βραβεύσω – με τον καλό μου λόγο – έναν ηθοποιό που τον θαύμασα στην παράσταση «Αίας», σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη. Αναφέρομαι στον Στυλιανό Χριστοδούλου ο οποίος δίδαξε τον βασικό ρόλο. Με τον Στυλιανού είμαστε μαζί και στο έργο «Δώδεκα ένορκοι».

Οι «Δώδεκα ένορκοι» φέτος, για πέμπτη χρονιά, θα συνεχίσουν την προσπάθειά τους να λύσουν το μυστήριο, από τις 11 Οκτβρίου 2018 μέχρι και τις 27 Ιανουαρίου 2019.

 

***

 

«Ό,τι πείτε υπουργέ μου»

 

[Θέατρο «Περοκέ», 1998. Του Ray Cooney. Σκηνοθεσία: Βασίλης Τσιβιλίκας. Έπαιζαν οι ηθοποιοί: Κώστας Βουτσάς, Βασίλης Τσιβιλίκας, Αθηνά Μαυρομάτη, Χριστίνα Παππά, Ισίδωρος Σταμούλης, Έλενα Τσαβαλιά, Πέτρος Ξεκούκης, Βασίλης Ζωνόρος, Αγγελική Δημητρακοπούλου και Τρύφων Καρατζάς].

 

* Αξίζει εδώ μια απλή ανάμνηση: Πριν από 20 χρόνια με τον Βασίλη Τσιβιλίκα. Ένα έργο που δεν είχε να κάνει με πολιτικά θέματα αλλά μόνο με ερωτικά. Τότε, ο Τσιβιλίκας ο αγαπημένος, ο σπουδαίος αυτός άνθρωπος, ο κύριος, με ρώτησε: «Θέλεις να παίξεις τον διευθυντή του ξενοδοχείου ή τον πεθαμένο που τον βαράει το παράθυρο και υποτίθεται ότι είναι νεκρός;». Εγώ του απάντησα ότι θέλω να κάνω τον… νεκρό. Έπρεπε λοιπόν να κάνω ειδική άσκηση στο σπίτι μου. Έπρεπε να μάθω ότι δεν πρέπει να κουνιέμαι καθόλου. Ούτε ανάσα… Ήταν μια φοβερή άσκηση. Κρεμιόμουνα …στο εσωτερικό της πόρτας μιας ντουλάπας η οποία ανοιγόκλεινε με «το πτώμα μου» μαζί. Το έργο σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία. Κάνω αναφορά στο έργο για δύο λόγους:

Ο πρώτος είναι επειδή γνώρισα έναν συνάδελφο, τον Βασίλη Τσιβιλίκα, ο οποίος δούλευε αμέτρητες ώρες, πολύ σκληρά, εξαντλητικά και διεκδικούσε το άριστο σε κάθε λεπτομέρεια της παράστασης.

Ο δεύτερο λόγος είναι επειδή τότε έπαιξα για πρώτη φορά στη σκηνή με τον Κώστα Βουτσά. Τον θαύμαζα τόσο πολύ που έπιανα τον εαυτό μου πάνω στη σκηνή να τον παρακολουθώ, να τον χαζεύω και να τον θαυμάζω ως θεατής. Πρώτη φορά μου συνέβη αυτό. Ο Βουτσάς είναι σπουδαίος ηθοποιός.

***

 

«Την όποια ποιότητα ζωής ονειρευόμουν για τα γεράματά μου, τώρα μου την έχουν στερήσει. Και το κυριότερο είναι ότι έχουν στερήσει το χαμόγελο από τον κόσμο αυτές οι πολιτικές των τελευταίων χρόνων».

 

 

«Τσάι και συμπάθεια»

 

[Στην ΕΡΤ, το 1976. Συγγραφέας ο Robert Anderson. Έπαιζαν οι ηθοποιοί: Mαίρη Λαλοπούλου, Ντίνος Αυγουστίδης, Γιάννης Κανδήλας, Νικήτας Αστρινάκης, Σταύρος Μερμήγκης, Σοφία Μυρμηγκίδου, Αθηνόδωρος Προύσαλης, Θόδωρος Κατσαφάδος και Τρύφων Καρατζάς].

 

* Θα ήθελα πάρα πολύ να καλέσω για ένα τσάι πολλούς φίλους αγαπημένους, συναδέλφους και μη, όμως δυστυχώς η αφοσίωσή μου στη δουλειά – για την οποία σας μίλησα πριν – με έχει στερήσει από συναναστροφές και παρέες. Προτιμώ τον όποιο ελεύθερο χρόνο μου να ασχοληθώ με κάτι άλλο. Έχω τις μουσικές μου, έχω τα βιβλία μου, έχω και την τηλεόραση, που είναι σχεδόν πάντα κλειστή. Προτιμώ να ακούω μουσική. Ναι, τη μουσική την αγαπώ πάρα πολύ μιας και έχει απόλυτη σχέση με τη δουλειά μου. Το όργανό μας είναι ο λαιμός μας και οι φωνητικές μας χορδές. Τις προσέχουμε έτσι ώστε να μπορούμε να τις χρησιμοποιούμαι σε όλων των ειδών τις νότες και όλους τους τύπους που ορίζει μια παρτιτούρα. Και το αλέγκρο, και το βιβάτσε, και το αντάντε, και το πιάνο, και το πιανίσιμο, με όλους αυτούς τους όρους παίζεις τον λόγο, όπως εκείνοι παίζουν τις νότες. Προτιμώ να επιλέγω μόνο όσα μου αρέσουν. Είμαι λίγο κουρασμένος και δεν μπορώ τώρα να τα κάνω όλα. Τώρα την τηλεόραση δεν θα την ήθελα διότι είναι πάρα πολύ απαιτητική δουλειά και κυρίως δεν πληρώνεται. Δεν υπάρχει όφελος. Οπότε δεν με ενδιαφέρει. Βέβαια αν τύχει, δεν πρέπει ποτέ να λέμε ποτέ. Μπορεί να τύχει ένας ρόλος που να μου αρέσει πάρα πολύ και να με ερεθίσει να το κάνω.

 

***

 

«Άνθρωπος για όλες τις εποχές»

 

[Στο Θέατρο Κώστα Μουσούρη. Το 1963, του Robert Bolt, σε σκηνοθεσία Κώστα Μουσούρη. Έπαιζαν: Κώστας Μουσούρης, Σταύρος Ξενίδης, Ανδρέας Ντούζος, Γιάννης Βογιατζής, Βάσω Μεταξά, Αλεξάνδρα Λαδικού, Θάνος Κανέλλης, Μηνάς Χρηστίδης, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Χρήστος Κατσιγιάννης, Χαριτίνη Καρόλου, Βασίλης Μαυρομάτης και Τρύφων Καρατζάς].

 

* Έζησα όλες τις εποχές. Και καλές και άσχημες. Με νοιάζει και η πολιτική και ο πολιτισμός. Όμως αν και είμαι άνθρωπος όλων των εποχών, δεν είμαι πολιτικός, δεν ξέρω τι θα μπορούσα να προτείνω. Το κράτος μας γενικώς – όχι μόνο τώρα – αντιμετωπίζει τον πολιτισμό σαν κάτι σχεδόν περιττό. Ασφαλώς ο κόσμος πρέπει να έχει τι να φάει, να έχει πού θα κοιμηθεί, πού θα σπουδάσει και μετά, χωρίς βάσανα, να ασχοληθεί με τον πολιτισμό. Θα ήθελα η Πολιτεία να φτιάξει ένα όνειρό μου, μια σκηνή που να παίζονται οι αρχαίες τραγωδίες όπως είναι, για διδακτικούς πιο πολύ λόγους, αλλά και για τουριστικούς.

 

Εθνικό Θέατρο. Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, «Φιλοκτήτης» (1977): Από αριστερά: Γιώργος Πετρόχειλος, Κώστας Τζιβιέρης, Νίκος Νικολάου, Κώστας Κοντογιάννης, Γιώργος Γεωργίου, Χρήστος Κωνσταντόπουλος, Κώστας Γαλανάκης, Θάνος Καληώρας, Κώστας Κοκκάκης, Γιώργος Παρτσαλάκης, Τρύφων Καρατζάς, Τάσος Χαλκιάς, Δημήτρης Αθανασόπουλος, Σπύρος Μαβίδης. [Αρχείο Εθνικού Θεάτρου].

Έλληνες και ξένοι πρέπει να είναι καλά ενημερωμένοι. Δεν θέλω στην Επίδαυρο να ακούω κάποιους που λένε ότι θα πάνε στην τουαλέτα στο… διάλειμμα, ούτε θέλω να δω πολιτικές διαδηλώσεις στον περίβολο του αρχαίου θεάτρου όπως συνέβη τον Ιούλιο του 1981 στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου «Οιδίπους Τύραννος» με τον Μάνο Κατράκη, σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη, όταν ακούσαμε τις φωνές ανθρώπων που ανεβαίνανε τον δρόμο προς στο θέατρο με πανό που έγραφαν «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο»…

***

 

«Κάτι τρέχει» (See How They Run)

 

[Το 1988 στο Θέατρο «Μπρόντγουαιη», του Philip King, σε σκηνοθεσία: Γιώργου Θεοδοσιάδη. Έπαιζαν οι ηθοποιοί: Βέρα Κρούσκα, Δάνης Κατρανίδης, Αλίκη Αλεξανδράκη, Φωτεινή Γρέγου, Ντάνος Λυγίζος, Θόδωρος Μορίδης, Χάρης Νάζος, Κώστας Κοντογιάννης και Τρύφων Καρατζάς].

 

* Όπως είπα πιο πάνω έζησα και ζω σε όλες τις εποχές, καλές και κακές, εύκολες και δύσκολες. Τώρα πιστεύω ότι «κάτι τρέχει» όταν ακούω για 100% πληρότητα στα ξενοδοχεία. Οι ταβέρνες, τα εστιατόρια και τα καφέ γεμάτα. Θυμάμαι πως όταν ήμουνα νέος κατέβαινα από την Ξενοκράτους στο Ζάππειο, στο στούντιο της ραδιοφωνίας που κάναμε τις ηχογραφήσεις. Εκεί, στα σκαλάκια, κάτω στο Ζάππειο, έβλεπα να κάθονται και να πίνουν φραπέ, κι έλεγα «μα πού βρήκε το πενηντάρικο πρωί πρωί και πήγε για φραπέ; Εγώ τρέχω από το ξημέρωμα για 100 δραχμές και δεν μπορώ να σκεφτώ πως θα δώσω τα 50 για καφέ…».

Εν τω μεταξύ όπως διαπίστωσα – και γι’ αυτό δεν υπάρχει διάψευση – η πολιτικοποίηση του πολιτισμού είναι λίγο περίεργη, αν σκεφτείτε ότι η Γαλλία έχει 7% του προϋπολογισμού της για τον πολιτισμό και η Ελλάδα έχει μόνο το 0,51%. Ο πολιτισμός ο δικός μας θα μπορούσε να είναι και εξαγώγιμο προϊόν, όμως δεν βλέπω τέτοια διάθεση από την πλευρά του κράτους. Βέβαια, από ό,τι καταλαβαίνω, όπως λείπουν από εμένα λείπουν και από το κράτος λεφτά. Δουλεύω 60 χρόνια, πληρώνω ΙΚΑ κι εγώ και οι εργοδότες μου. Μιλάμε για εκατομμύρια λεφτά και έρχεσαι σήμερα και μου κόβεις 40% από τη σύνταξη. Βρισκόμαστε σε φάση εξαθλίωσης. Δεν ζούμε καλά. Την όποια ποιότητα ζωής ονειρευόμουν για τα γεράματά μου, τώρα μου την έχουν στερήσει. Και το κυριότερο είναι ότι έχουν στερήσει το χαμόγελο από τον κόσμο αυτές οι πολιτικές των τελευταίων χρόνων».

 

***

 

«Αμαντέους»

 

[Στο Θέατρο «Αθηνά», το 1984, του Peter Shaffer, σε σκηνοθεσία του Ρότζερ Γουίλλιαμς. Έπαιζαν οι ηθοποιοί: Γιάννης Φέρτης, Μιμή Ντενίση, Δάνης Κατρανίδης, Μάκης Ρευματάς, , Νίκος Γαροφάλλου, Δημήτρης Τσούτσης, Μανώλης Πουλιάσης, Σπύρος Λασκαρίδης, Έλλη Κωνσταντίνου, Αθηνά Παππά, Δημήτρης Ιωάννου, Βασίλης Πολίτης, Σίμος Χριστοδούλου, Σωτήρης Κάτσενος, Βασίλης Ζώτης, Γιώργος Λέφας και Τρύφων Καρατζάς].

 

* Καλό όμως είναι να κλείσω με κάτι τρυφερό: Στο σπίτι που μένω δεν έχω κάποιο ζώο συντροφιάς. Αισθάνομαι πολύ υπεύθυνος για να έχω ζώο.

 

«Μεγάλωσα στην εποχή που οι πατεράδες και οι γονείς γενικώς έλεγαν «να μεγαλώσει το παιδί, να τελειώσει το σχολείο να φέρει λεφτά στο σπίτι». Δεν είναι όπως τώρα, που οι παππούδες και οι γιαγιάδες δίνουν στα εγγόνια».

Πρέπει να έχω πολύ ελεύθερο χρόνο για να ασχοληθώ μαζί του. Όταν ήμασταν παιδιά είχαμε έναν γατούλη που τον φωνάζαμε «Αμαντέους». Παίζαμε μαζί του και τον είχαμε αγκαλιά. Μεγαλώνοντας διαπίστωσα ότι ήταν πάρα πολύ δύσκολο – με το πρόγραμμα που είχα – να φροντίζω γάτα ή σκυλάκι. Τα ζώα τα αγαπώ, τα καμαρώνω και ταΐζω κάποια από αυτά στη γειτονιά. Ξέρουν πού αφήνω τον μεζέ τους και έρχονται. Όποτε και το ενδιαφέρον το έχω και εισπράττω το χάδι τους και το τρυφερό τους βλέμμα»…

***

– Κύριε Καρατζά, σας ευχαριστούμε πολύ για τη συζήτηση – εξομολόγηση.

* Κι εγώ σας ευχαριστώ για το ταξίδι στο χρόνο…

 

***

Ο ΤΡΥΦΩΝ ΚΑΡΑΤΖΑΣ ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ ΣΤΟΥΣ 12 ΕΝΟΡΚΟΥΣ

Από τις 11 Οκτωβρίου 2018, μέχρι και τις 27 Ιανουαρίου 2019

***

Στη Νέα Υόρκη του 1957, ένα αλλοδαπό αγόρι 16 χρόνων κατηγορείται για φόνο. Η τύχη του είναι στα χέρια 12 ενόρκων οι οποίοι θα αποφασίσουν αν είναι ένοχο. Σ’ αυτή την περίπτωση η θανατική ποινή είναι υποχρεωτική. Οι 12 άντρες, κλειδωμένοι σ’ ένα δωμάτιο, άλλοτε ταυτίζονται κι άλλοτε συγκρούονται. Πρέπει να αποφασίσουν ομόφωνα για τη ζωή ενός ανθρώπου, αντιμετωπίζοντας, ο καθένας από αυτούς, τη συνείδησή του αλλά και τις συνειδήσεις των υπολοίπων. Οι 12 ένορκοι αντικατοπτρίζουν τις προκαταλήψεις της κοινωνίας μέσα από 12 πεντακάθαρα ψυχογραφήματα που ξετυλίγονται βίαια μπροστά στα μάτια του θεατή.

*

Κείμενο: Reginald Rose

Μετάφραση/Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνα Νικολαΐδη

Δραματουργική επεξεργασία: Κωνσταντίνα Νικολαΐδη & Νότης Παρασκευόπουλος

Σκηνικά: David Negrin

Κοστούμια: Κική Μήλιου

Πρωτότυπη μουσική: Γιώργος Περού

Κίνηση: Χριστίνα Φωτεινάκη

Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου

Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαγδαληνή Παλιούρα & Κατερίνα Κωνσταντέλλου

Βοηθός ενδυματολόγου: Δανάη Ανεζάκη

Φωτογραφίες: Βαγγέλης Ρασσιάς

Γραφιστική επιμέλεια: Γιάννης Στιβανάκης

Promo video: Κώστας Γεραμπίνης

Επικοινωνία: Άντζυ Νομικού

Παραγωγή: A PRIORI www.a-priori.

*

Οι 12 ένορκοι (αλφαβητικά):

Νίκος Βατικιώτης, Τάσος Γιαννόπουλος, Σωτήρης Δούβρης, Μάνος Ζαχαράκος, Αλέξανδρος Καλπακίδης, Τρύφων Καρατζάς (*), Θανάσης Κουρλαμπάς, Περικλής Λιανός, Κωνσταντίνος Μουταφτσής, Κωνσταντίνος Μπάζας, Τάσος Παπαδόπουλος, Ορέστης Τρίκας

(*) Σε διπλή διανομή με τον Παντελή Παπαδόπουλο

Στον ρόλο του φύλακα o Αλέξης Σταυριανός

Τη φωνή της χαρίζει η Νένα Μεντή

***

Θέατρο Αλκμήνη

Διεύθυνση: Αλκμήνης 8-12

Αθήνα 118 54

Τηλέφωνο: 210-342.86.50

***

ΕΔΩ ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟ VIVA.GR

 

 

 

 

 

 

 

 

Παναγιώτης ΜήλαςΤρύφων Καρατζάς: Το επάγγελμα του ηθοποιού είναι το πιο αξιοκρατικό… Κανείς άξιος δεν έχει χαθεί…
Περισσότερα

Δημήτρης Παπαβασιλείου: Η τέχνη ενέχει την ελευθερία… Είναι το λουλούδι που φυτρώνει στο μπετόν

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Τον έχω δει αρκετές φορές να παίζει τα τελευταία χρόνια και κάθε φορά κρατώ το φως του ηθοποιού, το πάθος του, τον τρόπο με τον οποίο αποσυναρμολογεί τον εαυτό του για να τον ξαναχτίσει.

Αναδεικνύει με την υποκριτική του την αλήθεια του ήθους, δηλαδή την αλήθεια του χαρακτήρα του ήρωα, τον οποίο υποδύεται. Με αυτό τον τρόπο ο Δημήτρης Παπαβασιλείου ως ηθοποιός με το ήθος του -μέσω της τέχνης του- συμβάλει, πέρα από τον ρόλο του θεάτρου σαν ένα «ευχάριστο συμπλήρωμα» της ζωής ως ψυχαγωγία, αλλά και στη διαπίστωση ότι η τέχνη δεν μιμείται, αλλά ερμηνεύει.

Παρακολουθώντας ηθοποιούς σαν αυτόν νιώθεις ότι η αφύπνιση της δημιουργικότητας, του ενστίκτου και της φαντασίας σε έναν νέο άνθρωπο είναι το θεμέλιο μιας υγιούς και ολοκληρωμένης εξέλιξης, είναι η πραγματική βάση μιας παιδαγωγικής στρατηγικής, σε μια ιδιαίτερα ταλαιπωρημένη κοινωνία που φαίνεται ενίοτε να βαδίζει σε καταστροφικά μονοπάτια.  Έχει πάντα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επομένως, να παρακολουθείς φρέσκα πρόσωπα να κάνουν αιώρηση σε σπουδαία κείμενα δίχως δίχτυ ασφαλείας και να κυριεύονται από την ορμή της ηλικίας και τη γοητεία της δουλειάς τους. Ο Δημήτρης Παπαβασιλείου εκφράζει ακριβώς αυτό και έτσι λάμπει σε κάθε παράσταση.

Αν και πολύ νέος, στη διάρκεια της μέχρι τώρα πυκνής πορείας του στο θέατρο, συνεργάστηκε με πολλούς και σημαντικούς σκηνοθέτες και σταδιακά όλη αυτή η γνώση και η εμπειρία δημιούργησαν ήδη το λαμπρό του εκτόπισμα στη σκηνή.

Σπούδασε στην Ιταλία, στη Βενετία. Εκεί είχε την ευκαιρία να έρθει από νωρίς σε επαφή με το ευρωπαϊκό θέατρο και να συναντήσει ανθρώπους που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή του, τον Anatoly Vasiliev, τον Cesar Brie (συνιδρυτή του Odin Theater μαζί με τον Eugenio Barba) και άλλους.

Μια φωτεινή προσωπικότητα που τον συμπαθείς αδιαπραγμάτευτα είναι ο Δημήτρης, όχι μόνο για το ταλέντο που διαθέτει αλλά και για τη μόρφωση, το χιούμορ, τη δοτικότητα προς τους φίλους του και το θέατρο. Η απέριττη καλαισθησία, το χαμόγελο, η συνέπεια, ο ήχος της γεμάτης, βαθιάς και ζεστής φωνής του, είναι μερικά μόνο από τα χαρίσματά του.

Πρόσφατα άνοιξε λίγο τα όρια της δραστηριότητάς του και προς τις άλλες τέχνες, όπως αυτή της μετάφρασης, μεταφέροντας στα ελληνικά από τα ιταλικά το έργο του Fausto Paravidino «La malattia della famiglia M.» ή αλλιώς «Η ασθένεια της οικογένειας Μ.».

Δείγμα της δουλειάς του αποτελούν οι παραστάσεις «Η Αποστολή: Ανάμνηση από μιαν Επανάσταση» και «Εμείς» σε σκηνοθεσία Σάββα Στρούμπου (2015), «7 Κρεμασμένοι» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Γώγουλου και Αγγελικής Πασπαλιάρη (2018). Αυτή την εποχή παίζει στη «Σαλώμη» σε σκηνοθεσία Σταύρου Λίτινα στο Εθνικό Θέατρο, όπου και μπορείτε να τον δείτε.

 

Δημήτρη, πού γεννήθηκες; Θα ήθελες να μας περιγράψεις μια σκηνή ή ένα γεγονός από την παιδική σου ηλικία;

* Γεννήθηκα στην Αθήνα και μεγάλωσα στον Κολωνό. Θυμάμαι την ξαδέρφη μου στο χωριό (κατάγομαι από δύο χωριά κοντά στην Καλαμπάκα) ένα μεσημέρι να μου πετάει το καθρεφτάκι των φρυδιών και να σπάει στα πόδια μου επειδή τραγουδούσα ασταμάτητα και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ήταν πολύ αστεία. Και θυμάμαι, παρέα με την παιδική φίλη μου Μαρία, να «κλέβουμε» τα μηχανάκια των πατεράδων μας το βράδυ όταν κοιμόντουσαν και να αλωνίζουμε στην Αθήνα.

Ποια ήταν τα παιδικά σου αναγνώσματα και οι πρώτες καλλιτεχνικές σου επιρροές;

* Δεν μ’ άρεσε καθόλου να διαβάζω σαν παιδί. Πιεζόμουν φριχτά. Θυμάμαι όμως ότι μου άρεσε πάρα πολύ η Οδύσσεια. Είχα πλάσει όλες τις εικόνες στο μυαλό μου τις οποίες κουβαλάω ακόμα και σήμερα απαράλλαχτες στη φαντασία μου. Θαύμασα από νωρίς τη δουλειά του κ. Τερζόπουλου.

Ποιοι ήταν οι δάσκαλοι που σε καθόρισαν;

* Οι σπουδές μου έγιναν στην Ιταλία. Και τη δραματική σχολή και το πανεπιστήμιο τα τελείωσα στην Ιταλία, στη Βενετία. Εκεί είχα την ευκαιρία να έρθω από νωρίς σε επαφή με το ευρωπαϊκό θέατρο και να συναντήσω ανθρώπους που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή μου, τον Vasiliev, τον Cesar Brie (συνιδρυτή του Odin Theater μαζί με τον Eugenio Barba) κ.α.

 

Παίζεις στη «Σαλώμη» του Όσκαρ Ουάιλντ σε σκηνοθεσία Σταύρου Λίτινα, που παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο. Τι θα ήθελες να πεις για την παράσταση;

* Με εντυπωσιάζει ο τρόπος με τον οποίο σε αυτή την παράσταση διαφορετικές τέχνες (χορός, τραγούδι, θέατρο) «μπλέκονται» μεταξύ τους με κοινό στόχο την ανάδειξη της ιστορίας. Ο Σταύρος Λίτινας όρισε σαφείς συντεταγμένες που βρεθήκαμε ηθοποιοί, μουσικοί και χορευτές, και δημιούργησε γόνιμο έδαφος για μία παράσταση συνόλου.

Ο Ουάιλντ παρακολουθεί την ερωτική αφύπνιση της Σαλώμης και αποδίδει ανάγλυφα το ξύπνημα της επιθυμίας. Ποιους συμβολισμούς θα δούμε στην παράσταση;

* Θα τους δείτε απευθείας στη σκηνή!

Μια αύρα αρχαίας τραγωδίας διαπερνά το έργο του Ουάιλντ. Πώς δένει ο χορός φλαμένκο στην παράσταση;

* Δεν γνώριζα το μεγαλείο του φλαμένκο μέχρι να συναντήσω τον Σταύρο Λίτινα. Ένα από τα πράγματα που ανακάλυψα και είδα να γίνεται πράξη στη διάρκεια αυτής της διαδρομής είναι πως με ορθή χρήση και συγκροτημένο νου μπορείς να χρησιμοποιήσεις μια γλώσσα που φαινομενικά θα έλεγες αταίριαστη να εκφράζει με τρόπο αριστοτεχνικό, θεμελιώδη ζητήματα του υλικού με το οποίο διαπραγματεύεσαι.

 

Το θέατρο, η τέχνη είναι -εκτός των άλλων- μια μορφή θεραπείας;

* Σαν ηθοποιός ποτέ δεν το είδα έτσι. Τουλάχιστον συνειδητά. Για τον θεατή μακάρι να είναι.

Ο κόσμος του θεάματος, στην Ελλάδα και αλλά και στο εξωτερικό, παρουσιάζει μια εμμονή με τη νεότητα;

* Δε θα το έλεγα. Ή ακόμα κι αν είναι έτσι πιστεύω θα έπρεπε να πάρουμε πιο γενναία ρίσκα. Να εμπιστευτούμε τους νέους σε ρόλους, σε διοικητικές θέσεις. Να φέρουν ιδέες παράλογες, παράξενες. Σε ισορροπία με τους παλαιότερους, σε συνεργασία με τη σοφία των παλαιότερων.

Τι θα συνιστούσε νέα πολιτική καλλιτεχνική πρόταση για σένα;

* Παραστάσεις συνδεδεμένες με τα γεγονότα της εποχής τους αλλά με το βλέμμα στο μέλλον. Προτείνοντας νέες καλλιτεχνικές θέσεις και φρέσκους τρόπους αντιμετώπισης των πραγμάτων.

 

Η άσκηση της Τέχνης μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο;

* Το έχω δει να συμβαίνει.

Κρατάς σημειωματάριο ή ημερολόγιο; Αν ναι, τι σημειώνεις;

* Ούτε καν. Όσες φορές έχω προσπαθήσει γράφω για κανα δυο μέρες ό,τι μου κατεβάσει (αστεία πράματα) και μετά τίποτα.

Πόσο σε βοήθησε ως ηθοποιό η εμπειρία σου από την Ομάδα Σημείο Μηδέν;

* Πάρα πολύ. Φυλάσσω σαν κάτι σπάνιο εκείνες τις μέρες και εύχομαι στο μέλλον να συναντηθώ με εξίσου αξιόλογους συνεργάτες.

 

Η μετάφραση είναι μια παράλληλη ασχολία για σένα; Από ποιες γλώσσες μεταφράζεις;

* Η μετάφραση ήρθε πολύ τυχαία. Πράγματι ξεκίνησε σαν μία παράλληλη ασχολία, όμως από νωρίς κατάλαβα ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί ως τέτοια. Απαιτείται επισταμένη μελέτη, έρευνα και ολοκληρωτική αφοσίωση. Μεταφράζω από τα Ιταλικά.

Ποιο έργο ή ποια έργα έχεις μεταφράσει μέχρι τώρα;

* Μοναχά το έργο του Fausto Paravidino «La malattia della famiglia M.» ή αλλιώς «Η ασθένεια της οικογένειας Μ.».

Τι ρόλο παίζει η προσωπικότητα του ηθοποιού κατά τη διάρκεια των δοκιμών μιας παράστασης;

* Καθοριστικό. Για αυτό μπορούμε να δούμε τους ίδιους ρόλους και τα ίδια έργα ξανά και ξανά. Γιατί είναι διαφορετικές κάθε φορά προσωπικότητες που μας κάνουν την πρότασή τους στα πράγματα. Αυτό το «ουδείς αναντικατάστατος» είναι πλάνη και μεγάλο ψέμα. Απλά στη διαμόρφωση της κοινωνίας σήμερα που απευθύνεται στη μάζα τείνει να περιορίζεται ή ακόμα και να εκλείπει η μοναδικότητα του καθενός.

 

Το ταλέντο μετράει περισσότερο για έναν επαγγελματία καλλιτέχνη; Ή η δράση, η εργατικότητα, η αφοσίωση;

* Πιθανολογώ όλα τα παραπάνω σε διαφορετικές ποσοστώσεις.

Η τέχνη -και ειδικά το θέατρο- πόση πειθαρχία χρειάζεται;

* Εξαρτάται κάθε φορά από το βάθος στο οποίο επιλέγεις να διαχειριστείς το υλικό σου.

Η σκηνή είναι τελικά μια χοάνη ενέργειας;

* Ναι. Θεατές, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, φωτιστές… όλων οι ενέργειες συγκεντρώνονται επί σκηνής και δημιουργούν κραδασμούς μοναδικούς κάθε φορά.

Βιώνοντας σήμερα συνθήκες βαθύτατης οικονομικής, ανθρωπιστικής και ηθικής κρίσης στη χώρα και διεθνώς, μπορούμε να μιλάμε για ελευθερία της τέχνης;

* Πιστεύω πως η τέχνη ενέχει την ελευθερία. Είναι αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της. Ακόμα και στις πιο ακραίες συνθήκες θα εκφραστεί. Είναι το λουλούδι που φυτρώνει στο μπετόν.

 

Ποια θεωρείς ότι είναι τα αίτια και οι ρίζες της ρατσιστικής συμπεριφοράς κάποιων εις βάρος ευάλωτων ή ηττημένων συνανθρώπων τους;

* Πιστεύω ότι η έλλειψη παιδείας είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας. Χωρίς αυτή καλλιεργείται φόβος και κατ’ επέκτασιν συμπεριφορές βίας παντός τύπου.

Υπάρχει διάχυτη μια ανθρωπιστική κρίση, η οποία είναι πολύ σοβαρή και όλους μας αφήνει εμβρόντητους. Μετανάστευση, προσφυγιά. Σε ευαισθητοποιούν αυτά τα γεγονότα;

* Πώς θα μπορούσαν να μου περάσουν αδιάφορα; Με σοκάρει αυτή η κατάσταση, με λυπεί. Προσπαθώ να παίρνω θέση στα πράγματα και να την εκφράζω με τα μέσα που έχω. Αυτή η κινητοποίηση είναι η δική μου αντίσταση στον άνθρωπο που οδηγεί τον άνθρωπο σε συνθήκες ντροπής.

Ποιο είναι το δικό σου σύνθημα που θα ήθελες να ακουστεί;

* Go get ‘em tiger.

Οι σωστές επιλογές είναι ένας τομέας που επίσης απαιτεί ταλέντο;

* Σαφείς στόχους απαιτούν οι σωστές επιλογές.

Πώς κρίνεις το μεγάλο αριθμό θεάτρων και παραστάσεων στην Αθήνα;

* Βρίσκω γοητευτική την πολυσχιδή θεατρική πραγματικότητα της Αθήνας. Όμως εξαιτίας αυτής της ανάγκης για έκφραση συχνά αποδεχόμαστε συνθήκες εργασίας απαράδεκτες. Αυτό συχνά έχει ως αποτέλεσμα το επάγγελμα του ηθοποιού να αποκτά ιδιότητες χομπίστα.

Πώς θα ήθελες να είσαι επαγγελματικά, καλλιτεχνικά και προσωπικά σε δέκα χρόνια από τώρα;

* Σαν τον Μπάτμαν. Επιτυχημένος εργένης λεφτάς με μπάτλερ και λίγο επικίνδυνος που όλοι τον αγαπούν και τον χρειάζονται αλλά αυτός έχει πολύ τουπέ και αυτοσεβασμό για να μοιράσει αυτόγραφα στην πλέμπα.

Ποια είναι τα άμεσα θεατρικά σου σχέδια;

* Για την ώρα η παράσταση της «Σαλώμης», μετά βλέπουμε.

Ποιους θαυμάζεις στη λογοτεχνία, στη ζωγραφική, στον κινηματογράφο αλλά και στο θέατρο;

* Διαβάζω με μάτια ορθάνοιχτα τον Τσβάιχ, μ’ αρέσει πάρα πολύ! Μ’ αρέσει ο Καρκαβίτσας, ο Χέμινγουεϊ και η ποίηση του Παντελή Μπουκάλα. Θαυμάζω τον Μονέ και τον Μπος. Τρελαίνομαι να βλέπω ταινίες με υπερήρωες, ιταλικό κινηματογράφο, ενώ στο θέατρο μου αρέσουν οι αρχαίοι Έλληνες τραγωδοί και ο Σαίξπηρ.

 

Πώς θα χαρακτήριζες τη συμπεριφορά των Ελλήνων προς το δημόσιο χώρο;

* Αν και παρατηρώ μεγάλη πρόοδο, νομίζω πως μπορούμε και καλύτερα.

Και πώς κρίνεις τη συμπεριφορά τους προς τα ζώα;

* Επίσης όλο και καλύτερη. Και χαίρομαι που οργανώσεις για την προστασία τους γίνονται όλο και πιο ενεργές σε πείσμα των ανόητων που δεν τα σέβονται.

Μίλησέ μας για τη σχέση σου με τα ζώα! Έχεις κατοικίδιο;

* Τα ζώα τα αγαπάω πολύ, παίζουμε ασταμάτητα μαζί. Δεν έχω κατοικίδιο, όμως ο αδερφός μου έχει τον Ερμή που τον φροντίζω κάθε τόσο και τον κακομαθαίνω. Χαρακτηριστικά ο αδερφός μου μού λέει (όταν μου τον αφήνει και φεύγει για κάποιες μέρες): Μη γυρίσω και το βρω γατί το σκυλί.

  • Οι φωτογραφίες είναι του catisart.gr

«Η Αποστολή: Ανάμνηση από μιαν Επανάσταση». Ομάδα Σημείο Μηδέν. Σκηνοθεσία: Σάββας Στρούμπος. Φωτογραφία: Αντωνία Κάντα

 

 

 

 

 

eirini aivaliwtouΔημήτρης Παπαβασιλείου: Η τέχνη ενέχει την ελευθερία… Είναι το λουλούδι που φυτρώνει στο μπετόν
Περισσότερα

Μελίνα Θεοχαρίδου: Η κρίση έκανε τη γενιά μου πιο δυνατή, πιο εφευρετική, πιο αποφασισμένη, πιο ανεξάρτητη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Επέστρεψε στη χώρα μας και δική της, ύστερα από 14 χρόνια παραμονής στο Λονδίνο για να ερμηνεύσει τον κεντρικό ρόλο στο «Every Brilliant Thing» των Duncan Macmillan – Johnny Donahoe και να μας αιφνιδιάσει. Το μόνο που καταφέραμε να αρθρώσουμε ήταν πως «ναι, πρόκειται για ένα υπέροχο πλάσμα».
Μια άδεια σκηνή, μια ηθοποιός αντιμέτωπη με το κοινό της, ένας μόνο φωτισμός, καμία σκηνική αλλαγή, ταύτιση του κειμένου με την ηλικία και τις εμπειρίες του ηθοποιού και «Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα» πράγματι αποκαλύπτονται, φανερώνοντας τα χρώματα μιας διαδραστικής και απογυμνωμένης κεραυνοβόλας θεατρικής εμπειρίας.
Η Μελίνα Θεοχαρίδου ίσως είναι μια από τις πιο συγκινητικές, άμεσες, ρεαλιστικές και αστείες ηθοποιούς που θα δείτε ποτέ. Έχει το σπάνιο χάρισμα με αξιοθαύμαστη άνεση να αλληλεπιδρά με το κοινό και να το κατακτά. Με το πέρας της παράστασης σας αφήνει με μια αίσθηση χαράς και ορμής για τη ζωή. Ευφυής, λαμπερή, απρόσμενα εμψυχωτική.
Στην παράσταση «Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα» -που αυτή την εποχή περιοδεύει ανά την ελληνική περιφέρεια και πιθανόν κάπου να τη συναντήσετε- η ιστορία ξεκινά το 1992, όταν η ηρωίδα μας είναι 7 χρονών και η μαμά της κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Το κοριτσάκι, θέλοντας να βοηθήσει τη μητέρα του, ξεκινά μια λίστα με όλα τα υπέροχα πράγματα στον κόσμο για τα οποία αξίζει κανείς να ζει. Και όσο περνά ο χρόνος, η λίστα των μικρών στιγμών ευτυχίας μεγαλώνει… Η Μελίνα, σκηνοθετημένη από την Ιόλη Ανδρεάδη, αμέσως ένιωσε να ταυτίζεται με αυτή τη γλυκύτατη ηρωίδα, με αυτό το γεμάτο ζεστασιά παιδί. Αντιμέτωπη με το σκοτάδι, μπήκε αυτόματα στη διαδικασία αναζήτησης του φωτός. Εγχείρημα απαιτητικό, δύσκολο, αλλά λυτρωτικό.
Αυτό που προσφέρει η παράσταση με μεγάλη ευαισθησία, πίσω από το ασυγκράτητο χιούμορ, είναι η σκληρή προσπάθεια ενός παιδιού να κατανοήσει τη ζωή των ενηλίκων και προβληματισμό στη σκιά της κατάθλιψης ενός αγαπημένου προσώπου.

Φωτογραφία: AM Photography

Παράλληλα, φέτος πρωταγωνιστεί στον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου, στο Σύγχρονο Θέατρο, σε σκηνοθεσία κι αυτή τη φορά της Ιόλης Ανδρεάδη. Εκεί υποδύεται ένα χαρακτήρα εκ διαμέτρου αντίθετο, την Αρσινόη, δηλαδή ένα θηλυκό Ταρτούφο. Μια γυναίκα με μεγάλη επιρροή στους κοσμικούς κύκλους της εποχής και υπόδειγμα κοινωνικής υποκρισίας. Πρόσωπο χυδαίο και φθονερό, μασκαρεμένο ωστόσο πάντα με το πέπλο της προσποιητής ευγένειας και της θρησκευτικής ευλάβειας.
Ηθοποιός και σκηνοθέτις, η Μελίνα σπούδασε Γαλλικά και Ιταλικά στο UCL (BA French and Italian, First Class) και υποκριτική, σκηνοθεσία και θεατρολογία στη RADA (Royal Academy of Dramatic Art) και στο King’s College London (MA Text and Performance Studies). Έχει παίξει σε δεκάδες παραστάσεις στο εξωτερικό, ενώ ταυτόχρονα είναι και voiceover artist. Κάνει σπικάζ για παιχνίδια, για video games, για δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές, για μεγάλους οργανισμούς και εταιρείες. Θα αναγνωρίσετε τη φωνή της στο My Little Pony, στο Peaky Blinders του BBC και αλλού. Πρωτίστως όμως αναζητήστε την στο θέατρο…

Μελίνα, θέλεις να μας περιγράψεις μια εικόνα ή ένα γεγονός από την παιδική σου ηλικία;

* Έντεκα χρονών, να παρακολουθώ τη βιντεοκασέτα της ταινίας «My Fair Lady» πλάνο πλάνο, και να δακτυλογραφώ στην γραφομηχανή μου το σενάριο από τους υπότιτλους για να ανεβάσω την παράσταση στο δημοτικό σχολείο με τους συμμαθητές μου!

Ποια ήταν τα παιδικά σου αναγνώσματα και οι πρώτες καλλιτεχνικές σου επιρροές;

* Όταν ήμουν παιδί, ήμουν βιβλιοφάγος. Ρούφαγα τα βιβλία. Θυμάμαι τη μαμά μου να μου σβήνει το φως το βράδυ για να κοιμηθώ, κι εγώ κρυφά κρυφά έβγαζα ένα φαναράκι και συνέχιζα να διαβάζω το βιβλίο μου. Λάτρευα τις ευφάνταστες ιστορίες του Roald Dahl, τα βιβλία της Enid Blyton, τα βιβλία του Τριβιζά, της Φιλίσας Χατζηχάννα… Οι πρώτες θεατρικές μου επιρροές ήταν παραστάσεις παιδικού θεάτρου στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, στη Λευκωσία, όπου μεγάλωσα. Θυμάμαι πολύ έντονα την παράσταση «Το Γαλάζιο Βιολί» με τον Σταύρο Λούρα, μια παράσταση γεμάτη χρώματα και φαντασία…

Φωτογραφία: AM Photography

Ποιοι δάσκαλοι σου άνοιξαν δρόμους;

* Μια δασκάλα μου στο Δημοτικό, η κυρία Ιωάννα, που είδε πόσο αγαπούσα τα βιβλία, και ξεκίνησε να μου φέρνει δικά της με τη σέσουλα! Θυμάμαι στοίβες ολόκληρες στο δωμάτιό μου… Μετά, στο γυμνάσιο, η κυρία Μάρω Πολυδώρου, που μου εμπιστεύτηκε και με σκηνοθέτησε σε πρωταγωνιστικούς ρόλους σε σχολικές παραστάσεις. Εκείνες οι εμπειρίες πάνω στη σχολική σκηνή, με έκαναν να αποφασίσω να πάρω τον δρόμο της υποκριτικής.

Πέρυσι μας πρόσφερες μια μοναδική εμπειρία με την παράσταση «Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα» των Ντάνκαν Μακμίλαν και Τζώνυ Ντόναχο, σε σκηνοθεσία Ιόλης Ανδρεάδη. Ποια είναι η πορεία της παράστασης; Υπάρχει περίπτωση να την ξαναδούμε στην Αθήνα;

* Και για μένα ήταν, και συνεχίζει να είναι, μια μοναδική εμπειρία αυτή η παράσταση. Ξεκινήσαμε από το Θέατρο του Νέου Κόσμου πέρυσι, είχαμε μια απίστευτα θερμή υποδοχή και από το κοινό και από το σύνολο των κριτικών που έγραψαν για την παράσταση, και σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται προτάσεις από όλη την Ελλάδα και την Κύπρο… Παρατείναμε τις παραστάσεις στο Θέατρο του Νέου Κόσμου μετά το Πάσχα, παρουσιάσαμε την παράσταση στην Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Bob Festival στο Φεστιβάλ Αθηνών, και ξεκινήσαμε περιοδεία: Ηράκλειο, Πρέβεζα, Κύπρος, Σαντορίνη, Δραπετσώνα, Ρέθυμνο, Χανιά και επιστροφή για δεύτερη φορά στο Ηράκλειο… Φέτος, τον Φλεβάρη, επιστρέψαμε ξανά και στην Αθήνα, στο Tempus Verum αυτή τη φορά, και τώρα έχουμε ξεκινήσει δεύτερη περιοδεία – έχουμε ήδη επισκεφτεί τα Γιάννενα και τη Σύρο, την επόμενη εβδομάδα θα είμαστε Θεσσαλονίκη (σ.σ.: θέατρο «Αθήναιον» – 14, 15, 16 και 17 Μαΐου 2018) και προσεχώς θα ανακοινώσουμε κι άλλους σταθμούς. Μου έχει δώσει τεράστια χαρά και δύναμη η ανταπόκριση του κόσμου σε αυτή την παράσταση. Όσο για το αν θα επιστρέψουμε στην Αθήνα για τρίτη φορά… Αυτό δεν το γνωρίζω ακόμη, αλλά μακάρι!

Μισάνθρωπος. Φωτογραφία: Νίκος Πανταζάρας

 

Πώς είναι να συνεργάζεσαι με την Ιόλη Ανδρεάδη;

* Υπέροχο. Η συνεργασία μας με την Ιόλη είναι η μακροβιότερη συνεργασία μου στο θέατρο. Ήμασταν μαζί στο μεταπτυχιακό στη RADA (Royal Academy of Dramatic Art) στο Λονδίνο, πριν από 10 χρόνια ακριβώς. Έκτοτε, έχουμε συνεργαστεί πολλές φορές – στην παράσταση «Δεν τον περίμεναν», που παρουσιάστηκε στο Λονδίνο και στην Αθήνα το 2010 και ξανά το 2011, στο «Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα», και φέτος πάλι στον «Μισάνθρωπο», που παρουσιάζεται τώρα στο Σύγχρονο Θέατρο, στην Αθήνα, μέχρι τις 10 Ιουνίου. Η Ιόλη έχει μια πρωτότυπη σκηνοθετική ματιά, βαθιά γνώση του αντικειμένου και ευαισθησία – ένας συνδυασμός ικανοτήτων σπάνιος. Είναι πρόκληση και απόλαυση να συνεργάζεσαι μαζί της.

Φέτος παίζεις στο «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου. Τι έχεις να μας πεις για την εμπειρία αυτής της παράστασης;

* Ένα κείμενο – στολίδι, σε μια εξαιρετική έμμετρη μετάφραση και διασκευή, μια πολύ δυνατή και εμπνευσμένη σκηνοθετική προσέγγιση και μια καταπληκτική ομάδα ηθοποιών και συνεργατών. Είναι μεγάλη η χαρά που βρίσκομαι σε αυτή την παράσταση – και καλλιτεχνικά μου δίνει μεγάλη ικανοποίηση και νιώθω ότι με έχει ωθήσει να ακονίσω τα κωμικά μου εργαλεία, και περνώ και πολύ όμορφα με αυτή την ομάδα ανθρώπων.

Μισάνθρωπος. Φωτογραφία: Νίκος Πανταζάρας

Τι χαρακτήρας είναι η Αρσινόη που υποδύεσαι;

* Είναι μια γυναίκα που έχει έναν πολύ ισχυρό κώδικα ηθικής, τον οποίο όμως επιβάλλει επιλεκτικά μόνο στους άλλους – ποτέ στον εαυτό της. Αντιδρά επιθετικά σε ό,τι εκλαμβάνει σαν απειλή και δεν διστάζει να καταστρέψει κάποιον που δεν εκτιμά για να πάρει αυτό που θέλει. Αποζητά απελπισμένα τον έρωτα του Άλκηστου, και προσπαθεί να διαβάλει την αντίζηλό της, τη Σελιμένη, με κάθε τρόπο, για να τη βγάλει από τη μέση. Όλες όμως οι προσπάθειές της καταλήγουν να είναι αυτοκαταστροφικές καθώς εξευτελίζεται τελικά μπροστά στα μάτια του Άλκηστου και του κοινωνικού της περίγυρου.

Υπήρξε ποτέ κάτι που να σε δυσκόλεψε σε μια παράσταση;

* Βέβαια, κάθε ρόλος έχει διαφορετικές προκλήσεις. Στο «Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα», λόγω της διαδραστικής φόρμας, ήταν το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού —πρέπει ανά πάσα στιγμή να διαχειρίζεσαι τις απρόβλεπτες αντιδράσεις του κοινού. Στον «Μισάνθρωπο», ήταν ο ίδιος ο ρόλος που είναι κόντρα στον δικό μου χαρακτήρα και έπρεπε να βρω τρόπο να διεισδύσω σε αυτή τη νοοτροπία, να την καταλάβω, για να την αποδώσω πιστευτά.

Από την ταινία «A strange connection». Φωτογραφία: Luigi Petro

Πώς βρέθηκες να εργάζεσαι ως ηθοποιός και σκηνοθέτις στο Λονδίνο;

* Πήγα στο Λονδίνο στα 19 μου για σπουδές – αρχικά στα Γαλλικά και Ιταλικά, και μετά στο Θέατρο. Μετά το μεταπτυχιακό μου, άρχισα να εργάζομαι σαν ηθοποιός, σκηνοθέτις, μεταφράστρια, και για πολλά χρόνια και σαν επιμελήτρια βιβλίων για το θέατρο. Την αγάπησα αυτή την πόλη, έκανα φίλους αγαπημένους που είναι σαν οικογένειά μου, και κάπως έτσι έμεινα…

Ποια είναι η θέση του ηθοποιού στην Αγγλία σε σχέση με την Ελλάδα;

* Στην Αγγλία πρακτικά ο ηθοποιός είναι πιο εξασφαλισμένος όταν δουλεύει σε θέατρα και εταιρείες παραγωγής που τηρούν τους κανόνες της συντεχνίας ηθοποιών, του Equity. Όλα τα μεγάλα θέατρα και εταιρείες παραγωγής στην Αγγλία τηρούν αυτούς τους κανόνες. Υπάρχει επίσης περισσότερη στήριξη από την πολιτεία σε μορφή επιχορηγήσεων – αν και τα τελευταία χρόνια συρρικνώνεται δυστυχώς, παραμένει σημαντική.
Στην Ελλάδα, ο ηθοποιός δυστυχώς είναι πολύ πιο εκτεθειμένος γιατί δεν υπάρχουν κοινά αποδεκτοί κανόνες. Και φυσικά υπάρχει πολύ λιγότερη επιχορήγηση από την πολιτεία. Από την άλλη, η υπόσταση του ηθοποιού εδώ στα μάτια του κόσμου έχει μια διαφορετική αύρα. Ο ηθοποιός θεωρείται τελετουργός, έχει κάτι το ιερό αυτό το επάγγελμα στη συνείδηση του κόσμου, που είναι πολύ όμορφο.

Από την ταινία «Somewhere New»

 

Στον κύκλο σου, καλλιτεχνικό και κοινωνικό, ποιες εθνικότητες υπάρχουν;

* Στο Λονδίνο ο κύκλος μου αντανακλά την πολυπολιτισμικότητα της πόλης – Άγγλοι, Ισπανοί, Ιταλοί, Βούλγαροι, Αμερικανοί, μια φίλη από τη Χιλή, μια άλλη από την Αυστραλία, μια άλλη από το Μεξικό, μια άλλη από την Ελβετία και φυσικά Έλληνες και Κύπριοι!

Ποια θεωρείς ότι είναι τα αίτια και οι ρίζες της ρατσιστικής συμπεριφοράς κάποιων ανθρώπων εις βάρος ευάλωτων ή ηττημένων συνανθρώπων τους;

* Πολλές φορές η έλλειψη παιδείας, η έλλειψη δηλαδή κριτικής σκέψης όσον αφορά αυτά που ακούνε γύρω τους. Άλλες φορές είναι μια νοοτροπία συνειδητά φασιστική – πιστεύουν δηλαδή στην ανωτερότητα της δικής τους φυλής. Είναι πολύ δύσκολο να πείσεις κάποιον που δεν πιστεύει στην ισότητα σαν φιλοσοφική και πρακτική στάση ζωής, ότι ο συνάνθρωπός του έχει τα ίδια δικαιώματα μ’ αυτόν. Πρέπει να γίνει μια συνειδητή προσπάθεια σε επίπεδο πολιτείας, εκπαίδευσης, αλλά και της κάθε κοινότητας ούτως ώστε να προωθείται και στον λόγο και στην πράξη η ισότητα, η καλοσύνη, η ευσπλαχνία.

«Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα». Φωτογραφία: Πάνος Μιχαήλ

Εκτός από ηθοποιός και σκηνοθέτις, είσαι και voiceover artist. Θέλεις να μας μιλήσεις για αυτή την ειδικότητα;

* Κάνω σπικάζ για παιχνίδια (όπως το My Little Pony), για video games (πρόσφατα για ένα μεγάλο AAA video game που θα ανακοινωθεί το 2019), για τηλεοπτικές σειρές (όπως το Peaky Blinders της BBC), για οργανισμούς (όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή) και εταιρείες (όπως η Microsoft, η Ernst & Young, η Iberia). Χρειάζεται ειδική τεχνική για τα σπικάζ και ο βαθμός δυσκολίας πολλές φορές είναι μεγάλος γιατί οι παράγοντες που πρέπει να λάβεις υπόψη σου σε μια ηχογράφηση είναι πολλοί. Είναι μια ευχάριστη πρόκληση όμως και πολλές φορές διασκεδαστική!

Έχεις παίξει και σε αρκετές κινηματογραφικές ταινίες. Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στην κινηματογραφική και τη θεατρική εμπειρία;

* Ο κινηματογράφος απαιτεί συγκρατημένη κίνηση, το εύρος της οποίας πρέπει να προσαρμόζεται σε κάθε πλάνο, και μια εντελώς ρεαλιστική, φυσική εκφορά λόγου. Η προσέγγιση ενός ρόλου δεν αλλάζει σε σύγκριση με το θέατρο, αλλά αλλάζει αισθητά το πώς χρησιμοποιείς το σώμα σου και τη φωνή σου – είναι άλλη «φόρμα». Έχει μεγάλο ενδιαφέρον για μένα αυτό, και ο κινηματογράφος είναι κάτι που έχω την πρόθεση να εξερευνήσω περισσότερο σαν ηθοποιός.

«Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα». Φωτογραφία: Πάνος Μιχαήλ

Πώς θα χαρακτήριζες τους καλλιτέχνες της γενιάς σου;

* Σκληραγωγημένους. Οι καλλιτέχνες της γενιάς μου βγήκαν στο επάγγελμα μόλις έσκασε η κρίση, και εδώ στην Ελλάδα αλλά και στην Αγγλία. Μάθαμε λοιπόν να τα βγάζουμε πέρα σε μια εποχή όπου οι δουλειές είναι ακόμα λιγότερες και οι μισθοί ακόμα χειρότεροι, σε ένα επάγγελμα που ούτως ή άλλως ποτέ δεν φημιζόταν για τη σταθερότητά του. Αυτό μας έκανε πιο δυνατούς, πιο εφευρετικούς, πιο αποφασισμένους, πιο ανεξάρτητους.

Τι γνώμη έχεις για τον πειραματισμό;

* Ο πειραματισμός είναι αναγκαίος για να προχωρά η τέχνη μας, για να μένει πάντα επίκαιρη, για να συμβαδίζει με τις ανάγκες της κάθε εποχής. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι «φόρμες» θεάτρου είναι κατ’ ανάγκην καινούργιες — πολλές φορές γίνεται ανακύκλωση μιας φόρμας από το παρελθόν, που ξαφνικά ταιριάζει ξανά στα δεδομένα της εποχής και φαντάζει πειραματική. Άλλες φορές η θεατρική τέχνη εξερευνά πλαίσια και όρια που όντως δεν φαίνεται να έχει ξαναερευνήσει. Πολλά πειράματα αποτυγχάνουν, άλλα όμως αποκαλύπτουν διαμάντια. Όλη αυτή η διαδικασία είναι αναγκαία πιστεύω, για να μένει η τέχνη ζωντανή.

«Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα». Φωτογραφία: Πάνος Μιχαήλ

Πόση απογοήτευση γεννά η εποχή μας;

* Πολλή. Και πολλές φορές αβάσταχτη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα βάζουμε κάτω. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να θυμόμαστε ότι υπάρχουν και υπήρξαν και πολύ χειρότερες εποχές. Παρά τη φτώχεια και τις δυσκολίες, δεν ζούμε σε εμπόλεμη ζώνη. Επίσης, ζούμε στην εποχή της σύγχρονης ιατρικής, όπου o μέσος όρος ζωής είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Η απογοήτευση είναι ένα συναίσθημα που σε σπρώχνει να είσαι παθητικός, να παραδίδεις τα όπλα. Αντίθετα, πρέπει να εστιάσουμε στα θετικά, και παράλληλα να παλέψουμε για ένα καλύτερο αύριο.

Πώς θα ήθελες να είσαι επαγγελματικά, καλλιτεχνικά και προσωπικά σε δέκα χρόνια από τώρα;

* Δεν ξέρω σε ποια χώρα θα είναι η βάση μου, αλλά θα ήθελα να ταξιδεύω από χώρα σε χώρα με παραστάσεις, ταινίες, δουλειές που με εμπνέουν και με ιντριγκάρουν. Προσωπικά, εύχομαι να είμαι καλά στην υγεία μου, να είμαστε μαζί και αγαπημένοι με τον σύντροφό μου, με την οικογένειά μου και με τους φίλους μου.

«Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα». Φωτογραφία: Πάνος Μιχαήλ

Πώς είναι η καθημερινότητά σου στην Aθήνα και πώς στο Λονδίνο;

* Στην Αθήνα, επειδή έρχομαι ειδικά για περιόδους παραστάσεων, είναι πολύ γεμάτη. Γεμάτη πρόβες, παραστάσεις και οργάνωση παραστάσεων που έρχονται. Στο Λονδίνο, αν δεν είμαι σε περίοδο παραστάσεων είναι πιο χαλαρή. Δουλεύω κατά τη διάρκεια της ημέρας, πάνω σε καινούργιες δουλειές που ετοιμάζω, αλλά έχω χρόνο για μένα τα βράδια και τα Σαββατοκύριακα, για εξόδους με φίλους, θέατρο, σινεμά, βιβλία…

Μίλησέ μας για τα προσεχή σου σχέδια!

* Αυτή τη στιγμή προσθέτουμε κι άλλους σταθμούς στην περιοδεία μας με «Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα», κάτι που χαροποιεί ιδιαίτερα και που θα ανακοινώσουμε σύντομα. Κατά τ’ άλλα με την επιστροφή μου στο Λονδίνο το καλοκαίρι, θα αφοσιωθώ σε δύο καινούργιες δουλειές που θέλω να σκηνοθετήσω στην Αγγλία. Και φυσικά θα δω και τι άλλο θα προκύψει στη σφαίρα της υποκριτικής.

Σε τι θα έλεγες ασυζητητί «όχι».

* Σε θεατρικό έργο ή σενάριο που ενστερνίζεται ή προωθεί απόψεις, ιδεολογίες, που έρχονται ενάντια με τα δικά μου πιστεύω.

«Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα», Σύρος. Θέατρο Απόλλων. Φωτογραφία: Αντώνης Μπούμπας

 

Τι πιστεύεις ότι πρόκειται να δει και να ζήσει η γενιά σου;

* Καλύτερες εποχές. Ελπίζω. Με ένα κοινωνικό κράτος πιο δυνατό, που βοηθάει ουσιαστικά όποιους έχουν δυσκολίες, να ορθοποδήσουν. Με μια κοινωνία που αποδέχεται τη διαφορετικότητα, παντός είδους, μια κοινωνία στην οποία οι γυναίκες έχουν πραγματική ισότητα, μια κοινωνία στην οποία ο «ξένος» δεν εκλαμβάνεται σαν απειλή, ασχέτως της εθνικότητάς του. Με έναν κόσμο που σέβεται τον πλανήτη μας, τη φύση, την αξία της ανθρώπινης ζωής.

Τι απολαμβάνεις;

* Στιγμές ξεγνοιασιάς με φίλους και με την οικογένειά μου. Μια εμπνευσμένη παράσταση. Ένα τραγούδι γεμάτο ψυχή. Και σοκολάτα γάλακτος με φουντούκια!

***

Η Μελίνα Θεοχαρίδου είναι ηθοποιός και σκηνοθέτις. Σπούδασε Γαλλικά και Ιταλικά στο UCL (BA French and Italian, First Class) και υποκριτική, σκηνοθεσία και θεατρολογία στη RADA και στο King’s College London (MA Text and Performance Studies). Ως ηθοποιός έχει λάβει μέρος σε παραστάσεις στο Lyric Hammersmith Studio, BAC, Watford Palace Theatre, Hospital Club και Yard Theatre στο Λονδίνο, στο Forest Fringe Festival στο Εδιμβούργο και στο Θέατρο Αθηναΐς στην Αθήνα. Έχει παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στις ταινίες Somewhere New, Tough Love και A Strange Connection. Έχει δανείσει επίσης τη φωνή της σε δεκάδες voiceover στα Ελληνικά, Αγγλικά και Ιταλικά για τηλεοπτικές σειρές (Peaky Blinkders, BBC), παιχνίδια (Το Μικρό μου Πόνυ, Hasbro) και σειρές μαθημάτων ξένων γλωσσών (Learn Greek, Hodder & Stoughton) μεταξύ άλλων. Ως σκηνοθέτις και δραματολόγος, η Μελίνα δουλεύει με συγγραφείς πάνω σε νέα έργα. Έχει σκηνοθετήσει τις παγκόσμιες πρεμιέρες Ο Σωκράτης και τα Σύννεφα (Jermyn Street Theatre, Λονδίνο), Live and Unplugged (Shaw Theatre και Hospital Club, Λονδίνο και Södra Teatern, Στοκχόλμη), Princess (Kulturhuset, STOFF, Στοκχόλμη) και Έναρξις (Σατιρικό Θέατρο, Λευκωσία). Είναι μέλος του προγράμματος Directors Lab του Lincoln Center Theater στη Νέα Υόρκη. Η Μελίνα εργάστηκε επίσης σαν βοηθός του Master of Text στο Shakespeare’s Globe και μετέφρασε τον Αίαντα του Σοφοκλή από τα Αρχαία Ελληνικά στα Αγγλικά για το Donmar Warehouse στο Λονδίνο. Επιπλέον, για χρόνια εργάστηκε ως επιμελήτρια εκδόσεων στον εκδοτικό οίκο θεατρικών βιβλίων Oberon Books. www.melinatheo.com

***

«Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα»

Θέατρο Αθήναιον | Σκηνή Β
Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 35

Θεσσαλονίκη | Τηλέφωνο: 231 – 083.2060 | www.theatroathinaion.gr
Δευτέρα 14 – Πέμπτη 17 Μαΐου | Ώρα 9 μ.μ.
Διάρκεια: 90 λεπτά

Εισιτήρια: Στο viva.gr, στο 11876, και στα καταστήματα, Seven Spots, Reload, Mediamarkt, Ευρυπίδης-Βιβλιοπωλεία, Αθηνόραμα, Yoleni’s

 

 

  • Αρχική φωτογραφία: Μελίνα Θεοχαρίδου. Πορτρέτο. Φωτογραφία: Χρίστος Παναγίδης
eirini aivaliwtouΜελίνα Θεοχαρίδου: Η κρίση έκανε τη γενιά μου πιο δυνατή, πιο εφευρετική, πιο αποφασισμένη, πιο ανεξάρτητη
Περισσότερα

Μπέττυ Βακαλίδου: Μόνο αγαπησιάρικες στιγμές κρύβω στα συρτάρια της μνήμης μου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Τη συνάντησα για πρώτη φορά περίπου στις αρχές του 1980, όταν προσκεκλημένη του αείμνηστου δασκάλου Σταύρου Απέργη έδωσε μια συνέντευξη σε σπουδαστές δημοσιογραφίας ανάμεσα στους οποίους ήμουν κι εγώ, στο Εργαστήρι Δημοσιογραφίας. Ήδη είχε κυκλοφορήσει με επιτυχία το πρώτο αυτοβιογραφικό της βιβλίο και το είχα αμέσως διαβάσει. Επίσης είχε προβληθεί και η ταινία του Δημήτρη Σταύρακα, βασισμένη στο βιβλίο της με πρωταγωνίστρια την ίδια. Μια ταινία που τάραξε τα νερά. Ένας θρύλος είχε γεννηθεί.
Στέκει μπροστά μας ευθυτενής. Σαν λευκό περιστέρι περιτριγυρισμένο από περίεργα βλέμματα. Λεπτή, κομψή, με το φως του χειμωνιάτικου απογεύματος να φωτίζει τη γυναικεία της αξιοπρέπεια. Τα χέρια εκφραστικά, να ανοίγουν συγκεντρώνοντας σκέψεις κι ύστερα γρήγορα να μαζεύονται, σαν πληγή που κλείνει. Μια νέα γυναίκα που ξέρει να ζυγίζει, να σκέφτεται, να μετρά, να στοχάζεται, να εκτιμά, να αποφασίζει, σκέφτηκα. Να αναλαμβάνει δεσμεύσεις οριστικές, μη αναστρέψιμες, αμετάκλητες. Μακριά από ημίμετρα, μικροψυχίες, αξιοκαταφρόνητα ψέματα, κοινότοπες αλήθειες και ευτελείς παρηγοριές. Ειλικρινής και ανεπιτήδευτη, χαλκέντερη και χαμογελαστή, έντιμη και συνετή μιλά για τη ζωή της και για τον αγώνα της να κερδίσει το αναφαίρετο δικαίωμα να είναι αυτό πού εκείνη διάλεξε για τον εαυτό της. Αρχοντική, ευγενής, επιβλητική, σοβαρή, περήφανη, υπέροχα σεμνή. Μια κυρία, μια ιέρεια. Έτσι την είδα.

Η Μπέττυ Βακαλίδου είναι ο ορισμός του θαρραλέου ανθρώπου, του ανθρώπου «των ερωτήσεων και των απαντήσεων», ο οποίος έχει την ευφυΐα να επιβάλλει ένα πνεύμα ξεχωριστό, να οικοδομεί σχέσεις αλλά και να υπερασπίζεται ελεύθερα τις δικές του αρχές. Του ανθρώπου που μας αγγίζει βαθιά, που απέδειξε ότι παρά τις αντιξοότητες μπορεί να κερδίσει την εμπιστοσύνη των άλλων, μπορεί να αναλάβει δεσπόζουσα θέση στην κοινωνία. Με αυτενέργεια και αυτογνωσία, ισορροπία και αυτοεκτίμηση, συναισθηματικότητα και γνώση της ιστορικότητας του ρόλου της.
Πέρυσι την είδα στο πλευρό του Αλέκου Συσσοβίτη στα «αμάραντα», μια κωμωδία της bijoux de kant σε κείμενα Παύλου Μάτεσι – Γλυκερίας Μπασδέκη και σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη, στο «Faust». Εντυπωσιακά λιτή, δωρική και μεταφυσική, διαχρονική και πάλλουσα, έδωσε τα ερμηνευτικά της διαπιστευτήρια.
Από το τέλος του μήνα θα υποδύεται τον ανδρόγυνο Τειρεσία στον «Οιδίποδα Τύραννο», που σκηνοθετεί ο Χρήστος Σουγάρης στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου.
Μια κυρία των μέσα μας ανέμων, που ξέρει να μας οδηγεί στο δικό της κόσμο, το λαμπερό, τον πληγωμένο, τον ριψοκίνδυνο, τον κόσμο των αγαπησιάρικων στιγμών.

«Οιδίπους Τύραννος», Τειρεσίας

Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα και οι πρώτες σας καλλιτεχνικές ανησυχίες, κα Βακαλίδου;

* Το 1966, όταν η οικογένειά μου μ’ έκλεισε στο αναμορφωτήριο κατά κάποιο μαγικό τρόπο βρήκα μία διέξοδο στο διάβασμα. Μία κοινωνική λειτουργός του ιδρύματος που με συμπαθούσε πολύ μου έφερνε από τη σπίτι της Καζαντζάκη, Μυριβήλη, Τσίρκα, Σαγκάν, Μπαλζάκ, Ντοστογιέφσκι κι άλλους πολλούς κλασικούς. Τα διαβάσματα αυτά με βοηθούσαν να δραπετεύω από τη «σκοτεινιά» του αναμορφωτηρίου. Στο λογιστήριο δούλευε ο Πάνος Κοντέλης, πολύ γνωστός σεναριογράφος του ελληνικού κινηματογράφου τότε. Μου έδινε προσκλήσεις και όταν έβγαινα με άδειες, μπόρεσα να παρακολουθήσω πολλές ελληνικές ταινίες της εποχής.

Κοιτώντας πίσω, παρά τις περιπέτειες και τα βάσανα που περάσατε, νιώθετε τυχερή;

* Αντίθετα, νιώθω πάρα πολύ άτυχη και μόνον έτσι μπορεί να αισθάνεται ένα παιδί που το διώχνει η οικογένειά του κι η τοπική κοινωνία όπου μεγάλωνε και βρίσκεται μόνο του, σε ηλικία 15 ετών, στο χάος της Αθήνας. Δύσκολο να μιλάμε για τύχη.

«Πρόσωπα φυσικά και αλλόκοτα»

Δικαιωμένη νιώθετε για τις αποφάσεις και τις επιλογές σας;

* Το μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά είναι πως όλες οι αποφάσεις κι επιλογές που έκανα στη ζωή μου, ανήκουν αποκλειστικά σε μένα. Για ό,τι έκανα ή τελικά δεν έκανα είμαι η μόνη υπεύθυνη και ναι, αισθάνομαι δικαιωμένη για όλες μου τις επιλογές.

Πώς πιστεύετε ότι θα ήταν η ζωή σας τώρα, αν στα 15 σας χρόνια δεν είχατε την τόλμη να φύγετε από την Αλεξανδρούπολη;

* Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή μου αν έμενα στη γενέτειρά μου. Σίγουρα θα ήταν διαφορετική, το καλύτερη ή χειρότερη δεν είναι δυνατό να το ξέρω.

Ποιοι άνθρωποι που συναντήσατε φώτισαν το δρόμο σας;

* Κανείς, από ανθρώπους. Το δρόμο μου φώτισαν τα όποια διαβάσματά μου, οι εμπειρίες, οι επιτυχίες κι οι αποτυχίες μου.

«Πρόσωπα φυσικά και αλλόκοτα». Με την Ντίνα Κώνστα

Για πρώτη φορά παίξατε στο θέατρο πλάι στην Ντίνα Κώνστα, στο έργο του Giuseppe Patroni Griffi «Πρόσωπα φυσικά και αλλόκοτα», σε σκηνοθεσία Γιάννη Διαμαντόπουλου. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;

* Ύστερα από τηλεφώνημα του Γιάννη Διαμαντόπουλου. Με «ανακάλυψε» μετά την ταινία του Σταύρακα και την κυκλοφορία των δύο μου βιβλίων. Ο άνθρωπος αυτός «με πήρε από το χέρι», δείχνοντάς μου μεγάλη αγάπη και υπομονή.

«Πρόσωπα φυσικά και αλλόκοτα». Το πρόγραμμα

Θα σας αναφέρω μερικά ονόματα και, αν θέλετε, να τα σχολιάσετε:

* Ντίνα Κώνστα: μου δίδαξε πράγματα για το θέατρο που δεν ξεχνώ ποτέ. Το κυριότερο, να παίζω με την ίδια ζέση, ακόμα κι αν στην πλατεία βρίσκονται μόνο πέντε άτομα…
* Πάνος Κούτρας: πραγματικά ένας πολύ μεγάλος σκηνοθέτης…
* Αλέκος Συσσοβίτης: ο αδελφός που θα ήθελα να είχα. Ντόμπρος, συνεπής, αγαπησιάρης…
* Γιάννης Σκουρλέτης: είναι μεγάλη εμπειρία για κάποιον να συνεργαστεί έστω και μία φορά με το εικαστικό σύμπαν του Γιάννη Σκουρλέτη…
* Γλυκερία Μπασδέκη: ποιήτρια-αερικό, ένα ξωτικό που σε βάζει με τους τρυφερούς της στίχους στο δικό της όνειρο…

Ποια ήταν η αίσθηση από τη γνωριμία σας με τον μύθο Ζαν Ζενέ;

* Όσες μέρες συναναστράφηκα τον Ζαν Ζενέ αισθανόμουν ότι δεν πατούσα στη γη. Υπήρξε ένας θεός της παραβατικότητας και της λογοτεχνίας.

Ο Δημήτρης Φουρλής στο έργο «Μπέττυ» της Ελισάβετ Βακαλίδου.

 Παίζετε στον «Οιδίποδα Τύραννο», που θα παρουσιαστεί από τις 23 Μαΐου 2018 στο «Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου». Πώς νιώθετε να σας καθοδηγεί ένας νέος αλλά ήδη καταξιωμένος σκηνοθέτης όπως ο Χρήστος Σουγάρης;

* Αξίζει ν’ αναφέρω ότι μεταξύ των προτάσεων που μου έγιναν διάλεξα αυτή του Χρήστου Σουγάρη για την ευθύτητά του. «Θέλω να συνεργαστούμε και θέλω μία απάντησή σου εδώ και τώρα!» μου είπε, κοιτώντας με στα μάτια. Νιώθω πολύ ευτυχής που συνεργαζόμαστε γιατί είναι ένας σκηνοθέτης που ξέρει τι θέλει και αυτό ζητάει με σαφήνεια από τους ηθοποιούς του.

Ήταν εύκολη η ένταξη στο θίασο και η συνύπαρξη με τόσο διαφορετικούς καλλιτέχνες – ηθοποιούς;

* Η ταραχώδης ζωή μου με έχει προικίσει με κάποιο είδος χαμαιλεοντισμού. Αλίμονο αν δεν μπορούσα να ενταχθώ και να συνεργαστώ με αυτούς τους σεμνούς κι εξαίρετους ηθοποιούς της ομάδας του Οιδίποδα.

Σκηνή από την ταινία «Μπέττυ» του Δημήτρη Σταύρακα

Ο Τειρεσίας που υποδύεστε αποτελεί ένα από πλέον αινιγματικά πρόσωπα που εμφανίστηκαν στην αρχαία Ελλάδα. Ο τυφλός και αμφίφυλος άνθρωπος, γνώριζε την αλήθεια και ήξερε ότι η περιέργεια του Οιδίποδα θα προκαλούσε μια τρομακτική απάντηση την οποία ο βασιλιάς της Θήβας δεν περίμενε και δεν θα έπρεπε να ξέρει. Πώς προσεγγίζετε το ρόλο;

* Ακολουθώ πιστά τις οδηγίες του σκηνοθέτη. Ας μου επιτραπεί να μην αποκαλύψω ακόμα τους λεπτούς χειρισμούς ερμηνείας του ρόλου αυτού.

Υπάρχει κάτι που σας κάνει να ταυτίζεστε με τον Τειρεσία;

* Εκτός από το ότι έχω ζήσει 34 χρόνια ως άντρας και άλλα 34 ως γυναίκα, έχω αναπτύξει κι ένα ένστικτο με το οποίο, ως επί το πλείστον, αντιμετωπίζω τη ζωή και τους ανθρώπους.

«Αμάραντα»

Ο Τειρεσίας συμβουλεύει τον Οιδίποδα «μη ρωτάς». Το «μη ρωτάς» είναι για κάποιους κι ένας τρόπος ζωής;

* Αυτό παραπέμπει κάπως στο «Πίστευε και μη ερεύνα», εγώ όμως είμαι άνθρωπος των ερωτήσεων και των απαντήσεων κι έτσι πορεύτηκα στη ζωή μου.

Η άγνοια προκαλεί ευτυχία;

* Η άγνοια θεωρώ ότι είναι μία μορφή αναπηρίας και δε θα ήθελα να ζούσα μέσα σ’ αυτήν.

«Αμάραντα». Αλέξανδρος Παπαϊωάννου, Μαρία Πανουργιά, Αλέκος Συσσοβίτης, Μπέττυ Βακαλίδου

Η άσκηση της τέχνης μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο;

* Ω, ναι, σίγουρα! Αν κρίνω εξ ιδίων, μπορεί να μη με άλλαξε ριζικά αλλά σίγουρα με βελτίωσε σημαντικά ως άνθρωπο.

Τι σας δημιουργεί αποστροφή στην ειδησεογραφία των ημερών;

* Κάνοντας πάντα μία δεύτερη ανάγνωση στην καθημερινή ειδησεογραφία, ανακαλύπτω ψέματα, λοβιτούρες και λαμογιά.

«Αμάραντα»

Ποια θεωρείτε ότι είναι τα αίτια και οι ρίζες της ρατσιστικής συμπεριφοράς κάποιων ανθρώπων εις βάρος ευάλωτων ή ηττημένων συνανθρώπων τους;

* Θεωρώ ότι τα 400 χρόνια οθωμανικής σκλαβιάς ευθύνονται για πολλά από τα δεινά και τα χαρακτηριστικά που κατατρύχουν τη φυλή μας. Προσωπικά πάντως έχω περισώσει αισθήματα συμπόνιας και συντριβής απέναντι σε ευάλωτους/ηττημένους συνανθρώπους μου.

Πώς νιώθετε που νέοι άνθρωποι σήμερα στην κοινωνία μας δεν μπορούν να βρουν εύκολα την ευκαιρία τους;

* Καλά θα κάνουν ν’ αναζητήσουν ευκαιρίες φεύγοντας από την Ελλάδα, αρνούμενοι μία χώρα που δε φροντίζει τα παιδιά της.

Πώς βλέπετε το γεγονός πως ώριμοι άνθρωποι βιώνουν σήμερα μια καθημερινή ανασφάλεια, η οποία είναι πέραν του φυσιολογικού και δεν μπορούν να δρέψουν τους καρπούς των κόπων του βίου τους;

* Να προσέχουν τι ψηφίζουν.

«Αμάραντα». Αλέξανδρος Παπαϊωάννου, Μπέττυ Βακαλίδου, Μαρία Πανουργιά, Αλέκος Συσσοβίτης

Κρατάτε σημειωματάριο ή ημερολόγιο; Αν ναι, τι σημειώνετε;

* Το ημερολόγιο καταγράφεται καθημερινά στον «σκληρό δίσκο» του εγκεφάλου μου. Παρ’ όλα αυτά κρατώ και κάποιες σημειώσεις γιατί ετοιμάζω το τρίτο μου βιβλίο.

Τι να υποθέσουμε πως κρύβετε στα συρτάρια σας;

* Δεν κρύβω σκελετούς μικρούς ή μεγάλους ούτε στα συρτάρια μου, ούτε στις ντουλάπες μου. Μόνο αγαπησιάρικες στιγμές στα συρτάρια της μνήμης μου.

Τι αποτελεί πρόκληση για σας και τι σας φοβίζει;

* Είναι καθημερινή πρόκληση για μένα η αξιοπρεπής επιβίωση, η διατήρηση της ψυχικής και πνευματικής μου ισορροπίας. Αντίθετα με φοβίζουν η ασθένεια και ο θάνατος.

Υπάρχουν πράγματα που μπορούν να σας οδηγήσουν να χάσετε την υπομονή σας;

* Βεβαίως… Η ασυνέπεια, το ψέμα και η αχαριστία.

 

Τι μπορεί να σας κάνει να δακρύσετε και τι να χαμογελάσετε αυθόρμητα;

* Η θέα ενός παιδιού που παίζει μπορεί να ενεργοποιήσει τους δακρυγόνους αδένες μου. Χαμογελάω στη θέα δύο νέων ερωτευμένων ανθρώπων, ανδρών ή γυναικών, straight ή gay.

Ποιους θαυμάζετε στη λογοτεχνία, στη ζωγραφική, στον κινηματογράφο αλλά και στο θέατρο;

* Να πω από ένα όνομα: Λιλή Ζωγράφου, Πίτερ Μπρέγκελ, Πάνος Κούτρας, Έλλη Λαμπέτη.

Τι απολαμβάνετε;

* Βόλτες στο ιστορικό κέντρο της πόλης μας και φαγητό με αγαπημένους φίλους.

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου «Μπέττυ»

Τι σημαίνουν για σας οι λέξεις «συγγνώμη» και «συγχώρεση»;

* Πελαγοδρομώ μέσα σε μία αντίφαση. Ζητώ εύκολα συγγνώμη, δυσκολεύομαι όμως να συγχωρήσω…

Πώς επιθυμείτε να είστε σε δέκα χρόνια από τώρα;

* Υγιής κι αξιοπρεπής.

Πώς θα χαρακτηρίζατε τη συμπεριφορά των Ελλήνων προς το δημόσιο χώρο;

* Άθλια. Απλά κοιτάξτε γύρω σας.

Ποια εικόνα στην πόλη σας θλίβει περισσότερο;

* Τα κουφάρια των άδειων καταστημάτων στο κέντρο της Αθήνας, και όχι μόνο.

Το δεύτερο βιβλίο της, «Πόσο πάει… η απαγωγή του Κώστα Ταχτσή»

Πώς κρίνετε τον τρόπο που φέρονται οι Έλληνες στα ζώα και δη στα αδέσποτα;

* Εγκληματικό. Ευελπιστώ ο νέος νόμος να φέρει κάποια καλύτερα αποτελέσματα.

Ποια είναι η σχέση σας με τα ζώα; Έχετε κατοικίδιο;

* Μεγάλωσα με τα ζώα στο χωριό μου και στην πόλη πια έχω ένα Italian grey hound, που λατρεύω.

Η Gin

Ευχαριστώ πολύ!

* Κι εγώ σας ευχαριστώ.

***

 

Η Ελισάβετ Βακαλίδου γεννήθηκε αγόρι στην Αλεξανδρούπολη. Λίγο πριν κλείσει τα δεκαπέντε της, εκδιώχθηκε από το χωριό της -τις Φέρρες- και ήρθε στην Αθήνα όπου άρχισε να εκδηλώνει τη σεξουαλικότητά της. Αμέσως οι γονείς της την έκλεισαν στο αναμορφωτήριο, όπου έμεινε τριάμισι χρόνια. Μετά το αναμορφωτήριο, σε ηλικία δεκαεννιά χρονών, μπάρκαρε στα καράβια. Το ‘σκασε στην Αμερική, όπου έζησε ως λαθρομετανάστης για δύο χρόνια. Γυρίζοντας στην Ελλάδα, έγινε τραβεστί κι άρχισε να πορνεύεται. Συμμετείχε στην ίδρυση του Απελευθερωτικού Κινήματος Ομοφυλόφιλων Ελλάδας (ΑΚΟΕ). Το 1980 εκδίδει το πρώτο αυτοβιογραφικό της βιβλίο. Το βιβλίο προκαλεί σάλο την εποχή εκείνη στην Ελλάδα, γίνεται μπεστ-σέλερ παρ’ όλη την απαγόρευση που επιβάλλεται στην πώλησή του και αποσπά διθυραμβικές κριτικές. Στο βιβλίο της αυτό βασίζεται η μικρού μήκους ταινία του Δημήτρη Σταύρακα με τίτλο το όνομά της και πρωταγωνίστρια την ίδια. Η ταινία αποσπά τα πρώτα βραβεία στα φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Δράμας και Λάρισας. Την ίδια περίοδο η Μπέττυ γνωρίζεται με τον Jean Genet, ο οποίος τη στηρίζει στη μάχη της ενάντια στην καταδίκη του βιβλίου. Κατά την παραμονή του στην Αθήνα, την προσκαλεί επίσης να συμμετάσχει στην ταινία τού Antoine Bourseiller με τίτλο «Genet». Ακολουθούν συνεντεύξεις της και παρουσίαση του βιβλίου της από τις εφημερίδες Liberation και Le Figaro. Τον επόμενο χρόνο εκδίδει το δεύτερο βιβλίο της, με τίτλο «Πόσο Πάει;» στο οποίο παρελαύνουν οι τραγικές ιστορίες τεσσάρων τραβεστί, ιδωμένες από το τρυφερό αλλά και αμείλικτο βλέμμα της. Αμέσως μετά παίζει στο θέατρο πλάι στην Ντίνα Κώνστα, στο έργο του Giuseppe Patroni Griffi «Πρόσωπα φυσικά και αλλόκοτα», σε σκηνοθεσία Γιάννη Διαμαντόπουλου, μετάφραση Παύλου Μάτεσι και σκηνικά-κοστούμια Διονύση Φωτόπουλου. Η παράσταση γνωρίζει μεγάλη επιτυχία σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Την 1η Νοεμβρίου 1984, η Μπέττυ αποφασίζει ν’ αλλάξει ζωή. Φεύγει στο εξωτερικό, όπου -προς μεγάλη έκπληξη όλων- υποβάλλεται σε εγχείρηση διόρθωσης φύλου. Γυναίκα πλέον και ανατομικά, δουλεύει για ένα διάστημα σε οίκους ανοχής στην Αθήνα και το Βερολίνο. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ζει και εργάζεται στα Χανιά για 10 χρόνια – τα καλύτερα χρόνια της ζωής της, όπως ισχυρίζεται. Στη συνέχεια περιπλανιέται στα πορνεία του Βόλου, της Λάρισας, της Μυτιλήνης, της Ρόδου και της Πάτρας. Τα τελευταία χρόνια ζει στην Αθήνα. Η Μπέττυ δεν μπόρεσε ποτέ να τελειώσει τη Μέση Εκπαίδευση.

«Μπέττυ». Δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Σταύρακα (1979) βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Ελισάβετ (Μπέττυ) Βακαλίδου με πρωταγωνίστρια την ίδια. Πρώτο βραβείο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Δράμας, Λάρισας.

Βιβλία
Μπέττυ, ταξιδιώτης της ψυχής μου. Εκδόσεις Τυπωθήτω, 2007.
Πόσο πάει; η απαγωγή του Κώστα Ταχτσή. Εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης, 2009.

Ταινίες
Μπέττυ, σκην. Δημήτρης Σταύρακας. Ελλάδα, 1979. Διάρκεια 33’.
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Μπ. Βακαλίδου. Το DVD της ταινίας υπάρχει στην επανέκδοση του Μπέττυ από τις εκδόσεις Τυπωθήτω.
Στρέλλα, σκην. Πάνος Κούτρας. Σενάριο. Π. Κούτρας & Π. Ευαγγελίδης. Ελλάδα, 2009. Διάρκεια 113’

***

 

Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου

Το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κοζάνης και η ΕΩΣ παρουσιάζουν την παράσταση «Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη, από τις 23 Μαΐου 2018 στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου.

Σ’ ένα αμυδρά φωτισμένο ανάκτορο, με θέα την Αθήνα, σαν σε μαυρόασπρο φιλμ του Αντονιόνι, περιστοιχισμένος από ανθρώπους που δεν «κοιτούν», ζει ο νεαρός βασιλιάς Οιδίπους.

Ένας άνευ προηγουμένου λοιμός τυραννά τη χώρα και τους πολίτες της. Μόνος τρόπος σωτηρίας, σύμφωνα με το χρησμό του Απόλλωνα, η εξιχνίαση της δολοφονίας του πρώην βασιλιά Λάιου και η παραδειγματική τιμωρία των ενόχων. Ο νεαρός Οιδίποδας αναλαμβάνει χρέη ερευνητή και η αναζήτηση αρχίζει. Κοιτάζοντας το είδωλό του στον καθρέφτη δεσμεύεται πως θα βρει τον ένοχο. Θα το πράξει με την ίδια ζέση σαν να επρόκειτο για τον πατέρα του.

Μέσα στο σπίτι δύο κορίτσια και δύο μικρότερα αγόρια, παίζουν την τυφλόμυγα. Ο νεαρός βασιλιάς συναντά και συνδιαλέγεται με τους χαρακτήρες που είχαν σχέση ή που θα μπορούσαν με κάποιο τρόπο να βοηθήσουν στη λύση αυτής της μυστηριώδους υπόθεσης.

Ο Κρέων γνήσιος bon viveur, μέσα στο λευκό του κοστούμι. Ο ανδρόγυνος Τειρεσίας συνοδευόμενος από τον εκπαιδευμένο σκύλο – οδηγό του. Η Ιοκάστη, αγέρωχη, αρχοντική με παγωμένο βλέμμα. Ένα μπεκετικό δίδυμο βοσκών, ο ένας τυφλός, ο άλλος κυνικός. Και τέλος ο χορός. Δύο πρόσωπα, που λειτουργούν ως δυο ημιχόρια. Ένας γηραιός τυφλός και ένας νεαρός, με όλες τις αισθήσεις ακέραιες, αλλά δίχως γνώση και εμπειρία. Πάνω στο τραπέζι κόκκινο κρασί. Θα καταποθεί, θα χυθεί, θα γίνει αιτία πνιγμού. Από το ρολόι του τοίχου ξεπροβάλει ο κούκος. Από την αρχή μέχρι και το τέλος τούτης της μέρας. Το φως, καθ’ όλη τη διάρκεια είναι αμυδρό. Και όσο η έρευνα προχωρά, μαζί με τα λεπτά της ώρας, τόσο βυθιζόμαστε στο σκοτάδι. Και τα μικρά παιδιά παίζουν πάντα την τυφλόμυγα. Η «αποκάλυψη» θα φέρει βροχή. Καταρρακτώδη. Κάθαρσης;

Ο νεαρός Οιδίποδας, ως φιλοσοφικό alter ego του Φίλιπ Μάρλοου, του διάσημου χαρακτήρα του Ρέιμοντ Τσάντλερ, οδηγεί τους μάρτυρες, τους πολίτες της χώρας, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του, με όρους, στυλιζάρισμα και όλα τα κλισέ του φιλμ νουάρ, σε μια ακραία ενδοσκοπική διαδικασία.

Η έρευνα θα αποκαλύψει πως όσοι γνώριζαν ή υποπτεύονταν τι έχει συμβεί, επέλεξαν την εκούσια τυφλότητα και τη σιωπή. Στον πάτο αυτού του πηγαδιού βρισκόμαστε όλοι. Η ευθύνη για το έγκλημα είναι συλλογική. Ακόμη και αν ο «ένοχος» είναι ένας.

Χώρος:
Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου, Προφήτου Δανιήλ 3 και Πλαταιών, Κεραμεικός

Μετάφραση: Βασίλης Παπαβασιλείου
Σκηνοθεσία: Χρήστος Σουγάρης
Σκηνικά: Αριστοτέλης Καρανάνος, Αλεξάνδρα Σιάφκου
Κοστούμια: Αριστοτέλης Καρανάνος, Αλεξάνδρα Σιάφκου
Μουσική: Γιώργος Χριστιανάκης
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Χορογραφία: Φαίδρα Σούτου
Παίζουν: Ντένης Μακρής, Νίκος Γκέλια, Σαμουήλ Ακίνολα, Κώστας Λάσκος, Μπέτυ Βακαλίδου, Νίκη Σερέτη, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Γιώργος Ψυχογυιός, Μιχάλης Μουλακάκης, Άρης Κρητικός, Σιαμάκα Ακαμπούογκ, Ίων Δημητριάδης, Δέσποινα Μαρτσέκη

Διάρκεια: 90 λεπτά
Τιμές Εισιτηρίων: 15€, 13€, 8€ , 5€
Διάρκεια Παραστάσεων: Από 23 Μαΐου έως 3 Ιουνίου 2018
Τηλέφωνο Κρατήσεων: 2110132002 έως τις 17.00 / Η προπώληση εισιτηρίων όλων των παραστάσεων θα γίνει μέσω του δικτύου viva στην τιμή των 10€
Παραστάσεις: Τετάρτη έως και Κυριακή στις 21:00
Φωτογραφίες: Βαγγέλης Πουλής
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαρία Απατσίδου

  • Αρχική φωτογραφία: Η Μπέττυ με την Gin, το Italian grey hound που υπεραγαπά.
eirini aivaliwtouΜπέττυ Βακαλίδου: Μόνο αγαπησιάρικες στιγμές κρύβω στα συρτάρια της μνήμης μου
Περισσότερα

Αγορίτσα Οικονόμου: Καμιά φορά χαμογελώ στο «τραγικό» για να μη με καταπιεί…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Από έναν και μόνο ρόλο. Μπορείς να καταλάβεις το ταλέντο, να αισθανθείς τη δύναμη των συναισθημάτων, να μετρήσεις το εύρος της ερμηνευτικής δυνατότητας. Από έναν και μόνο ρόλο. Είχα δει πέρσι την παράσταση «Η δύναμη του σκότους» σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη, στο Σύγχρονο Θέατρο, δύο φορές. Και παρατήρησα. Και θαύμασα. Τις έντονες γραμμές του περιγράμματος στο χαρακτήρα της Ματριόνα, τη βαθιά μελέτη της προσωπικότητας, την εκπληκτική υποκριτική της Αγορίτσας Οικονόμου να αναδύεται και να αναδεικνύεται μέσα από τις φωτοσκιάσεις του Τολστόι. Και μου φάνηκε πως με έναν τρόπο συνάντησα σε αυτό το ρόλο μια μεγάλη συντροφιά, από την Άννα Μανιάνι μέχρι την Κατίνα Παξινού. Στο πνεύμα, στη συνέχεια, στη συνέπεια, στην πίστη, στο διαμέτρημα. Προβάλλοντας την πιο άγρια και νοσηρή όψη των ανθρώπινων συναισθημάτων και συμπεριφορών, όπως η υπεροψία, το συμφέρον, ο πόθος για εξουσία και ο φθόνος, η έξοχη ηθοποιός με χιούμορ και ρεαλισμό μάς έβαλε σε έναν κόσμο πυρακτωμένο από το πάθος μιας άλογης καταστροφικής μανίας για δύναμη. Πιθανότατα το άλλο πρόσωπο της φτώχειας και της απελπισίας.

Ματριόνα στη «Δύναμη του Σκότους»

Φέτος η Αγορίτσα Οικονόμου ξεδίπλωσε πάλι το ταλέντο της στο «Παιχνίδι της Σφαγής», στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα. Υποδύθηκε τη Μητέρα σε μια αλληγορική ιστορία για μια επιδημία που αποδεκατίζει τους κατοίκους μιας πόλης. Καθώς ο κοινωνικός ιστός καταρρέει και τα προσωπεία πέφτουν, ως ανίσχυρη ηρωίδα του Ευγένιου Ιονέσκο, οδηγείται σε ένα κρεσέντο τρόμου και αγωνίας.
Η τέχνη του θεάτρου είναι μελέτη, γνώση, μηχανισμός, φαινόμενο. Η Αγορίτσα, που έπαιξε με τρόπο μοναδικό την Κλυταιμνήστρα στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» (2013) του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Μαρίας Πρωτόπαππα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, κάθε φορά που εμφανίζεται στη σκηνή μάς προσφέρει απλόχερα συγκίνηση. Αυτό δηλαδή που ονειρευόμαστε από αυτή την τέχνη. Και το κάνει πάντα με αγάπη, αγάπη γι’ αυτό που φτιάχνει και αγάπη γι’ αυτόν που θα τη δει. Μια βασίλισσα που βασίλειό της είναι το θέατρο!

«Συνέβη στην Ελλάδα». Με τον Λαέρτη Μαλκότση

Τι σε συγκινεί από τα παιδικά σου χρόνια;

* Από τα παιδικά μου χρόνια και γενικά από την τρυφερή παιδική ηλικία αυτό που με συγκινεί είναι η αθωότητα, η χαρά του παιχνιδιού, η χαρά της ανακάλυψης. Ο τρόπος που «υποδέχονται» τα παιδιά κάθε τι καινούργιο στη ζωή και στον κόσμο τους.

Τι δεν ξεχνάς από τους πρώτους σου δασκάλους;

* Θυμάμαι πάντα από τον δάσκαλό μου στη ΣΤ’ Τάξη του Δημοτικού την αγάπη, την αφοσίωση και την υπομονή που μας έδειχνε.

Τι σε έφερε στον χώρο του θεάτρου;

* Η ανάγκη μου να παρηγορήσω και να παρηγορηθώ.

Τι θυμάσαι από τους δασκάλους στη Δραματική Σχολή;

* Θυμάμαι ότι όλοι τους, πολύ πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, με τον τρόπο τους μου άνοιξαν ένα παράθυρο στη σκέψη.

«Όρνιθες»

Τι σε κάνει να χαμογελάς;

* Πολλά πράγματα με κάνουν να χαμογελώ, η εικόνα ή η σκέψη ενός αγαπημένου προσώπου, τα μεγάλα παιδικά μάτια και καμιά φορά χαμογελώ στο «τραγικό» για να μη με καταπιεί…

Τι σε θυμώνει;

* Η αδικία και το ψέμα.

Τι θέση έχει η φιλία στη ζωή σου;

* Η φιλία κατέχει πολύ σημαντική θέση στη ζωή μου, αυτό που λένε ότι «οι φίλοι είναι οι συγγενείς που επιλέγουμε» με βρίσκει πολύ σύμφωνη.

Τι σε τρομάζει;

* Η αρρώστια, η ανημπόρια, ο θάνατος.

Τι σε συγκινεί;

* Η καλοσύνη των ανθρώπων, η γενναιοδωρία, η μεγάλη καρδιά.

Τι σου λείπει;

* Η ανεμελιά.

Τι σημαίνει για σένα το χειροκρότημα;

* Το τέλος της παράστασης.

Τι δίνει στον ηθοποιό η τηλεόραση;

* Η τηλεόραση δίνει στον ηθοποιό αναγνωρισιμότητα, ένα επιπλέον εισόδημα, τη δυνατότητα να «παίξει» κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες και τρόπους, σε σχέση με το θέατρο εννοώ.

Τι διαφορές υπάρχουν στον ηθοποιό του θεάτρου και του κινηματογράφου;

* Στην ουσία της δουλειάς, της υποκριτικής τέχνης δηλαδή, νομίζω καμία. Οι διαφορές υπάρχουν και είναι αρκετές όσον αφορά τον τρόπο προβολής των εκφραστικών μέσων του ηθοποιού, το γεγονός ότι το ένα είναι ζωντανό, το άλλο μαγνητοσκοπείται και πολλά πολλά άλλα.

«Nine»

Πώς αποφασίζεις; Ποιο είναι το κριτήριο των επιλογών σου;

* Η απόφαση είναι μια συνισταμένη πολλών πραγμάτων. Λαμβάνω υπ’ όψιν μου το έργο, τον ρόλο, τον σκηνοθέτη, τους ανθρώπους γενικά που θα αποτελέσουμε τη δημιουργική ομάδα, την παραγωγή κ.α.

Έχεις προγραμματίσει κάτι για το επαγγελματικό σου μέλλον;

* Στις μέρες μας είναι σχεδόν αστείο να προγραμματίζουμε το επαγγελματικό μας μέλλον. Υπάρχει μια αβεβαιότητα και μία ρευστότητα που το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να προχωρώ βήμα βήμα και να ελπίζω για το καλύτερο.

Πώς και πόσο επηρεάζουν τα οικονομικά μέσα το καλλιτεχνικό όραμα;

* Επηρεάζουν αναμφίβολα, αλλά από την άλλη πολλές φορές το «οικονομικό στρίμωγμα» γεννά ωραίες και ευφάνταστες ιδέες.

 

Πώς προετοιμάζεσαι για την παράσταση;

* Δεν έχω καμία συγκεκριμένη τελετουργία. Μου αρέσει όταν υπάρχει η δυνατότητα να οργανώνω το φροντιστήριό μου και τα κοστούμια μου. Αυτό με χαλαρώνει.

Πώς ανακαλύπτεις τα μυστικά κάθε ρόλου;

* Στα καλογραμμένα θεατρικά έργα, οι ρόλοι είναι σαφείς με αρχή, μέση και τέλος. Έχουν φροντίσει οι συγγραφείς να μας δίνουν όλες τις πληροφορίες και τα στοιχεία που θα χρειαστούμε. Τα έχουμε όλα εκεί, είναι όλα εκεί και περιμένουν εμάς και τη φαντασία μας να τα υποδεχτούμε. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν μυστικά, υπομονή και αγάπη να έχεις και είναι όλα εκεί.

Πώς είναι να δουλεύεις με την Ομάδα ΝΑΜΑ και τη σκηνοθέτιδα Ελένη Σκότη;

* Με την Ομάδα ΝΑΜΑ και την Ελένη συνεργαστήκαμε υπέροχα. Ήταν πολύ μεγάλη χαρά και τιμή για μένα που βρεθήκαμε όλοι αυτοί οι άνθρωποι στη «Δύναμη του σκότους». Δουλέψαμε με αγάπη, μεράκι, φαντασία και χαρά.

Τι εκπροσωπεί η Ματριόνα, η ηρωίδα που υποδύθηκες στη «Δύναμη του Σκότους»;

* Εκπροσωπεί την εξουσία, τον χειρισμό, την ιδιοτέλεια, τα σκοτάδια μας, το συμφέρον, την πάση θυσία επιβίωση, τη μάνα, όλους αυτούς τους ανθρώπους που πάνω από το προσωπικό τους συμφέρον δεν βάζουν τίποτα και κανέναν.

Πώς μπορεί και γιατί μια γυναίκα να είναι τόσο εμπαθής και χειριστική;

* Ας σκεφτούμε μια μεγαλώνει που μεγαλώνει και ζει στα βάθη μιας επαρχίας κάτω από εξαιρετικά αντίξοες κλιματολογικές, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και ειδικά ανθρώπινες συνθήκες. Είναι αγράμματη, δεν έχει στην ουσία αγαπήσει, ούτε αγαπηθεί ή αν θέλετε δίνει την αγάπη που η ίδια γνώρισε. Το κυρίαρχό της αίσθημα είναι το αίσθημα της επιβίωσης, πρέπει να ζήσει. Η Ματριόνα, επιτρέψτε μου, δεν είναι εμπαθής, χειριστική ναι, σκληρή, απότομη, τραχιά, μακιαβελικής ψυχοσύνθεσης, «δουλεμένη γυναίκα» όπως λέμε, όχι ντελικάτη… με τίποτα, αλλά ταυτόχρονα έχει χιούμορ, είναι μια τεράστια προσωπικότητα. Θα μπορούσα να μιλάω για ώρες για τη Ματριόνα. Έχει τα πάντα όπως τα έχουμε όλοι μας. Δεν αποτελεί εξαίρεση. Είμαστε όλοι οι άνθρωποι εν δυνάμει Ματριόνες. Τι επιλέγουμε είναι το θέμα. Πάντα αυτό είναι…

 

Τι συμβαίνει στο «Παιχνίδι της Σφαγής» του Ιονέσκο που παίζεις στο Εθνικό Θέατρο;

* Σε μια όμορφη καλογυαλισμένη πόλη και κάτω από αδιευκρίνιστους λόγους όλοι πεθαίνουν. Πλούσιοι και φτωχοί, άντρες και γυναίκες, μωρά, διανοούμενοι, αδαείς, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, απλός κόσμος, γέροι, νέοι, όλοι, όλοι, όλοι… Είναι ένα παιχνίδι μέσα στην πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης, στις αντιθέσεις της με πολύ χιούμορ και ένα κλείσιμο ματιού ότι όλοι το ίδιο είμαστε κάτω από το άγρυπνο μάτι του θανάτου. Είναι ένα παιχνίδι του Ιονέσκο για την ίδια τη ζωή και μάλλον για τον τρόπο που εμείς οι ίδιοι την αντιμετωπίζουμε. Στη δική μας παράσταση είναι μια σειρά χαριτωμένες σκηνές θανάτου, στημένες – όπως λέει και ο κομπέρ μας – αποκλειστικά για τα μάτια των θεατών μας και μόνο.

Τι έχεις να πεις για τους σκηνοθέτες και ειδικά τώρα για τον Γιάννη Κακλέα;

* Για τους σκηνοθέτες αυτό που μπορώ να πω είναι ότι είμαστε συνεργάτες και συνδημιουργοί. Υπάρχει άμεση ανάγκη του ενός για τον άλλον. Τώρα για τον Γιάννη τι να πρωτοπώ; Είναι ένας σκηνοθέτης που είναι μέσα στην καρδιά μου. Έχουμε συνεργαστεί πολλές φορές και είναι πάντα χαρά να βρισκόμαστε κάτω από την ίδια θεατρική στέγη. Είναι πάρα πολύ καλός, είναι γενναιόδωρος, με πλούσια φαντασία, ανοιχτός στη σκέψη και στην ψυχή, δίκαιος, γεμάτος από έμπνευση. Αυτό όμως που με συγκινεί ιδιαίτερα είναι η ειλικρίνεια και η γενναία καρδιά που έχει. Εύχομαι να είμαστε γεροί και να ανταμώνουμε ξανά και ξανά.

Τι προξενεί μεγαλύτερη απόγνωση; Το κωμικό ή το τραγικό;

* Πιστεύω πως είναι ακριβώς το ίδιο, είναι σαν δίδυμα παιδάκια πιασμένα χέρι χέρι.

Πώς βλέπεις τον ρόλο σου;

* Με αγάπη, με συμπόνια, με κατανόηση, με χιούμορ, όπως όλους τους ρόλους μου.

Τι λες σε όσους υποστηρίζουν ότι «η ιστορία επαναλαμβάνεται»;

* Θα τους πω ότι δυστυχώς θα με βρουν σύμφωνη. Μακάρι οι άνθρωποι να παίρναμε τα «μαθήματά» μας και να πορευόμασταν «εν ειρήνη»… Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι δύσκολα κατανοούμε, δύσκολα αφομοιώνουμε, δύσκολα και μακρόχρονα.

Πώς παρουσιάζει το έργο την ανασφάλεια που επικρατεί στην εποχή μας;

* Μέσα από τις ανθρώπινες συμπεριφορές, τις κοινωνικοπολιτικές πτυχές της ζωής. Ο Ιονέσκο είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας και όπως όλοι οι σπουδαίοι συγγραφείς έτσι και αυτός βουτά, μέσα στον άνθρωπο και στη φύση του. Φέρνει στο φως ό,τι έχει και δεν έχει το μυαλό και η ψυχή του και ό,τι φέρει και η ίδια του η ζωή.

 

Ποια είναι η γνώμη σου για τα ζώα συντροφιάς; Έχεις κατοικίδιο;

* Δυστυχώς δεν έχω κάποιο κατοικίδιο. Η γνώμη μου είναι ότι όποιος μπορεί και θέλει να έχει ένα ζωάκι για συντροφιά πράττει τέλεια. Είναι τεράστια τα οφέλη που έχει ένας άνθρωπος από το κατοικίδιό του. Συντροφιά, αγάπη, τρυφερότητα, νοιάξιμο, χάδι, παρηγοριά και το ίδιο βεβαίως ισχύει και για το ζωάκι.

Ευχαριστώ πολύ, Αγορίτσα.

* Κι εγώ σας ευχαριστώ.

– Η Αγορίτσα Οικονόμου γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από την Ανώτερη Δραματική Σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη (2001). Συμμετείχε μεταξύ άλλων στις θεατρικές παραστάσεις: «Αχ, αυτά τα φαντάσματα» σκην. Γιάννης Κακλέας (2012 – 2013), «Όρνιθες» του Αριστοφάνη σκην. Γιάννης Κακλέας, «Συρανό Ντε Μπερζεράκ» σκην. Ν. Καραθάνου, «Λυσιστράτη» σκην. Γιάννης Κακλέας, «Προμηθέας Δεσμώτης» σκην. Σ. Χατζάκη, «Ματωμένος Γάμος» σκην. Σ. Χατζάκη, «Θεσμοφοριάζουσες» σκην. Σ. Χατζάκη, «Ηλέκτρα» σκην. Ε. Θεοδώρου, «Δρ. Φαούστους» σκην. Δημήτρη Λιγνάδη, «Ορέστεια» σκην. Δημήτρη Λιγνάδη, «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σκην. Σ. Χατζάκη, «Τρωάδες» σκην. Δ. Χρονόπουλος, «Ορέστης» σκην. Σταμάτη Φασουλή.

Επίσης:

Το παιχνίδι της σφαγής (2018) – Rex Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη»
Η δύναμη του σκότους (2017) Ματριόνα – Σύγχρονο Θέατρο
Η δύναμη του σκότους (2017) – Σύγχρονο Θέατρο
Συνέβη στην Ελλάδα (2017) – Εθνικό Θέατρο-Αίθουσα εκδηλώσεων
Nine (2015) – Πάνθεον
Βάτραχοι (2014) – Περιοδεία
Σκηνοβάτες (2011) – Εθνικό Θέατρο
Τρισεύγενη (2011) – Εθνικό Θέατρο-Κτίριο Τσίλλερ Κεντρική σκηνή
Λυσιστράτη (2010) – Εθνικό Θέατρο
Συρανό Ντε Μπερζεράκ (2010) – Εθνικό Θέατρο-Κτίριο Τσίλλερ Κεντρική σκηνή
Το τρίτο στεφάνι (2009) – Rex Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη»
Φορτουνάτος (2009) – Εθνικό Θέατρο-Κτίριο Τσίλλερ Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»
Ρομπέρτο Τσούκο (2008) – Εθνικό Θέατρο-Κτίριο Τσίλλερ Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»

Τηλεόραση:

«Κάτω Παρτάλι» MEGA 2014 – Λάμπραινα
«Que Sera Sera» – ANT1 – Νοσοκόμα

Κινηματογράφος:

«Υγραέριο» ταινία μικρού μήκους (2006)
«Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα» ταινία μεγάλου μήκους (2010)

Σεμινάρια:

«Αίας» του Σοφοκλή με τη Μάρθα Φριντζήλα (2005 – 2006)
«Αρχαία Χορικά» με τον Σταμάτη Κραουνάκη (2003 – 2004)

eirini aivaliwtouΑγορίτσα Οικονόμου: Καμιά φορά χαμογελώ στο «τραγικό» για να μη με καταπιεί…
Περισσότερα

Αλέξανδρος Μαυρόπουλος: Ο ηθοποιός πρέπει να είναι στη σκηνή… Σε ό,τι συμβαίνει εκεί

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Το θέατρο είναι αγάπη, τέχνη, τεχνική. Δεν μετριέται με όρους της παράδοσης ή του μοντερνισμού. Θα πρέπει να διαβάζουμε σ’ αυτό το ισχυρό συναίσθημα της φαντασίας, του ενθουσιασμού, της συγκίνησης. Το συναίσθημα που φωτίζει τα βάθη της ανθρώπινης ζωής. Χαίρομαι κάθε φορά που γνωρίζω καλλιτέχνες των οποίων οι επιλογές προέκυψαν από μια εσωτερική ανάγκη της ψυχής. Όπως ο ηθοποιός που σας παρουσιάζω σε τούτη τη συνέντευξη. Τον ξέρουμε από το «Στέλλα Κοιμήσου», όπου υποδύθηκε τον Μάριο την πρώτη χρονιά, από τον «Εξηνταβελόνη», την «Τάξη μας», τη «Μικρή μας Πόλη», τη «Νίκη» για την οποία κέρδισε και μια υποψηφιότητα για βραβείο Χορν. Τον θαυμάσαμε στην «Κολεξιόν» και στην «Εκδοχή του Μπράουνινγκ» αλλά και ως Κρέοντα σε περιοδεία της «Αντιγόνης», μιας παράστασης που παρουσιάστηκε σε γωνιές της Αθήνας, ακόμη και στις πιο ξεχασμένες και απόμακρες.

Ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα και τελείωσε τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Αυτή την εποχή τον βρίσκουμε στο Εθνικό Θέατρο στην παράσταση «Ψηλά από τη γέφυρα» να υποδύεται τον Ροντόλφο. Άλλες παραστάσεις που έχει παίξει είναι: «Συνέβη στην Ελλάδα», «Ολονυχτία Σαίξπηρ», «Ριχάρδος ο Γ΄», «Οι μεγάλοι αμαρτωλοί», «Ένας άνθρωπος για όλες τις εποχές», «Ηρακλής Μαινόμενος», «Συρανό Ντε Μπερζεράκ», «Πάχνη». Επίσης έχει συμμετάσχει στην ταινία «The Waiter» του Στηβ Κρικρή.

Το καλοκαίρι, στα Επιδαύρια, θα τον δούμε και πάλι σε μια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου, να υποδύεται τον Ορέστη, στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία του δεξιοτέχνη Θάνου Παπακωνσταντίνου.

Η Ηλέκτρα, έργο της όψιμης περιόδου του Σοφοκλή (γράφτηκε πιθανότητα το 412 ή 411 π.Χ.) δραματοποιεί ένα από τα πιο ζοφερά επεισόδια του μύθου των Ατρειδών: την εκδίκηση της Ηλέκτρας και του Ορέστη για τον φόνο του Αγαμέμνονα που διέπραξαν η Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος. Κεντρική μορφή του δράματος, η Ηλέκτρα, διατηρεί ζωντανή την ανάμνηση του φόνου του πατέρα της παρακαλώντας τους θεούς να βοηθήσουν στην τιμωρία των δολοφόνων του. Η επιστροφή του αδελφού της, του εξόριστου Ορέστη, δρομολογεί το έργο της τιμωρίας που θα ολοκληρωθεί με την πράξη του διπλού φόνου.

Ο διακριτικός Αλέξανδρος, με την παλμώδη φωνή, τα πυκνά πυρόξανθα μαλλιά, τις οξείες -θαρρείς πελεκητές- γραμμές του προσώπου και τα μάτια που λάμπουν διεισδυτικά, απαντά με ταχύτητα και ετοιμότητα στο ερωτηματολόγιο του catisart.gr και φωτογραφίζεται για τους αναγνώστες μας.

 

Αλέξανδρε, θα ήθελες να μας περιγράψεις μια σκηνή ή ένα γεγονός από την παιδική σου ηλικία;

* Με θυμάμαι να παίζω και να μην σκέφτομαι το μετά.

Ποια ήταν τα παιδικά σου αναγνώσματα και οι πρώτες καλλιτεχνικές σου επιρροές;

* Λούκι Λουκ και Αστερίξ.

Εργαζόσουν σε πολυεθνική εταιρεία ως οικονομικό στέλεχος, μέχρι που εγκατέλειψες για να ασχοληθείς με το θέατρο. Φαντάζομαι πως από τότε η ζωή σου θα άλλαξε άρδην…

* Άρδην. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή μου αν συνέχιζα να εργάζομαι σε μια εταιρεία. Ευτυχώς τώρα ασχολούμαι με αυτό που αγαπάω.

 

Αισθάνεσαι τυχερός;

* Πολύ…

Αυτό τον καιρό σε βρίσκουμε να παίζεις σε ένα από τα εμβληματικότερα θεατρικά κείμενα του εικοστού αιώνα, το έργο του Άρθουρ Μίλερ «Ψηλά από τη γέφυρα». Ποιος είναι ο Ροντόλφο που υποδύεσαι;

* Ένας Ιταλός μετανάστης, που έχοντας ζήσει δύσκολα, καταφτάνει στην Αμερική γεμάτος λαχτάρα και επιθυμία για μια νέα αρχή. Για το καινούριο.

Νίκος Καραθάνος, Τάκης Τζαμαριάς, Βίκτωρας Αρδίτης, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, Ελένη Σκότη, Μιχαήλ Μαρμαρινός,  Γιάννης Οικονομίδης, Λίλλυ Μελεμέ, Νικαίτη Κοντούρη. Στη μέχρι τώρα πορεία σου στο θέατρο έχεις παίξει υπό την καθοδήγηση όλων αυτών των σκηνοθετών. Τους θεωρείς -κατά κάποιο τρόπο- και δασκάλους σου;

* Όλες οι συνεργασίες αποτελούν ένα ξεχωριστό μάθημα.

 

Πώς νιώθεις που φέτος το καλοκαίρι θα παίξεις στην ορχήστρα της Επιδαύρου;

* Είναι μεγαλειώδες…

«Ηλέκτρα» του Σοφοκλή με το Εθνικό Θέατρο στο Φεστιβάλ Επιδαύρου. Τι θα ήθελες να πεις για τη συνεργασία σου με ένα σκηνοθέτη τόσο πρωτοποριακό, καινοτόμο και ταλαντούχο σαν τον Θάνο Παπακωνσταντίνου;

* Ανυπομονώ να συνεργαστώ με τον Θάνο. Τον εκτιμώ τόσο σαν άνθρωπο όσο και σαν καλλιτέχνη. Πιστεύω θα έχουμε μια όμορφη συνεργασία.

Έχεις μπει σε διαδικασία ψυχολογικής και καλλιτεχνικής προετοιμασίας γι’ αυτή την εμφάνιση;

* Όχι ακόμη. Προέχει η παράσταση που παίζω και η ταινία που κάνω γυρίσματα.

 

Θα υποδυθείς τον Ορέστη. Τι έχεις να πεις για το ρόλο;

* Δεν έχω λόγια (κυριολεκτικά).

Πώς μπορεί ο ηθοποιός να κάνει πιστευτή στους θεατές την πραγματικότητα της σκηνής;

* Μάλλον με την αναζήτηση της πραγματικής ύπαρξής του στη σκηνή. Να είναι εκεί… Σε ό,τι συμβαίνει εκεί.

Εκτός από το θέατρο, υπάρχει κάποια άλλη μορφή τέχνης που ασχολείσαι ή που θα ήθελες να ασχοληθείς;

* Τελευταία με συγκινεί το επάγγελμα του ράφτη. Θα μ’ άρεσε λοιπόν να ήμουν ράφτης.

 

Τι είναι αυτό που, κατά τη γνώμη σου, αναζητά ο θεατής όταν πηγαίνει στο θέατρο;

* Να επικοινωνήσει.

Αγάπησες περισσότερο κάποιον ήρωα από τους οποίους υποδύθηκες;

* Όλους!

Η εκπαίδευση προωθεί την τέχνη;

* Φυσικά.

 

Υπάρχουν Έλληνες ή ξένοι καλλιτέχνες των οποίων την πορεία θαυμάζεις;

* Πολλοί… Τόσο πολλοί.

Τι κοινό έχουν ο παίκτης και ο ηθοποιός;

* Και οι δύο παίζουν.

Η άσκηση της Τέχνης μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο;

* Προς το καλύτερο…

 

Κρατάς σημειωματάριο ή ημερολόγιο; Αν ναι, τι σημειώνεις;

* Πάντα. Έχω ένα από κάθε παράσταση. Το έχω μαζί μου όπου και αν βρίσκομαι και ό,τι μου έρχεται στο μυαλό το καταγράφω.

Το ταλέντο βαραίνει περισσότερο στη ζυγαριά για έναν επαγγελματία ηθοποιό; Ή η δράση, η εργατικότητα, η αφοσίωση;

* Θεωρώ το δεύτερο. Ή μάλλον με το δεύτερο έχεις περιθώρια εξέλιξης.

Η τέχνη -και ειδικά το θέατρο- πόση πειθαρχία χρειάζεται;

* Κόπος, θυσίες, πειθαρχία.

Το περιβάλλον στο οποίο κινείσαι επαγγελματικά, πόσο ανταγωνιστικό είναι;

* Παντού υπάρχει ανταγωνισμός, σε όλα τα επαγγέλματα. Έχεις όφελος αν μαθαίνεις να τον διαχειρίζεσαι.

Ποια θεωρείς ότι είναι τα αίτια και οι ρίζες της ρατσιστικής συμπεριφοράς κάποιων εις βάρος ευάλωτων ή ηττημένων συνανθρώπων τους;

* Η έλλειψη παιδείας, ο φόβος και η σύγχυση ταυτότητας.

Υπάρχει διάχυτη μια ανθρωπιστική κρίση, η οποία είναι πολύ σοβαρή και όλους μας αφήνει εμβρόντητους. Μετανάστευση, προσφυγιά. Σε ευαισθητοποιούν αυτά τα γεγονότα;

* Πέραν της ευαισθητοποίησης, προσπαθώ να βοηθάω όσο περισσότερο μπορώ.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς και τα αγαπημένα σου βιβλία;

* Ντοστογιέφσκι – «Αδελφοί Καραμάζοφ». Σελίν – «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας».

Οι σωστές επιλογές είναι ένας τομέας που επίσης απαιτεί ταλέντο;

* Δεν ξέρω τι ορίζουμε ως σωστή επιλογή. Μια μη θεμιτή επιλογή μπορεί να σε κάνει καλύτερο.

Πώς κρίνεις το μεγάλο αριθμό θεάτρων και παραστάσεων στην Αθήνα;

* Θετικά…

Πώς θα ήθελες να είσαι επαγγελματικά, καλλιτεχνικά και προσωπικά σε δέκα χρόνια από τώρα;

* Υγιής με την οικογένειά μου. Όλα τα άλλα έπονται.

Πώς θα χαρακτήριζες τη συμπεριφορά των Ελλήνων προς το δημόσιο χώρο;

* Θέλει δουλειά πολλή…

Τι μήνυμα θα ήθελες να στείλεις σε όσους διαβάζουν αυτή τη συνέντευξη;

* Αν έφτασαν μέχρι εδώ, μάλλον δεν βαρέθηκαν.

Μίλησέ μας για τη σχέση σου με τα ζώα! Έχεις κατοικίδιο;

* Έχω ένα λυκόσκυλο, τη Φρίντα. Μεγάλη αδυναμία.

Ευχαριστώ πολύ!

* Κι εγώ σας ευχαριστώ.

***

Ηλέκτρα – Ταυτότητα παράστασης

Η Ηλέκτρα, έργο της όψιμης περιόδου του Σοφοκλή −γράφτηκε πιθανότητα το 412 ή το 411 π.Χ.−, δραματοποιεί ένα από τα πιο ζοφερά επεισόδια του μύθου των Ατρειδών: την εκδίκηση για τον φόνο του Αγαμέμνονα που διέπραξαν η Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος. Η Ηλέκτρα, κεντρική μορφή του δράματος, διατηρεί ζωντανή την ανάμνηση του φόνου του πατέρα της και παρακαλεί τους θεούς να βοηθήσουν στην τιμωρία των δολοφόνων του. Η επιστροφή του αδελφού της, του εξόριστου Ορέστη, αναπτερώνει τον πόθο της για εκδίκηση και δρομολογεί το έργο της τιμωρίας, που θα κορυφωθεί με την πράξη της μητροκτονίας. Το δράμα του Σοφοκλή εστιάζεται στο πρόσωπο της Ηλέκτρας και όχι στα ηθικά ζητήματα που επισύρει η πράξη της μητροκτονίας. Η εκδίκηση είναι συνειδητή επιλογή των ηρώων, και όχι πράξη επιβεβλημένη από τους θεούς. Το ανθρώπινο πάθος κυριαρχεί, αφήνοντας τους ήρωες εκτεθειμένους και απηχώντας το πνεύμα του ύστερου 5ου αιώνα, ο οποίος, υπό την επίδραση της σοφιστικής σκέψης, απομακρύνεται από τις βεβαιότητες και τις απλουστευτικές ερμηνείες της αρχαϊκής περιόδου.

Σημείωμα του σκηνοθέτη:
Γραμμένη στη σκιά του Πελοποννησιακού Πολέμου, η Ηλέκτρα του Σοφοκλή είναι από τα πιο «άγρια» έργα του ποιητή. Από την πρώτη κιόλας σκηνή, της επιστροφής του μητροκτόνου Ορέστη, ως και τις επινίκιες ιαχές του χορού στην τελευταία, αναπτύσσεται ένας διαρκής διάλογος μεταξύ σκότους και φωτός. Μια μάχη αντιθέσεων με κεντρικό θέμα τη δίκη: τη διαταραγμένη ισορροπία και την αποκατάστασή της. Αποτυπώνοντας έναν κόσμο εμφύλιου σπαραγμού, ο ποιητής μάς προσκαλεί να παρακολουθήσουμε τη λειτουργία ενός φυσικού νόμου: του νόμου της ανταπόδοσης. Ο ίδιος τοποθετείται πέρα από κάθε ηθική – δεν τον ενδιαφέρει αν η χαμένη ισορροπία θα επανέλθει με τρόπο καλό ή κακό· το θέμα είναι να επανέλθει. Η βία διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις. Όταν γίνεται μια βίαιη προσβολή της δίκης, η απάντηση θα είναι επίσης βίαιη. Το ότι το μέτρο της εκδίκησης εδώ ξεπερνά τα συνήθη όρια για μια «πολιτισμένη» κοινωνία, οδηγώντας στη μητροκτονία, επίσης δεν ενδιαφέρει. Η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή κραυγάζει για ανταπόδοση, όχι για δικαιοσύνη.

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
Σκηνοθεσία: Θάνος Παπακωνσταντίνου
Σκηνικά – Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Μουσική: Δημήτρης Σκύλας
Χορογραφία: Χαρά Κότσαλη
Ερμηνεύουν: Αλεξία Καλτσίκη (Ηλέκτρα), Μαρία Ναυπλιώτου (Κλυταιμνήστρα), Αλέξανδρος Μαυρόπουλος (Ορέστης), Χρήστος Λούλης (Αίγισθος), Ελένη Μολέσκη (Χρυσόθεμις), Μάριος Παναγιώτου (Πυλάδης), Νίκος Χατζόπουλος (Παιδαγωγός), Χορός: Ασημίνα Αναστασοπούλου, Σοφία Αντωνίου, Ιωάννα Δεμερτζίδου, Νάντια Κατσούρα, Ελένη Κουτσιούμπα, Κλεοπάτρα Μάρκου, Μαρία Μηνά, Τζωρτζίνα Παλαιοθεοδώρου, Νάνσυ Σιδέρη, Καλλιόπη Σίμου, Δανάη Τίκου, Μαρία Χάνου
Χορηγός παράστασης: Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών

Πληροφορίες

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
20-21 Ιουλίου 2018
21:00

eirini aivaliwtouΑλέξανδρος Μαυρόπουλος: Ο ηθοποιός πρέπει να είναι στη σκηνή… Σε ό,τι συμβαίνει εκεί
Περισσότερα